| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48895 | συνοδοιπόρος | συ-νο-δοι-πό-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που προχωρά μαζί με άλλον, που έχει κοινή πορεία μαζί του: ~ σε περιπλάνηση/στο ταξίδι.|| (κυρ. μτφ.) ~ σε έργο/ιδεολογία/προσπάθεια.|| (ως επίθ.) ~οι: καλλιτέχνες/μαχητές. Πβ. ομοϊδεάτης. [< αρχ. συνοδοιπόρος ‘συνταξιδιώτης’] | |
| 48896 | συνοδοιπορώ | [συνοδοιπορῶ] συ-νο-δοι-πο-ρώ ρ. (αμτβ.) {-είς ..., -ώντας} (λόγ.): ακολουθώ κοινή ιδεολογική πορεία με κάποιον: ~ σε έργο/προσπάθεια/ρεύμα. [< μτγν. συνοδοιπορῶ ‘ταξιδεύω μαζί’] | |
| 48897 | συνοδός | συ-νο-δός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που συνοδεύει κάποιον κυρ. για συντροφιά, βοήθεια ή προστασία: αστυνομικός ~. ~ αθλητών/καλλιτέχνη/κρατουμένων/υψηλών προσώπων. ~ παιδιών/σε σχολικό λεωφορείο. ~ ασθενή/τραυματία (σε νοσοκομείο). Σκύλος ~ (: για τυφλούς, ηλικιωμένους, άτομα με ειδικές ανάγκες· πβ. οδηγός). 2. πρόσωπο που συνοδεύει άλλο πρόσωπο σε κοινωνική εκδήλωση, δημόσιο χώρο και ειδικότ. ερωτικός σύντροφος: ~ δεσποινίδας/κυρίας. Μόνιμος/περιστασιακός ~. ~ σε έξοδο/χορό. Πβ. καβαλιέρος, ντάμα.|| (επί πληρωμή) Γραφείο/πρακτορείο ~ών (πολυτελείας). 3. ΜΟΥΣ. μουσικός που συνοδεύει οργανικά έναν σολίστ (εκτελεστή ή τραγουδιστή): ~ πιανίστας. Πβ. ακομπανιατέρ. ● ΣΥΜΠΛ.: συνοδός εδάφους (ο/η): υπάλληλος αεροπορικής εταιρείας, αρμόδιος για την εξυπηρέτηση των επιβατών στον χώρο του αεροδρομίου: ~ ~ που ελέγχει τα εισιτήρια. Βλ. αεροσυνοδός., συνοδός/πόρνη πολυτελείας: γυναίκα η οποία εκπορνεύεται έναντι υψηλής συνήθ. αμοιβής. Βλ. κολ γκερλ. [< αγγλ. escort girl, γαλλ. ~, 1983] , ιπτάμενη συνοδός βλ. ιπτάμενος, ιπτάμενος φροντιστής/συνοδός βλ. ιπτάμενος [<πβ. μτγν. σύνοδος 'συνοδοιπόρος', γαλλ. accompagnateur – αγγλ. escort agency, 1974] | |
| 48898 | συνοδός | , ός, ό συ-νο-δός επίθ. (λόγ.): που συνοδεύει κάποιον ή κάτι: ~ές: παθήσεις (μιας νόσου)/χρήσεις γηπέδου. ~ά: νοσήματα/προβλήματα/συμπτώματα/φαινόμενα (του σεισμού). Πβ. συμπαρομαρτούντα, συνοδευτικός.|| ~οί: γονείς (σχολικής εκδρομής). Συμμετέχοντες και ~ά μέλη συνεδρίου. Εμπορικά και ~ά πλοία. Την ευθύνη των μαθητών κατά τη διάρκεια της επίσκεψης έχει ο ~ός εκπαδευτικός. [< πβ. μτγν. σύνοδος] | |
| 48899 | σύνοδος | σύ-νο-δος ουσ. (θηλ.) {συνόδ-ου} 1. (με κεφαλ. το αρχικό Σ) επίσημη συνέλευση συλλογικού οργάνου: ανεπίσημη/άτυπη/διεθνής/έκτακτη/ετήσια/κρίσιμη/τακτική ~. ~ αντιπροσώπων/ιεραρχίας/κρατών/ολομέλειας/οργανισμού. ~ του ΟΗΕ/της Βουλής των Εφήβων/της Εκτελεστικής Επιτροπής του Κόμματος/της Ευρωπαϊκής Ένωσης/του Υπουργικού Συμβουλίου. Έναρξη/εργασίες/μέλη/πρόγραμμα/σύγκληση/σύνθεση ~ου. Η ~ συνέρχεται.