Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [49400-49420]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48855συνθήκησυν-θή-κη ουσ. (θηλ.) {συνθηκών}: (συνήθ. με κεφαλ. Σ) επίσημη συμφωνία μεταξύ κρατών, οργανισμών ή άλλων πολιτικών σχηματισμών και συνεκδ. το σχετικό έγγραφο: διακρατική/διατλαντική/διεθνής/εμπορική/ιδρυτική/ιστορική/μυστική/στρατηγική ~. Ακύρωση/αναθεώρηση/διατάξεις/επικύρωση/εφαρμογή/ισχύς/καταγγελία/κατάργηση/όροι/παραβίαση/σύναψη/υπογραφή ~ης. ~ εγγυήσεως/ειρήνης/συμμαχίας/(αμυντικής, διμερούς) συνεργασίας. ~ προσχώρησης (μελών) στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ~ της Λωζάνης (1923)/του Μάαστριχτ (1993). Ευρωπαϊκή Συνταγματική ~. Πβ. σύμφωνο. Βλ. πρωτόκολλο, σύμβαση.συνθήκες (οι) 1. οι καταστάσεις που επικρατούν σε ορισμένο χώρο και χρόνο, οι οποίες αποτελούν το πλαίσιο εκδήλωσης γεγονότων: ~ διαβίωσης/διαμονής/εργασίας/ζωής/κράτησης/μετακίνησης/νοσηλείας/φυλάκισης. Άθλιες/άνετες/αντίξοες/ατμοσφαιρικές/ειδικές/ευνοϊκές/καιρικές/κατάλληλες/κλιματολογικές/κοινωνικές/κρίσιμες/κυκλοφοριακές/οικογενειακές/οικονομικές/περιβαλλοντικές/πολιτι(στι)κές/σύγχρονες/υλικές/φυσικές ~. Ζει κάτω από/υπό απάνθρωπες/τραγικές ~. Παραμένουν άγνωστες οι ~ θανάτου/τραυματισμού της. Μόρια δυσμενών ~ών (: για δημόσιους υπαλλήλους). Γενική Διεύθυνση ~ών και Υγιεινής της Εργασίας. Πβ. περιβάλλον, περιστάσεις, συγκυρία. 2. ΜΑΘ. οι περιορισμοί και γενικότ. η σχέση μεταξύ δεδομένου και αγνώστου κατά την επίλυση ενός προβλήματος. [< γαλλ. conditions] ● ΣΥΜΠΛ.: κανονικές συνθήκες 1. (μτφ.) φυσιολογικές, ομαλές καταστάσεις: ~ ~ εργασίας/κυκλοφορίας/λειτουργίας/χρήσης. Με/σε ~ ~. Κάτω από/(λόγ.) υπό ~ ~, τώρα θα είχα τελειώσει. 2. ΧΗΜ. στις οποίες επικρατεί θερμοκρασία 0°C (273.15 K) και πίεση 1 ατμόσφαιρα: ~ ~ θερμοκρασίας και πίεσης. Μέτρηση σε ~ ~., αναγκαία συνθήκη βλ. αναγκαίος, αντίξοες συνθήκες βλ. αντίξοος, ικανή συνθήκη βλ. ικανός ● ΦΡ.: κατά συνθήκη(ν) (λόγ.): συμβατικά: ~ ~ δεχόμαστε ότι ... Πβ. κατά σύμβαση. Βλ. στην πράξη, στην πραγματικότητα., (τα) κατά συνθήκη(ν) ψεύδη βλ. ψεύδος [< αρχ. συνθήκη, γαλλ. traité]
48856συνθηκολόγησησυν-θη-κο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): σύναψη συνθήκης μεταξύ αντιπάλων για τον τερματισμό της μεταξύ τους σύγκρουσης: ~ με εχθρό. ~ άνευ όρων/με όρους. ~ ύστερα από πολιορκία. Επιτυγχάνω/προτείνω/υπογράφω ~.|| (μτφ.) (Μετ)εκλογική ~. Πβ. υποχώρηση. ΣΥΝ. συμβιβασμός (2) [< γαλλ. capitulation]
48857συνθηκολογώ[συνθηκολογῶ] συν-θη-κο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {συνθηκολογ-εί ..., -ώντας | συνθηκολόγ-ησε, -ήσει}: συνάπτω συνθήκη με την οποία τερματίζω πόλεμο, σύγκρουση με κάποιον: ~ με τον αντίπαλο/εχθρό. ~ άνευ όρων.|| (μτφ.) Αναγκάζομαι/αρνούμαι/πιέζομαι/υποχρεώνομαι να ~ήσω. Πβ. υποχωρώ. Βλ. -λογώ, κάμπτομαι, παραδίνομαι. ΣΥΝ. συμβιβάζομαι (1) [< γαλλ. capituler]
