Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [49380-49400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48846σύνθεσησύν-θε-ση 1. συνδυασμός ή συνένωση στοιχείων ή μερών σε σύνολο ή/και το προϊόν που παράγεται· συνεκδ. το σύνολο των προσώπων ή στοιχείων από τα οποία αποτελείται κάτι: ~ εικόνας και μουσικής/ήχου/ομιλίας/φωνής. ~ με λουλούδια. ~ κρεβατοκάμαρας/σαλονιού (ενν. επίπλων). (Διακοσμητική) ~ για βαφτίσια/γάμο.|| (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.) Αρχιτεκτονική/εικαστική/ζωγραφική/καλλιτεχνική/ποιητική/χορογραφική ~.|| ~ πληθυσμού/φαρμάκου/χρωμάτων. Ηλικιακή/ποσοστιαία ~ (ομάδας ατόμων).|| ~ Βουλής/επιτροπής/εταιρείας/οργανισμού/πληρώματος/προσωπικού/συνέλευσης/τμήματος/τομέα/υπηρεσίας. Η ~ της νέας κυβέρνησης. Μετοχική ~. Αλλαγή/μέλος ~ης. Πβ. σύσταση.|| (ΑΘΛ.) ~ ανάγκης (: από αναπληρωματικούς κυρ. παίκτες). Με ποια ~ θα παίξει η ομάδα;|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ του στόλου/των Ενόπλων Δυνάμεων.|| (ΧΗΜ.) Αέριο ~ης (: το καύσιμο προϊόν της αεριοποίησης βιομάζας). 2. ΜΟΥΣ. σύλληψη και δημιουργία πρωτότυπου μουσικού έργου, το ίδιο το έργο και ο σχετικός κλάδος της μουσικής: ~ κομματιού/κύκλου/μελωδίας/όπερας/συμφωνίας/τραγουδιού.|| Έντεχνη/κλασική/λαϊκή/ξένη ~. ~ για κιθάρα/πιάνο. ~ για σόλο και ορχήστρα/για πέντε όργανα και φωνή. ~ σε ρυθμό .../χρόνο ... Γράφω/παίζω μια ~.|| Σπουδάζει ~. 3. ΓΛΩΣΣ. ένωση δύο ή περισσότερων λέξεων για τον σχηματισμό μιας νέας (σύνθετη λέξη): παραγωγή και ~. 4. ΒΙΟΛ. διαδικασία κατά την οποία οι ζωντανοί οργανισμοί παράγουν και επεξεργάζονται τις απαραίτητες ουσίες για τις βασικές λειτουργίες τους. Βλ. πρωτεϊνο~, φωτο~. ΣΥΝ. βιοσύνθεση 5. ΦΥΣ. διαδικασία καθορισμού της συνισταμένης μεγεθών: ~ δυνάμεων/κινήσεων/ταχυτήτων. 6. ΦΙΛΟΣ. το τρίτο στάδιο στη διαλεκτική φιλοσοφία του Χέγκελ (θέση-αντίθεση-σύνθεση), στο οποίο επιτυγχάνεται η υπέρβαση των αντιτιθέμενων απόψεων και η συναρμογή τους σε ένα ενιαίο φιλοσοφικό σύστημα. 7. ΤΥΠΟΓΡ. στοιχειοθεσία ή κατάλληλη τοποθέτηση των έτοιμων τυπογραφικών φύλλων για τον σχηματισμό ενός βιβλίου: ~ δεκαεξασέλιδου.|| (ΤΕΧΝΟΛ.-ΦΩΤΟΓΡ.) Αφαιρετική/προσθετική τρίχρωμη μέθοδος ~ης (: μέθοδοι αναπαραγωγής χρωμάτων σε τυπογραφία, φωτογραφία και οπτικοακουστικά μέσα). ● ΣΥΜΠΛ.: γνήσια σύνθεση: ΓΛΩΣΣ. κατά την οποία παθαίνει μεταβολές το α' ή β' συνθετικό και συνήθ. παρεμβάλλεται το συνδετικό φωνήεν -ο-: π.