Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [49360-49380]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48816συνευθύνησυ-νευ-θύ-νη ουσ. (θηλ.): από κοινού ευθύνη.
48817συνευθύνομαισυ-νευ-θύ-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (λόγ.): είμαι συνυπεύθυνος για κάτι: Πολιτικοί παράγοντες που ~ονται για την κρίση. [< μτγν. συνευθύνομαι]
48818συνεύρεσησυ-νεύ-ρε-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. σεξουαλική πράξη: ερωτική ~. Πβ. έρωτας. ΣΥΝ. σεξ, συνουσία 2. ταυτόχρονη παρουσία δύο ή περισσοτέρων ανθρώπων στο ίδιο μέρος ή από κοινού συμμετοχή τους στο ίδιο πολιτιστικό γεγονός: καλλιτεχνική ~. Πβ. συν-άντηση, -εργασία, -ύπαρξη. [< μεσν. συνεύρεσις ΄συνάντηση΄, 1: γαλλ. copulation, coït]
48819συνευρίσκομαισυ-νευ-ρί-σκο-μαι ρ. (αμτβ.) {συνευρέθηκα} (λόγ.) 1. συνουσιάζομαι. 2. βρίσκομαι ταυτόχρονα με άλλον ή άλλους στο ίδιο μέρος ή συμμετέχω στην ίδια πολιτιστική κυρ. εκδήλωση. Πβ. συναντώ, συνυπάρχω. [< 1: μεσν. συνευρίσκομαι 2: μτγν. ~]
48820συνεφαπτομένησυ-νε-φα-πτο-μέ-νη ουσ. (θηλ.): ΜΑΘ. τριγωνομετρική συνάρτηση που εκφράζει το πηλίκο του συνημίτονου προς το ημίτονο. Βλ. τέμνουσα. [< γαλλ. cotangente, πβ. αρχ. συνεφαπτόμενος]
48821συνεφέρνωσυ-νε-φέρ-νω ρ. (μτβ.) {συνέφ-ερα, -έρω}: κάνω κάποιον να ανακτήσει τις αισθήσεις ή τις σωματικές και ψυχικές δυνάμεις του: ~ (κάποιον) με αιθέρα. ~ από τη λιποθυμία/το σοκ. Είδα κι έπαθα να τον ~έρω. Πβ. επαναφέρω.|| Πρέπει κάποιος να σε ~έρει (= λογικέψει). Πβ. συνετίζω. Βλ. -φέρνω, συνέρχομαι.|| (μτφ.) Προσπαθεί να ~έρει μόνος του το μηχανάκι/τη συσκευή/τον υπολογιστή. Πβ. επιδιορθώνω, επισκευάζω. [< αρχ. συμφέρω]
48822συνέχεισυ-νέ-χει ρ. (μτβ.) {συνείχε (παρατ. κ. αόρ.} (λόγ.) 1. (για συναισθήματα και ψυχικές καταστάσεις) κυριεύει: Με ~ αγωνία/δέος/θαυμασμός/τρόμος (για κάποιον ή κάτι). ~ομαι από ανησυχία/φόβο. ΣΥΝ. διακατέχει 2. συνδέει, σχετίζει: Το στοιχείο που ~ τις δύο ηρωίδες. [< αρχ. συνέχω ‘συγκρατώ’]
48823συνέχειασυ-νέ-χει-α ουσ. (θηλ.) 1. οτιδήποτε ακολουθεί, διαδέχεται ή συνδέεται με κάτι άλλο με εσωτερική συνοχή: άξια/ενδιαφέρουσα/συναρπαστική/τραγική ~. ~ των αγώνων/διαπραγματεύσεων/εξετάσεων (από αύριο, την επόμενη βδομάδα). Η ~ ενός βιβλίου/μιας εκπομπής/ενός έργου. Μυθιστόρημα/σειρά (= σίριαλ) σε ~ες. Διακρίσεων/επιτυχιών/προβλημάτων ~. Εύχομαι καλή ~ (στο έργο σας). Πβ. συνέχιση. H ~ στο επόμενο επεισόδιο/τεύχος. (για τηλεοπτική εκπομπή) Η ~ επί της οθόνης/μετά τις διαφημίσεις.|| (ΒΙΟΛ.) Κατά ~ ιστού. (ΜΑΘ.) ~ συνάρτησης. 