| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48834 | συνήθεια | συ-νή-θει-α ουσ. (θηλ.) {συνηθειών} 1. ενέργεια ή συμπεριφορά που επαναλαμβάνεται συχνά, συνήθ. μηχανικά: απλή/διαδεδομένη/εμμονική/ενοχλητική/επίμονη/καθημερινή/καλή/κοινή/παλιά/υγιεινή ~. Διαιτητικές/διατροφικές/κακές ~ες. Η δύναμη της ~ας (βλ. φρ. έξις, δευτέρα φύσις). Όλα είναι ζήτημα/θέμα ~ας (βλ. προσαρμογή). Πιστοί στις ~ές τους. Η ~ σκοτώνει τον έρωτα (πβ. ρουτίνα). Αλλάζω/αποκτώ/κόβω μια ~. Έχω/συνεχίζω τη ~ να ... (Κάτι) μου έγινε ~. Το κάπνισμα/το ποτό αποτελεί βλαβερή/εθιστική/επικίνδυνη ~ (πβ. εξάρτηση). Πβ. εθισμός. ΣΥΝ. έξη 2. έθιμο: Είναι ~ στην πατρίδα μου/στα μέρη μας να γίνεται ... Φέρνουν μαζί τους τις ~ες του τόπου τους. Κατά τη ~ της εποχής ... Πβ. συνήθειο. ΣΥΝ. παράδοση (1) ● ΦΡ.: από συνήθεια: λόγω συνήθειας: Δεν το κάνω ~ ~, μου αρέσει. Είναι μαζί ~ ~. Ψήφος ~ ~. [< αρχ. συνήθεια] | |
| 48835 | συνήθειο | συ-νή-θει-ο ουσ. (ουδ.) & συνήθιο (λαϊκό): συνήθεια, έθιμο: άσχημο/ενοχλητικό/καθημερινό/περίεργο ~. Έχει το κακό ~ να ...|| Το 'χαν ~ προς το τέλος της γιορτής να διηγούνται παλιές ιστορίες. [< μεσν. συνήθιο(ν)] | |
| 48836 | συνήθης | , ης, ες συ-νή-θης επίθ. {ουδ. σύνηθες, γεν. συνήθ-ους | -εις (ουδ. -η)· συνηθέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): που είναι συνηθισμένος, που δεν προκαλεί έκπληξη: ~ης: (μηχανικός) έλεγχος (βλ. τυπικός)/τόπος (διαμονής)/τρόπος (μετακίνησης)/τύπος (ασκήσεων). ~ης: δοσολογία (φαρμάκου)/πρακτική (δεκαετιών)/χρήση (κινητού). ~ες: αίτιο (της αλλεργίας)/λάθος (που κάνουν οι μαθητές)/φαινόμενο (οι σεισμοί στην Ελλάδα). Πβ. αναμενόμενος. ΑΝΤ. ασυνήθης, ασυνήθιστος (1), πρωτοφανέρωτος ● ΣΥΜΠΛ.: οι συνήθεις ύποπτοι βλ. ύποπτος ● ΦΡ.: κατά το σύνηθες: όπως είναι συνηθισμένο: Πράττω ~ ~. Οι διαπραγματεύσεις έγιναν, ~ ~, κεκλεισμένων των θυρών. Πβ. κατά το ειωθός/τα ειωθότα. [< αρχ. συνήθης] | |
| 48837 | συνηθίζω | συ-νη-θί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {συνήθι-σα, -σει, -στηκε, -στεί, συνηθίζ-οντας, συνηθι-σμένος} 1. έχω ή αποκτώ συνήθεια, ενεργώ ή συμπεριφέρομαι κατ' επανάληψη με συγκεκριμένο τρόπο: Δεν ~ να δανείζω τα βιβλία μου. Δεν σε προσέβαλα, δεν το ~, άλλωστε. Έχω ~σει να διαβάζω, πριν κοιμηθώ. ΣΥΝ. μαθαίνω (3) ΑΝΤ. ξεμαθαίνω 2. προσαρμόζομαι, εξοικειώνομαι με κάτι ή (σπάν.) εξοικειώνω: ~σα (σ)τις αναποδιές/(σ)την ταλαιπωρία. Με τον καιρό ~σε το νέο του περιβάλλον. Μετά από λίγο, τα μάτια του ~σαν στο σκοτάδι. Πβ. εγκλιματίζομαι.|| Έχω ~σει να ζω σε καθαρό περιβάλλον. Ακόμα να ~σω το νέο μου αυτοκίνητο.|| Η ομάδα τούς έχει ~σει σε καλές εμφανίσεις. Δεν μας έχεις ~σει σε τέτοιες εκπλήξεις. ΑΝΤ. ξεσυνηθίζω ● Παθ.: συνηθίζεται: (κάτι) αποτελεί συνήθεια: ~ονται αυτά τα έθιμα στα μέρη μου.|| (ως απρόσ.) Στον τόπο μου, ~ να ... ΣΥΝ. είθισται [< μτγν. συνηθίζω] | |
