| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48875 | συνιστώ | [συνιστῶ] συ-νι-στώ ρ. (μτβ.) {συνιστ-άς ..., -ώντας | σύστ-ησα (λόγ. συνέστη-σα), -ήσει, συνιστ-άται, -ώνται, συστ-άθηκε κ. συστ-ήθηκε (λόγ. συνεστ-ήθη, -ήθησαν, μτχ. συσταθ-είς, -είσα, -έν), -αθεί κ. -ηθεί, συνιστ-ώμενος, συστ-ημένος} (επίσ.) 1. συγκροτώ, σχηματίζω, οργανώνω κυρ. ομάδα προσώπων για συγκεκριμένο σκοπό, λειτουργία: Το Πανεπιστήμιο ~ησε ειδική επιτροπή για την οργάνωση του συνεδρίου. Συνέστησε εταιρεία μαζί με δύο συνεργάτες του. Στο υπουργείο έχει ~αθεί ειδικό σώμα με αρμοδιότητα ... Πβ. ιδρύω. 2. συστήνω, υποδεικνύω, προτείνω: Ο γιατρός ~σε δίαιτα/ξεκούραση/ψυχραιμία. ~ ένα βιβλίο/έργο/μαγαζί. ~ κάποιον για δουλειά. Σου ~/θα σου συνιστούσα να μη βιαστείς να πάρεις αποφάσεις. Μας τον ~ησαν ως άριστο δικηγόρο. Σας το ~ ανεπιφύλακτα. Το φάρμακο αυτό ~άται (= ενδείκνυται) στις εξής περιπτώσεις ...|| (ως τυποποιημένη φρ. στο διαδίκτυο) ~ησε την ιστοσελίδα μας σε άλλους/σε φίλο.|| ~ώμενη: βιβλιογραφία/δοσολογία/ποσότητα/χρήση. ~ώμενη ημερήσια κατανάλωση προϊόντος. ~ώμενη πρόσληψη ασβεστίου ανά ημέρα. Πβ. ενδεδειγμένος, κατάλληλος, πρέπων. ΣΥΝ. συμβουλεύω ● συνιστά: αποτελεί: (Κάτι) ~ (ποινικό) αδίκημα/έγκλημα/παρανομία. Οι ενέργειες/πράξεις του ~ούν απειλή για την κοινωνία. [< αρχ. συνιστῶ 1: γαλλ. constituer 2: γαλλ. recommander] | |
| 48876 | συνιστώσα | [συνιστῶσα] συ-νι-στώ-σα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) παράγοντας ή συντελεστής που επιδρά μαζί με άλλους στη διαμόρφωση μιας κατάστασης, ενός φαινομένου: βασική/κύρια ~ (του προβλήματος). Ιδεολογικές/οικονομικές/πολιτικές/πολιτιστικές ~ες (= παράμετροι). Επιμέρους θεματική ~ ενός μαθήματος. Γεωργικές ~ες της οικονομίας. Πβ. όψη, πτυχή. 2. ΦΥΣ. καθεμιά από τις επιμέρους δυνάμεις των οποίων το διανυσματικό άθροισμα δημιουργεί τη συνισταμένη: ~ διαστήματος/σημείου/συστήματος. Εφαπτομένη/κάθετη ~. [< γαλλ. (force) composante, πβ. συνιστῶν, μτχ. εν. του ρ. συνιστῶ] | |
| 48877 | συννεφάκι | συν-νε-φά-κι ουσ. (ουδ.) 1. χώρος διαφόρων σχημάτων που χρησιμοποιείται σε κόμικς και γελοιογραφίες και στον οποίο γράφονται συνήθ. οι διάλογοι των ηρώων ή τα λόγια ενός χαρακτήρα: ~ κειμένου/σκέψης. Πβ. μπαλονάκι. 2. (υποκ.) μικρό σύννεφο. ● βλ. σύννεφο [< 1: αγγλ. bubble] | |
