| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48828 | συνεχόμενος | , η, ο συ-νε-χό-με-νος επίθ.: που είναι συνεχής, που συνεχίζει μετά από κάτι χωρίς κενά ή διακοπές: ~ος: ήχος (= διαρκής).|| ~ος: μήνας/όροφος/τίτλος. ~η: ήττα/νίκη. ~ο: ματς. ~α: δωμάτια/(αθλητικά) παιχνίδια. Κτίσμα ~ο με τον κυρίως ναό. Για τρίτη ~η φορά/χρονιά αυξήθηκαν τα κέρδη. Πβ. συναπτός. ● ΣΥΜΠΛ.: συνεχές ωράριο βλ. συνεχής [< γαλλ. contigu, πβ. αρχ. συνεχόμενος < συνέχω] | |
| 48829 | συνέχω | βλ. συνέχει | |
| 48830 | συνεχώς | βλ. συνεχής | |
| 6961 | συνηγεσία | [ἀρχηγία] αρ-χη-γί-α ουσ. (θηλ.): η εξουσία και το αξίωμα του αρχηγού· συνεκδ. το χρονικό διάστημα άσκησής της/του: τελετή παράδοσης-παραλαβής της ~ας των Ενόπλων Δυνάμεων/του Πυροσβεστικού Σώματος. Υποψηφιότητα για την ~. Υπό την ~ του ... Ανέλαβε/διεκδικεί την ~ του κόμματος. Η ~ ανατέθηκε στον ... Παραιτήθηκε από την ~. Βλ. αρχηγιλίκι, συν~, υπ~.|| Κατά την ~ του ... (πβ. θητεία). ΣΥΝ. ηγεσία (2) [< μεσν. αρχηγία] | |
| 48831 | συνηγορία | συ-νη-γο-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) θερμή συμπαράσταση προσώπων ή υποστήριξη θέσεων: ~ για τα δικαιώματα των παιδιών/στον οικοτουρισμό/υπέρ της επιστήμης. Δεν έχει ανάγκη από κάποια ιδιαίτερη ~. 2. ΝΟΜ. υπεράσπιση διαδίκου στο δικαστήριο από δικηγόρο: Αθωώθηκε χάρη στη ~ της. [< 1: αρχ. συνηγορία] | |
| 4515 | Συνηγορος | , ή, ό [ἀντικανονικός] α-ντι-κα-νο-νι-κός επίθ. 1. που αντιβαίνει στους ισχύοντες κανόνες, κανονισμούς, νόμους: ~ή: ενέργεια/στάθμευση. ~ό: προσπέρασμα. Πβ. καταχρηστικός, παρά-νομος, -τυπος. ΑΝΤ. νόμιμος, νομότυπος.|| (ΑΘΛ.) ~ό: μαρκάρισμα. ΑΝΤ. κανονικός. 2. ΕΚΚΛΗΣ. που παραβαίνει τους Ιερούς Κανόνες: ~ή: χειροτονία. ● επίρρ.: αντικανονικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. irrégulier] | |
| 48832 | συνήγορος | συ-νή-γο-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -όρου} 1. ΝΟΜ. δικηγόρος που εκπροσωπεί στο δικαστήριο διάδικο, κατηγορούμενο ή πολιτικό ενάγοντα: ~ εναγομένου/πολιτικής αγωγής/υπεράσπισης. Aναλαμβάνω/διορίζομαι ~. ΣΥΝ. υπεράσπιση (2) 2. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) πρόσωπο που, χωρίς να του έχει ζητηθεί, υπερασπίζεται κάποιον τρίτο: αυτόκλητος ~. Δεν μου χρειάζεται ~, ξέρω τι λέω. ΣΥΝ. δικηγόρος (2) ● ΣΥΜΠΛ.: Συνήγορος του Καταναλωτή: ΝΟΜ. ανεξάρτητη Αρχή, η οποία ιδρύθηκε το 2004, αρμόδια για την εξώδικη επίλυση καταναλωτικών διαφορών· λειτουργεί και ως συμβουλευτικός θεσμός στο πλευρό της Πολιτείας. [< αγγλ. Consumer(s') Council, 1930] , Συνήγορος του Πολίτη (ακρ. ΣτΠ): ΝΟΜ. ανεξάρτητη διοικητική Αρχή σε