| 48838 | συνηθισμένος | , η, ο συ-νη-θι-σμέ-νος επίθ. ΑΝΤ. ασυνήθιστος 1. που αποτελεί συνήθεια, συμβαίνει συχνά ή κατ' επανάληψη: ~ος: τρόπος (αντίδρασης). ~η: δόση (φαρμάκου)/θερμοκρασία/κατάσταση/μέρα/συμπεριφορά/χειρονομία. ~ο: κρυολόγημα/μποτιλιάρισμα. ~ες: αντιδράσεις/ερωτήσεις. ~α: λάθη. Θα συναντηθούμε τη ~η ώρα/στο ~ο μέρος. || Όπως είναι ~ο (= καθιερωμένο, όπως συνηθίζεται, κατά το σύνηθες). (ως ουσ.) Φέρτε μου το ~ο (: ως παραγγελία). -Τι κάνεις; -Τα ~α (= τα ίδια). Κάτι διαφορετικό/έξω από τα ~α. ΣΥΝ. καθιερωμένος (1), συνήθης ΑΝΤ. σπάνιος (2) 2. που δεν είναι αξιόλογος, ποιοτικός ή ξεχωριστός· που είναι ιδιαίτερα διαδεδομένος ή αποτελεί τον κανόνα: ~ος: άνθρωπος. ~η: παράσταση. ~ο: έργο/σενάριο. ΑΝΤ. ιδιαίτερος.|| ~η: εμφάνιση. ~ο: ντύσιμο. ΣΥΝ. κοινός (3), κοινότοπος, τετριμμένος ΑΝΤ. πρωτότυπος, σπάνιος (3) 3. (για πρόσ.) που έχει εξοικειωθεί, συνηθίσει ή προσαρμοστεί σε κάτι: ~ σε αναποδιές/προβλήματα. ~ στο ξενύχτι/ποτό. Δεν είναι ~η (στο) να λέει ψέματα. ΣΥΝ. μαθημένος (1) ΑΝΤ. άμαθος ● ΦΡ.: μαθημένα/συνηθισμένα τα βουνά στα/από τα χιόνια βλ. βουνό [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. συνηθίζω] | |
| 48839 | συνήθως | συ-νή-θως επίρρ. {συνηθέστ-ερα, -ατα}: με πολύ μεγάλη συχνότητα, τις περισσότερες φορές: Έγινε και πάλι ό,τι συμβαίνει ~ (= κατά κανόνα). Οι ερωτήσεις που ~ υποβάλλονται. ΑΝΤ. σπάνια ● ΦΡ.: ως συνήθως: όπως συνηθίζεται, όπως πάντα: Οι παραδόσεις θα γίνουν ~ ~ στο αμφιθέατρο ...|| ~ ~, τα νέα τα έμαθα τελευταίος. Πβ. ως/όπως είθισται. [< αρχ. συνήθως] | |
| 48840 | συνημίτονο | συ-νη-μί-το-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -όνου}: ΜΑΘ. περιοδική τριγωνομετρική συνάρτηση (σύμβ. συν ή cos) με σύνολο τιμών από -1 έως 1: υπερβολικό ~. ~ τόξου. Βλ. τέμνουσα. ● ΣΥΜΠΛ.: συνημίτονο (οξείας) γωνίας: ΓΕΩΜ. (σε ορθογώνιο τρίγωνο) το πηλίκο της προσκείμενης σε αυτή κάθετης πλευράς προς την υποτείνουσα. [< γαλλ. cosinus] | |
