| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48788 | συνεργασία | συ-νερ-γα-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. σχέση αμοιβαίας βοήθειας ή υποστήριξης για την επίτευξη κοινού στόχου: διαπανεπιστημιακή/διεθνής/εκπαιδευτική/εμπορική/επιστημονική/οικονομική/παγκόσμια/πολιτική/στρατηγική ~. ~ (των) Αρχών/επιχειρήσεων/ιδρυμάτων/τραπεζών/υπουργείων/φορέων (πβ. συνέργεια). ~ και αλληλοϋποστήριξη. Γέφυρα/διακοπή/δίκτυο/όροι/πλαίσιο/προϊόν ~ας. Προεκλογική/μετεκλογική ~ κομμάτων. ~ κρατών/χωρών για την προστασία του περιβάλλοντος. Η συνάντηση έγινε σε κλίμα ~ας. Το Πανεπιστήμιο διοργάνωσε την εκδήλωση σε ~ με τον εκδοτικό οίκο. Βλ. δια~, τηλε~.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ με τη δικτατορία/χούντα. 2. εργασία ή απασχόληση σε συγκεκριμένο αντικείμενο, τομέα, χώρο, από κοινού με άλλον ή άλλους: αγαστή/αποδοτική/αποτελεσματική/απρόσκοπτη/αρμονική/άψογη/γόνιμη/ισότιμη/στενή ~.~ ανάμεσά/μεταξύ μας. ~ καθηγητών με μαθητές. Πρόταση/συμβόλαιο/υπογραφή ~ας. Θα διακόψουμε/τερματίσουμε τη ~ μας. Η ~ του προπονητή με την ομάδα αποδείχθηκε επιτυχημένη. Η ~ μου με τον προϊστάμενο υπήρξε δύσκολη. Έκτακτη/μόνιμη ~ με/σε εφημερίδα. Πβ. σύμπραξη. ● ΣΥΜΠΛ.: δικαστική συνδρομή/συνεργασία βλ. δικαστικός, κυβέρνηση συνασπισμού/συνεργασίας βλ. κυβέρνηση, μνημόνιο συνεργασίας/συμφωνίας/κατανόησης βλ. μνημόνιο, συμφωνία συνεργασίας βλ. συμφωνία [< πβ. μτγν. συνεργασία 'σωματείο εργατών, καταλύματα δούλων εργατών', γαλλ. collaboration, coopération] | |
| 48789 | συνεργάσιμος | , η, ο συ-νερ-γά-σι-μος επίθ.: (για πρόσ.) που προσφέρει τη δυνατότητα για συνεργασία: ~ος: άνθρωπος/ασθενής/υπάλληλος. ~ο: άτομο/περιβάλλον/πρόσωπο. Βλ. διαλλακτικός, συνεννοήσιμος.|| (κατ' επέκτ.) ~η: ομάδα/στάση/συμπεριφορά. Πβ. συνεργατικός. [< γαλλ. coopératif] | |
| 48790 | συνεργασιμότητα | συ-νερ-γα-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ικανότητα ή διάθεση που διακρίνει κάποιον για συνεργασία: ~ (των) ασθενών/μαθητών/πολιτών. Βαθμός/έλλειψη/κλίμα/πνεύμα/προβλήματα ~ας. Πβ. συνεργατικότητα. Βλ. -ότητα. | |
| 48791 | συνεργάτης, συνεργάτιδα | συ-νερ-γά-της ουσ. (αρσ. + θηλ.) {κ. θηλ. συνεργάτρια κ. συνεργάτισσα κ. (λόγ.) συνεργάτις (-ιδος)}: πρόσωπο που συνεργάζεται με κάποιον: βασικός/έκτακτος/ελεύθερος/έμπειρος/επιστημονικός/ερευνητικός/μόνιμος/πολύτιμος/στενός/τακτικός ~. Απόλυση/πρόσληψη ~η. Δίκτυο/επιλογή/θέσεις ~ών. Είμαστε ~ες στη δουλειά. Βλ. συνέταιρος.|| (για συγγραφική δραστηριότητα) ~ εφημερίδας/περιοδικού. (Σε αγγελία) Ζητούνται ~ες για ...|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ες του (ναζιστικού) καθεστώτος/των ναζί (: δωσίλογοι)/της χούντας. ● ΣΥΜΠΛ.: εξωτερικός συνεργάτης: πρόσωπο που εργάζεται συνήθ. από το σπίτι σε μικρής ή μεγάλης διάρκειας εργασίες για μία ή περισσότερες εταιρείες. Πβ. αυτοαπασχολούμενος. [< αρχ. συνεργάτης, συνεργάτις, γαλλ. coopérateur, collaborateur] | |