κάθε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αποστολή τη διαμεσολάβηση μεταξύ των πολιτών και των δημόσιων υπηρεσιών και της κυβέρνησης, για την προστασία και προαγωγή των δικαιωμάτων του πολίτη, την καταπολέμηση της κακοδιοίκησης, και την τήρηση της νομιμότητας: ~ ~ για τον Δημότη/για την Ίση Μεταχείριση/για τον Μετανάστη, τον Πρόσφυγα και τον Ομογενή/για το Παιδί/για το Περιβάλλον/για την Υγεία και την Κοινωνική Αλληλεγγύη (: ειδικές υπηρεσίες του ΣτΠ). Πβ. Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής. [< γαλλ. Le protecteur du citoyen, 1968] , δικηγόρος/συνήγορος του διαβόλου βλ. δικηγόρος [< αρχ. συνήγορος ‘υπερασπιστής’] | |
| 48833 | συνηγορώ | [συνηγορῶ] συ-νη-γο-ρώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {συνηγορ-είς ..., -ώντας | συνηγόρη-σα} (λόγ.): παίρνω το μέρος κάποιου ή συμφωνώ με μια άποψη και την υπερασπίζομαι: ~ στην αντικατάσταση του προπονητή/υπέρ της δημιουργίας μητροπολιτικού πάρκου. Πβ. υποστηρίζω.|| (κυρ. στο γ' πρόσ.) Το διεθνές κλίμα ~εί για ... (βλ. συντείνω). Στοιχεία που ~ούν στο (: αποδεικνύουν, επιβεβαιώνουν) ότι το κρασί έχει και αντικαρκινικές ιδιότητες. Υπάρχουν λόγοι που ~ούν ότι ... [< αρχ. συνηγορῶ] | |
| 48834 | συνήθεια | συ-νή-θει-α ουσ. (θηλ.) {συνηθειών} 1. ενέργεια ή συμπεριφορά που επαναλαμβάνεται συχνά, συνήθ. μηχανικά: απλή/διαδεδομένη/εμμονική/ενοχλητική/επίμονη/καθημερινή/καλή/κοινή/παλιά/υγιεινή ~. Διαιτητικές/διατροφικές/κακές ~ες. Η δύναμη της ~ας (βλ. φρ. έξις, δευτέρα φύσις). Όλα είναι ζήτημα/θέμα ~ας (βλ. προσαρμογή). Πιστοί στις ~ές τους. Η ~ σκοτώνει τον έρωτα (πβ. ρουτίνα). Αλλάζω/αποκτώ/κόβω μια ~. Έχω/συνεχίζω τη ~ να ... (Κάτι) μου έγινε ~. Το κάπνισμα/το ποτό αποτελεί βλαβερή/εθιστική/επικίνδυνη ~ (πβ. εξάρτηση). Πβ. εθισμός. ΣΥΝ. έξη 2. έθιμο: Είναι ~ στην πατρίδα μου/στα μέρη μας να γίνεται ... Φέρνουν μαζί τους τις ~ες του τόπου τους. Κατά τη ~ της εποχής ... Πβ. συνήθειο. ΣΥΝ. παράδοση (1) ● ΦΡ.: από συνήθεια: λόγω συνήθειας: Δεν το κάνω ~ ~, μου αρέσει. Είναι μαζί ~ ~. Ψήφος ~ ~. [< αρχ. συνήθεια] | |
| 48835 | συνήθειο | συ-νή-θει-ο ουσ. (ουδ.) & συνήθιο (λαϊκό): συνήθεια, έθιμο: άσχημο/ενοχλητικό/καθημερινό/περίεργο ~. Έχει το κακό ~ να ...|| Το 'χαν ~ προς το τέλος της γιορτής να διηγούνται παλιές ιστορίες. [< μεσν. συνήθιο(ν)] | |
