Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [49420-49440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48887συννυφάδασυν-νυ-φά-δα ουσ. (θηλ.) & συνυφάδα: (σε σχέση με το πρόσωπο που μιλά) η σύζυγος του κουνιάδου: Είμαστε ~ες με την ... Βλ. μπατζανάκης, σύγγαμπρος.
48888συνοδείασυ-νο-δεί-α ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συνοδεύω: είναι απαραίτητη η ~ κηδεμόνα. 2. ομάδα προσώπων που συνοδεύουν κάποιον, συνήθ. για προστασία ή φρούρηση: αστυνομική/βασιλική/ένοπλη/πολυμελής/στρατιωτική/τιμητική ~. ~ αθλητών/ατόμων με ειδικές ανάγκες/επισήμων/καλλιτέχνη/κρατουμένων. ~ του δημάρχου/Πατριάρχη/πρέσβη/προέδρου/πρωθυπουργού (πβ. ακολουθία, κουστωδία). Ο μαθητής μπορεί να συμμετάσχει στην εκδρομή μόνο με ~ γονέων. Η ~ του γαμπρού σε παραδοσιακό γάμο (βλ. μπράτιμος).|| (με οχήματα) ~ νηοπομπών/σκαφών. Με ~ ασφάλειας/τροχαίας/φρουράς. Αυτοκίνητο/πλοία ~ας.|| Άνδρες για ~ κυριών (πβ. ζιγκολό)/γυναίκες για ~ κυρίων (πβ. πόρνη πολυτελείας). 3. ΜΟΥΣ. μελωδία που παίζεται από μουσικό ή ορχήστρα ταυτόχρονα και συμπληρωματικά προς το κύριο μέρος το οποίο ερμηνεύει ένας σολίστ: μουσική/οργανική ~. Απαγγελία με ~ κιθάρας/πιάνου. Υπό τη ~ τσέλου θα τραγουδήσει ο ... ΣΥΝ. ακομπανιαμέντο, υπόκρουση 4. κατάλληλο συμπλήρωμα, ταιριαστό με κάτι άλλο: ντιπ/σαλάτες για ~ κρέατος (= συνοδευτικό). Φαγητό με ~ εμφιαλωμένου κρασιού. Απολαύσαμε το δείπνο/το περιβάλλον με ~ ζωντανής μουσικής. ● ΦΡ.: συνοδεία (+ γεν.) (λόγ.): μαζί με κάποιον ή κάτι, με τη συνοδεία προσώπου ή πράγματος: Αφήγηση παραμυθιών ~ μουσικής. Ο μεζές σερβίρεται ~ κρασιού.|| Μεταφέρθηκαν στα δικαστήρια ~ αστυνομικών. [< μτγν. συνοδία & συνοδεία 'ομαδικό ταξίδι', γαλλ. accompagnement]
48889συνοδευτικός, ή, ό συ-νο-δευ-τι-κός επίθ.: που συνοδεύει κάτι συνήθ. ως συμπλήρωμα: ~ός: εξοπλισμός/κατάλογος. ~ή: έκθεση/σελίδα φαξ. ~ό: δελτίο/σημείωμα/υπόμνημα. ~ά: σχόλια. Το βιβλίο πωλείται μαζί με ~ό χάρτη. Η αίτηση/αναφορά πρέπει να κατατίθεται με τα απαραίτητα ~ά έγγραφα. Πβ. συνοδός.|| (ως ουσ.) ~ά του ποτού (κρακεράκια, μεζέδες, ξηροί καρποί ...). Τα ~ά συμπεριλαμβάνονται στην τιμή της φιάλης (πβ. παρελκόμενα). Το κρέας/οι σαλάτες/τα ψάρια και τα ~ά τους. Πβ. συμπαρομαρτούντα. ● επίρρ.: συνοδευτικά ● ΣΥΜΠΛ.: συνοδευτική επιστολή βλ. επιστολή