2. διαρκής, χωρίς διακοπή, ύπαρξη ή λειτουργία ενός στοιχείου μέσα στον χρόνο: αδιάσπαστη/εθνική/ιστορική/λογική/πολιτισμική/φυσική ~. ~ της (ελληνικής) γλώσσας/της κληρονομιάς/του κράτους (= της θεσμικής και διοικητικής λειτουργίας του). Διακοπή/διατήρηση (της) ~ας. ΑΝΤ. ασυνέχεια ● ΦΡ.: δίνω συνέχεια (σε κάτι): εξακολουθώ να ασχολούμαι με κάτι ή να επιμένω σε αυτό, συνήθ. αρνητικό, δυσάρεστο: ~ ~ σε αντιπαράθεση/επεισόδιο/καβγά. Παρά την προσβολή που δέχτηκε, δεν έδωσε ~., στη συνέχεια & (λόγ.) εν συνεχεία: μετά, κατά την επόμενη στιγμή, ύστερα: Πρώτα μας ανακοίνωσε τα νέα και ~ ~ ζήτησε τη γνώμη μας. (Εξετάστηκαν οι μάρτυρες και) ~ ~ έλαβε τον λόγο ο εισαγγελέας. Τι ειπώθηκε στη ~ της συζήτησης; Στη ~ της εκδήλωσης θα μιλήσει ο ... ΣΥΝ. ακολούθως (1), ως συνέχεια (+ γεν.): ως διάδοχη κατάσταση, που συνεχίζει μια προηγούμενη παράδοση: η βυζαντινή αυτοκρατορία ~ ~ της ρωμαϊκής., έπεται/υπάρχει (και) συνέχεια βλ. έπομαι [< αρχ. συνέχεια, γαλλ. suite]
48824συνεχής, ής, ές συ-νε-χής επίθ. {συνεχ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} 1. που γίνεται διαρκώς, χωρίς διακοπή: ~ής: αγώνας/θόρυβος/πόνος/πυρετός. ~ής: ανάπτυξη/αντιπαράθεση/απειλή/αύξηση/βελτίωση/εκπαίδευση (= διά βίου)/ενημέρωση/έρευνα/κίνηση/λειτουργία/πορεία/ροή (ΑΝΤ. διακεκομμένη)/φροντίδα. ~ και επίμονη προσπάθεια (= ακαταπόνητη). Βρίσκομαι/είμαι υπό ~ή επιτήρηση/κράτηση. Ο τραυματίας βρίσκεται υπό ~ή (ιατρική) παρακολούθηση. ~ η παρουσία της Πυροσβεστικής στον τόπο της πυρκαγιάς. Υπηρέτησε δέκα ~ή (= συναπτά) έτη στην επαρχία.|| ~είς: οικισμοί. Πβ. συνεχόμενος.|| (ΜΟΥΣ.) ~ή διαστήματα (: ανοδική ή καθοδική πορεία οργάνων και φωνής στα διαδοχικά διαστήματα κλίμακας). ΣΥΝ. αδιάκοπος, αδιάλειπτος, ακατάπαυστος, άπαυτος, ασταμάτητος (1), διαρκής (1) ΑΝΤ. ασυνεχής 2. {συνηθέστ. στον πληθ.} που συμβαίνει, που επαναλαμβάνεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα, αλλεπάλληλος: ~είς: καβγάδες. ~είς: διαβουλεύσεις/διαφωνίες/επιθέσεις/επισκέψεις/κλήσεις/μετακινήσεις/πιέσεις. ~ή: τηλεφωνήματα (πβ. απανωτός). ~ σεισμική δραστηριότητα. ~ κάλυψη των εξελίξεων από το κανάλι μας. (σε πτήση με αεροπλάνο) Προσδεθείτε: ~είς αναταράξεις. Η τροχαία κάνει ~είς ελέγχους.|| ~ής: τάση (με σταθερή πολικότητα). (ΜΑΘ.) ~ής: συνάρτηση σε σημείο χ. ~ή: συστήματα. Βλ. διακριτός. ΣΥΝ. συχνός ΑΝΤ. σπάνιος (2) ● Ουσ.: συνεχές (το): ΦΥΣ. συνεχής σειρά στοιχείων, ιδιοτήτων που μεταβάλλονται βαθμιαία χωρίς διακοπή: χωροχρονικό ~ (: μαθηματικό μοντέλο που ενώνει τον χώρο και τον χρόνο σε μια συνέχεια). [< γαλλ. continuum, 1905] ● επίρρ.: συνέχεια & συνεχώς [-ῶς]: Είναι ~ αγχωμένος/απασχολημένος/πρόθυμος να βοηθήσει. Γίνεται/συμβαίνει ~ το ίδιο πράγμα. (εμφατ.) ~ώς και αδιαλείπτως. Πβ. εξακολουθητικά. ΣΥΝ. όλο (1) ΑΝΤ. αραιά και πού, κάπου κάπου, κατά καιρούς ● ΣΥΜΠΛ.: συνεχές ωράριο & συνεχόμενο ωράριο: χωρίς διακοπή το μεσημέρι: επιβολή/εφαρμογή/θεσμοθέτηση ~ούς ~ίου. Βλ. σπαστός., συνεχές ρεύμα βλ. ρεύμα [< αρχ. συνεχής, γαλλ. continu]