48858σύνθημασύν-θη-μα ουσ. (ουδ.) {συνθήμ-ατα} 1. σύντομη συνήθ. φράση που εκφράζει άποψη ή μήνυμα και χρησιμοποιείται συνήθ. στον πολιτικό λόγο ή σε διαφημίσεις, συγκεντρώσεις, πορείες: αντιπολεμικό/γηπεδικό/κεντρικό/πολιτικό/προεκλογικό/ρυθμικό/υβριστικό ~. ~ διαδήλωσης/διαμαρτυρίας/κόμματος/νίκης/ομάδας/παράταξης. Αφίσα/πανό/πλακάτ με ~ατα. ~ γραμμένο στους τοίχους. Τραγουδώ/φωνάζω ~ατα. Εκδήλωση με ~ «όχι στα ναρκωτικά». || (ως παραθετικό σύνθ.) Λέξεις/προτάσεις-~ήματα. 2. οπτικό ή ηχητικό σήμα ή γενικότ. έναυσμα κυρ. για την έναρξη μιας ενέργειας, κατάστασης: ~ για ζητωκραυγές/πανηγυρισμούς.|| (ΣΤΡΑΤ.) (Έδωσε το) ~ της επίθεσης/εφόδου/υποχώρησης. ΣΥΝ. πρόσταγμα, σινιάλο 3. (συχνά ΣΤΡΑΤ.) λέξη, φράση ή κίνηση που έχει συμφωνηθεί από πριν και αποτελεί μέσο συνεννόησης ή αναγνώρισης ανάμεσα στα μέλη μιας κλειστής ομάδας: μυστικό ~. Πβ. συνθηματικό. Βλ. παρα~. ● Υποκ.: συνθηματάκι (το) [< 1: αρχ. σύνθημα, αγγλ. slogan 2: γαλλ. signal 3: γαλλ. mot d΄ordre]
48859συνθηματικόσυν-θη-μα-τι-κό ουσ. (ουδ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. πάσγουορντ: ~ χρήστη. Πβ. κωδικός. 2. σύνθημα: Ξέχασα το ~. [< 2: μτγν. συνθηματικόν]
48860συνθηματικός, ή, ό συν-θη-μα-τι-κός επίθ.: που λειτουργεί ως μυστικό κυρ. σύνθημα αναγνώρισης, συνεννόησης ή ειδοποίησης: ~ός: ήχος/κωδικός. ~ή: γραφή/κίνηση/λέξη/φράση/χειρονομία. ~ό: βλέμμα. Συμβολικός και ~ λόγος. ● επίρρ.: συνθηματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: συνθηματική γλώσσα: ΓΛΩΣΣ. μυστική γλώσσα που γίνεται κατανοητή από μια μικρή ομάδα μυημένων. Βλ. κορακίστικα. [< μτγν. συνθηματικός]
48861συνθηματολογίασυν-θη-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): χρήση συνθημάτων, συνήθ. στον πολιτικό λόγο, και συνεκδ. το σύνολό τους, κυρ. σε αντίθεση προς την επιχειρηματολογία: άκρατη/ανέξοδη/εύκολη/κούφια/ξύλινη/παρωχημένη/πολιτική/προεκλογική/στείρα ~. Η ~ των παρατάξεων. Πρακτική/τακτική ~ας.|| Ανούσιες/αόριστες/γενικόλογες ~ες. Βλ. εντυπωσιασμός, κενολογία, λαϊκισμός, -λογία.
48862συνθηματολογικός, ή, ό συν-θη-μα-το-λο-γι-κός επίθ. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): που σχετίζεται με τη συνθηματολογία: ~ός: πολιτικός λόγος. ~ή: προσέγγιση (θέματος). ~ές: δηλώσεις. Σε ~ό επίπεδο. ● επίρρ.: συνθηματολογικά
48863συνθηματολογώ[συνθηματολογῶ] συν-θη-μα-το-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {συνθηματολογ-είς ..., -ώντας | συνθηματολόγ-ησα} (αρνητ. συνυποδ.): επιδίδομαι σε συνθηματολογία: Βουλευτής/εφημερίδα/κόμμα που ~εί. Βλ. λαϊκίζω, -λογώ.
