| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48867 | συνιδιοκτησία | συ-νι-δι-ο-κτη-σί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. από κοινού ιδιοκτησία περιουσιακού στοιχείου: αναγκαστική ~. ~ ακινήτου/αξιών/αυτοκινήτου/διαμερίσματος/οικοπέδου (πβ. κάθετη ιδιοκτησία). Αμφισβήτηση/αναγνώριση/καθεστώς/ποσοστό ~ας. Κάτι ανήκει κατά ~ (σε κάποιον). ΣΥΝ. συγκυριότητα [< γαλλ. copropriété] | |
| 48868 | συνιδιοκτήτης, συνιδιοκτήτρια | συ-νι-δι-ο-κτή-της ουσ. (αρσ. + θηλ.): αυτός που κατέχει από κοινού με άλλον ή άλλους περιουσιακό στοιχείο: ~ αυτοκινήτου/διαμερίσματος/εταιρείας (= συνέταιρος)/εφημερίδας/καταστήματος/ταξί. Πβ. συγκάτοχος, συγκύριος. [< γαλλ. copropriétaire] | |
| 48869 | συνίδρυση | συ-νί-δρυ-ση ουσ. (θηλ.): ίδρυση που πραγματοποιείται με τη συνεργασία δύο ή περισσοτέρων ατόμων ή φορέων: ~ εταιρείας/κόμματος/ομάδας. | |
| 48870 | συνιδρυτικός | , ή, ό συ-νι-δρυ-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη συνίδρυση: ~ός: φορέας. ~ή: πράξη. ~ό: μέλος/στέλεχος. ~ά: κράτη. | |
| 48871 | συνιδρύω | συ-νι-δρύ-ω ρ. (μτβ.): ιδρύω μαζί με άλλον ή άλλους: ~ γραφείο/εκδοτικό οίκο/εταιρεία/εφημερίδα/κόμμα/οργανισμό/σωματείο/τράπεζα. [< μτγν. συνιδρύω 'συμμετέχω στην αφιέρωση (αγαλμάτων ή ιερών)'] | |
| 48872 | συνίζηση | συ-νί-ζη-ση ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. η μετατροπή του φωνήεντος [i] σε ημίφωνο [j] ή [x'], όταν είναι άτονο και συμπροφέρεται μέσα σε λέξη με τα φωνήεντα [a], [e], [ο], [u]: π.χ. συννεφιά [sinefx'a], παιδιού [pedju]. Βλ. υφέν. [< αρχ. συνίζησις] | |
| 48873 | συνισταμένη | συ-νι-στα-μέ-νη ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) αποτέλεσμα συνδυασμού δύο ή περισσότερων παραγόντων: Η επιτυχία είναι ~ πολλών πραγμάτων. 2. ΦΥΣ. δύναμη που προκύπτει από τον συνδυασμό δύο ή περισσοτέρων δυνάμεων που ασκούνται ταυτόχρονα σε ένα σώμα. Βλ. συνιστώσα. [< γαλλ. (force) resultante, πβ. αρχ. συνιστάμενος, μτχ. εν. του ρ. συνίσταμαι] | |
| 48874 | συνίσταται | συ-νί-στα-ται ρ. (αμτβ.) {-ανται, παρατ. συνίστ-ατο, -αντο, μτχ. συνιστά-μενος, -μενη κ. -μένη, -μενο· εύχρ. σε ενεστ. κ. παρατ.} (λόγ.) 1. (+ από) αποτελείται, συντίθεται (από κάτι): Η κατασκευή ~ από γερά υλικά. Άσβεστοι που κυρίως ~ανται από οξείδιο ή υδροξείδιο του ασβεστίου. 2. έγκειται, βρίσκεται: Το πρόβλημα ~ στην κατάσταση που επικρατεί στην περιοχή. Η εργασία του/το καθήκον του ~ στο να/ότι ... Σε τι ~ (= που οφείλεται) η ιδιαιτερότητα αυτή; ● Μτχ.: συνιστάμενος , η, ο: Στόλος ~ (= απαρτιζόμενος) από φορτηγά πλοία.|| Σκοπός ~ στην προώθηση της συνεργασίας. [< αρχ. συνίσταμαι, γαλλ. consister] | |
