| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48776 | συνεπιδρώ | [συνεπιδρῶ] συ-νε-πι-δρώ ρ. (αμτβ.) {συνεπιδρ-ά, -ούν, -ώντας}: ασκώ επίδραση από κοινού με άλλους παράγοντες: Σωστή διατροφή και καλή φυσική κατάσταση ~ούν στη μείωση του άγχους. | |
| 48777 | συνεπικουρία | συ-νε-πι-κου-ρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συνδρομή ή υποστήριξη από κοινού με άλλον ή άλλους: ~ εθελοντών/των κατοίκων στους Πυροσβέστες. ~ στη διεξαγωγή της διδασκαλίας/των εργαστηριακών ασκήσεων. Πβ. αρωγή. [< μεσν. συνεπικουρία] | |
| 48778 | συνεπίκουρος | , η, ο συ-νε-πί-κου-ρος επίθ. (επίσ.): που βοηθά (κάποιον ή σε κάτι) μαζί με άλλον ή άλλους: ~ος: φορέας. ~η: στάση.|| (ως ουσ.) ~ σε επιχείρηση/έργο/προσπάθεια. ~ Δημάρχου σε θέματα προστασίας καταναλωτή. Πβ. αρωγός. [< μεσν. συνεπίκουρος] | |
| 48779 | συνεπικουρώ | [συνεπικουρῶ] συ-νε-πι-κου-ρώ ρ. (μτβ.) {συνεπικουρ-εί, -είται, -ούμενος} (λόγ.): βοηθώ, υποστηρίζω από κοινού με άλλον ή άλλους: ~εί την άποψη/την εργασία του. Σε αυτό ~εί και το γεγονός ότι ... Στο έργο τους ~ούνται από ... ~ούμενος από τους συναδέλφους του. [< αρχ. συνεπικουρῶ ‘βοηθώ μαζί, συμπαραστέκομαι’] | |
| 48780 | συνεπιμέλεια | συν-ε-πι-μέ-λει-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. από κοινού επιμέλεια: ~ τέκνων. | |
| 48781 | συνεπίπεδος | , η, ο συ-νε-πί-πε-δος επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με άλλον: Ο χώρος του ντους θα είναι ~ με το υπόλοιπο δάπεδο. Πβ. ισόπεδος. ΑΝΤ. ανισόπεδος. | |
| 48782 | συνεπιφέρει | συ-νε-πι-φέ-ρει ρ. (μτβ.) {συνεπέφερ-ε, συνεπιφέρ-οντας | συνήθ. στον ενεστ.} (λόγ.): προκαλεί ένα συνακόλουθο αποτέλεσμα: Αλλαγή που ~ ουσιαστικές επιπτώσεις. Διερεύνηση υποθέσεων που ~ουν ποινικές ευθύνες. Πβ. επιφέρει, συνεπάγεται. [< αρχ. συνεπιφέρω] | |
| 48783 | συνεπτυγμένος | , η, ο συ-νε-πτυγ-μέ-νος επίθ. & (προφ.) συμπτυγμένος: που έχει συμπτυχθεί, σύντομος: ~η: έκδοση/μορφή (κειμένου). ~ο: μέγεθος (φακού). Πβ. συντομευμένος|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ος: σταυροειδής (ναός). ● επίρρ.: συνεπτυγμένα ● βλ. συμπτύσσω [< μτγν. συνεπτυγμένος] | |
| 48784 | συνεπώνυμος | , η, ο συ-νε-πώ-νυ-μος επίθ. (λόγ.): (για πρόσ.) που έχει το ίδιο επίθετο με άλλον ή (για επιχείρηση) που έχει κοινή επωνυμία με άλλη: ~ος: ξάδελφος. ~ο: πρόσωπο. Ουδεμία σχέση έχει με τη ~ή της γνωστή ηθοποιό. Βλ. συνονόματος, -ώνυμος. [< μεσν. συνεπώνυμος] | |
| 48785 | συνεπώς | [συνεπῶς] συ-νε-πώς επίρρ.: όπως προκύπτει από τα προηγούμενα: Δεν απαντά στα τηλεφωνήματά μου, ~ δεν θέλει να με δει. Πβ. άρα, επομένως. ΣΥΝ. κατά συνέπεια [< γαλλ. par conséquent] | |
| 48786 | σύνεργα | σύ-νερ-γα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. σύνεργο’}: τα εργαλεία που χρησιμοποιεί ένας επαγγελματίας στην εργασία του: απαραίτητα/γεωργικά/ειδικά/ευτελή ~. ~ ζωγραφικής/καθαρισμού/μαγειρέματος. Τα ~ της δουλειάς/του ψαρά. Πβ. όργανα.|| (κατ' επέκτ.) Τα ~ του μαθητή (: βιβλία, τετράδια, μολύβια). ~ ομορφιάς (: καλλυντικά). [< μτγν. σύνεργον] | |