|| ~ κορυφής (: σύσκεψη ανωτάτου επιπέδου στην οποία λαμβάνουν μέρος οι αρχηγοί κρατών ή κυβερνήσεων ή ανώτατα πολιτειακά όργανα). ~ του ΝΑΤΟ.|| (ΕΚΚΛΗΣ., συνεδρίαση για εκκλησιαστικά θέματα, στην οποία συμμετέχουν μητροπολίτες και επίσκοποι:) Αποστολική/Επαρχιακή/Πατριαρχική/Τοπική ~. Κανόνες ~ων. 2. ΠΟΛΙΤ. καθεμία από τις τέσσερις περιόδους συνεδριάσεων της Βουλής μέσα σε ένα έτος και το αντίστοιχο χρονικό διάστημα: εαρινή/θερινή ~. 3. ΑΣΤΡΟΝ.-ΑΣΤΡΟΛ. η θέση δύο ή περισσότερων ουράνιων σωμάτων του ηλιακού συστήματος, τα οποία, παρατηρούμενα από τη Γη, δίνουν την εντύπωση ότι βρίσκονται στην ίδια νοητή ευθεία: ~ των πλανητών/της Σελήνης. Πβ. συζυγία. Βλ. ευθυγράμμιση. ● ΣΥΜΠΛ.: Διαρκής Iερά Σύνοδος: ΕΚΚΛΗΣ. επίσημο εκκλησιαστικό όργανο που λειτουργεί ως εντολοδόχος της Iεράς Σύνοδου, με ετήσια θητεία, και αποτελείται από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και δώδεκα μητροπολίτες: ~ ~ της Εκκλησίας της Ελλάδος., Ενδημούσα Σύνοδος (του Οικουμενικού Πατριαρχείου): ΕΚΚΛΗΣ. (παλαιότ.) στην οποία συμμετέχουν επίσκοποι και αρχιερείς που μένουν μόνιμα ή προσωρινά στην Κωνσταντινούπολη., Οικουμενική Σύνοδος: ΕΚΚΛΗΣ. στην οποία συμμετείχαν εκπρόσωποι όλων των χριστιανικών Εκκλησιών για την επίλυση δογματικών ζητημάτων και της οποίας οι αποφάσεις είχαν καθολική ισχύ., Ιερά Σύνοδος βλ. ιερός [< αρχ. σύνοδος, γαλλ. synode, αγγλ. synod 2: γαλλ. session] | |
| 48900 | συνοικέσιο | συ-νοι-κέ-σι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: συνεννόηση και συμφωνία μεταξύ προσώπων μέσω μεσολαβητή, με σκοπό τη γνωριμία για γάμο: Παντρεύτηκαν με ~. Πέτυχε/χάλασε το ~. ΣΥΝ. προξενιό. Πβ. παντρολογήματα.|| (σπανιότ.-μτφ.) ~ επιχειρήσεων/εταιρειών/τραπεζών. ● ΣΥΜΠΛ.: γραφείο συνοικεσίων/γνωριμιών: επιχείρηση που προωθεί γνωριμίες, κυρ. με σκοπό τον γάμο. [< μτγν. συνοικέσιον 'συγκατοίκηση, συμβίωση, γάμος'] | |
| 48901 | συνοίκηση | συ-νοί-κη-ση ουσ. (θηλ.) 1. συγκατοίκηση: ~ σε μισθωμένο σπίτι/ξενοδοχείο. 2. ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. (κυρ. για τα κοινωνικά έντομα) η κατοίκηση ενός οργανισμού στη φωλιά ενός άλλου, χωρίς να του προκαλεί βλάβη. Βλ. παρασιτισμός. [< 1: αρχ. συνοίκησις] | |
| 48902 | συνοικία | συ-νοι-κί-α ουσ. (θηλ.): μικρή περιοχή, κυρ. πόλης, με ιδιαίτερα κοινωνικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά: αριστοκρατική/ήσυχη/κεντρική/λαϊκή/παραδοσιακή/πλούσια/υποβαθμισμένη/φτωχή (= φτωχο~) ~. Η εβραϊκή/ελληνική/τουρκική ~. Οι δυτικές/νότιες ~ες (μιας πόλης). Πβ. γειτονιά, συνοικισμός. [< αρχ. συνοικία ‘συγκρότημα κατοικιών’, γαλλ. quartier] | |
