| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3988 | ανθρωπίδες | [ἀνθρωπίδες] αν-θρω-πί-δες ουσ. (αρσ.) (οι): ΑΝΘΡΩΠ. οικογένεια εξελιγμένων θηλαστικών (επιστ. ονομασ. Hominidae) που περιλαμβάνει απολιθωμένα ανθρωποειδή θηλαστικά και τους προγόνους του σύγχρονου ανθρώπου. Βλ. αυστραλοπίθηκος, πρωτεύοντα, homo sapiens. [< γαλλ. hominidés] | |
| 3989 | ανθρωπικός | , ή, ό [ἀνθρωπικός] αν-θρω-πι-κός επίθ.: συνήθ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ανθρωπική αρχή & ανθρωπικό αξίωμα: (στην κοσμολογία) μεταφυσική-θεολογική και ντετερμινιστική ερμηνεία του κόσμου στο βαθμό που θέτει ως κέντρο του Σύμπαντος τον παρατηρητή του, το σκεπτόμενο δηλ. ον, όχι απλώς ως σημείο αναφοράς, αλλά ως σκοπό της δημιουργίας του: ασθενής/ισχυρή ~ ~ (: ασχολείται με τη χωροχρονική θέση της νοήμονος ζωής στο Σύμπαν ή μέσα σε ένα άπειρο αριθμό από πιθανά Σύμπαντα, αντίστοιχα). [< γαλλ. principe anthropique, 1974, αγγλ. anthropic principle, 1974] [< αρχ. ἀνθρωπικός ‘ανθρώπινος, που σχετίζεται με τον άνθρωπο’] | |
| 3990 | ανθρωπινός | , ή, ό [ἀνθρωπινός] αν-θρω-πι-νός επίθ. (προφ.) 1. που είναι κατάλληλος για άνθρωπο ή αντάξιός του: ~ός: ύπνος. ~ή: ζωή/συμπεριφορά. ~ό: μεροκάματο/σπίτι. ~ές: συνθήκες. ~ά: λόγια/ρούχα (ΣΥΝ. της ανθρωπιάς, της προκοπής). Πβ. αξιοπρεπής, ευπρεπής, κόσμιος. 2. (λαϊκό) που ανήκει στον άνθρωπο. ΣΥΝ. ανθρώπινος (1) ● επίρρ.: ανθρωπινά [< μεσν. ανθρωπινός] | |
| 3991 | ανθρώπινος | , η, ο [ἀνθρώπινος] αν-θρώ-πι-νος επίθ. 1. που ανήκει ή αναφέρεται στον άνθρωπο: ~ος: εγκέφαλος/οργανισμός/πόνος/σκελετός. ~η: γλώσσα/γνώση/δημιουργικότητα/εμπορία/επικοινωνία/μοίρα/παρέμβαση/παρουσία/σκέψη/συμπεριφορά /φωνή. ~ο: γένος/δράμα/ον/εμπόριο/πλάσμα/σώμα. ~α: γονίδια/ένστικτα/έργα/κύτταρα/όντα/όργανα/πράγματα/συναισθήματα/χαρακτηριστικά. Η ~η αξιοπρέπεια/υπόσταση. Βλ. δι~, παν~. ΣΥΝ. ανθρωπινός (2) ΑΝΤ. ζωώδης (1) 2. που έχει ή σχετίζεται με ιδιότητες χαρακτηριστικές του ανθρώπου: ~η: αντίδραση/διάσταση/μορφή/περιέργεια/συγκίνηση/υπόσταση/φύση. ~ο: ενδιαφέρον. ~ες: αδυναμίες/ανάγκες/αξίες/αρετές/δραστηριότητες/καταστάσεις/στιγμές. ~α: όρια/πάθη. Είναι ~ο (πβ. κατανοητό) να ... 3. που διακρίνεται από ευαισθησία, ευγένεια και ανθρωπιά: ~ος: δάσκαλος. ~ος απέναντι στους άλλους. Μια πράξη τόσο ~η! ΑΝΤ. απάνθρωπος, ζωώδης (2) 4. (για κάτι) που ταιριάζει σε ανθρώπους, είναι αντάξιό τους: ~η: πόλη (πβ. της ανθρωπιάς, της προκοπής). ~ο: σπίτι/ωράριο. ~ες κοινωνίες/συνθήκες διαβίωσης/εργασίας. Αγωνίζονται για ένα πιο ~ο κόσμο/περιβάλλον. Πβ. ανθρωπινός, αξιοπρεπής, ευπρεπής. ΑΝΤ. απάνθρωπος, σκληρός. ● Ουσ.: ανθρώπινα (τα): οι υποθέσεις του ανθρώπου: Συγχέει τα θεία με τα ~. Εφήμερα τα ~., ανθρώπινο (το): ό,τι χαρακτηρίζει τον άνθρωπο: Το βλέμμα της δεν είχε τίποτε το ~. ● επίρρ.: ανθρώπινα: Μπορούμε να ζούμε λίγο πιο ~. Μίλησαν/φέρθηκαν ~. Βλ. ανθρωπίνως. ● ΣΥΜΠΛ.: ανθρώπινες σχέσεις: που ανταποκρίνονται στις ανάγκες του ανθρώπου: κοινωνικές/φιλικές και ~ ~. [< αγγλ. human relations, 1946] , ανθρώπινο κεφάλαιο: ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των σχετικών με την παραγωγική διαδικασία γνώσεων και ικανοτήτων που αποκτά ο άνθρωπος με τη μόρφωση, την κατάρτιση και την εξάσκηση: επένδυση στο ~ ~., ανθρώπινη αλυσίδα βλ. αλυσίδα, ανθρώπινη ασπίδα βλ. ασπίδα, ανθρώπινη οικολογία βλ. οικολογία, ανθρώπινο λάθος βλ. λάθος, ανθρώπινο/έμψυχο δυναμικό βλ. δυναμικό, ανθρώπινοι πόροι βλ. πόρος, ανθρώπινος παράγοντας/παράγων βλ. παράγοντας, τα ανθρώπινα δικαιώματα/τα δικαιώματα του ανθρώπου βλ. δικαίωμα, το ανθρώπινο είδος/γένος βλ. είδος ● ΦΡ.: το πλανάσθαι/σφάλλειν ανθρώπινον (λόγ.): είναι γνώρισμα του ανθρώπου να κάνει σφάλματα., με ανθρώπινο πρόσωπο βλ. πρόσωπο, τα λάθη είναι ανθρώπινα/άνθρωποι είμαστε, λάθη κάνουμε βλ. άνθρωπος [< αρχ. ἀνθρώπινος, γαλλ. humain, αγγλ. human] | |
| 3992 | ανθρωπινότητα | [ἀνθρωπινότητα] αν-θρω-πι-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΑΝΤ. αποκτήνωση 1. η ιδιότητα του ανθρώπου. 2. ανθρωπιά. [< γαλλ. humanité, αγγλ. humanness, γερμ. Menschlichkeit] | |
| 3993 | ανθρωπίνως | [ἀνθρωπίνως] αν-θρω-πί-νως επίρρ. (λόγ.): για τα ανθρώπινα μέτρα: Είναι ~ (= εντελώς) αδύνατο(ν) να παρευρεθώ στη συνάντηση. Έγινε/κάναμε ό,τι ήταν ~ δυνατόν. Βλ. ανθρώπινα. [< αρχ. ἀνθρωπίνως] | |
| 3994 | ανθρωπισμός | [ἀνθρωπισμός] αν-θρω-πι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. φιλοσοφική και ευρύτερη κοινωνική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος και οι ανθρώπινες αρχές τοποθετούνται πάνω από κάθε άλλη αξία· κυρ. σεβασμός και αγάπη προς τον συνάνθρωπο, ανθρωπιά: έργο διαποτισμένο από βαθύ ~ό. Η έννοια/τα ιδεώδη του ~ού. Διαπνέεται από ~ό. Βλ. εξ~, μετ~. 2. ΦΙΛΟΣ. -ΙΣΤ. πνευματικό κίνημα της Αναγέννησης, σύμφωνα με το οποίο η αγωγή του ανθρώπου πρέπει να βασίζεται στη μελέτη και τη μίμηση του κλασικού αρχαίου ελληνικού και λατινικού πολιτισμού. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. ουμανισμός [< μτγν. ἀνθρωπισμός ‘ανθρώπινη φύση’, γερμ. Humanismus, γαλλ. humanisme] | |