48825συνεχίζωσυ-νε-χί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {συνέχι-σα, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, συνεχίζ-οντας, συνεχιζ-όμενος} 1. κάνω κάτι χωρίς διακοπή ή ξαναρχίζω κάτι που σταμάτησα: ~ μια ασχολία/το διάβασμα/ένα έργο/μια προσπάθεια/την ίδια τακτική. ~ει ακάθεκτος/απτόητος την πορεία του. Η αστυνομία ~ει τις έρευνες για τον εντοπισμό των δραστών. ~ουμε την εκπομπή μας με το εξής θέμα ... ~σε τις σπουδές του στο εξωτερικό. (σε τηλεοπτική ή ραδιοφωνική εκπομπή) Θα ~σουμε μετά το διάλειμμα.|| Ο αγώνας/η βροχή/η ζέστη/η κακοκαιρία/το κρύο/η παράσταση ~ει/~εται. Αν ~σει έτσι ο καιρός, ... ~εται ο πόνος/η αιμορραγία. ~ονται οι αντιδράσεις/οι διαμαρτυρίες. Για πόσο θα ~στεί αυτή η κατάσταση; Με αμείωτη ένταση ~εται η χιονόπτωση. (προφ., συγκαταβατικά) Και η ζωή ~εται. ~όμενες: απεργίες. ~όμενα: λάθη/προβλήματα (= αλλεπάλληλα, συνεχή). (ΟΙΚΟΝ.) Κέρδη εταιρείας από ~όμενες δραστηριότητες.|| (για τόπο) O δρόμος ~ει μέχρι το βουνό. Η κοιλάδα ~εται (: επεκτείνεται) και πέρα από το ποτάμι. ΣΥΝ. εξακολουθώ ΑΝΤ. διακόπτω (1) 2. αναλαμβάνω κάτι που έχει αρχίσει κάποιος άλλος, με τη σειρά μου: ~ει (= είναι ο συνεχιστής της ...) την επιχείρηση του πατέρα του. ~σε στα βήματα του δασκάλου του. Υπόσχομαι να ~σω το έργο του προκατόχου μου. Πβ. διαδέχομαι.|| ~ την αφήγηση/το κείμενο (ενν. από εκεί που σταμάτησε ο προηγούμενος). ● Παθ.: συνεχίζεται: ένδειξη, συνήθ. στο τέλος κειμένου ή τηλεοπτικής σειράς, που δηλώνει ότι ακολουθεί συνέχεια. ● ΣΥΜΠΛ.: συνεχιζόμενη εκπαίδευση βλ. εκπαίδευση [< μτγν. συνεχίζω 'επιμένω, εξακολουθώ', γαλλ. continuer]
48826συνέχισησυ-νέ-χι-ση ουσ. (θηλ.): διαδικασία κατά την οποία συνεχίζεται κάτι: ~ του αγώνα/του διαλόγου/των διαπραγματεύσεων/των κινητοποιήσεων/των σπουδών/της συνεργασίας/της χρηματοδότησης (πβ. εξακολούθηση, παράταση). ~ των εθίμων και των παραδόσεων (πβ. τήρηση). Απρόσκοπτη ~ (πβ. συνέχεια) των δραστηριοτήτων του. ΑΝΤ. αναστολή (1), διακοπή (1), σταμάτημα
48827συνεχιστήςσυ-νε-χι-στής ουσ. (αρσ.) {θηλ. συνεχίστρια}: πρόσωπο που συνεχίζει ένα έργο, συνήθ. κοινωφελές: αντάξιος/λαμπρός ~ της δυναστείας/της (οικογενειακής) επιχείρησης/της παράδοσης/της πολιτικής (του προκατόχου του). Πβ. τηρητής. Βλ. διάδοχος.