| 48875 | συνιστώ | [συνιστῶ] συ-νι-στώ ρ. (μτβ.) {συνιστ-άς ..., -ώντας | σύστ-ησα (λόγ. συνέστη-σα), -ήσει, συνιστ-άται, -ώνται, συστ-άθηκε κ. συστ-ήθηκε (λόγ. συνεστ-ήθη, -ήθησαν, μτχ. συσταθ-είς, -είσα, -έν), -αθεί κ. -ηθεί, συνιστ-ώμενος, συστ-ημένος} (επίσ.) 1. συγκροτώ, σχηματίζω, οργανώνω κυρ. ομάδα προσώπων για συγκεκριμένο σκοπό, λειτουργία: Το Πανεπιστήμιο ~ησε ειδική επιτροπή για την οργάνωση του συνεδρίου. Συνέστησε εταιρεία μαζί με δύο συνεργάτες του. Στο υπουργείο έχει ~αθεί ειδικό σώμα με αρμοδιότητα ... Πβ. ιδρύω. 2. συστήνω, υποδεικνύω, προτείνω: Ο γιατρός ~σε δίαιτα/ξεκούραση/ψυχραιμία. ~ ένα βιβλίο/έργο/μαγαζί. ~ κάποιον για δουλειά. Σου ~/θα σου συνιστούσα να μη βιαστείς να πάρεις αποφάσεις. Μας τον ~ησαν ως άριστο δικηγόρο. Σας το ~ ανεπιφύλακτα. Το φάρμακο αυτό ~άται (= ενδείκνυται) στις εξής περιπτώσεις ...|| (ως τυποποιημένη φρ. στο διαδίκτυο) ~ησε την ιστοσελίδα μας σε άλλους/σε φίλο.|| ~ώμενη: βιβλιογραφία/δοσολογία/ποσότητα/χρήση. ~ώμενη ημερήσια κατανάλωση προϊόντος. ~ώμενη πρόσληψη ασβεστίου ανά ημέρα. Πβ. ενδεδειγμένος, κατάλληλος, πρέπων. ΣΥΝ. συμβουλεύω ● συνιστά: αποτελεί: (Κάτι) ~ (ποινικό) αδίκημα/έγκλημα/παρανομία. Οι ενέργειες/πράξεις του ~ούν απειλή για την κοινωνία. [< αρχ. συνιστῶ 1: γαλλ. constituer 2: γαλλ. recommander] | |
| 48876 | συνιστώσα | [συνιστῶσα] συ-νι-στώ-σα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) παράγοντας ή συντελεστής που επιδρά μαζί με άλλους στη διαμόρφωση μιας κατάστασης, ενός φαινομένου: βασική/κύρια ~ (του προβλήματος). Ιδεολογικές/οικονομικές/πολιτικές/πολιτιστικές ~ες (= παράμετροι). Επιμέρους θεματική ~ ενός μαθήματος. Γεωργικές ~ες της οικονομίας. Πβ. όψη, πτυχή. 2. ΦΥΣ. καθεμιά από τις επιμέρους δυνάμεις των οποίων το διανυσματικό άθροισμα δημιουργεί τη συνισταμένη: ~ διαστήματος/σημείου/συστήματος. Εφαπτομένη/κάθετη ~. [< γαλλ. (force) composante, πβ. συνιστῶν, μτχ. εν. του ρ. συνιστῶ] | |
| 48877 | συννεφάκι | συν-νε-φά-κι ουσ. (ουδ.) 1. χώρος διαφόρων σχημάτων που χρησιμοποιείται σε κόμικς και γελοιογραφίες και στον οποίο γράφονται συνήθ. οι διάλογοι των ηρώων ή τα λόγια ενός χαρακτήρα: ~ κειμένου/σκέψης. Πβ. μπαλονάκι. 2. (υποκ.) μικρό σύννεφο. ● βλ. σύννεφο [< 1: αγγλ. bubble] | |
| 48878 | συννεφιά | συν-νε-φιά ουσ. (θηλ.): συγκέντρωση σύννεφων στον ουρανό: βαριά/πυκνή/τοπική ~. Έχει/είναι ~. Όλη τη βδομάδα επικράτησε ~. (στη φωτομετρία) Μέση τιμή ~ιάς.|| (σε μετεωρολογικό δελτίο) Αναμένεται/προβλέπεται κατά τόπους ~ με βροχοπτώσεις. Με αραιή ~ θα κυλήσει η μέρα στην Αθήνα. Πβ. νεφώσεις.|| (σπάν. μτφ.) ~ στο βλέμμα/στην έκφραση/στην καρδιά (: κατήφεια, μελαγχολία). ΑΝΤ. ξαστεριά (1) [< μτγν. συννεφία, συννέφεια] | |
| 48879 | συννεφιάζει | συν-νε-φιά-ζει ρ. (αμτβ.) {συννέφια-σε, -σμένος}: (για τον ουρανό) γεμίζει σύννεφα: ~, λες να βρέξει; ~σε ο ουρανός. ~σε απότομα/ξαφνικά. Πβ. ανταριάζει.|| ~σμένος: καιρός. ~η: ατμόσφαιρα. ΣΥΝ. νεφελώδης. ΑΝΤ. αίθριος, ανέφελος. ● συννεφιάζω (μτφ.): σκυθρωπιάζω, μελαγχολώ: Το βλέμμα/η έκφρασή/η όψη του ~σε. Το πρόσωπό της είναι ~σμένο. Πβ. σκοτεινιάζω. [< μεσν. συννεφιάζω] | |
