| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48769 | συνεπακόλουθος | , η, ο συ-νε-πα-κό-λου-θος επίθ. (λόγ.): που έπεται κάποιου ως άμεση συνέχεια και συνέπειά του: Βαθιά οικονομική ύφεση και η ~η κοινωνική εξαθλίωση. ● Ουσ.: συνεπακόλουθο (το): αυτό που ακολουθεί ως απόρροια κάποιου άλλου: Ο μαρασμός των οικοσυστημάτων είναι ~ της περιβαλλοντικής υποβάθμισης. Με όλα τα ~α (= συνακόλουθα). Πβ. αποτέλεσμα, επακόλουθο. [< πβ. αρχ. συνεπακολουθῶ ‘ακολουθώ από κοντά’ | |
| 47667 | συνέπεια | στοι-χί-ζει ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {στοίχι-σε, στοιχί-σει} 1. έχει ορισμένο κόστος, αξίζει· ειδικότ. κοστίζει πολύ: Πόσο ~ (= έχει, κάνει) το εισιτήριο; Τι θα (μου) ~σει; Η συνδρομή ~ ... ευρώ. Κάτι ~ ακριβά/αρκετά/πολλά/πολύ/φτηνά. Το νυφικό της ~σε μια περιουσία.|| Οι διακοπές ~ουν. 2. (μτφ.) έχει ως αρνητική συνέπεια, απαιτεί μεγάλο, συνήθ. μη υλικό, αντίτιμο· ειδικότ. προξενεί θλίψη: Ένα λάθος ~σε την ήττα στην ομάδα. Η ασθένεια τού ~σε την ακοή.|| Ο χαμός της ~σε σε όλους πάρα πολύ. Μου ~ (: λυπάμαι, στενοχωριέμαι) που φεύγω σε λίγες μέρες. ● ΦΡ.: δεν στοιχίζει τίποτα (προφ.-μτφ.): για κάτι που είναι πολύ εύκολο, ανώδυνο, απλό: Ένα χαμόγελο ~ ~, όμως δίνει πολλά., στοίχισε τη ζωή (σε κάποιον): για αιτία που προκάλεσε τον θάνατο: Το πάθος για τις μηχανές τού ~ ~ (: έχασε τη ζωή του). Μια πανδημία μπορεί να ~σει ~ σε χιλιάδες ανθρώπους., μου πάει/έρχεται/κοστίζει/στοιχίζει ο κούκος αηδόνι βλ. αηδόνι [< αρχ. στοιχίζω, ιταλ. costare] | |
| 48770 | συνέπεια | συ-νέ-πει-α ουσ. (θηλ.) {συνεπει-ών} 1. οτιδήποτε προκύπτει ως αποτέλεσμα, επίπτωση, επακόλουθο: άμεση/αναπόφευκτη/λογική/φυσική ~. Απρόβλεπτες/αρνητικές/δυσάρεστες/έννομες/επώδυνες/ηθικές/θετικές/κοινωνικές/οικονομικές/ολέθριες/σοβαρές/τραγικές ~ες. Η ~ της άγνοιας/της αδιαφορίας/της (μη) εφαρμογής του νόμου είναι ότι ... Άρση/περιορισμός (των) ~ών. Aναλαμβάνει/δέχεται/υφίσταται τις ~ες των πράξεών του. Το αλκοόλ έχει βλαβερές ~ες για τον οργανισμό. Η ατονία του αποτελεί ~ κακής διατροφής. (επίσ.) Εν γνώσει των ~ών του νόμου. ΣΥΝ. αντίκτυπος, απόρροια 2. σταθερότητα σε αξίες, απόψεις και η ανάλογη συμπεριφορά και στάση ζωής: πολιτική ~. Έλλειψη/υπόδειγμα ~ας. Άνθρωπος με ~. Αντιμετωπίζει με ~ (το πρόβλημα). Απόλυτη ~ (μεταξύ) λόγων και έργων (πβ. ακολουθία). Αγωνίζονται με ~ για την προστασία του περιβάλλοντος. ΣΥΝ. ευσυνειδησία ΑΝΤ. ανακολουθία, ασυνέπεια (2) 3. ακρίβεια και υπευθυνότητα στην τήρηση συμφωνιών: επαγγελματική ~. Εργάζεται με ~. ~ στα ραντεβού. Υλοποιώ τις αποφάσεις/υποσχέσεις μου με ~. Δείχνει/έχει ~ (στη δουλειά). Οι πελάτες μάς προτιμούν χάρη στη ~ και τις τιμές μας. ● ΦΡ.: κατά συνέπεια (κειμενικός δείκτης, συνηθέστ. στον γραπτό λόγο): εισάγει προτάσεις που εκφράζουν τη λογική συνέπεια των προαναφερθέντων: Αυτή τη στιγμή όλα είναι ρευστά στην αγορά· ~ ~, το ρίσκο είναι μεγάλο (: γι' αυτό· πβ. έτσι). Η ρύθμιση είναι μη λειτουργική και, ~ ~, πρακτικά ανεφάρμοστη. Πβ. επομένως, συνεπώς, ως εκ τούτου, κατ' ακολουθία(ν)., με συνέπεια να ... & έχοντας ως συνέπεια να ...: με αποτέλεσμα να ...: Δεν είχε να πληρώσει την εγγύηση, ~ ~ οδηγηθεί στη φυλακή., συνεπεία (+ γεν.) (επίσ.): ως συνέπεια, ως αποτέλεσμα, ως επακόλουθο: ~ συμβάσεως/συμφωνίας. Έκδοση νέων μετοχών ~ της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου. [< μτγν. συνέπεια 'ακολουθία λέξεων', γαλλ. conséquence] | |
