| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48808 | συνεταιρικός | , ή, ό συ-νε-ται-ρι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε συνεταιρισμό ή σε συνεταίρους: ~ή: ένωση. ~ά: προϊόντα. ΣΥΝ. συνεταιριστικός.|| ~ός: θίασος/οργανισμός. ~ή: βιοτεχνία/(εμπορική) επιχείρηση. ~ό: (δικηγορικό) γραφείο/κεφάλαιο. Βλ. συνεργατικός. ● επίρρ.: συνεταιρικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] | |
| 48809 | συνεταιρισμός | συ-νε-ται-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ένωση προσώπων που συνεργάζονται για την προώθηση κοινών οικονομικών συμφερόντων και ωφελούνται με βάση τη συνεισφορά, συμμετοχή τους σε αυτή: αγροτικός/αλιευτικός/γεωργικός/καταναλωτικός/κτηνοτροφικός/οικοδομικός/παραγωγικός ~. ~ μελισσοκόμων/υδραυλικών. Αστικός ~ περιορισμένης ευθύνης. Γυναικείος αγροτουριστικός ~. Καταστατικό/μέλη/πρόεδρος/σύσταση ~ού. Βλ. -ισμός, συνεργατισμός. [< γαλλ. association, cooperative. 1901] | |
| 48810 | συνεταιριστής | συ-νε-ται-ρι-στής ουσ. (αρσ.) {θηλ. συνεταιρίστρια}: πρόσωπο που μετέχει σε συνεταιρισμό: αγρότης-~. | |
| 48811 | συνεταιριστικός | , ή, ό συ-νε-ται-ρι-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε συνεταιρισμό: ~ός: θεσμός/νόμος/χάρτης (της χώρας). ~ή: ένωση/εταιρεία/μερίδα (: το χρηματικό ποσό με το οποίο κάθε μέλος συμμετέχει στο κεφάλαιο του συνεταιρισμού)/οικονομία/πρακτική. ~ό: δίκαιο/ελαιοτριβείο/εμπόριο/κίνημα/πνεύμα/σύστημα. ~οί: οργανισμοί/φορείς. ~ές: οργανώσεις/τράπεζες. ~ά: κεφάλαια/προϊόντα. [< γαλλ. coopératif] | |
| 48812 | συνέταιρος | συ-νέ-ται-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -αίρου} & συνεταίρος: συνιδιοκτήτης σε επιχείρηση: ανώτερος/διευθύνων/έμπιστος/εμπορικός/ισότιμος/στρατηγικός/υπεύθυνος ~. Είναι ~οι σε ένα κατάστημα ... Βλ. συνεργάτης. ● Υποκ.: συνεταιράκι (το) (οικ.) [< αρχ. συνέταιρος 'φίλος', γαλλ. associé] | |
| 48813 | συνετίζω | συ-νε-τί-ζω ρ. (μτβ.) {συνέτι-σα, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, συνετίζ-οντας}: κάνω κάποιον να γίνει συνετός με παραινέσεις ή επιβάλλοντας τιμωρίες: ~ τους απείθαρχους/τους μαθητές. Τα πρόστιμα ~ουν τους οδηγούς. Πβ. νουθετώ, σωφρονίζω.|| (μτφ.) Δεν ~στηκαν (= δεν έβαλαν μυαλό) από όσα έπαθαν. ΣΥΝ. συμμορφώνω (2), φρονηματίζω [< μτγν. συνετίζω 'κάνω κάποιον να καταλάβει'] | |
| 48814 | συνέτιση | συ-νέ-τι-ση ουσ. (θηλ.) & συνετισμός (ο): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του συνετίζω: Ποινή/τιμωρία για ~. Σκοπός του μέτρου είναι η ~ των παραβατών. Πβ. συμμόρφωση, φρονηματισμός. [< μεσν. συνέτισις] | |