| 48878 | συννεφιά | συν-νε-φιά ουσ. (θηλ.): συγκέντρωση σύννεφων στον ουρανό: βαριά/πυκνή/τοπική ~. Έχει/είναι ~. Όλη τη βδομάδα επικράτησε ~. (στη φωτομετρία) Μέση τιμή ~ιάς.|| (σε μετεωρολογικό δελτίο) Αναμένεται/προβλέπεται κατά τόπους ~ με βροχοπτώσεις. Με αραιή ~ θα κυλήσει η μέρα στην Αθήνα. Πβ. νεφώσεις.|| (σπάν. μτφ.) ~ στο βλέμμα/στην έκφραση/στην καρδιά (: κατήφεια, μελαγχολία). ΑΝΤ. ξαστεριά (1) [< μτγν. συννεφία, συννέφεια] | |
| 48879 | συννεφιάζει | συν-νε-φιά-ζει ρ. (αμτβ.) {συννέφια-σε, -σμένος}: (για τον ουρανό) γεμίζει σύννεφα: ~, λες να βρέξει; ~σε ο ουρανός. ~σε απότομα/ξαφνικά. Πβ. ανταριάζει.|| ~σμένος: καιρός. ~η: ατμόσφαιρα. ΣΥΝ. νεφελώδης. ΑΝΤ. αίθριος, ανέφελος. ● συννεφιάζω (μτφ.): σκυθρωπιάζω, μελαγχολώ: Το βλέμμα/η έκφρασή/η όψη του ~σε. Το πρόσωπό της είναι ~σμένο. Πβ. σκοτεινιάζω. [< μεσν. συννεφιάζω] | |
| 48880 | συννέφιασμα | συν-νέ-φια-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του συννεφιάζω: ~ του καιρού/του ουρανού.|| (μτφ.) ~ στο πρόσωπο. | |
| 48881 | σύννεφο | σύν-νε-φο ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό-λογοτ.) σύγνεφο 1. ΜΕΤΕΩΡ. συγκέντρωση συμπυκνωμένων υδρατμών που αποκτούν συγκεκριμένο σχήμα στην ατμόσφαιρα: αραιά/άσπρα/γκρίζα/διάσπαρτα/μαύρα/πυκνά ~α. Μεσαία (: υψιστρώματα)/υψηλά (: θύσανοι, θυσανοστρώματα)/χαμηλά (: στρώματα, στρωματοσωρείτες, σωρειτομελανίες, σωρείτες) ~α. ~α ομίχλης. O ήλιος κρύφτηκε πίσω από τα ~α. Το αεροπλάνο πετούσε πάνω από τα ~α.|| (μτφ., για μεγάλη ποσότητα:) ~ καπνού/σκόνης. ΣΥΝ. νεφέλη, νέφος (2) 2. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.) για κάτι που προκαλεί φόβο και ανησυχία, προμηνύει δυσάρεστη, ανεπιθύμητη κατάσταση: απειλητικά/μαύρα ~α. Εμφανίστηκαν/φάνηκαν τα πρώτα ~α στη σχέση τους. Πυκνώνουν τα ~α πολέμου πάνω από την περιοχή. ~α σκίασαν την ευτυχία τους. ΣΥΝ. νέφος (4) ● ΣΥΜΠΛ.: ροζ σύννεφο βλ. ροζ ● ΦΡ.: βρίσκομαι/πετώ στα σύννεφα/στα ουράνια (προφ.-μτφ.): είμαι πολύ ευτυχισμένος: Ύστερα από τη μεγάλη της επιτυχία πετάει ~. Από τότε που ερωτεύτηκε βρίσκεται ~., πάει/πηγαίνει/πέφτει σύννεφο (προφ.): για κάτι συνήθ. αρνητικό που γίνεται πολύ συχνά ή σε μεγάλο βαθμό: Η βλακεία/το ψέμα πάει ~. Πέφτει ~ η κοροϊδία. ΣΥΝ. πάει καπνός, πέφτει/πέφτουν βροχή, πέφτω από τα σύννεφα (προφ.): εκπλήσσομαι δυσάρεστα: Έμαθα πως χώρισαν κι έπεσα ~ ~., πετάει/ζει/βρίσκεται στα σύννεφα βλ. πετώ ● βλ. συννεφάκι [< μεσν. σύννεφο, αγγλ. cloud] | |