χ. ανεμ-ό-μυλος., καταχρηστική σύνθεση: ΓΛΩΣΣ. όταν τα συνθετικά δεν παρουσιάζουν αλλαγές κατά τη διαδικασία της σύνθεσης, εκτός από πιθανή μετακίνηση του τόνου: π.χ. Κηπούπολη., σύνθεση φωνής: ΠΛΗΡΟΦ. μετατροπή ψηφιακών δεδομένων ή μαγνητοφωνημένων φθόγγων σε κυματομορφή ανθρώπινης φωνής.[< αγγλ. speech synthesis, 1961] , χαλαρή σύνθεση βλ. χαλαρός , [< αρχ. σύνθεσις ‘συνένωση, συνδυασμός, συμφωνία’, γαλλ. constitution, synthèse, αγγλ. synthesis 2: γαλλ. composition 6: γερμ. Synthese]
48847συνθετάση & συνθάσησυν-θε-τά-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένζυμο που δρα ως καταλύτης στην ένωση δύο μορίων με υδρόλυση, το οποίο ευθύνεται για τη μετατροπή της τριφωσφορικής αδενοσίνης σε διφωσφορική και αντίστροφα, με ταυτόχρονη απελευθέρωση ή δέσμευση ενέργειας αντίστοιχα. ΣΥΝ. λιγάση. [< αγγλ. synthetase, 1947 < synthet(ic) + -ase, synthase, 1954, γαλλ. synthétase, 1985]
48848συνθετήριοσυν-θε-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {συνθετηρί-ου} (παλαιότ.): ΤΥΠΟΓΡ. (μεταλλική) θήκη στοιχειοθεσίας: περιθώρια/(τυπογραφικά) στοιχεία ~ου. [< γαλλ. composteur]
48850συνθετητήςσυν-θε-τη-τής ουσ. (αρσ.): ΜΟΥΣ. συνθεσάιζερ. [< γαλλ. synthétiseur, περ. 1960]
48851συνθετικός, ή, ό συν-θε-τι-κός επίθ. 1. (επιστ.) που δημιουργείται ή παράγεται με χημική σύνθεση, που δεν αποτελείται από φυσικά υλικά: ~ός: (χλοο)τάπητας. ~ή: βαφή/γούνα/ίνα/πρωτεΐνη/ύλη. ~ό: δέρμα (πβ. βινύλ, δερματίνη)/καουτσούκ/λιπαντικό/νήμα/ύφασμα. ~ές: κλωστές. ~ά: κουφώματα/ναρκωτικά/χρώματα. Βλ. ημι~. Πβ. τεχνητός. 2. που σχετίζεται με τη διαδικασία της σύνθεσης ή προκύπτει από αυτή: ~ός: τρόπος σκέψης/χαρακτήρας. ~ή: ανάλυση/εργασία/ικανότητα/μορφή (βιταμίνης)/παρουσίαση (ενός φαινομένου)/σκέψη. ~ό: έργο. Βλ. πολυ~. ΑΝΤ. αναλυτικός (2) ● Ουσ.: συνθετικά (τα): ενν. ρούχα. Βλ. βαμβακερά, μάλλινα., συνθετικό (το): ΓΛΩΣΣ. καθένα από τα μέρη από τα οποία αποτελείται μια σύνθετη λέξη: πρώτο (βλ. πρόθημα)/δεύτερο (βλ. επίθημα) ~. Ανάλυση/χωρισμός μιας λέξης στα ~ά της. ● ΣΥΜΠΛ.: συνθετικές γλώσσες: ΓΛΩΣΣ. στις οποίες οι λέξεις περιέχουν τυπικά περισσότερα από ένα μορφήματα (Ελληνική, Λατινική, Αραβική, Τουρκική). Βλ. αναλυτικές γλώσσες., συνθετική μέθοδος: η απαγωγική μέθοδος, που ξεκινά από το γενικό και συνολικό και καταλήγει στο ειδικό και μερικό. Βλ. αναλυτική μέθοδος., συνθετική φωνή: ΤΕΧΝΟΛ. που παράγεται με τεχνητά μέσα: Πρόγραμμα που μετατρέπει κείμενο σε ~ ~. [< αρχ. συνθετικός, γαλλ. synthétique, αγγλ. synthetic]
