| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48757 | συνεντευξιαζόμενος | συ-νε-ντευ-ξι-α-ζό-με-νος ουσ. (αρσ.) {θηλ. συνεντευξιαζόμενη}: το πρόσωπο που ερωτάται στα πλαίσια συνέντευξης, που δίνει συνέντευξη: οι απαντήσεις του ~ου. Ο ~ είναι εξέχουσα προσωπικότητα των γραμμάτων.|| (ως μτχ.) ~ ο υπουργός δήλωσε ότι ... Βλ. συνεντευκτής. [< αγγλ. interviewee, γαλλ. interviewé] | |
| 48758 | συνενώνω | συ-νε-νώ-νω ρ. (μτβ.) {συνένω-σα, -θηκε, -μένος, συνενών-οντας, -ούμενος}: ενώνω στοιχεία μαζί σε σύνολο: ~ τα φύλλα/τις φωτοτυπίες (: συρράπτω). ~ει δήμους/ομάδες/τράπεζες/υπηρεσίες (= συγχωνεύει). Πβ. συνδέω.|| ~σαν τις πολιτικές τους δυνάμεις (πβ. συνασπίζω). [< μτγν. συνενῶ] | |
| 48759 | συνένωση | συ-νέ-νω-ση ουσ. (θηλ.): ένωση σε σύνολο: ~ δήμων/υπηρεσιών. ~ώσεις αθλητικών σωματείων/επιχειρήσεων. Τάσσεται κατά της ~ης. Πβ. ενοποίηση, συγχώνευση, σύμμειξη. [< μτγν. συνένωσις 'ενότητα'] | |
| 48760 | συνενωτικός | , ή, ό συ-νε-νω-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη συνένωση: ~ό: στοιχείο. ● επίρρ.: συνενωτικά | |
| 48761 | συνεξετάζω | συ-νε-ξε-τά-ζω ρ. (μτβ.) {συνεξέτα-σα, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, συνεξετάζ-οντας} (λόγ.) 1. σταθμίζω, εκτιμώ περισσότερα από ένα στοιχεία μαζί: ~ουν όλες τις πτυχές της υπόθεσης. Αιτήσεις που ~στηκαν. 2. εξετάζω περισσότερα από ένα άτομα μαζί ή από κοινού με άλλους εξεταστές: Οι υποψήφιοι της Θετικής και Τεχνολογικής Κατεύθυνσης ~ονται αύριο στα Μαθηματικά. Η επιτροπή ~ει προφορικά τους φυσικώς αδυνάτους. [< πβ. αρχ. συνεξετάζω ‘διερευνώ μαζί’] | |
| 48762 | συνεξέταση | συ-νε-ξέ-τα-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια του συνεξετάζω: ~ μαθημάτων/υποψηφίων (στις πανελλαδικές εξετάσεις).|| Ανάγκη ~ης όλων των παραμέτρων του ζητήματος. Πβ. συνεκτίμηση, συνυπολογισμός. [< πβ. μτγν. συνεξέτασις ‘διερεύνηση’] | |
| 48763 | συνεξεταστής | συ-νε-ξε-τα-στής ουσ. (αρσ.) , συνεξετάστρια (η) (λόγ.): αυτός που εξετάζει μαζί με κάποιον άλλον ένα πρόσωπο, γραπτά ή προφορικά. [< πβ. μτγν. συνεξεταστής ‘που συμμετέχει στην αναζήτηση’] | |
| 48764 | συνεορτάζω | συ-νε-ορ-τά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {συνεόρτα-σα, μτχ. συνεορτάζ-ων, -ουσα} (λόγ.) 1. γιορτάζω ταυτόχρονα δύο ή περισσότερα γεγονότα: ~ουν γενέθλια και επέτειο γάμου. Ο σύλλογος ~σε την κατάκτηση του πρωταθλήματος και του κυπέλλου. 2. έχω ή κάνω τη γιορτή μου από κοινού με άλλον ή άλλους: Τα δύο ξαδέρφια ~σαν την ονομαστική τους εορτή. Κωνσταντίνος και Ελένη ~ουν (: εορτάζουν την ίδια ημέρα). [< μτγν. συνεορτάζω] | |
| 48765 | συνεορτασμός | συ-νε-ορ-τα-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του συνεορτάζω: ~ ονομαστικής γιορτής και γενεθλίων από τα δύο αδέλφια.|| ~ του Πάσχα μεταξύ Ορθοδόξων και Καθολικών. | |