| 48882 | συννεφόκαμα | συν-νε-φό-κα-μα ουσ. (ουδ.) {χωρ. άλλους τ.}: (λαϊκό) συννεφιά με υψηλή θερμοκρασία και συνήθ. με άπνοια: εξάντληση/ζαλάδα από το ~. Πβ. κουφόβραση. | |
| 48883 | συννεφώδης | , ης, ες συν-νε-φώ-δης επίθ. (λόγ.): γεμάτος από σύννεφα, συννεφιασμένος: ~ης: ουρανός. Βλ. -ώδης. ΣΥΝ. νεφελώδης (1) ΑΝΤ. αίθριος [< μεσν. συννεφώδης] | |
| 48884 | σύννομος | , η/ος, ο σύν-νο-μος επίθ.: ΝΟΜ. που βρίσκεται σε αρμονία με τον νόμο: ~η: απόφαση/διαδικασία/εγκύκλιος/ενέργεια/συνέλευση. ~ο: δικαίωμα. Η διάταξη δεν είναι ~η με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. (ως ουσ.) Το μη ~ο του αιτήματος. ΣΥΝ. νόμιμος ΑΝΤ. έκνομος, παράνομος ● επίρρ.: σύννομα & (λόγ.) συννόμως [< μτγν. σύννομος] | |
| 48885 | συννοσηρότητα | συν-νο-ση-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. συνύπαρξη στον ίδιο οργανισμό δύο ή περισσότερων παθήσεων για λόγους πέραν του τυχαίου: ~ άγχους και κατάθλιψης. Εξαρτημένοι χρήστες με ψυχιατρική ~. Η ~ των μαθησιακών διαταραχών. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. comorbidity, γαλλ. comorbidité, 1990] | |
| 48886 | σύννους | , ους, ουν σύν-νους επίθ. {σύνν-οες} (αρχαιοπρ.): σκεπτικός ή κακοδιάθετος. Πβ. κατηφής, συλλογισμένος.|| ~ους: έκφραση/όψη. [< αρχ. σύννους] | |
| 48887 | συννυφάδα | συν-νυ-φά-δα ουσ. (θηλ.) & συνυφάδα: (σε σχέση με το πρόσωπο που μιλά) η σύζυγος του κουνιάδου: Είμαστε ~ες με την ... Βλ. μπατζανάκης, σύγγαμπρος. | |
| 48888 | συνοδεία | συ-νο-δεί-α ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συνοδεύω: είναι απαραίτητη η ~ κηδεμόνα. 2. ομάδα προσώπων που συνοδεύουν κάποιον, συνήθ. για προστασία ή φρούρηση: αστυνομική/βασιλική/ένοπλη/πολυμελής/στρατιωτική/τιμητική ~. ~ αθλητών/ατόμων με ειδικές ανάγκες/επισήμων/καλλιτέχνη/κρατουμένων. ~ του δημάρχου/Πατριάρχη/πρέσβη/προέδρου/πρωθυπουργού (πβ. ακολουθία, κουστωδία). Ο μαθητής μπορεί να συμμετάσχει στην εκδρομή μόνο με ~ γονέων. Η ~ του γαμπρού σε παραδοσιακό γάμο (βλ. μπράτιμος).|| (με οχήματα) ~ νηοπομπών/σκαφών. Με ~ ασφάλειας/τροχαίας/φρουράς. Αυτοκίνητο/πλοία ~ας.|| Άνδρες για ~ κυριών (πβ. ζιγκολό)/γυναίκες για ~ κυρίων (πβ. πόρνη πολυτελείας). 