48852σύνθετος, η, ο σύν-θε-τος επίθ.: που συνίσταται από δύο ή περισσότερα τμήματα ή στοιχεία σε οργανικό, ενιαίο σύνολο· πολύπλοκος: ~ος: μηχανισμός/ορισμός/συλλογισμός/(ΟΙΚΟΝ.) τόκος (πβ. ανατοκισμός)/τρόπος (λειτουργίας). ~η: άσκηση/δραστηριότητα/εικόνα/έννοια/εργασία/ερώτηση/κατασκευή/λύση/μέθοδος/σκέψη. ~ο: έργο/πρόβλημα (πβ. δύσκολος). ~οι: υδατάνθρακες (: άμυλο). ~ες: μορφές ζωής. ~α: αγωνίσματα (: στον στίβο το πέντ-, έπτ-, δέκ-αθλο)/υλικά. Πβ. περίπλοκος, πολύπλοκος.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ.) ~ ρυθμός (: με στοιχεία από τον ιωνικό και κορινθιακό ρυθμό).|| (ΓΡΑΜΜ.) ~η πρόταση (: με δύο ή περισσότερα υποκείμενα, αντικείμενα ή κατηγορούμενα).|| (ΜΑΘ.) ~ος: αριθμός (: φυσικός αριθμός που μπορεί να διαιρεθεί. ΑΝΤ. πρώτος). ~o: κλάσμα (: που ο αριθμητής ή/και ο παρονομαστής του είναι κλάσματα). Βλ. πολυ~. ΑΝΤ. απλός (1) ● Ουσ.: σύνθετο (το) 1. έπιπλο που αποτελείται από πολλά κομμάτια και έχει πολλούς αποθηκευτικούς χώρους, ράφια, συρτάρια. Βλ. μπουφές. 2. ΓΛΩΣΣ. λέξη που δημιουργείται από την ένωση δύο ή περισσότερων άλλων: αντικειμενικό (: που το ένα συνθετικό είναι αντικείμενο του άλλου, π.χ. παλαιοπώλης)/κτητικό (: που αναφέρεται σε ιδιότητα ή κτήση, π.χ. ψηλόλιγνος, ψαρομάλλης)/νόθο (: με συνθετικά από διαφορετική γλώσσα, π.χ. τηλεμάρκετινγκ)/συνδετικό ή παρατακτικό (: που τα συνθετικά μπορούν να συνδεθούν με το «και», π.χ. αμνοερίφια)/προσδιοριστικό ή οριστικό (: στο οποίο το πρώτο συνθετικό προσδιορίζει το άλλο, π.χ. αγριόπαπια)/χαλαρό (: που προκύπτει από χαλαρή σύνθεση, π.χ. παλιοπαρέα) ~. Σχηματισμός/τονισμός ~ων. Βλ. παρασύνθετος. ● επίρρ.: σύνθετα ● ΣΥΜΠΛ.: παραθετικό σύνθετο: ΓΛΩΣΣ. ονοματικό σύνολο που αποτελείται από δύο ομοιόπτωτα ουσιαστικά, συνήθ. με ενωτικό ανάμεσά τους: π.χ. άνθρωπος/λέξη-κλειδί, είδηση-βόμβα, έκθεση-κόλαφος, ταξίδι-αστραπή, τιμή-έκπληξη., σύνθετη/συνδυασμένη αναζήτηση: ΠΛΗΡΟΦ. αναζήτηση δεδομένων σε ηλεκτρονικό υπολογιστή ή στο διαδίκτυο με κριτήριο δύο ή περισσότερες λέξεις, όρους. [< αγγλ. advanced search] , σύνθετο ατομικό βλ. ατομικός [< αρχ. σύνθετος, γαλλ. composé, composite]
48853συνθετότητασυν-θε-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σύνθετου: ~ του έργου/των πληροφοριών/των προβλημάτων/του συστήματος/του φαινομένου. Πβ. περι-, πολυ-πλοκότητα. Βλ. -ότητα.