| 48836 | συνήθης | , ης, ες συ-νή-θης επίθ. {ουδ. σύνηθες, γεν. συνήθ-ους | -εις (ουδ. -η)· συνηθέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): που είναι συνηθισμένος, που δεν προκαλεί έκπληξη: ~ης: (μηχανικός) έλεγχος (βλ. τυπικός)/τόπος (διαμονής)/τρόπος (μετακίνησης)/τύπος (ασκήσεων). ~ης: δοσολογία (φαρμάκου)/πρακτική (δεκαετιών)/χρήση (κινητού). ~ες: αίτιο (της αλλεργίας)/λάθος (που κάνουν οι μαθητές)/φαινόμενο (οι σεισμοί στην Ελλάδα). Πβ. αναμενόμενος. ΑΝΤ. ασυνήθης, ασυνήθιστος (1), πρωτοφανέρωτος ● ΣΥΜΠΛ.: οι συνήθεις ύποπτοι βλ. ύποπτος ● ΦΡ.: κατά το σύνηθες: όπως είναι συνηθισμένο: Πράττω ~ ~. Οι διαπραγματεύσεις έγιναν, ~ ~, κεκλεισμένων των θυρών. Πβ. κατά το ειωθός/τα ειωθότα. [< αρχ. συνήθης] | |
| 48837 | συνηθίζω | συ-νη-θί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {συνήθι-σα, -σει, -στηκε, -στεί, συνηθίζ-οντας, συνηθι-σμένος} 1. έχω ή αποκτώ συνήθεια, ενεργώ ή συμπεριφέρομαι κατ' επανάληψη με συγκεκριμένο τρόπο: Δεν ~ να δανείζω τα βιβλία μου. Δεν σε προσέβαλα, δεν το ~, άλλωστε. Έχω ~σει να διαβάζω, πριν κοιμηθώ. ΣΥΝ. μαθαίνω (3) ΑΝΤ. ξεμαθαίνω 2. προσαρμόζομαι, εξοικειώνομαι με κάτι ή (σπάν.) εξοικειώνω: ~σα (σ)τις αναποδιές/(σ)την ταλαιπωρία. Με τον καιρό ~σε το νέο του περιβάλλον. Μετά από λίγο, τα μάτια του ~σαν στο σκοτάδι. Πβ. εγκλιματίζομαι.|| Έχω ~σει να ζω σε καθαρό περιβάλλον. Ακόμα να ~σω το νέο μου αυτοκίνητο.|| Η ομάδα τούς έχει ~σει σε καλές εμφανίσεις. Δεν μας έχεις ~σει σε τέτοιες εκπλήξεις. ΑΝΤ. ξεσυνηθίζω ● Παθ.: συνηθίζεται: (κάτι) αποτελεί συνήθεια: ~ονται αυτά τα έθιμα στα μέρη μου.|| (ως απρόσ.) Στον τόπο μου, ~ να ... ΣΥΝ. είθισται [< μτγν. συνηθίζω] | |
| 48838 | συνηθισμένος | , η, ο συ-νη-θι-σμέ-νος επίθ. ΑΝΤ. ασυνήθιστος 1. που αποτελεί συνήθεια, συμβαίνει συχνά ή κατ' επανάληψη: ~ος: τρόπος (αντίδρασης). ~η: δόση (φαρμάκου)/θερμοκρασία/κατάσταση/μέρα/συμπεριφορά/χειρονομία. ~ο: κρυολόγημα/μποτιλιάρισμα. ~ες: αντιδράσεις/ερωτήσεις. ~α: λάθη. Θα συναντηθούμε τη ~η ώρα/στο ~ο μέρος. || Όπως είναι ~ο (= καθιερωμένο, όπως συνηθίζεται, κατά το σύνηθες). (ως ουσ.) Φέρτε μου το ~ο (: ως παραγγελία). -Τι κάνεις; -Τα ~α (= τα ίδια). Κάτι διαφορετικό/έξω από τα ~α. ΣΥΝ. καθιερωμένος (1), συνήθης ΑΝΤ. σπάνιος (2) 2. που δεν είναι αξιόλογος, ποιοτικός ή ξεχωριστός· που είναι ιδιαίτερα διαδεδομένος ή αποτελεί τον κανόνα: ~ος: άνθρωπος. ~η: παράσταση. ~ο: έργο/σενάριο. ΑΝΤ. ιδιαίτερος.|| ~η: εμφάνιση. ~ο: ντύσιμο. ΣΥΝ. κοινός (3), κοινότοπος, τετριμμένος ΑΝΤ. πρωτότυπος, σπάνιος (3) 3. (για πρόσ.) που έχει εξοικειωθεί, συνηθίσει ή προσαρμοστεί σε κάτι: ~ σε αναποδιές/προβλήματα. ~ στο ξενύχτι/ποτό. Δεν είναι ~η (στο) να λέει ψέματα. ΣΥΝ. μαθημένος (1) ΑΝΤ. άμαθος ● ΦΡ.: μαθημένα/συνηθισμένα τα βουνά στα/από τα χιόνια βλ. βουνό [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. συνηθίζω] | |