| 48903 | συνοικιακός | , ή, ό συ-νοι-κι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη συνοικία: ~ός: κινηματογράφος. ~ή: ομάδα/ταβέρνα. ~ό: βιβλιοπωλείο/γήπεδο/γυμναστήριο/καφενείο/μαγαζί/συμβούλιο (: όργανο τοπικής αυτοδιοίκησης που καλύπτει συγκεκριμένη συνοικία)/φροντιστήριο. ΑΝΤ. κεντρικός. | |
| 48904 | συνοικίζω | συ-νοι-κί-ζω ρ. (αμτβ.) {συνοίκισα}: ενώνω πολεοδομικά διαφορετικούς οικισμούς υπό ενιαία διοικητική Αρχή. [< αρχ. συνοικίζω ‘συνενώνω σε μια πόλη’] | |
| 48905 | συνοικισμός | συ-νοι-κι-σμός ουσ. (αρσ.): οικισμός που δημιουργείται συνήθ. στα περίχωρα μιας πόλης για την κάλυψη κυρ. έκτακτων οικιστικών αναγκών: παραδοσιακός/προσφυγικός ~. ~ πλημμυροπαθών/σεισμοπαθών. Ένωση ~ών.|| (ΙΣΤ.-ΑΡΧΑΙΟΛ.) Ο ~ της Αθήνας από τον Θησέα (: οικιστική ενοποίηση υπό ενιαία πολιτική εξουσία). Βυζαντινός/νεολιθικός/προϊστορικός ~. Πβ. συνοικία. [< μτγν. συνοικισμός ‘συνένωση οικισμών σε πόλη’] | |
| 48906 | σύνοικος | σύ-νοι-κος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -οίκου} 1. (λόγ.) συγκάτοικος. 2. ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. (σπάν.) οργανισμός που συμβιώνει με διαφορετικού είδους ζώα. [< 1: αρχ. σύνοικος] | |
| 48907 | συνοικώ | [συνοικῶ] συ-νοι-κώ ρ. (αμτβ.) {συνοικ-είς ... | συνοίκ-ησα} (επίσ.): συγκατοικώ: Πρόσωπα που ~ούν με τον φορολογούμενο και τον βαρύνουν. [< αρχ. συνοικῶ] | |
| 48908 | συνολάκι | συ-νο-λά-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.): συνδυασμός ενδυμάτων από δύο ή περισσότερα κομμάτια: ~ παντελόνι-πουκάμισο. | |
| 48909 | συνολικοποίηση | συ-νο-λι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): διαδικασία με την οποία κάτι γίνεται συνολικό, καθολικό και το αντίστοιχο αποτέλεσμα: ~ του αγώνα ενάντια σε ... Πβ. γενίκευση. Βλ. μερικότητα, -ποίηση. | |
| 48910 | συνολικός | , ή, ό συ-νο-λι-κός επίθ.: που αναφέρεται στο σύνολο και όχι σε τμήμα ή σε μέρη του: ~ός: βαθμός/λογαριασμός/μέσος όρος/όγκος/πίνακας/πληθυσμός/(ετήσιος) προϋπολογισμός/σχεδιασμός. ~ή: αξία/αποτίμηση/απώλεια/βαθμολογία/δαπάνη/έκταση/εξέταση/επιβάρυνση/επιφάνεια/εποπτεία/θεώρηση/καταγραφή/κατάταξη/παρουσίαση/περιουσία/συμμετοχή. ~ό: άθροισμα/εισόδημα/εμβαδόν/έργο/κέρδος/κόστος/μέγεθος/μήκος/πάχος/πλάτος/ποσό/χρέος. ~οί: επισκέπτες/πόντοι (: σε αθλητικό αγώνα)/χρήστες. ~ές: εισπράξεις/ψήφοι. ~ά: έξοδα/έσοδα. ~ός αριθμός μαθημάτων (ανά εξάμηνο)/θεατών/θυμάτων. ~ή ανάδειξη αρχαιολογικού χώρου. ~ή εικόνα κυβερνητικού έργου (πβ. σφαιρική). Τηλεφωνική κάρτα με ~ό χρόνο ομιλίας .../~ής διάρκειας ...Του απονεμήθηκε βραβείο για τη ~ή προσφορά του στο θέατρο. Πβ. συγκεντρωτικός. Βλ. τμηματικός. ΣΥΝ. ολικός ● επίρρ.: συνολικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. entier, en totalité] | |
