Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [49340-49360]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48796συνεργείο[συνεργεῖο] συ-νερ-γεί-ο ουσ. (ουδ.): ομάδα τεχνικών που ασχολούνται με συγκεκριμένο έργο και κυρ. συνεκδ. ο σχετικός χώρος με τον κατάλληλο εξοπλισμό: εξειδικευμένο/εξουσιοδοτημένο/ηλεκτρολογικό/κινηματογραφικό ~. ~ καθαρισμού/συντήρησης. ~ της ΔEH/του δήμου/του OTE. Ζητείται μηχανικός για ~.|| Άριστα εξοπλισμένο ~. ~ αυτοκινήτων/γεωργικών μηχανημάτων/ελαστικών (πβ. βουλκανιζατέρ)/ελέγχου/επισκευής/φορτηγών (οχημάτων)/φρένων. Κινητό ~ Αιμοληψίας. Άδεια/πιστοποιητικό λειτουργίας ~ου. Έχω/πάω το αυτοκίνητο στο ~. Ενοικιάζεται επαγγελματικός χώρος για ~. Το μηχανάκι/το πλυντήριο είναι για/θέλει ~ (= επιδιόρθωση, σέρβις). ● ΣΥΜΠΛ.: τηλεοπτικό συνεργείο: ομάδα που εργάζεται για την κάλυψη ρεπορτάζ ή τη μετάδοση τηλεοπτικού προγράμματος: ~ ~ εξωτερικών μεταδόσεων. Βαν(άκι)/οπερατέρ/τεχνικοί ~ού ~ου. [< αγγλ. television/TV crew, 1964] [< μτγν. συνέργιον 'σωματείο εργατών', γαλλ. équipe]
48797συνεργισμόςσυ-νερ-γι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΑΡΜΑΚ. αλληλεπίδραση δύο ή περισσότερων ουσιών με αποτέλεσμα μεγαλύτερο από το άθροισμα των επιμέρους τους αποτελεσμάτων: ~ φαρμάκων. Πβ. συνέργεια. Βλ. ανταγωνισμός, -ισμός. [< αγγλ. synergism, 1904 < νεολατ. synergismus < συνεργός, γερμ. Synergismus]
48798συνεργόςσυ-νερ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΝΟΜ. πρόσωπο συνυπεύθυνο για τέλεση αξιόποινης πράξης: άμεσος/απλός ~. ~ σε φόνο. Αναζητείται/συνελήφθη ο φερόμενος ως ~. Προσωρινά κρατούμενη η ~ του ... Στον ανακριτή/στον εισαγγελέα/στη φυλακή οδηγείται αύριο ο ~ του ... Στο στόχαστρο (της αντιτρομοκρατικής) τρεις ~οί του κατηγορουμένου. Έρευνες για πιθανούς ~ούς. Πβ. συναυτουργός.|| (κατ' επέκτ.) ~ στη διαφθορά είναι και ο αδιάφορος πολίτης. Πβ. συνένοχος. [< πβ. αρχ. συνεργός ‘που εργάζεται μαζί’]
48799συνεργώ[συνεργῶ] συ-νερ-γώ ρ. (αμτβ.) {συνεργ-είς ..., -ώντας | συνέργησα (λόγ.) συνήργησα}: ΝΟΜ. συμβάλλω στην τέλεση αξιόποινης πράξης: Κατηγορείται/ομολογεί ότι συνήργησε στη δολοφονία του ... Πβ. συμπράττω.συνεργεί: συντελεί: Η αειφορία ~ στην ευημερία της υπαίθρου. Όλα ~ούν για το (= συντείνουν στο) καλό τους. [< αρχ. συνεργῶ ‘συνεργάζομαι’, παθ. ‘είμαι θύμα συνωμοσίας’]
48800συνερίζομαισυ-νε-ρί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {συνερίστηκα} (οικ.): ξεσυνερίζομαι: Μην τον ~εσαι, συχνά λέει λόγια που δεν εννοεί. Πβ. βαρυγκομώ, δυσανασχετώ. [< μτγν. συνερίζω]