| 48766 | συνεπάγεται | συ-νε-πά-γε-ται ρ. (μτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} 1. έχει ως συνέπεια, επακόλουθο ή αποτέλεσμα: H αποδοχή της επαγγελματικής πρότασης ~ μετακόμιση σε άλλη πόλη. Η καταδίκη του ~ την ποινή της ... (πβ. επισύρει). Η συμπλήρωση της δήλωσης δεν ~ καμία υποχρέωση. (για δήλωση κυρ. αρνητικής εξέλιξης ή έκβασης:) Καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με ό,τι αυτό ~. Πβ. (συν)επιφέρει.|| (προφ.) Από αυτό που λες ~ ότι ... (= συμπεραίνεται, συνάγεται). 2. ΜΑΘ. το σύμβολο => που δηλώνει ότι μια σχέση προκύπτει από την προηγούμενη. Πβ. ισοδυναμεί. [< μτγν. συνεπάγομαι 'παίρνω μαζί μου', γαλλ. entraîner] | |
| 48767 | συνεπαγωγή | συ-νε-πα-γω-γή ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ.-ΜΑΘ. η σχέση που διέπει έναν λογικό συλλογισμό ή μαθηματικό ισχυρισμό, ο οποίος συνίσταται στην ισοδυναμία προκείμενων ή υπόθεσης και συμπεράσματος: σαφής ~.|| Αντίστροφη/διπλή/στατιστική ~. Κανόνες/μέθοδος/σύμβολο ~ής. Βλ. προκείμενη, συμπέρασμα, συναγωγή, υπόθεση. [< γαλλ. entraînement] | |
| 48768 | συνεπαίρνω | συ-νε-παίρ-νω ρ. (μτβ.) {συνεπήρ-ε, συνεπάρ-ει, συνεπαρ-μένος}: κατακλύζω κάποιον με ευχάριστα συνήθ. συναισθήματα: Με ~ει το βιβλίο/η μουσική/η ταινία. Συγκίνησαν και ~αν το ακροατήριο/το κοινό τους. Έφυγαν ~μένοι από τη συναυλία. Πβ. ενθουσιάζω, ζαλίζω, μαγεύω, συναρπάζω. ΣΥΝ. γοητεύω, μεθώ (2) [< αρχ. συνεπαίρω ‘ανυψώνω ταυτόχρονα’] | |
| 48769 | συνεπακόλουθος | , η, ο συ-νε-πα-κό-λου-θος επίθ. (λόγ.): που έπεται κάποιου ως άμεση συνέχεια και συνέπειά του: Βαθιά οικονομική ύφεση και η ~η κοινωνική εξαθλίωση. ● Ουσ.: συνεπακόλουθο (το): αυτό που ακολουθεί ως απόρροια κάποιου άλλου: Ο μαρασμός των οικοσυστημάτων είναι ~ της περιβαλλοντικής υποβάθμισης. Με όλα τα ~α (= συνακόλουθα). Πβ. αποτέλεσμα, επακόλουθο. [< πβ. αρχ. συνεπακολουθῶ ‘ακολουθώ από κοντά’ | |
| 47667 | συνέπεια | στοι-χί-ζει ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {στοίχι-σε, στοιχί-σει} 1. έχει ορισμένο κόστος, αξίζει· ειδικότ. κοστίζει πολύ: Πόσο ~ (= έχει, κάνει) το εισιτήριο; Τι θα (μου) ~σει; Η συνδρομή ~ ... ευρώ. Κάτι ~ ακριβά/αρκετά/πολλά/πολύ/φτηνά. Το νυφικό της ~σε μια περιουσία.|| Οι διακοπές ~ουν. 2. (μτφ.) έχει ως αρνητική συνέπεια, απαιτεί μεγάλο, συνήθ. μη υλικό, αντίτιμο· ειδικότ. προξενεί θλίψη: Ένα λάθος ~σε την ήττα στην ομάδα. Η ασθένεια τού ~σε την ακοή.|| Ο χαμός της ~σε σε όλους πάρα πολύ. Μου ~ (: λυπάμαι, στενοχωριέμαι) που φεύγω σε λίγες μέρες. ● ΦΡ.: δεν στοιχίζει τίποτα (προφ.-μτφ.): για κάτι που είναι πολύ εύκολο, ανώδυνο, απλό: Ένα χαμόγελο ~ ~, όμως δίνει πολλά., στοίχισε τη ζωή (σε κάποιον): για αιτία που προκάλεσε τον θάνατο: Το πάθος για τις μηχανές τού ~ ~ (: έχασε τη ζωή του). Μια πανδημία μπορεί να ~σει ~ σε χιλιάδες ανθρώπους., μου πάει/έρχεται/κοστίζει/στοιχίζει ο κούκος αηδόνι βλ. αηδόνι [< αρχ. στοιχίζω, ιταλ. costare] | |
| 48770 | συνέπεια | συ-νέ-πει-α ουσ. (θηλ.) {συνεπει-ών} 1. οτιδήποτε προκύπτει ως αποτέλεσμα, επίπτωση, επακόλουθο: άμεση/αναπόφευκτη/λογική/φυσική ~. Απρόβλεπτες/αρνητικές/δυσάρεστες/έννομες/επώδυνες/ηθικές/θετικές/κοινωνικές/οικονομικές/ολέθριες/σοβαρές/τραγικές ~ες. Η ~ της άγνοιας/της αδιαφορίας/της (μη) εφαρμογής του νόμου είναι ότι ... Άρση/περιορισμός (των) ~ών. Aναλαμβάνει/δέχεται/υφίσταται τις ~ες των πράξεών του. Το αλκοόλ έχει βλαβερές ~ες για τον