48890συνοδεύωσυ-νο-δεύ-ω ρ. (μτβ.) {συνόδευ-σα (προφ.) συνόδ-εψα, συνοδεύ-σει (προφ.) συνοδ-έψει, συνοδεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -οντας, -όμενος, -μένος} 1. προχωρώ, πηγαίνω κάπου μαζί με κάποιον κυρ. για συντροφιά, βοήθεια ή προστασία: ~ (κάποιον) σε γλέντι/έξοδο/χορό. ~ τον ασθενή στο νοσοκομείο. Τον ~σε μέχρι το αεροδρόμιο/αυτοκίνητο/την πόρτα/το σπίτι. Απαγορεύεται η είσοδος σε ανηλίκους, εκτός αν ~ονται από γονείς. Ο κρατούμενος ~όταν από ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις. Ο βουλευτής επισκέφτηκε την περιοχή, ~όμενος από στελέχη του κόμματός του. (για γυναίκες) Δεν ήρθε μόνη της, ~όταν (: είχε συνοδό· βλ. ασυνόδευτος).|| (μτφ.) Θα σε ~ει η ευχή/σκέψη μου. Πβ. ακολουθώ.|| Φίλοι και συγγενείς ~σαν τον εκλιπόντα στην τελευταία του κατοικία (: παρευρέθηκαν στην κηδεία του). 2. ΜΟΥΣ. παίζω μια μελωδία με όργανο ή την τραγουδώ παράλληλα και συμπληρωματικά προς το κύριο μουσικό μέρος, το οποίο εκτελείται από σολίστ: ~ στην κιθάρα/στο πιάνο. ~ομαι από ορχήστρα/χορωδία. Θα με ~σεις στο ρεφρέν; ΣΥΝ. ακομπανιάρω ● συνοδεύει 1. αποτελεί κατάλληλο συμπλήρωμα, υπάρχει, γίνεται ή ταιριάζει μαζί με κάτι: Κείμενα που ~ουν τις εικόνες/φωτογραφίες. Το βραβείο ~εται από υποτροφία. Η εφημερίδα ~εται από τουριστικό οδηγό. Η έκδοση ~εται με σιντί μουσικής. Το κρέας ~εται (= σερβίρεται) με ρύζι ή πατάτες. Η αίτηση ~εται από τα σχετικά έγγραφα. 2. (συνήθ. για κατάσταση, φαινόμενο) αποτελεί αναγκαίο επακόλουθο, αποτέλεσμα ή συνυπάρχει με κάτι: Η κακή διατροφή ~εται από προβλήματα υγείας.|| Οι πνευματικές ανησυχίες τον συνόδευαν από νεαρή ηλικία. [< μτγν. συνοδεύω, γαλλ. accompagner]
48891συνοδήγησησυ-νο-δή-γη-ση ουσ. (θηλ.) 1. το να είναι κάποιος συνοδηγός, κυρ. σε αγωνιστικό αυτοκίνητο: Έζησε μια μοναδική εμπειρία ~ης. 2. (ειδικότ.) συνεπιβατισμός.