| 48787 | συνεργάζομαι | συ-νερ-γά-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {συνεργά-στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, συνεργαζ-όμενος} 1. δημιουργώ σχέση αμοιβαίας βοήθειας ή υποστήριξης, συνήθ. με κοινούς ή συναφείς σκοπούς: ~εται μαζί του. Πρέπει να ~~στούμε από κοινού. ~ εμπορικά/οικονομικά/πολιτικά. Τα κράτη ~ονται για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Δικηγόροι/επιχειρήσεις/τουριστικά γραφεία που ~ονται (μεταξύ τους). ~όμενος: ερευνητής. ~όμενοι: φορείς. ~όμενα: ιδρύματα/καταστήματα/κόμματα/σωματεία.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ με το (δικτατορικό/φασιστικό) καθεστώς/τον κατακτητή. Πβ. συντάσσομαι. 2. εργάζομαι ή απασχολούμαι σε συγκεκριμένο αντικείμενο, τομέα, χώρο μαζί με άλλον ή άλλους: ~ αποδοτικά/αποτελεσματικά/αρμονικά/ισότιμα/μόνιμα/στενά. ~ με τον διευθυντή/τον προϊστάμενο/τους συναδέλφους. ~ με/σε εγκυκλοπαίδεια/περιοδικό. Ηθοποιός που ~εται σε παράσταση. Πρώτη φορά ~ονται ο συνθέτης και ο στιχουργός. Πβ. συμπράττω.|| (μτφ.) Συσκευές που ~ονται μεταξύ τους (: είναι συμβατές). [< αρχ. συνεργάζομαι] | |
| 48788 | συνεργασία | συ-νερ-γα-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. σχέση αμοιβαίας βοήθειας ή υποστήριξης για την επίτευξη κοινού στόχου: διαπανεπιστημιακή/διεθνής/εκπαιδευτική/εμπορική/επιστημονική/οικονομική/παγκόσμια/πολιτική/στρατηγική ~. ~ (των) Αρχών/επιχειρήσεων/ιδρυμάτων/τραπεζών/υπουργείων/φορέων (πβ. συνέργεια). ~ και αλληλοϋποστήριξη. Γέφυρα/διακοπή/δίκτυο/όροι/πλαίσιο/προϊόν ~ας. Προεκλογική/μετεκλογική ~ κομμάτων. ~ κρατών/χωρών για την προστασία του περιβάλλοντος. Η συνάντηση έγινε σε κλίμα ~ας. Το Πανεπιστήμιο διοργάνωσε την εκδήλωση σε ~ με τον εκδοτικό οίκο. Βλ. δια~, τηλε~.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ με τη δικτατορία/χούντα. 2. εργασία ή απασχόληση σε συγκεκριμένο αντικείμενο, τομέα, χώρο, από κοινού με άλλον ή άλλους: αγαστή/αποδοτική/αποτελεσματική/απρόσκοπτη/αρμονική/άψογη/γόνιμη/ισότιμη/στενή ~.~ ανάμεσά/μεταξύ μας. ~ καθηγητών με μαθητές. Πρόταση/συμβόλαιο/υπογραφή ~ας. Θα διακόψουμε/τερματίσουμε τη ~ μας. Η ~ του προπονητή με την ομάδα αποδείχθηκε επιτυχημένη. Η ~ μου με τον προϊστάμενο υπήρξε δύσκολη. Έκτακτη/μόνιμη ~ με/σε εφημερίδα. Πβ. σύμπραξη. ● ΣΥΜΠΛ.: δικαστική συνδρομή/συνεργασία βλ. δικαστικός, κυβέρνηση συνασπισμού/συνεργασίας βλ. κυβέρνηση, μνημόνιο συνεργασίας/συμφωνίας/κατανόησης βλ. μνημόνιο, συμφωνία συνεργασίας βλ. συμφωνία [< πβ. μτγν. συνεργασία 'σωματείο εργατών, καταλύματα δούλων εργατών', γαλλ. collaboration, coopération] | |
| 48789 | συνεργάσιμος | , η, ο συ-νερ-γά-σι-μος επίθ.: (για πρόσ.) που προσφέρει τη δυνατότητα για συνεργασία: ~ος: άνθρωπος/ασθενής/υπάλληλος. ~ο: άτομο/περιβάλλον/πρόσωπο. Βλ. διαλλακτικός, συνεννοήσιμος.|| (κατ' επέκτ.) ~η: ομάδα/στάση/συμπεριφορά. Πβ. συνεργατικός. [< γαλλ. coopératif] | |
| 48790 | συνεργασιμότητα | συ-νερ-γα-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ικανότητα ή διάθεση που διακρίνει κάποιον για συνεργασία: ~ (των) ασθενών/μαθητών/πολιτών. Βαθμός/έλλειψη/κλίμα/πνεύμα/προβλήματα ~ας. Πβ. συνεργατικότητα. Βλ. -ότητα. | |