| 48841 | συνημμένος | , η, ο συ-νημ-μέ-νος επίθ.: (κυρ., για υπηρεσιακά έγγραφα) που συνάπτεται με κάτι άλλο, που προσαρτάται ως πρόσθετο στοιχείο: ~ος: κανονισμός/κατάλογος/πίνακας. ~η: απόφαση/επιστολή/λίστα. ~ο: έντυπο/μήνυμα. (Συν)υποβάλλω μαζί με την αίτηση πέντε ~α έγγραφα (= επισυναπτόμενα). Διαβάστε τις οδηγίες του ~ου παραρτήματος.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) ~η εικόνα/φωτογραφία. ~ο: αρχείο (σε ιμέιλ). (ως ουσ.) Αποστολή/λήψη ~ου.|| (ΓΡΑΜΜ., κυρ. στην αρχ. Ελλην.) ~η: μετοχή. ΑΝΤ. απόλυτη μετοχή. ● επίρρ.: συνημμένα & (λόγ.) συνημμένως [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. συνάπτω, γαλλ. ci-joint] | |
| 48842 | συνηχεί | [συνηχεῖ] συ-νη-χεί ρ. (αμτβ.) {-ούν} (λόγ.): ακούγεται μαζί με άλλον ή με άλλους ήχους, κάνει συνήχηση: Νότες που ~ούν αρμονικά.|| (μτφ.) Το έργο του ~ (= συνάδει, συμφωνεί) με την ιδεολογία της εποχής του. [< αρχ. συνηχῶ] | |
| 48843 | συνήχηση | συ-νή-χη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΜΟΥΣ. ταυτόχρονο άκουσμα δύο ή περισσότερων φθόγγων: τρίφωνη/χορωδιακή ~. ~ και αρμονία. Βλ. ισοκράτημα. 2. ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου κατά το οποίο δύο ή περισσότεροι στίχοι δεν ομοιοκαταληκτούν απόλυτα, αλλά τελειώνουν σε συλλαβές που είναι σχεδόν ομόηχες. Βλ. παρήχηση. [< μτγν. συνήχησις] | |
| 48844 | σύνθεμα | σύν-θε-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): προϊόν, πνευματικής κυρ. δημιουργίας, που παράγεται από σύνθεση: μουσικό/ποιητικό/φιλοσοφικό ~. [< μεσν. σύνθεμα, γαλλ. synthème] | |
| 48845 | συνθεσάιζερ | συν-θε-σά-ι-ζερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σινθεσάιζερ & (προφ.) σίνθι: ΜΟΥΣ. ηλεκτρονικό μουσικό όργανο με πλήκτρα που παρέχει τη δυνατότητα τροποποίησης ή σύνθεσης ήχων: αναλογικό/ψηφιακό ~. Βλ. κίμπορντ. ΣΥΝ. συνθετητής [< αμερικ. synthesizer, 1957, γαλλ. synthétiseur, περ. 1960] | |
| 48846 | σύνθεση | σύν-θε-ση 1. συνδυασμός ή συνένωση στοιχείων ή μερών σε σύνολο ή/και το προϊόν που παράγεται· συνεκδ. το σύνολο των προσώπων ή στοιχείων από τα οποία αποτελείται κάτι: ~ εικόνας και μουσικής/ήχου/ομιλίας/φωνής. ~ με λουλούδια. ~ κρεβατοκάμαρας/σαλονιού (ενν. επίπλων). (Διακοσμητική) ~ για βαφτίσια/γάμο.|| (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.) Αρχιτεκτονική/εικαστική/ζωγραφική/καλλιτεχνική/ποιητική/χορογραφική ~.|| ~ πληθυσμού/φαρμάκου/χρωμάτων. Ηλικιακή/ποσοστιαία ~ (ομάδας ατόμων).|| ~ Βουλής/επιτροπής/εταιρείας/οργανισμού/πληρώματος/προσωπικού/συνέλευσης/τμήματος/τομέα/υπηρεσίας. Η ~ της νέας κυβέρνησης. Μετοχική ~. Αλλαγή/μέλος ~ης. Πβ. σύσταση.