| 48839 | συνήθως | συ-νή-θως επίρρ. {συνηθέστ-ερα, -ατα}: με πολύ μεγάλη συχνότητα, τις περισσότερες φορές: Έγινε και πάλι ό,τι συμβαίνει ~ (= κατά κανόνα). Οι ερωτήσεις που ~ υποβάλλονται. ΑΝΤ. σπάνια ● ΦΡ.: ως συνήθως: όπως συνηθίζεται, όπως πάντα: Οι παραδόσεις θα γίνουν ~ ~ στο αμφιθέατρο ...|| ~ ~, τα νέα τα έμαθα τελευταίος. Πβ. ως/όπως είθισται. [< αρχ. συνήθως] | |
| 48840 | συνημίτονο | συ-νη-μί-το-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -όνου}: ΜΑΘ. περιοδική τριγωνομετρική συνάρτηση (σύμβ. συν ή cos) με σύνολο τιμών από -1 έως 1: υπερβολικό ~. ~ τόξου. Βλ. τέμνουσα. ● ΣΥΜΠΛ.: συνημίτονο (οξείας) γωνίας: ΓΕΩΜ. (σε ορθογώνιο τρίγωνο) το πηλίκο της προσκείμενης σε αυτή κάθετης πλευράς προς την υποτείνουσα. [< γαλλ. cosinus] | |
| 48841 | συνημμένος | , η, ο συ-νημ-μέ-νος επίθ.: (κυρ., για υπηρεσιακά έγγραφα) που συνάπτεται με κάτι άλλο, που προσαρτάται ως πρόσθετο στοιχείο: ~ος: κανονισμός/κατάλογος/πίνακας. ~η: απόφαση/επιστολή/λίστα. ~ο: έντυπο/μήνυμα. (Συν)υποβάλλω μαζί με την αίτηση πέντε ~α έγγραφα (= επισυναπτόμενα). Διαβάστε τις οδηγίες του ~ου παραρτήματος.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) ~η εικόνα/φωτογραφία. ~ο: αρχείο (σε ιμέιλ). (ως ουσ.) Αποστολή/λήψη ~ου.|| (ΓΡΑΜΜ., κυρ. στην αρχ. Ελλην.) ~η: μετοχή. ΑΝΤ. απόλυτη μετοχή. ● επίρρ.: συνημμένα & (λόγ.) συνημμένως [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. συνάπτω, γαλλ. ci-joint] | |
| 48842 | συνηχεί | [συνηχεῖ] συ-νη-χεί ρ. (αμτβ.) {-ούν} (λόγ.): ακούγεται μαζί με άλλον ή με άλλους ήχους, κάνει συνήχηση: Νότες που ~ούν αρμονικά.|| (μτφ.) Το έργο του ~ (= συνάδει, συμφωνεί) με την ιδεολογία της εποχής του. [< αρχ. συνηχῶ] | |
| 48843 | συνήχηση | συ-νή-χη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΜΟΥΣ. ταυτόχρονο άκουσμα δύο ή περισσότερων φθόγγων: τρίφωνη/χορωδιακή ~. ~ και αρμονία. Βλ. ισοκράτημα. 2. ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου κατά το οποίο δύο ή περισσότεροι στίχοι δεν ομοιοκαταληκτούν απόλυτα, αλλά τελειώνουν σε συλλαβές που είναι σχεδόν ομόηχες. Βλ. παρήχηση. [< μτγν. συνήχησις] | |
| 48844 | σύνθεμα | σύν-θε-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): προϊόν, πνευματικής κυρ. δημιουργίας, που παράγεται από σύνθεση: μουσικό/ποιητικό/φιλοσοφικό ~. [< μεσν. σύνθεμα, γαλλ. synthème] | |
| 48845 | συνθεσάιζερ | συν-θε-σά-ι-ζερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σινθεσάιζερ & (προφ.) σίνθι: ΜΟΥΣ. ηλεκτρονικό μουσικό όργανο με πλήκτρα που παρέχει τη δυνατότητα τροποποίησης ή σύνθεσης ήχων: αναλογικό/ψηφιακό ~. Βλ. κίμπορντ. ΣΥΝ. συνθετητής [< αμερικ. synthesizer, 1957, γαλλ. synthétiseur, περ. 1960] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