3. ΜΟΥΣ. μελωδία που παίζεται από μουσικό ή ορχήστρα ταυτόχρονα και συμπληρωματικά προς το κύριο μέρος το οποίο ερμηνεύει ένας σολίστ: μουσική/οργανική ~. Απαγγελία με ~ κιθάρας/πιάνου. Υπό τη ~ τσέλου θα τραγουδήσει ο ... ΣΥΝ. ακομπανιαμέντο, υπόκρουση 4. κατάλληλο συμπλήρωμα, ταιριαστό με κάτι άλλο: ντιπ/σαλάτες για ~ κρέατος (= συνοδευτικό). Φαγητό με ~ εμφιαλωμένου κρασιού. Απολαύσαμε το δείπνο/το περιβάλλον με ~ ζωντανής μουσικής. ● ΦΡ.: συνοδεία (+ γεν.) (λόγ.): μαζί με κάποιον ή κάτι, με τη συνοδεία προσώπου ή πράγματος: Αφήγηση παραμυθιών ~ μουσικής. Ο μεζές σερβίρεται ~ κρασιού.|| Μεταφέρθηκαν στα δικαστήρια ~ αστυνομικών. [< μτγν. συνοδία & συνοδεία 'ομαδικό ταξίδι', γαλλ. accompagnement] | |
| 48889 | συνοδευτικός | , ή, ό συ-νο-δευ-τι-κός επίθ.: που συνοδεύει κάτι συνήθ. ως συμπλήρωμα: ~ός: εξοπλισμός/κατάλογος. ~ή: έκθεση/σελίδα φαξ. ~ό: δελτίο/σημείωμα/υπόμνημα. ~ά: σχόλια. Το βιβλίο πωλείται μαζί με ~ό χάρτη. Η αίτηση/αναφορά πρέπει να κατατίθεται με τα απαραίτητα ~ά έγγραφα. Πβ. συνοδός.|| (ως ουσ.) ~ά του ποτού (κρακεράκια, μεζέδες, ξηροί καρποί ...). Τα ~ά συμπεριλαμβάνονται στην τιμή της φιάλης (πβ. παρελκόμενα). Το κρέας/οι σαλάτες/τα ψάρια και τα ~ά τους. Πβ. συμπαρομαρτούντα. ● επίρρ.: συνοδευτικά ● ΣΥΜΠΛ.: συνοδευτική επιστολή βλ. επιστολή | |
| 48890 | συνοδεύω | συ-νο-δεύ-ω ρ. (μτβ.) {συνόδευ-σα (προφ.) συνόδ-εψα, συνοδεύ-σει (προφ.) συνοδ-έψει, συνοδεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -οντας, -όμενος, -μένος} 1. προχωρώ, πηγαίνω κάπου μαζί με κάποιον κυρ. για συντροφιά, βοήθεια ή προστασία: ~ (κάποιον) σε γλέντι/έξοδο/χορό. ~ τον ασθενή στο νοσοκομείο. Τον ~σε μέχρι το αεροδρόμιο/αυτοκίνητο/την πόρτα/το σπίτι. Απαγορεύεται η είσοδος σε ανηλίκους, εκτός αν ~ονται από γονείς. Ο κρατούμενος ~όταν από ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις. Ο βουλευτής επισκέφτηκε την περιοχή, ~όμενος από στελέχη του κόμματός του. (για γυναίκες) Δεν ήρθε μόνη της, ~όταν (: είχε συνοδό· βλ. ασυνόδευτος).|| (μτφ.) Θα σε ~ει η ευχή/σκέψη μου. Πβ. ακολουθώ.|| Φίλοι και συγγενείς ~σαν τον εκλιπόντα στην τελευταία του κατοικία (: παρευρέθηκαν στην κηδεία του). 