|| (ΑΘΛ.) ~ ανάγκης (: από αναπληρωματικούς κυρ. παίκτες). Με ποια ~ θα παίξει η ομάδα;|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ του στόλου/των Ενόπλων Δυνάμεων.|| (ΧΗΜ.) Αέριο ~ης (: το καύσιμο προϊόν της αεριοποίησης βιομάζας). 2. ΜΟΥΣ. σύλληψη και δημιουργία πρωτότυπου μουσικού έργου, το ίδιο το έργο και ο σχετικός κλάδος της μουσικής: ~ κομματιού/κύκλου/μελωδίας/όπερας/συμφωνίας/τραγουδιού.|| Έντεχνη/κλασική/λαϊκή/ξένη ~. ~ για κιθάρα/πιάνο. ~ για σόλο και ορχήστρα/για πέντε όργανα και φωνή. ~ σε ρυθμό .../χρόνο ... Γράφω/παίζω μια ~.|| Σπουδάζει ~. 3. ΓΛΩΣΣ. ένωση δύο ή περισσότερων λέξεων για τον σχηματισμό μιας νέας (σύνθετη λέξη): παραγωγή και ~. 4. ΒΙΟΛ. διαδικασία κατά την οποία οι ζωντανοί οργανισμοί παράγουν και επεξεργάζονται τις απαραίτητες ουσίες για τις βασικές λειτουργίες τους. Βλ. πρωτεϊνο~, φωτο~. ΣΥΝ. βιοσύνθεση 5. ΦΥΣ. διαδικασία καθορισμού της συνισταμένης μεγεθών: ~ δυνάμεων/κινήσεων/ταχυτήτων. 6. ΦΙΛΟΣ. το τρίτο στάδιο στη διαλεκτική φιλοσοφία του Χέγκελ (θέση-αντίθεση-σύνθεση), στο οποίο επιτυγχάνεται η υπέρβαση των αντιτιθέμενων απόψεων και η συναρμογή τους σε ένα ενιαίο φιλοσοφικό σύστημα. 7. ΤΥΠΟΓΡ. στοιχειοθεσία ή κατάλληλη τοποθέτηση των έτοιμων τυπογραφικών φύλλων για τον σχηματισμό ενός βιβλίου: ~ δεκαεξασέλιδου.|| (ΤΕΧΝΟΛ.-ΦΩΤΟΓΡ.) Αφαιρετική/προσθετική τρίχρωμη μέθοδος ~ης (: μέθοδοι αναπαραγωγής χρωμάτων σε τυπογραφία, φωτογραφία και οπτικοακουστικά μέσα). ● ΣΥΜΠΛ.: γνήσια σύνθεση: ΓΛΩΣΣ. κατά την οποία παθαίνει μεταβολές το α' ή β' συνθετικό και συνήθ. παρεμβάλλεται το συνδετικό φωνήεν -ο-: π.χ. ανεμ-ό-μυλος., καταχρηστική σύνθεση: ΓΛΩΣΣ. όταν τα συνθετικά δεν παρουσιάζουν αλλαγές κατά τη διαδικασία της σύνθεσης, εκτός από πιθανή μετακίνηση του τόνου: π.χ. Κηπούπολη., σύνθεση φωνής: ΠΛΗΡΟΦ. μετατροπή ψηφιακών δεδομένων ή μαγνητοφωνημένων φθόγγων σε κυματομορφή ανθρώπινης φωνής.[< αγγλ. speech synthesis, 1961] , χαλαρή σύνθεση βλ. χαλαρός , [< αρχ. σύνθεσις ‘συνένωση, συνδυασμός, συμφωνία’, γαλλ. constitution, synthèse, αγγλ. synthesis 2: γαλλ. composition 6: γερμ. Synthese] | |
| 48847 | συνθετάση & συνθάση | συν-θε-τά-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένζυμο που δρα ως καταλύτης στην ένωση δύο μορίων με υδρόλυση, το οποίο ευθύνεται για τη μετατροπή της τριφωσφορικής αδενοσίνης σε διφωσφορική και αντίστροφα, με ταυτόχρονη απελευθέρωση ή δέσμευση ενέργειας αντίστοιχα. ΣΥΝ. λιγάση. [< αγγλ. synthetase, 1947 < synthet(ic) + -ase, synthase, 1954, γαλλ. synthétase, 1985] | |