48854συνθέτωσυν-θέ-τω ρ. (μτβ.) {συνέθε-σα (προφ.) σύνθε-σα, συνθέ-σει, συντίθ-εται, -ενται (προφ. συνθέτ-εται, -ονται), συντέ-θηκε (λόγ. συνετέ-θη, -θησαν, μτχ. συντε-θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, συνθέτ-οντας, (λόγ.) συντεθειμένος} 1. (μτφ.) σχηματίζω, συγκροτώ σε ενιαίο σύνολο: Στοιχεία που ~ουν το παζλ της καθημερινότητας. Χαμηλές θερμοκρασίες και χιόνια ~ουν το σκηνικό του καιρού. Τα δέντρα και η λίμνη ~ουν μια μαγευτική εικόνα. Πβ. απαρτίζω. Βλ. αναλύω. ΑΝΤ. αποσυνθέτω (3) 2. ΜΟΥΣ. γράφω μουσικό ή λογοτεχνικό, συνήθ. ποιητικό, έργο: ~ει λαϊκά τραγούδια/μουσική για ταινίες.|| ~ει ποιήματα/στίχους/ωδές. Πβ. δημιουργώ. ● Παθ.: συντίθεται (λόγ.): αποτελείται: Η επιτροπή ~ από πέντε μέλη. ● ΦΡ.: εις τα εξ ων συνετέθη (αρχαιοπρ.): στα στοιχεία από τα οποία σχηματίστηκε ή προήλθε: Μηχάνημα που διαλύεται ~ ~.|| Το νεότευκτο κόμμα κινδυνεύει να διαλυθεί ~ ~. [< αρχ. συντίθημι, πβ. μεσν. συνθέτω, 2: γαλλ. composer]
48855συνθήκησυν-θή-κη ουσ. (θηλ.) {συνθηκών}: (συνήθ. με κεφαλ. Σ) επίσημη συμφωνία μεταξύ κρατών, οργανισμών ή άλλων πολιτικών σχηματισμών και συνεκδ. το σχετικό έγγραφο: διακρατική/διατλαντική/διεθνής/εμπορική/ιδρυτική/ιστορική/μυστική/στρατηγική ~. Ακύρωση/αναθεώρηση/διατάξεις/επικύρωση/εφαρμογή/ισχύς/καταγγελία/κατάργηση/όροι/παραβίαση/σύναψη/υπογραφή ~ης. ~ εγγυήσεως/ειρήνης/συμμαχίας/(αμυντικής, διμερούς) συνεργασίας. ~ προσχώρησης (μελών) στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ~ της Λωζάνης (1923)/του Μάαστριχτ (1993). Ευρωπαϊκή Συνταγματική ~. Πβ. σύμφωνο. Βλ. πρωτόκολλο, σύμβαση.συνθήκες (οι) 1. οι καταστάσεις που επικρατούν σε ορισμένο χώρο και χρόνο, οι οποίες αποτελούν το πλαίσιο εκδήλωσης γεγονότων: ~ διαβίωσης/διαμονής/εργασίας/ζωής/κράτησης/μετακίνησης/νοσηλείας/φυλάκισης. Άθλιες/άνετες/αντίξοες/ατμοσφαιρικές/ειδικές/ευνοϊκές/καιρικές/κατάλληλες/κλιματολογικές/κοινωνικές/κρίσιμες/κυκλοφοριακές/οικογενειακές/οικονομικές/περιβαλλοντικές/πολιτι(στι)κές/σύγχρονες/υλικές/φυσικές ~. Ζει κάτω από/υπό απάνθρωπες/τραγικές ~. Παραμένουν άγνωστες οι ~ θανάτου/τραυματισμού της. Μόρια δυσμενών ~ών (: για δημόσιους υπαλλήλους). Γενική Διεύθυνση ~ών και Υγιεινής της Εργασίας. Πβ. περιβάλλον, περιστάσεις, συγκυρία. 2. ΜΑΘ. οι περιορισμοί και γενικότ. η σχέση μεταξύ δεδομένου και αγνώστου κατά την επίλυση ενός προβλήματος. [< γαλλ. conditions] ● ΣΥΜΠΛ.: κανονικές συνθήκες 1. (μτφ.) φυσιολογικές, ομαλές καταστάσεις: ~ ~ εργασίας/κυκλοφορίας/λειτουργίας/χρήσης. Με/σε ~ ~. Κάτω από/(λόγ.) υπό ~ ~, τώρα θα είχα τελειώσει. 2. ΧΗΜ. στις οποίες επικρατεί θερμοκρασία 0°C (273.15 K) και πίεση 1 ατμόσφαιρα: ~ ~ θερμοκρασίας και πίεσης. Μέτρηση σε ~ ~., αναγκαία συνθήκη βλ. αναγκαίος, αντίξοες συνθήκες βλ. αντίξοος, ικανή συνθήκη βλ. ικανός ● ΦΡ.: κατά συνθήκη(ν) (λόγ.): συμβατικά: ~ ~ δεχόμαστε ότι ... Πβ. κατά σύμβαση. Βλ. στην πράξη, στην πραγματικότητα., (τα) κατά συνθήκη(ν) ψεύδη βλ. ψεύδος [< αρχ. συνθήκη, γαλλ. traité]