| 48771 | συνεπεξεργαστής | συ-νε-πε-ξερ-γα-στής ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. συμπληρωματικός μικροεπεξεργαστής που παρέχει τη δυνατότητα για επιπρόσθετες λειτουργίες στον βασικό επεξεργαστή: ενσωματωμένος/μαθηματικός ~. [< αμερικ. coprocessor, 1980, γαλλ. coprocesseur, 1981] | |
| 48772 | συνεπής | , ής, ές συ-νε-πής επίθ. {συνεπ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· συνεπέστ-ερος, -ατος}: που μένει σταθερός στις αξίες, στις απόψεις του ή του οποίου οι πράξεις χαρακτηρίζονται από ακρίβεια και υπευθυνότητα: ~ής: αγωνιστής. ~ής: πολιτική/πορεία (πβ. συνακόλουθος). ~ές: κόμμα (στις ιδεολογικές αρχές του). ~ στον λόγο του (πβ. αξιόπιστος)/στις ιδέες του.|| ~είς στη δουλειά (: ευσυνείδητοι)/στα ραντεβού (= ακριβείς)/στις υποχρεώσεις τους (: τυπικοί). ΑΝΤ. ασυνεπής. [< γαλλ. conséquant] | |
| 48773 | συνεπιβάτης | συ-νε-πι-βά-της ουσ. (αρσ.): επιβάτης στο ίδιο μεταφορικό μέσο μαζί με άλλον ή άλλους: ~ες στο πλοίο/στην πτήση/στο τρένο. Κράνος οφείλουν να φορούν και οι ~ες σε μοτοσικλέτα. Βλ. συνταξιδιώτης. | |
| 48774 | συνεπιβατισμός | συ-νε-πι-βα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): μετακίνηση με αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης από κοινού με άλλα άτομα που κάνουν την ίδια διαδρομή, με σκοπό κυρ. την εξοικονόμηση χρημάτων: Κάνω ~ό. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. συνοδήγηση (2) [< αγγλ. car-pooling, 1962] | |
| 48775 | συνεπίδραση | συ-νε-πί-δρα-ση ουσ. (θηλ.): ταυτόχρονη επίδραση πολλών και διαφορετικών παραγόντων: ~ οικογένειας και φύλου στην επαγγελματική επιλογή των νέων. | |
| 48776 | συνεπιδρώ | [συνεπιδρῶ] συ-νε-πι-δρώ ρ. (αμτβ.) {συνεπιδρ-ά, -ούν, -ώντας}: ασκώ επίδραση από κοινού με άλλους παράγοντες: Σωστή διατροφή και καλή φυσική κατάσταση ~ούν στη μείωση του άγχους. | |
| 48777 | συνεπικουρία | συ-νε-πι-κου-ρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συνδρομή ή υποστήριξη από κοινού με άλλον ή άλλους: ~ εθελοντών/των κατοίκων στους Πυροσβέστες. ~ στη διεξαγωγή της διδασκαλίας/των εργαστηριακών ασκήσεων. Πβ. αρωγή. [< μεσν. συνεπικουρία] | |
| 48778 | συνεπίκουρος | , η, ο συ-νε-πί-κου-ρος επίθ. (επίσ.): που βοηθά (κάποιον ή σε κάτι) μαζί με άλλον ή άλλους: ~ος: φορέας. ~η: στάση.|| (ως ουσ.) ~ σε επιχείρηση/έργο/προσπάθεια. ~ Δημάρχου σε θέματα προστασίας καταναλωτή. Πβ. αρωγός. [< μεσν. συνεπίκουρος] | |
| 48779 | συνεπικουρώ | [συνεπικουρῶ] συ-νε-πι-κου-ρώ ρ. (μτβ.) {συνεπικουρ-εί, -είται, -ούμενος} (λόγ.): βοηθώ, υποστηρίζω από κοινού με άλλον ή άλλους: ~εί την άποψη/την εργασία του. Σε αυτό ~εί και το γεγονός ότι ... Στο έργο τους ~ούνται από ... ~ούμενος από τους συναδέλφους του. [< αρχ. συνεπικουρῶ ‘βοηθώ μαζί, συμπαραστέκομαι’] | |