| 48815 | συνετός | , ή, ό συ-νε-τός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από σύνεση: ~ός: αρχηγός/ηγέτης/καταναλωτής/λόγος/οδηγός/πολιτικός. Πβ. μυαλωμένος, νουνεχής, φρόνιμος.|| ~ή: αντιμετώπιση (της κατάστασης)/διακυβέρνηση/διατροφή/διαχείριση (της κρίσης)/διοίκηση/επιλογή/ζωή/πολιτική/στάση/χρήση (του νερού/των χρημάτων· πβ. λελογισμένος). ΣΥΝ. σώφρων ΑΝΤ. αστόχαστος, ασυλλόγιστος, ασύνετος ● επίρρ.: συνετά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. συνετός] | |
| 48816 | συνευθύνη | συ-νευ-θύ-νη ουσ. (θηλ.): από κοινού ευθύνη. | |
| 48817 | συνευθύνομαι | συ-νευ-θύ-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (λόγ.): είμαι συνυπεύθυνος για κάτι: Πολιτικοί παράγοντες που ~ονται για την κρίση. [< μτγν. συνευθύνομαι] | |
| 48818 | συνεύρεση | συ-νεύ-ρε-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. σεξουαλική πράξη: ερωτική ~. Πβ. έρωτας. ΣΥΝ. σεξ, συνουσία 2. ταυτόχρονη παρουσία δύο ή περισσοτέρων ανθρώπων στο ίδιο μέρος ή από κοινού συμμετοχή τους στο ίδιο πολιτιστικό γεγονός: καλλιτεχνική ~. Πβ. συν-άντηση, -εργασία, -ύπαρξη. [< μεσν. συνεύρεσις ΄συνάντηση΄, 1: γαλλ. copulation, coït] | |
| 48819 | συνευρίσκομαι | συ-νευ-ρί-σκο-μαι ρ. (αμτβ.) {συνευρέθηκα} (λόγ.) 1. συνουσιάζομαι. 2. βρίσκομαι ταυτόχρονα με άλλον ή άλλους στο ίδιο μέρος ή συμμετέχω στην ίδια πολιτιστική κυρ. εκδήλωση. Πβ. συναντώ, συνυπάρχω. [< 1: μεσν. συνευρίσκομαι 2: μτγν. ~] | |
| 48820 | συνεφαπτομένη | συ-νε-φα-πτο-μέ-νη ουσ. (θηλ.): ΜΑΘ. τριγωνομετρική συνάρτηση που εκφράζει το πηλίκο του συνημίτονου προς το ημίτονο. Βλ. τέμνουσα. [< γαλλ. cotangente, πβ. αρχ. συνεφαπτόμενος] | |
| 48821 | συνεφέρνω | συ-νε-φέρ-νω ρ. (μτβ.) {συνέφ-ερα, -έρω}: κάνω κάποιον να ανακτήσει τις αισθήσεις ή τις σωματικές και ψυχικές δυνάμεις του: ~ (κάποιον) με αιθέρα. ~ από τη λιποθυμία/το σοκ. Είδα κι έπαθα να τον ~έρω. Πβ. επαναφέρω.|| Πρέπει κάποιος να σε ~έρει (= λογικέψει). Πβ. συνετίζω. Βλ. -φέρνω, συνέρχομαι.|| (μτφ.) Προσπαθεί να ~έρει μόνος του το μηχανάκι/τη συσκευή/τον υπολογιστή. Πβ. επιδιορθώνω, επισκευάζω. [< αρχ. συμφέρω] | |
| 48822 | συνέχει | συ-νέ-χει ρ. (μτβ.) {συνείχε (παρατ. κ. αόρ.} (λόγ.) 1. (για συναισθήματα και ψυχικές καταστάσεις) κυριεύει: Με ~ αγωνία/δέος/θαυμασμός/τρόμος (για κάποιον ή κάτι). ~ομαι από ανησυχία/φόβο. ΣΥΝ. διακατέχει 2. συνδέει, σχετίζει: Το στοιχείο που ~ τις δύο ηρωίδες. [< αρχ. συνέχω ‘συγκρατώ’] | |
| 48823 | συνέχεια | συ-νέ-χει-α ουσ. (θηλ.) 1. οτιδήποτε ακολουθεί, διαδέχεται ή συνδέεται με κάτι άλλο με εσωτερική συνοχή: άξια/ενδιαφέρουσα/συναρπαστική/τραγική ~. ~ των αγώνων/διαπραγματεύσεων/εξετάσεων (από αύριο, την επόμενη βδομάδα). Η ~ ενός βιβλίου/μιας εκπομπής/ενός έργου. Μυθιστόρημα/σειρά (= σίριαλ) σε ~ες. Διακρίσεων/επιτυχιών/προβλημάτων ~. Εύχομαι καλή ~ (στο έργο σας). Πβ. συνέχιση. H ~ στο επόμενο επεισόδιο/τεύχος. (για τηλεοπτική εκπομπή) Η ~ επί της οθόνης/μετά τις διαφημίσεις.