| 48880 | συννέφιασμα | συν-νέ-φια-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του συννεφιάζω: ~ του καιρού/του ουρανού.|| (μτφ.) ~ στο πρόσωπο. | |
| 48881 | σύννεφο | σύν-νε-φο ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό-λογοτ.) σύγνεφο 1. ΜΕΤΕΩΡ. συγκέντρωση συμπυκνωμένων υδρατμών που αποκτούν συγκεκριμένο σχήμα στην ατμόσφαιρα: αραιά/άσπρα/γκρίζα/διάσπαρτα/μαύρα/πυκνά ~α. Μεσαία (: υψιστρώματα)/υψηλά (: θύσανοι, θυσανοστρώματα)/χαμηλά (: στρώματα, στρωματοσωρείτες, σωρειτομελανίες, σωρείτες) ~α. ~α ομίχλης. O ήλιος κρύφτηκε πίσω από τα ~α. Το αεροπλάνο πετούσε πάνω από τα ~α.|| (μτφ., για μεγάλη ποσότητα:) ~ καπνού/σκόνης. ΣΥΝ. νεφέλη, νέφος (2) 2. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.) για κάτι που προκαλεί φόβο και ανησυχία, προμηνύει δυσάρεστη, ανεπιθύμητη κατάσταση: απειλητικά/μαύρα ~α. Εμφανίστηκαν/φάνηκαν τα πρώτα ~α στη σχέση τους. Πυκνώνουν τα ~α πολέμου πάνω από την περιοχή. ~α σκίασαν την ευτυχία τους. ΣΥΝ. νέφος (4) ● ΣΥΜΠΛ.: ροζ σύννεφο βλ. ροζ ● ΦΡ.: βρίσκομαι/πετώ στα σύννεφα/στα ουράνια (προφ.-μτφ.): είμαι πολύ ευτυχισμένος: Ύστερα από τη μεγάλη της επιτυχία πετάει ~. Από τότε που ερωτεύτηκε βρίσκεται ~., πάει/πηγαίνει/πέφτει σύννεφο (προφ.): για κάτι συνήθ. αρνητικό που γίνεται πολύ συχνά ή σε μεγάλο βαθμό: Η βλακεία/το ψέμα πάει ~. Πέφτει ~ η κοροϊδία. ΣΥΝ. πάει καπνός, πέφτει/πέφτουν βροχή, πέφτω από τα σύννεφα (προφ.): εκπλήσσομαι δυσάρεστα: Έμαθα πως χώρισαν κι έπεσα ~ ~., πετάει/ζει/βρίσκεται στα σύννεφα βλ. πετώ ● βλ. συννεφάκι [< μεσν. σύννεφο, αγγλ. cloud] | |
| 48882 | συννεφόκαμα | συν-νε-φό-κα-μα ουσ. (ουδ.) {χωρ. άλλους τ.}: (λαϊκό) συννεφιά με υψηλή θερμοκρασία και συνήθ. με άπνοια: εξάντληση/ζαλάδα από το ~. Πβ. κουφόβραση. | |
| 48883 | συννεφώδης | , ης, ες συν-νε-φώ-δης επίθ. (λόγ.): γεμάτος από σύννεφα, συννεφιασμένος: ~ης: ουρανός. Βλ. -ώδης. ΣΥΝ. νεφελώδης (1) ΑΝΤ. αίθριος [< μεσν. συννεφώδης] | |
| 48884 | σύννομος | , η/ος, ο σύν-νο-μος επίθ.: ΝΟΜ. που βρίσκεται σε αρμονία με τον νόμο: ~η: απόφαση/διαδικασία/εγκύκλιος/ενέργεια/συνέλευση. ~ο: δικαίωμα. Η διάταξη δεν είναι ~η με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. (ως ουσ.) Το μη ~ο του αιτήματος. ΣΥΝ. νόμιμος ΑΝΤ. έκνομος, παράνομος ● επίρρ.: σύννομα & (λόγ.) συννόμως [< μτγν. σύννομος] | |
| 48885 | συννοσηρότητα | συν-νο-ση-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. συνύπαρξη στον ίδιο οργανισμό δύο ή περισσότερων παθήσεων για λόγους πέραν του τυχαίου: ~ άγχους και κατάθλιψης. Εξαρτημένοι χρήστες με ψυχιατρική ~. Η ~ των μαθησιακών διαταραχών. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. comorbidity, γαλλ. comorbidité, 1990] | |
| 48886 | σύννους | , ους, ουν σύν-νους επίθ. {σύνν-οες} (αρχαιοπρ.): σκεπτικός ή κακοδιάθετος. Πβ. κατηφής, συλλογισμένος.|| ~ους: έκφραση/όψη. [< αρχ. σύννους] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