| 48792 | συνεργατικός | , ή, ό συ-νερ-γα-τι-κός επίθ.: που γίνεται ή επιτυγχάνεται μέσω συνεργασίας: ~ός: σχεδιασμός/χαρακτήρας (της επιχείρησης). ~ή: ανάγνωση/διαδικασία/δράση/έρευνα/εταιρεία/μάθηση/παραγωγή/προσέγγιση/προσπάθεια. ~ό: έργο/ίδρυμα/κίνημα/περιβάλλον/πλαίσιο/πρόγραμμα/σύστημα.|| ~ή: διάθεση/στάση/συμπεριφορά. Πβ. συνεργάσιμος. ● ΣΥΜΠΛ.: συνεργατική συγγραφή κειμένων: κείμενα που γράφονται στο διαδίκτυο ταυτόχρονα από πολλούς συγγραφείς-χρήστες κοινών ιστότοπων με τη χρήση συνήθ. λογισμικού ανοιχτού κώδικα, όπου ο καθένας καταθέτει την προσωπική του γνώση, έτσι ώστε να μπορούν όλοι να τη μοιραστούν. [< γαλλ. coopératif] | |
| 48793 | συνεργατικότητα | συ-νερ-γα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του συνεργατικού, διάθεση για συνεργασία: ~ του δασκάλου. Πβ. συνεργασιμότητα. Βλ. -ότητα. | |
| 48794 | συνεργατισμός | συ-νερ-γα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. κοινή δράση οικονομικών φορέων, η οποία γίνεται σε εθελοντική βάση, με στόχο την επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού: αγροτικός ~. Βλ. -ισμός, συνεταιρισμός. [< γαλλ. coopératisme, 1907] | |
| 48795 | συνέργεια & συνέργια | συ-νέρ-γει-α ουσ. (θηλ.) & συνεργία 1. συνεργασία, συμβολή διαφορετικών στοιχείων ή παραγόντων για την επίτευξη ενός στόχου: κοινωνική ~. ~ των πολιτιστικών φορέων/με υπηρεσίες. ~ εθελοντικών οργανώσεων για τα θύματα του σεισμού.|| (ΟΙΚΟΝ.) Επιχειρηματική/στρατηγική ~. ~ες εταιρειών (: συγχωνεύσεις, συνενώσεις). Πβ. σύμπραξη.|| (ΒΙΟΛ.) ~ των μυών (για την εκτέλεση μιας κίνησης). Βλ. συντονισμός.|| (ΒΙΟΧ.) Αθροιστική ~ (: συνδυασμένη δράση) φαρμάκων. Πβ. συνεργισμός. Βλ. ανταγωνισμός. 2. ΝΟΜ. ποινικό αδίκημα που συνίσταται σε υλική ή ψυχική συνδρομή ή υποστήριξη άλλου προσώπου που τελεί αξιόποινη πράξη: άμεση/απλή ~. ~ σε ανθρωποκτονία/απάτη/αυτοκτονία/πλαστογραφία. Κακούργημα/κατηγορία/υπόθεση ~ας (σε ...). Πβ. συναυτουργία, συνενοχή. [< μτγν. συνέργεια, συνεργία ‘σύμπραξη, συνενοχή’, γαλλ. synergie, αγγλ. synergy] | |