48801συνέρχομαισυ-νέρ-χο-μαι ρ. (αμτβ.) {συν-ήλθα, -έλθω, συνερχ-όμενος} 1. επανακτώ τις αισθήσεις μου, επανέρχομαι στην προηγούμενη υγιή σωματική ή ψυχική μου κατάσταση: ~ από το κώμα/τη λιποθυμία/τη μέθη/τη νάρκωση.|| ~ από αρρώστια. Έκανε δύο μήνες να ~έλθει από το ατύχημα.|| Δεν έχει ~έλθει ακόμη από το σοκ. Σύνελθε (= λογικέψου, βάλε μυαλό)! Βλ. συνεφέρνω.|| (μτφ.) Ακόμα να ~έλθει η τοπική κοινωνία από το τραγικό συμβάν. (ΑΘΛ.) Η ομάδα ~ήλθε από την ήττα. ΣΥΝ. αναλαμβάνω (2), αναρρώνω, έρχομαι στα ίσα μου 2. (επίσ.) συγκεντρώνομαι σε έναν χώρο, συνεδριάζω: Η Βουλή/η επιτροπή/το (εκτελεστικό) γραφείο/το δικαστήριο ~εται εκτάκτως/υπό την προεδρία του ... Το ΔΣ ~ήλθε σε σώμα. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ~ήλθε σε άτυπη σύνοδο/σύσκεψη. ΑΝΤ. (δια)λύομαι. ● ΣΥΜΠΛ.: το δικαίωμα/η ελευθερία του συνέρχεσθαι : ΝΟΜ. το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της συνάθροισης. [< αρχ. συνέρχομαι ‘προχωρώ μαζί, συναντιέμαι’ 1: γαλλ. revenir à soi]
48802σύνεσησύ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ορθή κρίση, περίσκεψη, σωφροσύνη: έλλειψη/επίδειξη/πνεύμα ~ης. Συστάσεις για ~ και υπευθυνότητα. Επιδεικνύω ~ και επιμέλεια. Aντιμετωπίζω/χειρίζομαι (κάτι) με ~. (Στις κρίσιμες στιγμές) ενεργώ/κινούμαι με ~ και ψυχραιμία. Η συνάντηση των πολιτικών έγινε σε κλίμα ~ης και ομοψυχίας. Πβ. φρονιμάδα. ΣΥΝ. φρόνηση ΑΝΤ. αβδηριτισμός, αμυαλιά, αφροσύνη [< αρχ. σύνεσις]
48803συνεσταλμένος, η, ο συ-νε-σταλ-μέ-νος επίθ. (λόγ.): ντροπαλός: ~ο: παιδί. Πβ. μαζεμένος. ΑΝΤ. ανερυθρίαστος, θρασύς.|| ~η: στάση (& ΑΡΧΑΙΟΛ. με διαφορετική σημ.: σκελετός σε ~η στάση)/συμπεριφορά. ~ο: ύφος/χαμόγελο. ΑΝΤ. ξεδιάντροπος. ● επίρρ.: συνεσταλμένα ● βλ. συστέλλω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. συστέλλω]
48804συνεστίασησυ-νε-στί-α-ση ουσ. (θηλ.): επίσημο γεύμα πολλών συνδαιτυμόνων, κυρ. στο πλαίσιο εορταστικής εκδήλωσης: αποκριάτικη/εταιρική/πανηγυρική/χριστουγεννιάτικη ~. Αίθουσα ~άσεων. Ετήσια ~ ομίλου/συλλόγου/σωματείου. Θα ακολουθήσει ~. [< μτγν. συνεστίασις]
48805συνεστραμμένος, η, ο συ-νε-στραμ-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που έχει τυλιχτεί πολλές φορές γύρω από πραγματικό ή νοητό άξονα: ~α: ζεύγη καλωδίων/νήματα. Βλ. στριμμένος. [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. συστρέφω]
48806συνεσφιγμένος, η, ο βλ. συσφίγγω
48807συνεταιρίζομαισυ-νε-ται-ρί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {συνεταιρί-στηκε, -σμένος, συνεταιριζ-όμενος}: ιδρύω συνεταιρισμό ή γίνομαι συνέταιρος με κάποιον: ~ονται οι αγρότες/οι έμποροι/οι τεχνίτες. ~σμένοι: κτηνοτρόφοι/παραγωγοί.|| ~στηκε με τον ξάδερφό του, αλλά δεν πήγαν καλά. Πβ. συμπράττω, συνεργάζομαι. ● ΣΥΜΠΛ.: η ελευθερία/το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι: ΝΟΜ. το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ίδρυσης, συμμετοχής, διάλυσης ή αποχώρησης από σωματείο. [< μτγν. συνεταιρίζομαι 'κάνω κάποιον σύντροφό μου', γαλλ. s΄associer]