| 48791 | συνεργάτης, συνεργάτιδα | συ-νερ-γά-της ουσ. (αρσ. + θηλ.) {κ. θηλ. συνεργάτρια κ. συνεργάτισσα κ. (λόγ.) συνεργάτις (-ιδος)}: πρόσωπο που συνεργάζεται με κάποιον: βασικός/έκτακτος/ελεύθερος/έμπειρος/επιστημονικός/ερευνητικός/μόνιμος/πολύτιμος/στενός/τακτικός ~. Απόλυση/πρόσληψη ~η. Δίκτυο/επιλογή/θέσεις ~ών. Είμαστε ~ες στη δουλειά. Βλ. συνέταιρος.|| (για συγγραφική δραστηριότητα) ~ εφημερίδας/περιοδικού. (Σε αγγελία) Ζητούνται ~ες για ...|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ες του (ναζιστικού) καθεστώτος/των ναζί (: δωσίλογοι)/της χούντας. ● ΣΥΜΠΛ.: εξωτερικός συνεργάτης: πρόσωπο που εργάζεται συνήθ. από το σπίτι σε μικρής ή μεγάλης διάρκειας εργασίες για μία ή περισσότερες εταιρείες. Πβ. αυτοαπασχολούμενος. [< αρχ. συνεργάτης, συνεργάτις, γαλλ. coopérateur, collaborateur] | |
| 48792 | συνεργατικός | , ή, ό συ-νερ-γα-τι-κός επίθ.: που γίνεται ή επιτυγχάνεται μέσω συνεργασίας: ~ός: σχεδιασμός/χαρακτήρας (της επιχείρησης). ~ή: ανάγνωση/διαδικασία/δράση/έρευνα/εταιρεία/μάθηση/παραγωγή/προσέγγιση/προσπάθεια. ~ό: έργο/ίδρυμα/κίνημα/περιβάλλον/πλαίσιο/πρόγραμμα/σύστημα.|| ~ή: διάθεση/στάση/συμπεριφορά. Πβ. συνεργάσιμος. ● ΣΥΜΠΛ.: συνεργατική συγγραφή κειμένων: κείμενα που γράφονται στο διαδίκτυο ταυτόχρονα από πολλούς συγγραφείς-χρήστες κοινών ιστότοπων με τη χρήση συνήθ. λογισμικού ανοιχτού κώδικα, όπου ο καθένας καταθέτει την προσωπική του γνώση, έτσι ώστε να μπορούν όλοι να τη μοιραστούν. [< γαλλ. coopératif] | |
| 48793 | συνεργατικότητα | συ-νερ-γα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του συνεργατικού, διάθεση για συνεργασία: ~ του δασκάλου. Πβ. συνεργασιμότητα. Βλ. -ότητα. | |
| 48794 | συνεργατισμός | συ-νερ-γα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. κοινή δράση οικονομικών φορέων, η οποία γίνεται σε εθελοντική βάση, με στόχο την επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού: αγροτικός ~. Βλ. -ισμός, συνεταιρισμός. [< γαλλ. coopératisme, 1907] | |
| 48795 | συνέργεια & συνέργια | συ-νέρ-γει-α ουσ. (θηλ.) & συνεργία 1. συνεργασία, συμβολή διαφορετικών στοιχείων ή παραγόντων για την επίτευξη ενός στόχου: κοινωνική ~. ~ των πολιτιστικών φορέων/με υπηρεσίες. ~ εθελοντικών οργανώσεων για τα θύματα του σεισμού.|| (ΟΙΚΟΝ.) Επιχειρηματική/στρατηγική ~. ~ες εταιρειών (: συγχωνεύσεις, συνενώσεις). Πβ. σύμπραξη.|| (ΒΙΟΛ.) ~ των μυών (για την εκτέλεση μιας κίνησης). Βλ. συντονισμός.|| (ΒΙΟΧ.) Αθροιστική ~ (: συνδυασμένη δράση) φαρμάκων. Πβ. συνεργισμός. Βλ. ανταγωνισμός. 2. ΝΟΜ. ποινικό αδίκημα που συνίσταται σε υλική ή ψυχική συνδρομή ή υποστήριξη άλλου προσώπου που τελεί αξιόποινη πράξη: άμεση/απλή ~. ~ σε ανθρωποκτονία/απάτη/αυτοκτονία/πλαστογραφία. Κακούργημα/κατηγορία/υπόθεση ~ας (σε ...). Πβ. συναυτουργία, συνενοχή. [< μτγν. συνέργεια, συνεργία ‘σύμπραξη, συνενοχή’, γαλλ. synergie, αγγλ. synergy] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