| 48848 | συνθετήριο | συν-θε-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {συνθετηρί-ου} (παλαιότ.): ΤΥΠΟΓΡ. (μεταλλική) θήκη στοιχειοθεσίας: περιθώρια/(τυπογραφικά) στοιχεία ~ου. [< γαλλ. composteur] | |
| 48850 | συνθετητής | συν-θε-τη-τής ουσ. (αρσ.): ΜΟΥΣ. συνθεσάιζερ. [< γαλλ. synthétiseur, περ. 1960] | |
| 48851 | συνθετικός | , ή, ό συν-θε-τι-κός επίθ. 1. (επιστ.) που δημιουργείται ή παράγεται με χημική σύνθεση, που δεν αποτελείται από φυσικά υλικά: ~ός: (χλοο)τάπητας. ~ή: βαφή/γούνα/ίνα/πρωτεΐνη/ύλη. ~ό: δέρμα (πβ. βινύλ, δερματίνη)/καουτσούκ/λιπαντικό/νήμα/ύφασμα. ~ές: κλωστές. ~ά: κουφώματα/ναρκωτικά/χρώματα. Βλ. ημι~. Πβ. τεχνητός. 2. που σχετίζεται με τη διαδικασία της σύνθεσης ή προκύπτει από αυτή: ~ός: τρόπος σκέψης/χαρακτήρας. ~ή: ανάλυση/εργασία/ικανότητα/μορφή (βιταμίνης)/παρουσίαση (ενός φαινομένου)/σκέψη. ~ό: έργο. Βλ. πολυ~. ΑΝΤ. αναλυτικός (2) ● Ουσ.: συνθετικά (τα): ενν. ρούχα. Βλ. βαμβακερά, μάλλινα., συνθετικό (το): ΓΛΩΣΣ. καθένα από τα μέρη από τα οποία αποτελείται μια σύνθετη λέξη: πρώτο (βλ. πρόθημα)/δεύτερο (βλ. επίθημα) ~. Ανάλυση/χωρισμός μιας λέξης στα ~ά της. ● ΣΥΜΠΛ.: συνθετικές γλώσσες: ΓΛΩΣΣ. στις οποίες οι λέξεις περιέχουν τυπικά περισσότερα από ένα μορφήματα (Ελληνική, Λατινική, Αραβική, Τουρκική). Βλ. αναλυτικές γλώσσες., συνθετική μέθοδος: η απαγωγική μέθοδος, που ξεκινά από το γενικό και συνολικό και καταλήγει στο ειδικό και μερικό. Βλ. αναλυτική μέθοδος., συνθετική φωνή: ΤΕΧΝΟΛ. που παράγεται με τεχνητά μέσα: Πρόγραμμα που μετατρέπει κείμενο σε ~ ~. [< αρχ. συνθετικός, γαλλ. synthétique, αγγλ. synthetic] | |
| 48852 | σύνθετος | , η, ο σύν-θε-τος επίθ.: που συνίσταται από δύο ή περισσότερα τμήματα ή στοιχεία σε οργανικό, ενιαίο σύνολο· πολύπλοκος: ~ος: μηχανισμός/ορισμός/συλλογισμός/(ΟΙΚΟΝ.) τόκος (πβ. ανατοκισμός)/τρόπος (λειτουργίας). ~η: άσκηση/δραστηριότητα/εικόνα/έννοια/εργασία/ερώτηση/κατασκευή/λύση/μέθοδος/σκέψη. ~ο: έργο/πρόβλημα (πβ. δύσκολος). ~οι: υδατάνθρακες (: άμυλο). ~ες: μορφές ζωής. ~α: αγωνίσματα (: στον στίβο το πέντ-, έπτ-, δέκ-αθλο)/υλικά. Πβ. περίπλοκος, πολύπλοκος.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ.) ~ ρυθμός (: με στοιχεία από τον ιωνικό και κορινθιακό ρυθμό).|| (ΓΡΑΜΜ.) ~η πρόταση (: με δύο ή περισσότερα υποκείμενα, αντικείμενα ή κατηγορούμενα).|| (ΜΑΘ.) ~ος: αριθμός (: φυσικός αριθμός που μπορεί να διαιρεθεί. ΑΝΤ. πρώτος). ~o: κλάσμα (: που ο αριθμητής ή/και ο παρονομαστής του είναι κλάσματα). Βλ. πολυ~. ΑΝΤ. απλός (1) ● Ουσ.: σύνθετο (το) 1. έπιπλο που αποτελείται από πολλά κομμάτια και έχει πολλούς αποθηκευτικούς χώρους, ράφια, συρτάρια. Βλ. μπουφές. 