| 48780 | συνεπιμέλεια | συν-ε-πι-μέ-λει-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. από κοινού επιμέλεια: ~ τέκνων. | |
| 48781 | συνεπίπεδος | , η, ο συ-νε-πί-πε-δος επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με άλλον: Ο χώρος του ντους θα είναι ~ με το υπόλοιπο δάπεδο. Πβ. ισόπεδος. ΑΝΤ. ανισόπεδος. | |
| 48782 | συνεπιφέρει | συ-νε-πι-φέ-ρει ρ. (μτβ.) {συνεπέφερ-ε, συνεπιφέρ-οντας | συνήθ. στον ενεστ.} (λόγ.): προκαλεί ένα συνακόλουθο αποτέλεσμα: Αλλαγή που ~ ουσιαστικές επιπτώσεις. Διερεύνηση υποθέσεων που ~ουν ποινικές ευθύνες. Πβ. επιφέρει, συνεπάγεται. [< αρχ. συνεπιφέρω] | |
| 48783 | συνεπτυγμένος | , η, ο συ-νε-πτυγ-μέ-νος επίθ. & (προφ.) συμπτυγμένος: που έχει συμπτυχθεί, σύντομος: ~η: έκδοση/μορφή (κειμένου). ~ο: μέγεθος (φακού). Πβ. συντομευμένος|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ος: σταυροειδής (ναός). ● επίρρ.: συνεπτυγμένα ● βλ. συμπτύσσω [< μτγν. συνεπτυγμένος] | |
| 48784 | συνεπώνυμος | , η, ο συ-νε-πώ-νυ-μος επίθ. (λόγ.): (για πρόσ.) που έχει το ίδιο επίθετο με άλλον ή (για επιχείρηση) που έχει κοινή επωνυμία με άλλη: ~ος: ξάδελφος. ~ο: πρόσωπο. Ουδεμία σχέση έχει με τη ~ή της γνωστή ηθοποιό. Βλ. συνονόματος, -ώνυμος. [< μεσν. συνεπώνυμος] | |
| 48785 | συνεπώς | [συνεπῶς] συ-νε-πώς επίρρ.: όπως προκύπτει από τα προηγούμενα: Δεν απαντά στα τηλεφωνήματά μου, ~ δεν θέλει να με δει. Πβ. άρα, επομένως. ΣΥΝ. κατά συνέπεια [< γαλλ. par conséquent] | |
| 48786 | σύνεργα | σύ-νερ-γα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. σύνεργο’}: τα εργαλεία που χρησιμοποιεί ένας επαγγελματίας στην εργασία του: απαραίτητα/γεωργικά/ειδικά/ευτελή ~. ~ ζωγραφικής/καθαρισμού/μαγειρέματος. Τα ~ της δουλειάς/του ψαρά. Πβ. όργανα.|| (κατ' επέκτ.) Τα ~ του μαθητή (: βιβλία, τετράδια, μολύβια). ~ ομορφιάς (: καλλυντικά). [< μτγν. σύνεργον] | |
| 48787 | συνεργάζομαι | συ-νερ-γά-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {συνεργά-στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, συνεργαζ-όμενος} 1. δημιουργώ σχέση αμοιβαίας βοήθειας ή υποστήριξης, συνήθ. με κοινούς ή συναφείς σκοπούς: ~εται μαζί του. Πρέπει να ~~στούμε από κοινού. ~ εμπορικά/οικονομικά/πολιτικά. Τα κράτη ~ονται για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Δικηγόροι/επιχειρήσεις/τουριστικά γραφεία που ~ονται (μεταξύ τους). ~όμενος: ερευνητής. ~όμενοι: φορείς. ~όμενα: ιδρύματα/καταστήματα/κόμματα/σωματεία.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ με το (δικτατορικό/φασιστικό) καθεστώς/τον κατακτητή. Πβ. συντάσσομαι. 2. εργάζομαι ή απασχολούμαι σε συγκεκριμένο αντικείμενο, τομέα, χώρο μαζί με άλλον ή άλλους: ~ αποδοτικά/αποτελεσματικά/αρμονικά/ισότιμα/μόνιμα/στενά. ~ με τον διευθυντή/τον προϊστάμενο/τους συναδέλφους. ~ με/σε εγκυκλοπαίδεια/περιοδικό. Ηθοποιός που ~εται σε παράσταση. Πρώτη φορά ~ονται ο συνθέτης και ο στιχουργός. Πβ. συμπράττω.|| (μτφ.) Συσκευές που ~ονται μεταξύ τους (: είναι συμβατές). [< αρχ. συνεργάζομαι] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