| 48796 | συνεργείο | [συνεργεῖο] συ-νερ-γεί-ο ουσ. (ουδ.): ομάδα τεχνικών που ασχολούνται με συγκεκριμένο έργο και κυρ. συνεκδ. ο σχετικός χώρος με τον κατάλληλο εξοπλισμό: εξειδικευμένο/εξουσιοδοτημένο/ηλεκτρολογικό/κινηματογραφικό ~. ~ καθαρισμού/συντήρησης. ~ της ΔEH/του δήμου/του OTE. Ζητείται μηχανικός για ~.|| Άριστα εξοπλισμένο ~. ~ αυτοκινήτων/γεωργικών μηχανημάτων/ελαστικών (πβ. βουλκανιζατέρ)/ελέγχου/επισκευής/φορτηγών (οχημάτων)/φρένων. Κινητό ~ Αιμοληψίας. Άδεια/πιστοποιητικό λειτουργίας ~ου. Έχω/πάω το αυτοκίνητο στο ~. Ενοικιάζεται επαγγελματικός χώρος για ~. Το μηχανάκι/το πλυντήριο είναι για/θέλει ~ (= επιδιόρθωση, σέρβις). ● ΣΥΜΠΛ.: τηλεοπτικό συνεργείο: ομάδα που εργάζεται για την κάλυψη ρεπορτάζ ή τη μετάδοση τηλεοπτικού προγράμματος: ~ ~ εξωτερικών μεταδόσεων. Βαν(άκι)/οπερατέρ/τεχνικοί ~ού ~ου. [< αγγλ. television/TV crew, 1964] [< μτγν. συνέργιον 'σωματείο εργατών', γαλλ. équipe] | |
| 48797 | συνεργισμός | συ-νερ-γι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΑΡΜΑΚ. αλληλεπίδραση δύο ή περισσότερων ουσιών με αποτέλεσμα μεγαλύτερο από το άθροισμα των επιμέρους τους αποτελεσμάτων: ~ φαρμάκων. Πβ. συνέργεια. Βλ. ανταγωνισμός, -ισμός. [< αγγλ. synergism, 1904 < νεολατ. synergismus < συνεργός, γερμ. Synergismus] | |
| 48798 | συνεργός | συ-νερ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΝΟΜ. πρόσωπο συνυπεύθυνο για τέλεση αξιόποινης πράξης: άμεσος/απλός ~. ~ σε φόνο. Αναζητείται/συνελήφθη ο φερόμενος ως ~. Προσωρινά κρατούμενη η ~ του ... Στον ανακριτή/στον εισαγγελέα/στη φυλακή οδηγείται αύριο ο ~ του ... Στο στόχαστρο (της αντιτρομοκρατικής) τρεις ~οί του κατηγορουμένου. Έρευνες για πιθανούς ~ούς. Πβ. συναυτουργός.|| (κατ' επέκτ.) ~ στη διαφθορά είναι και ο αδιάφορος πολίτης. Πβ. συνένοχος. [< πβ. αρχ. συνεργός ‘που εργάζεται μαζί’] | |
| 48799 | συνεργώ | [συνεργῶ] συ-νερ-γώ ρ. (αμτβ.) {συνεργ-είς ..., -ώντας | συνέργησα (λόγ.) συνήργησα}: ΝΟΜ. συμβάλλω στην τέλεση αξιόποινης πράξης: Κατηγορείται/ομολογεί ότι συνήργησε στη δολοφονία του ... Πβ. συμπράττω. ● συνεργεί: συντελεί: Η αειφορία ~ στην ευημερία της υπαίθρου. Όλα ~ούν για το (= συντείνουν στο) καλό τους. [< αρχ. συνεργῶ ‘συνεργάζομαι’, παθ. ‘είμαι θύμα συνωμοσίας’] | |
| 48800 | συνερίζομαι | συ-νε-ρί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {συνερίστηκα} (οικ.): ξεσυνερίζομαι: Μην τον ~εσαι, συχνά λέει λόγια που δεν εννοεί. Πβ. βαρυγκομώ, δυσανασχετώ. [< μτγν. συνερίζω] | |
| 48801 | συνέρχομαι | συ-νέρ-χο-μαι ρ. (αμτβ.) {συν-ήλθα, -έλθω, συνερχ-όμενος} 1. επανακτώ τις αισθήσεις μου, επανέρχομαι στην προηγούμενη υγιή σωματική ή ψυχική μου κατάσταση: ~ από το κώμα/τη λιποθυμία/τη μέθη/τη νάρκωση.|| ~ από αρρώστια. Έκανε δύο μήνες να ~έλθει από το ατύχημα.|| Δεν έχει ~έλθει ακόμη από το σοκ. Σύνελθε (= λογικέψου, βάλε μυαλό)! Βλ. συνεφέρνω.