48856συνθηκολόγησησυν-θη-κο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): σύναψη συνθήκης μεταξύ αντιπάλων για τον τερματισμό της μεταξύ τους σύγκρουσης: ~ με εχθρό. ~ άνευ όρων/με όρους. ~ ύστερα από πολιορκία. Επιτυγχάνω/προτείνω/υπογράφω ~.|| (μτφ.) (Μετ)εκλογική ~. Πβ. υποχώρηση. ΣΥΝ. συμβιβασμός (2) [< γαλλ. capitulation]
48857συνθηκολογώ[συνθηκολογῶ] συν-θη-κο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {συνθηκολογ-εί ..., -ώντας | συνθηκολόγ-ησε, -ήσει}: συνάπτω συνθήκη με την οποία τερματίζω πόλεμο, σύγκρουση με κάποιον: ~ με τον αντίπαλο/εχθρό. ~ άνευ όρων.|| (μτφ.) Αναγκάζομαι/αρνούμαι/πιέζομαι/υποχρεώνομαι να ~ήσω. Πβ. υποχωρώ. Βλ. -λογώ, κάμπτομαι, παραδίνομαι. ΣΥΝ. συμβιβάζομαι (1) [< γαλλ. capituler]
48858σύνθημασύν-θη-μα ουσ. (ουδ.) {συνθήμ-ατα} 1. σύντομη συνήθ. φράση που εκφράζει άποψη ή μήνυμα και χρησιμοποιείται συνήθ. στον πολιτικό λόγο ή σε διαφημίσεις, συγκεντρώσεις, πορείες: αντιπολεμικό/γηπεδικό/κεντρικό/πολιτικό/προεκλογικό/ρυθμικό/υβριστικό ~. ~ διαδήλωσης/διαμαρτυρίας/κόμματος/νίκης/ομάδας/παράταξης. Αφίσα/πανό/πλακάτ με ~ατα. ~ γραμμένο στους τοίχους. Τραγουδώ/φωνάζω ~ατα. Εκδήλωση με ~ «όχι στα ναρκωτικά». || (ως παραθετικό σύνθ.) Λέξεις/προτάσεις-~ήματα. 2. οπτικό ή ηχητικό σήμα ή γενικότ. έναυσμα κυρ. για την έναρξη μιας ενέργειας, κατάστασης: ~ για ζητωκραυγές/πανηγυρισμούς.|| (ΣΤΡΑΤ.) (Έδωσε το) ~ της επίθεσης/εφόδου/υποχώρησης. ΣΥΝ. πρόσταγμα, σινιάλο 3. (συχνά ΣΤΡΑΤ.) λέξη, φράση ή κίνηση που έχει συμφωνηθεί από πριν και αποτελεί μέσο συνεννόησης ή αναγνώρισης ανάμεσα στα μέλη μιας κλειστής ομάδας: μυστικό ~. Πβ. συνθηματικό. Βλ. παρα~. ● Υποκ.: συνθηματάκι (το) [< 1: αρχ. σύνθημα, αγγλ. slogan 2: γαλλ. signal 3: γαλλ. mot d΄ordre]
48859συνθηματικόσυν-θη-μα-τι-κό ουσ. (ουδ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. πάσγουορντ: ~ χρήστη. Πβ. κωδικός. 2. σύνθημα: Ξέχασα το ~. [< 2: μτγν. συνθηματικόν]
48860συνθηματικός, ή, ό συν-θη-μα-τι-κός επίθ.: που λειτουργεί ως μυστικό κυρ. σύνθημα αναγνώρισης, συνεννόησης ή ειδοποίησης: ~ός: ήχος/κωδικός. ~ή: γραφή/κίνηση/λέξη/φράση/χειρονομία. ~ό: βλέμμα. Συμβολικός και ~ λόγος. ● επίρρ.: συνθηματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: συνθηματική γλώσσα: ΓΛΩΣΣ. μυστική γλώσσα που γίνεται κατανοητή από μια μικρή ομάδα μυημένων. Βλ. κορακίστικα. [< μτγν. συνθηματικός]
48861συνθηματολογίασυν-θη-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): χρήση συνθημάτων, συνήθ. στον πολιτικό λόγο, και συνεκδ. το σύνολό τους, κυρ. σε αντίθεση προς την επιχειρηματολογία: άκρατη/ανέξοδη/εύκολη/κούφια/ξύλινη/παρωχημένη/πολιτική/προεκλογική/στείρα ~. Η ~ των παρατάξεων. Πρακτική/τακτική ~ας.|| Ανούσιες/αόριστες/γενικόλογες ~ες. Βλ. εντυπωσιασμός, κενολογία, λαϊκισμός, -λογία.