| 3995 | ανθρωπιστής | [ἀνθρωπιστής] αν-θρω-πι-στής επίθ./ουσ. {σπανιότ. θηλ. ανθρωπίστρια} ΣΥΝ. ουμανιστής 1. φιλάνθρωπος· ειδικότ. οπαδός του φιλοσοφικού ρεύματος του ανθρωπισμού: ονειροπόλος/οραματιστής και ~. Πβ. αλτρουιστής, φιλάλληλος. Βλ. ειρηνιστής. 2. ΦΙΛΟΣ.-ΙΣΤ. λόγιος με βαθιά γνώση της ελληνικής ή/και της λατινικής γραμματείας. Βλ. χόμο ουνιβερσάλις. [< γαλλ. humaniste] | |
| 3996 | ανθρωπιστικός | , ή, ό [ἀνθρωπιστικός] αν-θρω-πι-στι-κός επίθ. 1. που χαρακτηρίζεται από φιλάνθρωπες αξίες: ~ός: οργανισμός. ~ή: αποστολή/προσφορά. Διεθνές ~ό Δίκαιο. ΣΥΝ. αλτρουιστικός, φιλανθρωπικός 2. που σχετίζεται με τον ανθρωπισμό ως φιλοσοφικό τρόπο σκέψης και ως παιδευτικό ιδεώδες: ~ή: εκπαίδευση/ηθική/κληρονομιά/μόρφωση/παράδοση. ~ό: μήνυμα/πνεύμα. ~ές: αξίες/ιδέες. Βλ. -ιστικός1. ΣΥΝ. ουμανιστικός ● επίρρ.: ανθρωπιστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ανθρωπιστικές επιστήμες & επιστήμες του ανθρώπου: που μελετούν τον άνθρωπο και τα πνευματικά του δημιουργήματα. Πβ. θεωρητικές επιστήμες. Βλ. θετικές επιστήμες. [< γερμ. Geisteswissenschaften, γαλλ. humanités, sciences de l'homme, sciences humaines ] , ανθρωπιστικές οργανώσεις: που παρέχουν βοήθεια, υπερασπίζονται τις ανθρώπινες ζωές και αξίες και ασχολούνται με ζητήματα κοινωνικής προστασίας, πρόνοιας και αποκλεισμού: διεθνείς/μη κυβερνητικές ~ ~. Οικολογικές και ~ ~. Ιατρική ~ή ~η. Βλ. ΓΧΣ, Διεθνής Αμνηστία, ΕΣ. [< γαλλ. organisations humanitaires] , ανθρωπιστικές σπουδές: που έχουν ως αντικείμενο τις επιστήμες του ανθρώπου., ανθρωπιστική παιδεία: που έχει ως επίκεντρο τα πνευματικά δημιουργήματα του ανθρώπου και στοχεύει μέσω αυτών στην ευρύτερη πνευματική και ηθική του καλλιέργεια. ΑΝΤ. τεχνοκρατική παιδεία [< γερμ. humanistische Bildung] , ανθρωπιστική βοήθεια βλ. βοήθεια, ανθρωπιστική επέμβαση βλ. επέμβαση, ανθρωπιστικός διάδρομος βλ. διάδρομος [< 1: γαλλ. humanitaire 2: γερμ. humanistisch, γαλλ. humaniste] | |
| 3997 | ανθρωπο- & ανθρωπό- & ανθρωπ- | : α' συνθετικό επιθέτων και ουσιαστικών με αναφορά στον άνθρωπο: ανθρωπο-ειδής. Ανθρωπό-μορφος.|| Aνθρωπο-γεωγραφία/~θάλασσα/~μήνας. | |
| 3998 | ανθρωποβιολογία | [ἀνθρωποβιολογία] αν-θρω-πο-βι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΑΝΘΡΩΠ. βιολογική μελέτη του ανθρώπινου είδους. ΣΥΝ. φυσική ανθρωπολογία [< αγγλ. anthropobiology, γαλλ. anthropobiologie] | |
| 3999 | ανθρωποβόρος | , α, ο [ἀνθρωποβόρος] αν-θρω-πο-βό-ρος επίθ. (λόγ.): απάνθρωπος: ~ος: ανταγωνισμός. ~α: εξουσία. ~ο: καθεστώς/σύστημα. ~ες: διαθέσεις/συνθήκες. | |