| 48911 | συνολικότητα | συ-νο-λι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του συνολικού, ολότητα: ~ της δημιουργίας/της ζωής/του έργου τέχνης. Κατανόηση της ~ας του προβλήματος. Αρχή της ~ας. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. μερικότητα | |
| 48912 | σύνολο | σύ-νο-λο ουσ. (ουδ.) {συνόλ-ου} 1. πρόσωπα ή πράγματα που αποτελούν από κοινού μια μονάδα, ενότητα ή ολότητα: οργανωμένο ~. ~ κατοίκων/κρατών (ενός οργανισμού)/μαθητών (σχολείου)/μελών/πληθυσμού/πολιτών. ~ των εργαζομένων/εργατών/του προσωπικού (επιχείρησης). Κοινωνικό ~ (: η κοινωνία, τα μέλη της). Εργάζεται για το καλό του ~ου. Πβ. ομάδα.|| ~ αιτήσεων/δαπανών/εσόδων/μετοχών/περιουσίας/πληροφοριών. Πβ. πακέτο.|| Αρχιτεκτονικό ~. Το ~ του έργου του λογοτέχνη θα εκδοθεί σε δύο τόμους.|| (ειδικότ. ο ολικός αριθμός ή ολόκληρη η ποσότητα σε ένα σύνολο) Το ~ των παρόντων ανέρχεται σε ... Θα αντικαταστήσουμε το ~ των ηλεκτρονικών υπολογιστών (και όχι μόνο ορισμένους). Πβ. άθροισμα.|| (προφ., ως επίρρ.) (Το) ~ (= συνολικά) πόσα είναι;. 2. συνδυασμός στοιχείων που ταιριάζουν αρμονικά μεταξύ τους και ειδικότ. ρούχων που αποτελούνται από δύο ή περισσότερα κομμάτια: ~ εικόνων/τάσεων/χρωμάτων. Μουσικό ~.|| ~ από μεγάλο οίκο μόδας. ~ μπλούζα-φούστα/σακάκι-παντελόνι. Απογευματινό/βραδινό/πρωινό ~. Πβ. συνολάκι. 3. ΜΑΘ. ομάδα αριθμών, στοιχείων και μαθηματικών εννοιών που εντάσσονται στην ίδια κατηγορία βάσει κοινού χαρακτηριστικού, κοινής ιδιότητας: ~ των ρητών/φυσικών αριθμών. Ανοιχτό/άπειρο (= απειρο~)/κενό (: χωρίς κανένα στοιχείο)/κλειστό/πεπερασμένο (: με φυσικό ακέραιο αριθμό στοιχείων) ~. Θεωρία (των) ~ων (: που ασχολείται με τη μελέτη των συνόλων και τις μεταξύ τους μαθηματικές σχέσεις). Βλ. υπερ~, υπο~. 4. ΓΛΩΣΣ. φράση: λεκτικά ~α (= ~α λέξεων). Επιρρηματικό/ονοματικό/προθετικό/ρηματικό ~. ΣΥΝ. σύνταγμα (4) ● ΦΡ.: εν τω συνόλω (λόγ.): στο σύνολο, συνολικά: ~ ~ της χώρας. Χίλια ευρώ ~ ~., επί συνόλου (λόγ.) & σε σύνολο: για δήλωση του συνολικού αριθμού, όταν προηγουμένως έχει αναφερθεί ποσοστό ή τμήμα του: Πήρε εξήντα ψήφους ~ ~ εκατό (ψηφισάντων, ψηφοφόρων). Επιλέχτηκαν τρεις υποψήφιοι ~ ~ δέκα. [< αρχ. σύνολον, γαλλ. ensemble, totalité 3: γαλλ. ensemble, γερμ. Menge] | |
| 48913 | σύνολος | , ος/η, ο σύ-νο-λος επίθ. (αρχαιοπρ.): που θεωρείται στο σύνολό του: ~ος: βίος. ~η: ανθρωπότητα. ~ ο ελληνισμός πανηγύρισε τη μεγάλη επιτυχία. ΣΥΝ. ολόκληρος (2) ΑΝΤ. μερικός [< αρχ. σύνολος] | |
| 48914 | συνομήλικος | , η, ο συ-νο-μή-λι-κος επίθ. {-ου (λόγ.) -ίκου}: που έχει την ίδια ηλικία με κάποιον: ~ο: ζευγάρι. ~οι: συμμαθητές.|| (ως ουσ.) Δεν κάνει παρέα με τους ~ίκους του. [< μτγν. συνομήλικος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