Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [4920-4940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3997ανθρωπο- & ανθρωπό- & ανθρωπ-: α' συνθετικό επιθέτων και ουσιαστικών με αναφορά στον άνθρωπο: ανθρωπο-ειδής. Ανθρωπό-μορφος.|| Aνθρωπο-γεωγραφία/~θάλασσα/~μήνας.
3998ανθρωποβιολογία[ἀνθρωποβιολογία] αν-θρω-πο-βι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΑΝΘΡΩΠ. βιολογική μελέτη του ανθρώπινου είδους. ΣΥΝ. φυσική ανθρωπολογία [< αγγλ. anthropobiology, γαλλ. anthropobiologie]
3999ανθρωποβόρος, α, ο [ἀνθρωποβόρος] αν-θρω-πο-βό-ρος επίθ. (λόγ.): απάνθρωπος: ~ος: ανταγωνισμός. ~α: εξουσία. ~ο: καθεστώς/σύστημα. ~ες: διαθέσεις/συνθήκες.
4000ανθρωπογένεση[ἀνθρωπογένεση] αν-θρω-πο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.) ΑΝΘΡΩΠ. 1. γένεση και εξέλιξη του ανθρώπινου είδους. Βλ. -γένεση, θεο-, κοσμο-γονία. 2. επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με την καταγωγή του ανθρώπου, την εξελικτική πορεία και τη σχέση του με άλλους οργανισμούς. [< γαλλ. anthropogenèse, αγγλ. anthropogenesis]
4001ανθρωπογενής, ής, ές [ἀνθρωπογενής] αν-θρω-πο-γε-νής επίθ. (επίσ.): που οφείλεται στον άνθρωπο, δημιουργείται από τις δραστηριότητές του: ~ής: κλιματική αλλαγή/παρέμβαση. ~ές: δάσος (πβ. τεχνητό). Βλ. -γενής. ● επίρρ.: ανθρωπογενώς [-ῶς] (λόγ.): ΑΝΤ. φυσικά (3) ● ΣΥΜΠΛ.: ανθρωπογενές περιβάλλον βλ. περιβάλλον [< μτγν. ἀνθρωπογενής, αγγλ. man-made, anthropogenic, 1923, γαλλ. anthropogénique]
4002ανθρωπογεωγραφία[ἀνθρωπογεωγραφία] αν-θρω-πο-γε-ω-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΓΕΩΓΡ. κλάδος που μελετά την κατανομή του ανθρώπινου πληθυσμού στη Γη καθώς και την αλληλεπίδραση γεωγραφικού περιβάλλοντος και ανθρώπου: ~ της φτώχειας/των φυσικών καταστροφών. Βλ. βιογεωγραφία. [< γαλλ. anthropogéographie, αγγλ. anthropogeography]
4003ανθρωπογεωγραφικός, ή, ό [ἀνθρωπογεωγραφικός] αν-θρω-πο-γε-ω-γρα-φι-κός επίθ.: ΑΝΘΡΩΠ. που σχετίζεται με την ανθρωπογεωγραφία: ~ός: χώρος. ~ά: στοιχεία. Βλ. βιογεωγραφικός.
4004ανθρωπογεωγράφος[ἀνθρωπογεωγράφος] αν-θρω-πο-γε-ω-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΝΘΡΩΠ. επιστήμονας που ειδικεύεται στην ανθρωπογεωγραφία: αρχιτέκτονας-~.
4005ανθρωπογνωσία[ἀνθρωπογνωσία] αν-θρω-πο-γνω-σί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. γνώση των ψυχικών ιδιοτήτων και του χαρακτήρα του ανθρώπου. Βλ. -γνωσία. [< γερμ. Menschenkenntnis]
4006ανθρωπογνωστικός, ή, ό [ἀνθρωπογνωστικός] αν-θρω-πο-γνω-στι-κός επίθ.: ΨΥΧΟΛ. που σχετίζεται με την ανθρωπογνωσία: ~ές: επιστήμες/θεωρίες.