| 4000 | ανθρωπογένεση | [ἀνθρωπογένεση] αν-θρω-πο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.) ΑΝΘΡΩΠ. 1. γένεση και εξέλιξη του ανθρώπινου είδους. Βλ. -γένεση, θεο-, κοσμο-γονία. 2. επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με την καταγωγή του ανθρώπου, την εξελικτική πορεία και τη σχέση του με άλλους οργανισμούς. [< γαλλ. anthropogenèse, αγγλ. anthropogenesis] | |
| 4001 | ανθρωπογενής | , ής, ές [ἀνθρωπογενής] αν-θρω-πο-γε-νής επίθ. (επίσ.): που οφείλεται στον άνθρωπο, δημιουργείται από τις δραστηριότητές του: ~ής: κλιματική αλλαγή/παρέμβαση. ~ές: δάσος (πβ. τεχνητό). Βλ. -γενής. ● επίρρ.: ανθρωπογενώς [-ῶς] (λόγ.): ΑΝΤ. φυσικά (3) ● ΣΥΜΠΛ.: ανθρωπογενές περιβάλλον βλ. περιβάλλον [< μτγν. ἀνθρωπογενής, αγγλ. man-made, anthropogenic, 1923, γαλλ. anthropogénique] | |
| 4002 | ανθρωπογεωγραφία | [ἀνθρωπογεωγραφία] αν-θρω-πο-γε-ω-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΓΕΩΓΡ. κλάδος που μελετά την κατανομή του ανθρώπινου πληθυσμού στη Γη καθώς και την αλληλεπίδραση γεωγραφικού περιβάλλοντος και ανθρώπου: ~ της φτώχειας/των φυσικών καταστροφών. Βλ. βιογεωγραφία. [< γαλλ. anthropogéographie, αγγλ. anthropogeography] | |
| 4003 | ανθρωπογεωγραφικός | , ή, ό [ἀνθρωπογεωγραφικός] αν-θρω-πο-γε-ω-γρα-φι-κός επίθ.: ΑΝΘΡΩΠ. που σχετίζεται με την ανθρωπογεωγραφία: ~ός: χώρος. ~ά: στοιχεία. Βλ. βιογεωγραφικός. | |
| 4004 | ανθρωπογεωγράφος | [ἀνθρωπογεωγράφος] αν-θρω-πο-γε-ω-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΝΘΡΩΠ. επιστήμονας που ειδικεύεται στην ανθρωπογεωγραφία: αρχιτέκτονας-~. | |
| 4005 | ανθρωπογνωσία | [ἀνθρωπογνωσία] αν-θρω-πο-γνω-σί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. γνώση των ψυχικών ιδιοτήτων και του χαρακτήρα του ανθρώπου. Βλ. -γνωσία. [< γερμ. Menschenkenntnis] | |
| 4006 | ανθρωπογνωστικός | , ή, ό [ἀνθρωπογνωστικός] αν-θρω-πο-γνω-στι-κός επίθ.: ΨΥΧΟΛ. που σχετίζεται με την ανθρωπογνωσία: ~ές: επιστήμες/θεωρίες. | |
| 4007 | ανθρωποειδής | , ής, ές [ἀνθρωποειδής] αν-θρω-πο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που έχει χαρακτηριστικά παρόμοια με του ανθρώπου: ~ής: (ΖΩΟΛ.) πίθηκος. ~ές: πλάσμα. Βλ. -ειδής. ΣΥΝ. ανθρωπόμορφος ● Ουσ.: ανθρωποειδές (το) 1. έμβιο ον που ανήκει στην ίδια οικογένεια με τον άνθρωπο ή του μοιάζει: κρανίο ~ούς. Ο σκελετός ανήκει σε ~ που έζησε πριν από εκατομμύρια χρόνια. Βλ. ανθρωπίδες, πρωτεύοντα. 2. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. ρομπότ με ανθρώπινα χαρακτηριστικά: προηγμένο ~. 3. (μειωτ.) πρόσωπο που δεν αξίζει να λέγεται άνθρωπος. Πβ. ανθρωπάριο. [< 1: γαλλ. anthropoïde 2: αγγλ. anthropoid] [< αρχ. ἀνθρωποειδής] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