2. ΓΛΩΣΣ. λέξη που δημιουργείται από την ένωση δύο ή περισσότερων άλλων: αντικειμενικό (: που το ένα συνθετικό είναι αντικείμενο του άλλου, π.χ. παλαιοπώλης)/κτητικό (: που αναφέρεται σε ιδιότητα ή κτήση, π.χ. ψηλόλιγνος, ψαρομάλλης)/νόθο (: με συνθετικά από διαφορετική γλώσσα, π.χ. τηλεμάρκετινγκ)/συνδετικό ή παρατακτικό (: που τα συνθετικά μπορούν να συνδεθούν με το «και», π.χ. αμνοερίφια)/προσδιοριστικό ή οριστικό (: στο οποίο το πρώτο συνθετικό προσδιορίζει το άλλο, π.χ. αγριόπαπια)/χαλαρό (: που προκύπτει από χαλαρή σύνθεση, π.χ. παλιοπαρέα) ~. Σχηματισμός/τονισμός ~ων. Βλ. παρασύνθετος. ● επίρρ.: σύνθετα ● ΣΥΜΠΛ.: παραθετικό σύνθετο: ΓΛΩΣΣ. ονοματικό σύνολο που αποτελείται από δύο ομοιόπτωτα ουσιαστικά, συνήθ. με ενωτικό ανάμεσά τους: π.χ. άνθρωπος/λέξη-κλειδί, είδηση-βόμβα, έκθεση-κόλαφος, ταξίδι-αστραπή, τιμή-έκπληξη., σύνθετη/συνδυασμένη αναζήτηση: ΠΛΗΡΟΦ. αναζήτηση δεδομένων σε ηλεκτρονικό υπολογιστή ή στο διαδίκτυο με κριτήριο δύο ή περισσότερες λέξεις, όρους. [< αγγλ. advanced search] , σύνθετο ατομικό βλ. ατομικός [< αρχ. σύνθετος, γαλλ. composé, composite] | |
| 48853 | συνθετότητα | συν-θε-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σύνθετου: ~ του έργου/των πληροφοριών/των προβλημάτων/του συστήματος/του φαινομένου. Πβ. περι-, πολυ-πλοκότητα. Βλ. -ότητα. | |
| 48854 | συνθέτω | συν-θέ-τω ρ. (μτβ.) {συνέθε-σα (προφ.) σύνθε-σα, συνθέ-σει, συντίθ-εται, -ενται (προφ. συνθέτ-εται, -ονται), συντέ-θηκε (λόγ. συνετέ-θη, -θησαν, μτχ. συντε-θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, συνθέτ-οντας, (λόγ.) συντεθειμένος} 1. (μτφ.) σχηματίζω, συγκροτώ σε ενιαίο σύνολο: Στοιχεία που ~ουν το παζλ της καθημερινότητας. Χαμηλές θερμοκρασίες και χιόνια ~ουν το σκηνικό του καιρού. Τα δέντρα και η λίμνη ~ουν μια μαγευτική εικόνα. Πβ. απαρτίζω. Βλ. αναλύω. ΑΝΤ. αποσυνθέτω (3) 2. ΜΟΥΣ. γράφω μουσικό ή λογοτεχνικό, συνήθ. ποιητικό, έργο: ~ει λαϊκά τραγούδια/μουσική για ταινίες.|| ~ει ποιήματα/στίχους/ωδές. Πβ. δημιουργώ. ● Παθ.: συντίθεται (λόγ.): αποτελείται: Η επιτροπή ~ από πέντε μέλη. ● ΦΡ.: εις τα εξ ων συνετέθη (αρχαιοπρ.): στα στοιχεία από τα οποία σχηματίστηκε ή προήλθε: Μηχάνημα που διαλύεται ~ ~.|| Το νεότευκτο κόμμα κινδυνεύει να διαλυθεί ~ ~. [< αρχ. συντίθημι, πβ. μεσν. συνθέτω, 2: γαλλ. composer] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