|| (ΒΙΟΛ.) Κατά ~ ιστού. (ΜΑΘ.) ~ συνάρτησης. 2. διαρκής, χωρίς διακοπή, ύπαρξη ή λειτουργία ενός στοιχείου μέσα στον χρόνο: αδιάσπαστη/εθνική/ιστορική/λογική/πολιτισμική/φυσική ~. ~ της (ελληνικής) γλώσσας/της κληρονομιάς/του κράτους (= της θεσμικής και διοικητικής λειτουργίας του). Διακοπή/διατήρηση (της) ~ας. ΑΝΤ. ασυνέχεια ● ΦΡ.: δίνω συνέχεια (σε κάτι): εξακολουθώ να ασχολούμαι με κάτι ή να επιμένω σε αυτό, συνήθ. αρνητικό, δυσάρεστο: ~ ~ σε αντιπαράθεση/επεισόδιο/καβγά. Παρά την προσβολή που δέχτηκε, δεν έδωσε ~., στη συνέχεια & (λόγ.) εν συνεχεία: μετά, κατά την επόμενη στιγμή, ύστερα: Πρώτα μας ανακοίνωσε τα νέα και ~ ~ ζήτησε τη γνώμη μας. (Εξετάστηκαν οι μάρτυρες και) ~ ~ έλαβε τον λόγο ο εισαγγελέας. Τι ειπώθηκε στη ~ της συζήτησης; Στη ~ της εκδήλωσης θα μιλήσει ο ... ΣΥΝ. ακολούθως (1), ως συνέχεια (+ γεν.): ως διάδοχη κατάσταση, που συνεχίζει μια προηγούμενη παράδοση: η βυζαντινή αυτοκρατορία ~ ~ της ρωμαϊκής., έπεται/υπάρχει (και) συνέχεια βλ. έπομαι [< αρχ. συνέχεια, γαλλ. suite] | |
| 48824 | συνεχής | , ής, ές συ-νε-χής επίθ. {συνεχ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} 1. που γίνεται διαρκώς, χωρίς διακοπή: ~ής: αγώνας/θόρυβος/πόνος/πυρετός. ~ής: ανάπτυξη/αντιπαράθεση/απειλή/αύξηση/βελτίωση/εκπαίδευση (= διά βίου)/ενημέρωση/έρευνα/κίνηση/λειτουργία/πορεία/ροή (ΑΝΤ. διακεκομμένη)/φροντίδα. ~ και επίμονη προσπάθεια (= ακαταπόνητη). Βρίσκομαι/είμαι υπό ~ή επιτήρηση/κράτηση. Ο τραυματίας βρίσκεται υπό ~ή (ιατρική) παρακολούθηση. ~ η παρουσία της Πυροσβεστικής στον τόπο της πυρκαγιάς. Υπηρέτησε δέκα ~ή (= συναπτά) έτη στην επαρχία.|| ~είς: οικισμοί. Πβ. συνεχόμενος.|| (ΜΟΥΣ.) ~ή διαστήματα (: ανοδική ή καθοδική πορεία οργάνων και φωνής στα διαδοχικά διαστήματα κλίμακας). ΣΥΝ. αδιάκοπος, αδιάλειπτος, ακατάπαυστος, άπαυτος, ασταμάτητος (1), διαρκής (1) ΑΝΤ. ασυνεχής 2. {συνηθέστ. στον πληθ.} που συμβαίνει, που επαναλαμβάνεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα, αλλεπάλληλος: ~είς: καβγάδες. ~είς: διαβουλεύσεις/διαφωνίες/επιθέσεις/επισκέψεις/κλήσεις/μετακινήσεις/πιέσεις. ~ή: τηλεφωνήματα (πβ. απανωτός). ~ σεισμική δραστηριότητα. ~ κάλυψη των εξελίξεων από το κανάλι μας. (σε πτήση με αεροπλάνο) Προσδεθείτε: ~είς αναταράξεις. Η τροχαία κάνει ~είς ελέγχους.|| ~ής: τάση (με σταθερή πολικότητα). (ΜΑΘ.) ~ής: συνάρτηση σε σημείο χ. ~ή: συστήματα. Βλ. διακριτός. ΣΥΝ. συχνός ΑΝΤ. σπάνιος (2) ● Ουσ.: συνεχές (το): ΦΥΣ. συνεχής σειρά στοιχείων, ιδιοτήτων που μεταβάλλονται βαθμιαία χωρίς διακοπή: χωροχρονικό ~ (: μαθηματικό μοντέλο που ενώνει τον χώρο και τον χρόνο σε μια συνέχεια). [< γαλλ. continuum, 1905] ● επίρρ.: συνέχεια & συνεχώς [-ῶς]: Είναι ~ αγχωμένος/απασχολημένος/πρόθυμος να βοηθήσει. Γίνεται/συμβαίνει ~ το ίδιο πράγμα. (εμφατ.) ~ώς και αδιαλείπτως. Πβ. εξακολουθητικά. ΣΥΝ. όλο (1) ΑΝΤ. αραιά και πού, κάπου κάπου, κατά καιρούς ● ΣΥΜΠΛ.: συνεχές ωράριο & συνεχόμενο ωράριο: χωρίς διακοπή το μεσημέρι: επιβολή/εφαρμογή/θεσμοθέτηση ~ούς ~ίου. Βλ. σπαστός., συνεχές ρεύμα βλ. ρεύμα [< αρχ. συνεχής, γαλλ. continu] | |