48892συνοδηγόςσυ-νο-δη-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. επιβάτης κυρ. αυτοκινήτου που κάθεται στη θέση δίπλα από τον οδηγό: αερόσακος/κάθισμα/ντουλαπάκι/πόρτα ~ού. 2. (ειδικότ.) πρόσωπο που κάθεται δίπλα στον οδηγό αγώνων ράλι και τον βοηθά, κυρ. δίνοντάς του οδηγίες για τα δύσκολα σημεία της διαδρομής: εθελοντής/έμπειρος ~. Έπαθλο/κύπελλο ~ών. Βλ. συγκυβερνήτης. [< μτγν. συνοδηγός 'καθοδηγητής', αγγλ. co-driver, 1916]
48893συνοδικός, ή, ό συ-νο-δι-κός επίθ. 1. ΕΚΚΛΗΣ. που αναφέρεται στην εκκλησιαστική ή Ιερά Σύνοδο: ~ός: θεσμός/ιεράρχης/λόγος. ~ή: απόφαση/διάταξη/εγκύκλιος/πράξη. ~ό: γράμμα/γραφείο/μέγαρο/σύστημα (: διοικητικό σύστημα ορθόδοξης Εκκλησίας με βάση τις συνόδους). ~οί: κανόνες. ~ή επιτροπή επί των αιρέσεων. Πατριαρχική και ~ή Θεία Λειτουργία.|| (ως ουσ.) Ο ~ός (: μέλος της Iεράς Συνόδου). Το ~ό (: η αίθουσα, ο χώρος συνεδριάσεων της Ιεράς Συνόδου). Το ~ό της Μονής. 2. ΑΣΤΡΟΝ. που σχετίζεται με τη σύνοδο ουράνιων σωμάτων: ~ή: περίοδος (: μεταξύ δύο διαδοχικών συνόδων ενός πλανήτη ή της Σελήνης με τον Ήλιο). ● ΣΥΜΠΛ.: σεληνιακός/συνοδικός μήνας βλ. μήνας, Συνοδικός Τόμος βλ. τόμος [< μτγν. συνοδικός 1: γαλλ.-αγγλ. synodal, γαλλ. synodique 2: γαλλ. synodique, αγγλ. synodic]
48894συνοδοιπορίασυ-νο-δοι-πο-ρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κοινή πορεία με κάποιον: ιδεολογική/πνευματική ~. ~ πολιτικών δυνάμεων. ~ των καλλιτεχνών με τα νέα πολιτιστικά ρεύματα. Πβ. συμπόρευση. [< μτγν. συνοδοιπορία]
48895συνοδοιπόροςσυ-νο-δοι-πό-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που προχωρά μαζί με άλλον, που έχει κοινή πορεία μαζί του: ~ σε περιπλάνηση/στο ταξίδι.|| (κυρ. μτφ.) ~ σε έργο/ιδεολογία/προσπάθεια.|| (ως επίθ.) ~οι: καλλιτέχνες/μαχητές. Πβ. ομοϊδεάτης. [< αρχ. συνοδοιπόρος ‘συνταξιδιώτης’]
48896συνοδοιπορώ[συνοδοιπορῶ] συ-νο-δοι-πο-ρώ ρ. (αμτβ.) {-είς ..., -ώντας} (λόγ.): ακολουθώ κοινή ιδεολογική πορεία με κάποιον: ~ σε έργο/προσπάθεια/ρεύμα. [< μτγν. συνοδοιπορῶ ‘ταξιδεύω μαζί’]
48897συνοδόςσυ-νο-δός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που συνοδεύει κάποιον κυρ. για συντροφιά, βοήθεια ή προστασία: αστυνομικός ~. ~ αθλητών/καλλιτέχνη/κρατουμένων/υψηλών προσώπων. ~ παιδιών/σε σχολικό λεωφορείο. ~ ασθενή/τραυματία (σε νοσοκομείο). Σκύλος ~ (: για τυφλούς, ηλικιωμένους, άτομα με ειδικές ανάγκες· πβ. οδηγός). 2. πρόσωπο που συνοδεύει άλλο πρόσωπο σε κοινωνική εκδήλωση, δημόσιο χώρο και ειδικότ. ερωτικός σύντροφος: ~ δεσποινίδας/κυρίας. Μόνιμος/περιστασιακός ~. ~ σε έξοδο/χορό. Πβ. καβαλιέρος, ντάμα.|| (επί πληρωμή) Γραφείο/πρακτορείο ~ών (πολυτελείας). 