οργανισμό. Η ατονία του αποτελεί ~ κακής διατροφής. (επίσ.) Εν γνώσει των ~ών του νόμου. ΣΥΝ. αντίκτυπος, απόρροια 2. σταθερότητα σε αξίες, απόψεις και η ανάλογη συμπεριφορά και στάση ζωής: πολιτική ~. Έλλειψη/υπόδειγμα ~ας. Άνθρωπος με ~. Αντιμετωπίζει με ~ (το πρόβλημα). Απόλυτη ~ (μεταξύ) λόγων και έργων (πβ. ακολουθία). Αγωνίζονται με ~ για την προστασία του περιβάλλοντος. ΣΥΝ. ευσυνειδησία ΑΝΤ. ανακολουθία, ασυνέπεια (2) 3. ακρίβεια και υπευθυνότητα στην τήρηση συμφωνιών: επαγγελματική ~. Εργάζεται με ~. ~ στα ραντεβού. Υλοποιώ τις αποφάσεις/υποσχέσεις μου με ~. Δείχνει/έχει ~ (στη δουλειά). Οι πελάτες μάς προτιμούν χάρη στη ~ και τις τιμές μας. ● ΦΡ.: κατά συνέπεια (κειμενικός δείκτης, συνηθέστ. στον γραπτό λόγο): εισάγει προτάσεις που εκφράζουν τη λογική συνέπεια των προαναφερθέντων: Αυτή τη στιγμή όλα είναι ρευστά στην αγορά· ~ ~, το ρίσκο είναι μεγάλο (: γι' αυτό· πβ. έτσι). Η ρύθμιση είναι μη λειτουργική και, ~ ~, πρακτικά ανεφάρμοστη. Πβ. επομένως, συνεπώς, ως εκ τούτου, κατ' ακολουθία(ν)., με συνέπεια να ... & έχοντας ως συνέπεια να ...: με αποτέλεσμα να ...: Δεν είχε να πληρώσει την εγγύηση, ~ ~ οδηγηθεί στη φυλακή., συνεπεία (+ γεν.) (επίσ.): ως συνέπεια, ως αποτέλεσμα, ως επακόλουθο: ~ συμβάσεως/συμφωνίας. Έκδοση νέων μετοχών ~ της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου. [< μτγν. συνέπεια 'ακολουθία λέξεων', γαλλ. conséquence] | |
| 48771 | συνεπεξεργαστής | συ-νε-πε-ξερ-γα-στής ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. συμπληρωματικός μικροεπεξεργαστής που παρέχει τη δυνατότητα για επιπρόσθετες λειτουργίες στον βασικό επεξεργαστή: ενσωματωμένος/μαθηματικός ~. [< αμερικ. coprocessor, 1980, γαλλ. coprocesseur, 1981] | |
| 48772 | συνεπής | , ής, ές συ-νε-πής επίθ. {συνεπ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· συνεπέστ-ερος, -ατος}: που μένει σταθερός στις αξίες, στις απόψεις του ή του οποίου οι πράξεις χαρακτηρίζονται από ακρίβεια και υπευθυνότητα: ~ής: αγωνιστής. ~ής: πολιτική/πορεία (πβ. συνακόλουθος). ~ές: κόμμα (στις ιδεολογικές αρχές του). ~ στον λόγο του (πβ. αξιόπιστος)/στις ιδέες του.|| ~είς στη δουλειά (: ευσυνείδητοι)/στα ραντεβού (= ακριβείς)/στις υποχρεώσεις τους (: τυπικοί). ΑΝΤ. ασυνεπής. [< γαλλ. conséquant] | |
| 48773 | συνεπιβάτης | συ-νε-πι-βά-της ουσ. (αρσ.): επιβάτης στο ίδιο μεταφορικό μέσο μαζί με άλλον ή άλλους: ~ες στο πλοίο/στην πτήση/στο τρένο. Κράνος οφείλουν να φορούν και οι ~ες σε μοτοσικλέτα. Βλ. συνταξιδιώτης. | |
| 48774 | συνεπιβατισμός | συ-νε-πι-βα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): μετακίνηση με αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης από κοινού με άλλα άτομα που κάνουν την ίδια διαδρομή, με σκοπό κυρ. την εξοικονόμηση χρημάτων: Κάνω ~ό. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. συνοδήγηση (2) [< αγγλ. car-pooling, 1962] | |
| 48775 | συνεπίδραση | συ-νε-πί-δρα-ση ουσ. (θηλ.): ταυτόχρονη επίδραση πολλών και διαφορετικών παραγόντων: ~ οικογένειας και φύλου στην επαγγελματική επιλογή των νέων. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