48864συνθλίβωσυν-θλί-βω ρ. (μτβ.) {συνέθλι-ψα, συνθλί-ψει, -φτηκε (λόγ.) συν-εθλίβη, συνθλιμ-μένος (αρχαιοπρ.) συν-τεθλιμμένος, συνθλίβ-οντας} (λόγ.): συμπιέζω κάτι σε τέτοιο βαθμό, ώστε να διαλυθεί σε κομμάτια ή ολοκληρωτικά, να λιώσει: ~ τον ελαιόκαρπο/το στάρι/τα σταφύλια (πβ. ζουλώ, πολτοποιώ). Το αυτοκίνητο ~φτηκε από πτώση βράχων. Οι επιβάτες ~εθλίβησαν στο ατύχημα.|| (συχνότ. μτφ.) Η σύγχρονη πραγματικότητα μπορεί να ~ψει τον ευαίσθητο άνθρωπο (πβ. εξουθενώνω). Ο ρεαλισμός ~ει τη φαντασία. Ο ανταγωνισμός των πολυκαταστημάτων ~ει τον μικρέμπορο (= αφανίζει). ~ονται τα ασφαλιστικά/εργατικά δικαιώματα. Πβ. συντρίβω, τσακίζω. [< αρχ. συνθλίβω]
48865σύνθλιψησύν-θλι-ψη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συνθλίβω: ~ του ελαιοκάρπου/των καρπών/των σταφυλιών (πβ. πολτοποίηση). ~ σε πρέσα. Η θραύση των πετρωμάτων γίνεται με ~ ή κρούση.|| (μτφ.) ~ κάτω από το βάρος της πραγματικότητας/των ευθυνών. ~ των δικαιωμάτων. Πβ. συντριβή. Βλ. πρεσάρισμα. [< αρχ. σύνθλιψις ‘συμπίεση’]
48866σύνθρονοσύν-θρο-νο ουσ. (ουδ.) {συνθρόν-ου}: ΕΚΚΛΗΣ. σειρά κτιστών καθισμάτων, συχνά βαθμιδωτών, για τους κληρικούς στην κόγχη του ιερού της χριστιανικής εκκλησίας: ιερό ~. Βλ. κύκλιο. [< μτγν. σύνθρονος 'καθισμένος στον θρόνο μαζί']
48867συνιδιοκτησίασυ-νι-δι-ο-κτη-σί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. από κοινού ιδιοκτησία περιουσιακού στοιχείου: αναγκαστική ~. ~ ακινήτου/αξιών/αυτοκινήτου/διαμερίσματος/οικοπέδου (πβ. κάθετη ιδιοκτησία). Αμφισβήτηση/αναγνώριση/καθεστώς/ποσοστό ~ας. Κάτι ανήκει κατά ~ (σε κάποιον). ΣΥΝ. συγκυριότητα [< γαλλ. copropriété]
48868συνιδιοκτήτης, συνιδιοκτήτριασυ-νι-δι-ο-κτή-της ουσ. (αρσ. + θηλ.): αυτός που κατέχει από κοινού με άλλον ή άλλους περιουσιακό στοιχείο: ~ αυτοκινήτου/διαμερίσματος/εταιρείας (= συνέταιρος)/εφημερίδας/καταστήματος/ταξί. Πβ. συγκάτοχος, συγκύριος. [< γαλλ. copropriétaire]
48869συνίδρυσησυ-νί-δρυ-ση ουσ. (θηλ.): ίδρυση που πραγματοποιείται με τη συνεργασία δύο ή περισσοτέρων ατόμων ή φορέων: ~ εταιρείας/κόμματος/ομάδας.
48870συνιδρυτικός, ή, ό συ-νι-δρυ-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη συνίδρυση: ~ός: φορέας. ~ή: πράξη. ~ό: μέλος/στέλεχος. ~ά: κράτη.
48871συνιδρύωσυ-νι-δρύ-ω ρ. (μτβ.): ιδρύω μαζί με άλλον ή άλλους: ~ γραφείο/εκδοτικό οίκο/εταιρεία/εφημερίδα/κόμμα/οργανισμό/σωματείο/τράπεζα. [< μτγν. συνιδρύω 'συμμετέχω στην αφιέρωση (αγαλμάτων ή ιερών)']
48872συνίζησησυ-νί-ζη-ση ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. η μετατροπή του φωνήεντος [i] σε ημίφωνο [j] ή [x'], όταν είναι άτονο και συμπροφέρεται μέσα σε λέξη με τα φωνήεντα [a], [e], [ο], [u]: π.χ. συννεφιά [sinefx'a], παιδιού [pedju]. Βλ. υφέν. [< αρχ. συνίζησις]
48873συνισταμένησυ-νι-στα-μέ-νη ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) αποτέλεσμα συνδυασμού δύο ή περισσότερων παραγόντων: Η επιτυχία είναι ~ πολλών πραγμάτων. 2. ΦΥΣ. δύναμη που προκύπτει από τον συνδυασμό δύο ή περισσοτέρων δυνάμεων που ασκούνται ταυτόχρονα σε ένα σώμα. Βλ. συνιστώσα. [< γαλλ. (force) resultante, πβ. αρχ. συνιστάμενος, μτχ. εν. του ρ. συνίσταμαι]
48874συνίσταταισυ-νί-στα-ται ρ. (αμτβ.) {-ανται, παρατ. συνίστ-ατο, -αντο, μτχ. συνιστά-μενος, -μενη κ. -μένη, -μενο· εύχρ. σε ενεστ. κ. παρατ.} (λόγ.) 1. (+ από) αποτελείται, συντίθεται (από κάτι): Η κατασκευή ~ από γερά υλικά. Άσβεστοι που κυρίως ~ανται από οξείδιο ή υδροξείδιο του ασβεστίου. 2. έγκειται, βρίσκεται: Το πρόβλημα ~ στην κατάσταση που επικρατεί στην περιοχή. Η εργασία του/το καθήκον του ~ στο να/ότι ... Σε τι ~ (= που οφείλεται) η ιδιαιτερότητα αυτή; ● Μτχ.: συνιστάμενος , η, ο: Στόλος ~ (= απαρτιζόμενος) από φορτηγά πλοία.|| Σκοπός ~ στην προώθηση της συνεργασίας. [< αρχ. συνίσταμαι, γαλλ. consister]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.