3. ΜΟΥΣ. μουσικός που συνοδεύει οργανικά έναν σολίστ (εκτελεστή ή τραγουδιστή): ~ πιανίστας. Πβ. ακομπανιατέρ. ● ΣΥΜΠΛ.: συνοδός εδάφους (ο/η): υπάλληλος αεροπορικής εταιρείας, αρμόδιος για την εξυπηρέτηση των επιβατών στον χώρο του αεροδρομίου: ~ ~ που ελέγχει τα εισιτήρια. Βλ. αεροσυνοδός., συνοδός/πόρνη πολυτελείας: γυναίκα η οποία εκπορνεύεται έναντι υψηλής συνήθ. αμοιβής. Βλ. κολ γκερλ. [< αγγλ. escort girl, γαλλ. ~, 1983] , ιπτάμενη συνοδός βλ. ιπτάμενος, ιπτάμενος φροντιστής/συνοδός βλ. ιπτάμενος [<πβ. μτγν. σύνοδος 'συνοδοιπόρος', γαλλ. accompagnateur – αγγλ. escort agency, 1974]
48898συνοδός, ός, ό συ-νο-δός επίθ. (λόγ.): που συνοδεύει κάποιον ή κάτι: ~ές: παθήσεις (μιας νόσου)/χρήσεις γηπέδου. ~ά: νοσήματα/προβλήματα/συμπτώματα/φαινόμενα (του σεισμού). Πβ. συμπαρομαρτούντα, συνοδευτικός.|| ~οί: γονείς (σχολικής εκδρομής). Συμμετέχοντες και ~ά μέλη συνεδρίου. Εμπορικά και ~ά πλοία. Την ευθύνη των μαθητών κατά τη διάρκεια της επίσκεψης έχει ο ~ός εκπαδευτικός. [< πβ. μτγν. σύνοδος]
48899σύνοδοςσύ-νο-δος ουσ. (θηλ.) {συνόδ-ου} 1. (με κεφαλ. το αρχικό Σ) επίσημη συνέλευση συλλογικού οργάνου: ανεπίσημη/άτυπη/διεθνής/έκτακτη/ετήσια/κρίσιμη/τακτική ~. ~ αντιπροσώπων/ιεραρχίας/κρατών/ολομέλειας/οργανισμού. ~ του ΟΗΕ/της Βουλής των Εφήβων/της Εκτελεστικής Επιτροπής του Κόμματος/της Ευρωπαϊκής Ένωσης/του Υπουργικού Συμβουλίου. Έναρξη/εργασίες/μέλη/πρόγραμμα/σύγκληση/σύνθεση ~ου. Η ~ συνέρχεται.|| ~ κορυφής (: σύσκεψη ανωτάτου επιπέδου στην οποία λαμβάνουν μέρος οι αρχηγοί κρατών ή κυβερνήσεων ή ανώτατα πολιτειακά όργανα). ~ του ΝΑΤΟ.|| (ΕΚΚΛΗΣ., συνεδρίαση για εκκλησιαστικά θέματα, στην οποία συμμετέχουν μητροπολίτες και επίσκοποι:) Αποστολική/Επαρχιακή/Πατριαρχική/Τοπική ~. Κανόνες ~ων. 2. ΠΟΛΙΤ. καθεμία από τις τέσσερις περιόδους συνεδριάσεων της Βουλής μέσα σε ένα έτος και το αντίστοιχο χρονικό διάστημα: εαρινή/θερινή ~. 3. ΑΣΤΡΟΝ.-ΑΣΤΡΟΛ. η θέση δύο ή περισσότερων ουράνιων σωμάτων του ηλιακού συστήματος, τα οποία, παρατηρούμενα από τη Γη, δίνουν την εντύπωση ότι βρίσκονται στην ίδια νοητή ευθεία: ~ των πλανητών/της Σελήνης. Πβ. συζυγία. Βλ. ευθυγράμμιση. ● ΣΥΜΠΛ.: Διαρκής Iερά Σύνοδος: ΕΚΚΛΗΣ. επίσημο εκκλησιαστικό όργανο που λειτουργεί ως εντολοδόχος της Iεράς Σύνοδου, με ετήσια θητεία, και αποτελείται από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και δώδεκα μητροπολίτες: ~ ~ της Εκκλησίας της Ελλάδος., Ενδημούσα Σύνοδος (του Οικουμενικού Πατριαρχείου): ΕΚΚΛΗΣ. (παλαιότ.) στην οποία συμμετέχουν επίσκοποι και αρχιερείς που μένουν μόνιμα ή προσωρινά στην Κωνσταντινούπολη., Οικουμενική Σύνοδος: ΕΚΚΛΗΣ. στην οποία συμμετείχαν εκπρόσωποι όλων των χριστιανικών Εκκλησιών για την επίλυση δογματικών ζητημάτων και της οποίας οι αποφάσεις είχαν καθολική ισχύ., Ιερά Σύνοδος βλ. ιερός [< αρχ. σύνοδος, γαλλ. synode, αγγλ. synod 2: γαλλ. session]