2. ΜΟΥΣ. παίζω μια μελωδία με όργανο ή την τραγουδώ παράλληλα και συμπληρωματικά προς το κύριο μουσικό μέρος, το οποίο εκτελείται από σολίστ: ~ στην κιθάρα/στο πιάνο. ~ομαι από ορχήστρα/χορωδία. Θα με ~σεις στο ρεφρέν; ΣΥΝ. ακομπανιάρω ● συνοδεύει 1. αποτελεί κατάλληλο συμπλήρωμα, υπάρχει, γίνεται ή ταιριάζει μαζί με κάτι: Κείμενα που ~ουν τις εικόνες/φωτογραφίες. Το βραβείο ~εται από υποτροφία. Η εφημερίδα ~εται από τουριστικό οδηγό. Η έκδοση ~εται με σιντί μουσικής. Το κρέας ~εται (= σερβίρεται) με ρύζι ή πατάτες. Η αίτηση ~εται από τα σχετικά έγγραφα. 2. (συνήθ. για κατάσταση, φαινόμενο) αποτελεί αναγκαίο επακόλουθο, αποτέλεσμα ή συνυπάρχει με κάτι: Η κακή διατροφή ~εται από προβλήματα υγείας.|| Οι πνευματικές ανησυχίες τον συνόδευαν από νεαρή ηλικία. [< μτγν. συνοδεύω, γαλλ. accompagner] | |
| 48891 | συνοδήγηση | συ-νο-δή-γη-ση ουσ. (θηλ.) 1. το να είναι κάποιος συνοδηγός, κυρ. σε αγωνιστικό αυτοκίνητο: Έζησε μια μοναδική εμπειρία ~ης. 2. (ειδικότ.) συνεπιβατισμός. | |
| 48892 | συνοδηγός | συ-νο-δη-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. επιβάτης κυρ. αυτοκινήτου που κάθεται στη θέση δίπλα από τον οδηγό: αερόσακος/κάθισμα/ντουλαπάκι/πόρτα ~ού. 2. (ειδικότ.) πρόσωπο που κάθεται δίπλα στον οδηγό αγώνων ράλι και τον βοηθά, κυρ. δίνοντάς του οδηγίες για τα δύσκολα σημεία της διαδρομής: εθελοντής/έμπειρος ~. Έπαθλο/κύπελλο ~ών. Βλ. συγκυβερνήτης. [< μτγν. συνοδηγός 'καθοδηγητής', αγγλ. co-driver, 1916] | |
| 48893 | συνοδικός | , ή, ό συ-νο-δι-κός επίθ. 1. ΕΚΚΛΗΣ. που αναφέρεται στην εκκλησιαστική ή Ιερά Σύνοδο: ~ός: θεσμός/ιεράρχης/λόγος. ~ή: απόφαση/διάταξη/εγκύκλιος/πράξη. ~ό: γράμμα/γραφείο/μέγαρο/σύστημα (: διοικητικό σύστημα ορθόδοξης Εκκλησίας με βάση τις συνόδους). ~οί: κανόνες. ~ή επιτροπή επί των αιρέσεων. Πατριαρχική και ~ή Θεία Λειτουργία.|| (ως ουσ.) Ο ~ός (: μέλος της Iεράς Συνόδου). Το ~ό (: η αίθουσα, ο χώρος συνεδριάσεων της Ιεράς Συνόδου). Το ~ό της Μονής. 2. ΑΣΤΡΟΝ. που σχετίζεται με τη σύνοδο ουράνιων σωμάτων: ~ή: περίοδος (: μεταξύ δύο διαδοχικών συνόδων ενός πλανήτη ή της Σελήνης με τον Ήλιο). ● ΣΥΜΠΛ.: σεληνιακός/συνοδικός μήνας βλ. μήνας, Συνοδικός Τόμος βλ. τόμος [< μτγν. συνοδικός 1: γαλλ.-αγγλ. synodal, γαλλ. synodique 2: γαλλ. synodique, αγγλ. synodic] | |
| 48894 | συνοδοιπορία | συ-νο-δοι-πο-ρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κοινή πορεία με κάποιον: ιδεολογική/πνευματική ~. ~ πολιτικών δυνάμεων. ~ των καλλιτεχνών με τα νέα πολιτιστικά ρεύματα. Πβ. συμπόρευση. [< μτγν. συνοδοιπορία] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