48862συνθηματολογικός, ή, ό συν-θη-μα-το-λο-γι-κός επίθ. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): που σχετίζεται με τη συνθηματολογία: ~ός: πολιτικός λόγος. ~ή: προσέγγιση (θέματος). ~ές: δηλώσεις. Σε ~ό επίπεδο. ● επίρρ.: συνθηματολογικά
48863συνθηματολογώ[συνθηματολογῶ] συν-θη-μα-το-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {συνθηματολογ-είς ..., -ώντας | συνθηματολόγ-ησα} (αρνητ. συνυποδ.): επιδίδομαι σε συνθηματολογία: Βουλευτής/εφημερίδα/κόμμα που ~εί. Βλ. λαϊκίζω, -λογώ.
48864συνθλίβωσυν-θλί-βω ρ. (μτβ.) {συνέθλι-ψα, συνθλί-ψει, -φτηκε (λόγ.) συν-εθλίβη, συνθλιμ-μένος (αρχαιοπρ.) συν-τεθλιμμένος, συνθλίβ-οντας} (λόγ.): συμπιέζω κάτι σε τέτοιο βαθμό, ώστε να διαλυθεί σε κομμάτια ή ολοκληρωτικά, να λιώσει: ~ τον ελαιόκαρπο/το στάρι/τα σταφύλια (πβ. ζουλώ, πολτοποιώ). Το αυτοκίνητο ~φτηκε από πτώση βράχων. Οι επιβάτες ~εθλίβησαν στο ατύχημα.|| (συχνότ. μτφ.) Η σύγχρονη πραγματικότητα μπορεί να ~ψει τον ευαίσθητο άνθρωπο (πβ. εξουθενώνω). Ο ρεαλισμός ~ει τη φαντασία. Ο ανταγωνισμός των πολυκαταστημάτων ~ει τον μικρέμπορο (= αφανίζει). ~ονται τα ασφαλιστικά/εργατικά δικαιώματα. Πβ. συντρίβω, τσακίζω. [< αρχ. συνθλίβω]
48865σύνθλιψησύν-θλι-ψη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συνθλίβω: ~ του ελαιοκάρπου/των καρπών/των σταφυλιών (πβ. πολτοποίηση). ~ σε πρέσα. Η θραύση των πετρωμάτων γίνεται με ~ ή κρούση.|| (μτφ.) ~ κάτω από το βάρος της πραγματικότητας/των ευθυνών. ~ των δικαιωμάτων. Πβ. συντριβή. Βλ. πρεσάρισμα. [< αρχ. σύνθλιψις ‘συμπίεση’]
48866σύνθρονοσύν-θρο-νο ουσ. (ουδ.) {συνθρόν-ου}: ΕΚΚΛΗΣ. σειρά κτιστών καθισμάτων, συχνά βαθμιδωτών, για τους κληρικούς στην κόγχη του ιερού της χριστιανικής εκκλησίας: ιερό ~. Βλ. κύκλιο. [< μτγν. σύνθρονος 'καθισμένος στον θρόνο μαζί']

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.