48808συνεταιρικός, ή, ό συ-νε-ται-ρι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε συνεταιρισμό ή σε συνεταίρους: ~ή: ένωση. ~ά: προϊόντα. ΣΥΝ. συνεταιριστικός.|| ~ός: θίασος/οργανισμός. ~ή: βιοτεχνία/(εμπορική) επιχείρηση. ~ό: (δικηγορικό) γραφείο/κεφάλαιο. Βλ. συνεργατικός. ● επίρρ.: συνεταιρικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]
48809συνεταιρισμόςσυ-νε-ται-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ένωση προσώπων που συνεργάζονται για την προώθηση κοινών οικονομικών συμφερόντων και ωφελούνται με βάση τη συνεισφορά, συμμετοχή τους σε αυτή: αγροτικός/αλιευτικός/γεωργικός/καταναλωτικός/κτηνοτροφικός/οικοδομικός/παραγωγικός ~. ~ μελισσοκόμων/υδραυλικών. Αστικός ~ περιορισμένης ευθύνης. Γυναικείος αγροτουριστικός ~. Καταστατικό/μέλη/πρόεδρος/σύσταση ~ού. Βλ. -ισμός, συνεργατισμός. [< γαλλ. association, cooperative. 1901]
48810συνεταιριστήςσυ-νε-ται-ρι-στής ουσ. (αρσ.) {θηλ. συνεταιρίστρια}: πρόσωπο που μετέχει σε συνεταιρισμό: αγρότης-~.
48811συνεταιριστικός, ή, ό συ-νε-ται-ρι-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε συνεταιρισμό: ~ός: θεσμός/νόμος/χάρτης (της χώρας). ~ή: ένωση/εταιρεία/μερίδα (: το χρηματικό ποσό με το οποίο κάθε μέλος συμμετέχει στο κεφάλαιο του συνεταιρισμού)/οικονομία/πρακτική. ~ό: δίκαιο/ελαιοτριβείο/εμπόριο/κίνημα/πνεύμα/σύστημα. ~οί: οργανισμοί/φορείς. ~ές: οργανώσεις/τράπεζες. ~ά: κεφάλαια/προϊόντα. [< γαλλ. coopératif]
48812συνέταιροςσυ-νέ-ται-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -αίρου} & συνεταίρος: συνιδιοκτήτης σε επιχείρηση: ανώτερος/διευθύνων/έμπιστος/εμπορικός/ισότιμος/στρατηγικός/υπεύθυνος ~. Είναι ~οι σε ένα κατάστημα ... Βλ. συνεργάτης. ● Υποκ.: συνεταιράκι (το) (οικ.) [< αρχ. συνέταιρος 'φίλος', γαλλ. associé]
48813συνετίζωσυ-νε-τί-ζω ρ. (μτβ.) {συνέτι-σα, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, συνετίζ-οντας}: κάνω κάποιον να γίνει συνετός με παραινέσεις ή επιβάλλοντας τιμωρίες: ~ τους απείθαρχους/τους μαθητές. Τα πρόστιμα ~ουν τους οδηγούς. Πβ. νουθετώ, σωφρονίζω.|| (μτφ.) Δεν ~στηκαν (= δεν έβαλαν μυαλό) από όσα έπαθαν. ΣΥΝ. συμμορφώνω (2), φρονηματίζω [< μτγν. συνετίζω 'κάνω κάποιον να καταλάβει']
48814συνέτισησυ-νέ-τι-ση ουσ. (θηλ.) & συνετισμός (ο): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του συνετίζω: Ποινή/τιμωρία για ~. Σκοπός του μέτρου είναι η ~ των παραβατών. Πβ. συμμόρφωση, φρονηματισμός. [< μεσν. συνέτισις]
48815συνετός, ή, ό συ-νε-τός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από σύνεση: ~ός: αρχηγός/ηγέτης/καταναλωτής/λόγος/οδηγός/πολιτικός. Πβ. μυαλωμένος, νουνεχής, φρόνιμος.|| ~ή: αντιμετώπιση (της κατάστασης)/διακυβέρνηση/διατροφή/διαχείριση (της κρίσης)/διοίκηση/επιλογή/ζωή/πολιτική/στάση/χρήση (του νερού/των χρημάτων· πβ. λελογισμένος). ΣΥΝ. σώφρων ΑΝΤ. αστόχαστος, ασυλλόγιστος, ασύνετος ● επίρρ.: συνετά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. συνετός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.