|| (μτφ.) Ακόμα να ~έλθει η τοπική κοινωνία από το τραγικό συμβάν. (ΑΘΛ.) Η ομάδα ~ήλθε από την ήττα. ΣΥΝ. αναλαμβάνω (2), αναρρώνω, έρχομαι στα ίσα μου 2. (επίσ.) συγκεντρώνομαι σε έναν χώρο, συνεδριάζω: Η Βουλή/η επιτροπή/το (εκτελεστικό) γραφείο/το δικαστήριο ~εται εκτάκτως/υπό την προεδρία του ... Το ΔΣ ~ήλθε σε σώμα. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ~ήλθε σε άτυπη σύνοδο/σύσκεψη. ΑΝΤ. (δια)λύομαι. ● ΣΥΜΠΛ.: το δικαίωμα/η ελευθερία του συνέρχεσθαι : ΝΟΜ. το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της συνάθροισης. [< αρχ. συνέρχομαι ‘προχωρώ μαζί, συναντιέμαι’ 1: γαλλ. revenir à soi] | |
| 48802 | σύνεση | σύ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ορθή κρίση, περίσκεψη, σωφροσύνη: έλλειψη/επίδειξη/πνεύμα ~ης. Συστάσεις για ~ και υπευθυνότητα. Επιδεικνύω ~ και επιμέλεια. Aντιμετωπίζω/χειρίζομαι (κάτι) με ~. (Στις κρίσιμες στιγμές) ενεργώ/κινούμαι με ~ και ψυχραιμία. Η συνάντηση των πολιτικών έγινε σε κλίμα ~ης και ομοψυχίας. Πβ. φρονιμάδα. ΣΥΝ. φρόνηση ΑΝΤ. αβδηριτισμός, αμυαλιά, αφροσύνη [< αρχ. σύνεσις] | |
| 48803 | συνεσταλμένος | , η, ο συ-νε-σταλ-μέ-νος επίθ. (λόγ.): ντροπαλός: ~ο: παιδί. Πβ. μαζεμένος. ΑΝΤ. ανερυθρίαστος, θρασύς.|| ~η: στάση (& ΑΡΧΑΙΟΛ. με διαφορετική σημ.: σκελετός σε ~η στάση)/συμπεριφορά. ~ο: ύφος/χαμόγελο. ΑΝΤ. ξεδιάντροπος. ● επίρρ.: συνεσταλμένα ● βλ. συστέλλω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. συστέλλω] | |
| 48804 | συνεστίαση | συ-νε-στί-α-ση ουσ. (θηλ.): επίσημο γεύμα πολλών συνδαιτυμόνων, κυρ. στο πλαίσιο εορταστικής εκδήλωσης: αποκριάτικη/εταιρική/πανηγυρική/χριστουγεννιάτικη ~. Αίθουσα ~άσεων. Ετήσια ~ ομίλου/συλλόγου/σωματείου. Θα ακολουθήσει ~. [< μτγν. συνεστίασις] | |
| 48805 | συνεστραμμένος | , η, ο συ-νε-στραμ-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που έχει τυλιχτεί πολλές φορές γύρω από πραγματικό ή νοητό άξονα: ~α: ζεύγη καλωδίων/νήματα. Βλ. στριμμένος. [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. συστρέφω] | |
| 48806 | συνεσφιγμένος | , η, ο βλ. συσφίγγω | |
| 48807 | συνεταιρίζομαι | συ-νε-ται-ρί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {συνεταιρί-στηκε, -σμένος, συνεταιριζ-όμενος}: ιδρύω συνεταιρισμό ή γίνομαι συνέταιρος με κάποιον: ~ονται οι αγρότες/οι έμποροι/οι τεχνίτες. ~σμένοι: κτηνοτρόφοι/παραγωγοί.|| ~στηκε με τον ξάδερφό του, αλλά δεν πήγαν καλά. Πβ. συμπράττω, συνεργάζομαι. ● ΣΥΜΠΛ.: η ελευθερία/το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι: ΝΟΜ. το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ίδρυσης, συμμετοχής, διάλυσης ή αποχώρησης από σωματείο. [< μτγν. συνεταιρίζομαι 'κάνω κάποιον σύντροφό μου', γαλλ. s΄associer] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