48900συνοικέσιοσυ-νοι-κέ-σι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: συνεννόηση και συμφωνία μεταξύ προσώπων μέσω μεσολαβητή, με σκοπό τη γνωριμία για γάμο: Παντρεύτηκαν με ~. Πέτυχε/χάλασε το ~. ΣΥΝ. προξενιό. Πβ. παντρολογήματα.|| (σπανιότ.-μτφ.) ~ επιχειρήσεων/εταιρειών/τραπεζών. ● ΣΥΜΠΛ.: γραφείο συνοικεσίων/γνωριμιών: επιχείρηση που προωθεί γνωριμίες, κυρ. με σκοπό τον γάμο. [< μτγν. συνοικέσιον 'συγκατοίκηση, συμβίωση, γάμος']
48901συνοίκησησυ-νοί-κη-ση ουσ. (θηλ.) 1. συγκατοίκηση: ~ σε μισθωμένο σπίτι/ξενοδοχείο. 2. ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. (κυρ. για τα κοινωνικά έντομα) η κατοίκηση ενός οργανισμού στη φωλιά ενός άλλου, χωρίς να του προκαλεί βλάβη. Βλ. παρασιτισμός. [< 1: αρχ. συνοίκησις]
48902συνοικίασυ-νοι-κί-α ουσ. (θηλ.): μικρή περιοχή, κυρ. πόλης, με ιδιαίτερα κοινωνικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά: αριστοκρατική/ήσυχη/κεντρική/λαϊκή/παραδοσιακή/πλούσια/υποβαθμισμένη/φτωχή (= φτωχο~) ~. Η εβραϊκή/ελληνική/τουρκική ~. Οι δυτικές/νότιες ~ες (μιας πόλης). Πβ. γειτονιά, συνοικισμός. [< αρχ. συνοικία ‘συγκρότημα κατοικιών’, γαλλ. quartier]
48903συνοικιακός, ή, ό συ-νοι-κι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη συνοικία: ~ός: κινηματογράφος. ~ή: ομάδα/ταβέρνα. ~ό: βιβλιοπωλείο/γήπεδο/γυμναστήριο/καφενείο/μαγαζί/συμβούλιο (: όργανο τοπικής αυτοδιοίκησης που καλύπτει συγκεκριμένη συνοικία)/φροντιστήριο. ΑΝΤ. κεντρικός.
48904συνοικίζωσυ-νοι-κί-ζω ρ. (αμτβ.) {συνοίκισα}: ενώνω πολεοδομικά διαφορετικούς οικισμούς υπό ενιαία διοικητική Αρχή. [< αρχ. συνοικίζω ‘συνενώνω σε μια πόλη’]
48905συνοικισμόςσυ-νοι-κι-σμός ουσ. (αρσ.): οικισμός που δημιουργείται συνήθ. στα περίχωρα μιας πόλης για την κάλυψη κυρ. έκτακτων οικιστικών αναγκών: παραδοσιακός/προσφυγικός ~. ~ πλημμυροπαθών/σεισμοπαθών. Ένωση ~ών.|| (ΙΣΤ.-ΑΡΧΑΙΟΛ.) Ο ~ της Αθήνας από τον Θησέα (: οικιστική ενοποίηση υπό ενιαία πολιτική εξουσία). Βυζαντινός/νεολιθικός/προϊστορικός ~. Πβ. συνοικία. [< μτγν. συνοικισμός ‘συνένωση οικισμών σε πόλη’]
48906σύνοικοςσύ-νοι-κος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -οίκου} 1. (λόγ.) συγκάτοικος. 2. ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. (σπάν.) οργανισμός που συμβιώνει με διαφορετικού είδους ζώα. [< 1: αρχ. σύνοικος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.