48828συνεχόμενος, η, ο συ-νε-χό-με-νος επίθ.: που είναι συνεχής, που συνεχίζει μετά από κάτι χωρίς κενά ή διακοπές: ~ος: ήχος (= διαρκής).|| ~ος: μήνας/όροφος/τίτλος. ~η: ήττα/νίκη. ~ο: ματς. ~α: δωμάτια/(αθλητικά) παιχνίδια. Κτίσμα ~ο με τον κυρίως ναό. Για τρίτη ~η φορά/χρονιά αυξήθηκαν τα κέρδη. Πβ. συναπτός. ● ΣΥΜΠΛ.: συνεχές ωράριο βλ. συνεχής [< γαλλ. contigu, πβ. αρχ. συνεχόμενος < συνέχω]
48829συνέχωβλ. συνέχει
48830συνεχώςβλ. συνεχής
6961συνηγεσία

[ἀρχηγία] αρ-χη-γί-α ουσ. (θηλ.): η εξουσία και το αξίωμα του αρχηγού· συνεκδ. το χρονικό διάστημα άσκησής της/του: τελετή παράδοσης-παραλαβής της ~ας των Ενόπλων Δυνάμεων/του Πυροσβεστικού Σώματος. Υποψηφιότητα για την ~. Υπό την ~ του ... Ανέλαβε/διεκδικεί την ~ του κόμματος. Η ~ ανατέθηκε στον ... Παραιτήθηκε από την ~. Βλ. αρχηγιλίκι, συν~, υπ~.|| Κατά την ~ του ... (πβ. θητεία). ΣΥΝ. ηγεσία (2) [< μεσν. αρχηγία]

48831συνηγορίασυ-νη-γο-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) θερμή συμπαράσταση προσώπων ή υποστήριξη θέσεων: ~ για τα δικαιώματα των παιδιών/στον οικοτουρισμό/υπέρ της επιστήμης. Δεν έχει ανάγκη από κάποια ιδιαίτερη ~. 2. ΝΟΜ. υπεράσπιση διαδίκου στο δικαστήριο από δικηγόρο: Αθωώθηκε χάρη στη ~ της. [< 1: αρχ. συνηγορία]
4515Συνηγορος

, ή, ό [ἀντικανονικός] α-ντι-κα-νο-νι-κός επίθ. 1. που αντιβαίνει στους ισχύοντες κανόνες, κανονισμούς, νόμους: ~ή: ενέργεια/στάθμευση. ~ό: προσπέρασμα. Πβ. καταχρηστικός, παρά-νομος, -τυπος. ΑΝΤ. νόμιμος, νομότυπος.|| (ΑΘΛ.) ~ό: μαρκάρισμα. ΑΝΤ. κανονικός. 2. ΕΚΚΛΗΣ. που παραβαίνει τους Ιερούς Κανόνες: ~ή: χειροτονία. ● επίρρ.: αντικανονικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. irrégulier]

48832συνήγοροςσυ-νή-γο-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -όρου} 1. ΝΟΜ. δικηγόρος που εκπροσωπεί στο δικαστήριο διάδικο, κατηγορούμενο ή πολιτικό ενάγοντα: ~ εναγομένου/πολιτικής αγωγής/υπεράσπισης. Aναλαμβάνω/διορίζομαι ~. ΣΥΝ. υπεράσπιση (2) 2. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) πρόσωπο που, χωρίς να του έχει ζητηθεί, υπερασπίζεται κάποιον τρίτο: αυτόκλητος ~. Δεν μου χρειάζεται ~, ξέρω τι λέω. ΣΥΝ. δικηγόρος (2) ● ΣΥΜΠΛ.: Συνήγορος του Καταναλωτή: ΝΟΜ. ανεξάρτητη Αρχή, η οποία ιδρύθηκε το 2004, αρμόδια για την εξώδικη επίλυση καταναλωτικών διαφορών· λειτουργεί και ως συμβουλευτικός θεσμός στο πλευρό της Πολιτείας. [< αγγλ. Consumer(s') Council, 1930] , Συνήγορος του Πολίτη (ακρ. ΣτΠ): ΝΟΜ. ανεξάρτητη διοικητική Αρχή σε κάθε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αποστολή τη διαμεσολάβηση μεταξύ των πολιτών και των δημόσιων υπηρεσιών και της κυβέρνησης, για την προστασία και προαγωγή των δικαιωμάτων του πολίτη, την καταπολέμηση της κακοδιοίκησης, και την τήρηση της νομιμότητας: ~ ~ για τον Δημότη/για την Ίση Μεταχείριση/για τον Μετανάστη, τον Πρόσφυγα και τον Ομογενή/για το Παιδί/για το Περιβάλλον/για την Υγεία και την Κοινωνική Αλληλεγγύη (: ειδικές υπηρεσίες του ΣτΠ). Πβ. Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής. [< γαλλ. Le protecteur du citoyen, 1968] , δικηγόρος/συνήγορος του διαβόλου βλ. δικηγόρος [< αρχ. συνήγορος ‘υπερασπιστής’]
48833συνηγορώ[συνηγορῶ] συ-νη-γο-ρώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {συνηγορ-είς ..., -ώντας | συνηγόρη-σα} (λόγ.): παίρνω το μέρος κάποιου ή συμφωνώ με μια άποψη και την υπερασπίζομαι: ~ στην αντικατάσταση του προπονητή/υπέρ της δημιουργίας μητροπολιτικού πάρκου. Πβ. υποστηρίζω.|| (κυρ. στο γ' πρόσ.) Το διεθνές κλίμα ~εί για ... (βλ. συντείνω). Στοιχεία που ~ούν στο (: αποδεικνύουν, επιβεβαιώνουν) ότι το κρασί έχει και αντικαρκινικές ιδιότητες. Υπάρχουν λόγοι που ~ούν ότι ... [< αρχ. συνηγορῶ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.