| 48825 | συνεχίζω | συ-νε-χί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {συνέχι-σα, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, συνεχίζ-οντας, συνεχιζ-όμενος} 1. κάνω κάτι χωρίς διακοπή ή ξαναρχίζω κάτι που σταμάτησα: ~ μια ασχολία/το διάβασμα/ένα έργο/μια προσπάθεια/την ίδια τακτική. ~ει ακάθεκτος/απτόητος την πορεία του. Η αστυνομία ~ει τις έρευνες για τον εντοπισμό των δραστών. ~ουμε την εκπομπή μας με το εξής θέμα ... ~σε τις σπουδές του στο εξωτερικό. (σε τηλεοπτική ή ραδιοφωνική εκπομπή) Θα ~σουμε μετά το διάλειμμα.|| Ο αγώνας/η βροχή/η ζέστη/η κακοκαιρία/το κρύο/η παράσταση ~ει/~εται. Αν ~σει έτσι ο καιρός, ... ~εται ο πόνος/η αιμορραγία. ~ονται οι αντιδράσεις/οι διαμαρτυρίες. Για πόσο θα ~στεί αυτή η κατάσταση; Με αμείωτη ένταση ~εται η χιονόπτωση. (προφ., συγκαταβατικά) Και η ζωή ~εται. ~όμενες: απεργίες. ~όμενα: λάθη/προβλήματα (= αλλεπάλληλα, συνεχή). (ΟΙΚΟΝ.) Κέρδη εταιρείας από ~όμενες δραστηριότητες.|| (για τόπο) O δρόμος ~ει μέχρι το βουνό. Η κοιλάδα ~εται (: επεκτείνεται) και πέρα από το ποτάμι. ΣΥΝ. εξακολουθώ ΑΝΤ. διακόπτω (1) 2. αναλαμβάνω κάτι που έχει αρχίσει κάποιος άλλος, με τη σειρά μου: ~ει (= είναι ο συνεχιστής της ...) την επιχείρηση του πατέρα του. ~σε στα βήματα του δασκάλου του. Υπόσχομαι να ~σω το έργο του προκατόχου μου. Πβ. διαδέχομαι.|| ~ την αφήγηση/το κείμενο (ενν. από εκεί που σταμάτησε ο προηγούμενος). ● Παθ.: συνεχίζεται: ένδειξη, συνήθ. στο τέλος κειμένου ή τηλεοπτικής σειράς, που δηλώνει ότι ακολουθεί συνέχεια. ● ΣΥΜΠΛ.: συνεχιζόμενη εκπαίδευση βλ. εκπαίδευση [< μτγν. συνεχίζω 'επιμένω, εξακολουθώ', γαλλ. continuer] | |
| 48826 | συνέχιση | συ-νέ-χι-ση ουσ. (θηλ.): διαδικασία κατά την οποία συνεχίζεται κάτι: ~ του αγώνα/του διαλόγου/των διαπραγματεύσεων/των κινητοποιήσεων/των σπουδών/της συνεργασίας/της χρηματοδότησης (πβ. εξακολούθηση, παράταση). ~ των εθίμων και των παραδόσεων (πβ. τήρηση). Απρόσκοπτη ~ (πβ. συνέχεια) των δραστηριοτήτων του. ΑΝΤ. αναστολή (1), διακοπή (1), σταμάτημα | |
| 48827 | συνεχιστής | συ-νε-χι-στής ουσ. (αρσ.) {θηλ. συνεχίστρια}: πρόσωπο που συνεχίζει ένα έργο, συνήθ. κοινωφελές: αντάξιος/λαμπρός ~ της δυναστείας/της (οικογενειακής) επιχείρησης/της παράδοσης/της πολιτικής (του προκατόχου του). Πβ. τηρητής. Βλ. διάδοχος. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