4007ανθρωποειδής, ής, ές [ἀνθρωποειδής] αν-θρω-πο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που έχει χαρακτηριστικά παρόμοια με του ανθρώπου: ~ής: (ΖΩΟΛ.) πίθηκος. ~ές: πλάσμα. Βλ. -ειδής. ΣΥΝ. ανθρωπόμορφος ● Ουσ.: ανθρωποειδές (το) 1. έμβιο ον που ανήκει στην ίδια οικογένεια με τον άνθρωπο ή του μοιάζει: κρανίο ~ούς. Ο σκελετός ανήκει σε ~ που έζησε πριν από εκατομμύρια χρόνια. Βλ. ανθρωπίδες, πρωτεύοντα. 2. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. ρομπότ με ανθρώπινα χαρακτηριστικά: προηγμένο ~. 3. (μειωτ.) πρόσωπο που δεν αξίζει να λέγεται άνθρωπος. Πβ. ανθρωπάριο. [< 1: γαλλ. anthropoïde 2: αγγλ. anthropoid] [< αρχ. ἀνθρωποειδής]
4008ανθρωποέτος[ἀνθρωποέτος] αν-θρω-πο-έ-τος ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. μονάδα μέτρησης του έργου που μπορεί να παράγει ο μέσος εργαζόμενος σε ένα έτος. Βλ. ανθρωπο-μήνας, -ώρα. [< αγγλ. man-year, 1916]
4009ανθρωποζωικός, ή, ό [ἀνθρωποζωϊκός] αν-θρω-πο-ζω-ι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. (για περίοδο) που σχετίζεται με την εμφάνιση του ανθρώπου στη Γη: ~ός: αιώνας. [< γαλλ. anthropozoïque, αγγλ. anthropozoic]
4010ανθρωποζωονόσος[ἀνθρωποζωονόσος] αν-θρω-πο-ζω-ο-νό-σος ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. νόσημα που μεταδίδεται από τον άνθρωπο στα ζώα και αντίστροφα. Πβ. ζωονόσος. [< αγγλ. anthropozoonosis]
4011ανθρωποημέρα[ἀνθρωποημέρα] αν-θρω-πο-η-μέ-ρα ουσ. (θηλ.) {ανθρωποημερών, συνήθ. στον πληθ.}: ΟΙΚΟΝ. μονάδα μέτρησης του έργου που ο μέσος εργαζόμενος μπορεί να παράγει σε μια μέρα: ~ες εργασίας. Βλ. ανθρωπο-έτος, -μήνας, -ώρα, εργατοώρα. [< αγγλ. man-day, 1925]
4012ανθρωποθάλασσα[ἀνθρωποθάλασσα] αν-θρω-πο-θά-λασ-σα ουσ. (θηλ.): πολύ μεγάλος αριθμός ανθρώπων, πλήθος: τεράστια ~. Πβ. ανθρωπομάνι, κοσμο-πλημμύρα, -συρροή, λαοθάλασσα. [< γαλλ. marée humaine]
4013ανθρωποθυρίδα[ἀνθρωποθυρίδα] αν-θρω-πο-θυ-ρί-δα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): οπή με επίπεδο καπάκι από όπου εξασφαλίζεται η πρόσβαση σε υπόγεια κατασκευή: ενσωματωμένη ~. ~ες επιθεώρησης/υποβρυχίου/φρεατίων αποχέτευσης. Βλ. καταπακτή, στόμιο. [< γαλλ. trou d'homme]
4014ανθρωποθυσία[ἀνθρωποθυσία] αν-θρω-πο-θυ-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΘΡΗΣΚ. θυσία ανθρώπου για τον εξευμενισμό υπερφυσικής δύναμης: αποτρόπαιες/πανάρχαιες/τελετουργικές ~ες. Βλ. ζωοθυσία. 2. (μτφ.) εξόντωση ανθρώπων, κυρ. για στρατιώτες και άμαχο πληθυσμό που χάνονται άδικα. [< 1: μτγν. ἀνθρωποθυσία]
4015Ανθρωπόκαινο[Ἀνθρωπόκαινο] Αν-θρω-πό-και-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -αίνου} & ανθρωπόκαινος εποχή: ΓΕΩΛ.- ΚΛΙΜΑΤ. η πιο πρόσφατη περίοδος του Τεταρτογενούς η οποία συνδέεται με την ανθρωπογενή συνιστώσα της κλιματικής αλλαγής. Βλ. Ολόκαινο. [< αγγλ. Anthropocene, διαδόθηκε από τον P. J.-Crutzen, περ. 1990, γαλλ. anthropocène, 2000, ιταλ. Antropocene, 2002]
4016ανθρωποκεντρικός, ή, ό [ἀνθρωποκεντρικός] αν-θρω-πο-κε-ντρι-κός επίθ.: που θέτει τον άνθρωπο στο επίκεντρο: ~ός: σχεδιασμός (τεχνολογιών)/χαρακτήρας. ~ή: αντίληψη/θεώρηση (της ζωής)/παιδεία/σκέψη/φιλοσοφία. ~ό: μοντέλο (ανάπτυξης υπηρεσιών). ~ές: αξίες. (σπανιότ. για πρόσ.) ~ συγγραφέας. Πβ. ανθρωπιστικός. Βλ. -κεντρικός. ● επίρρ.: ανθρωποκεντρικά [< γαλλ. anthropocentrique, αγγλ. anthropocentric]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.