Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [49440-49460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48907συνοικώ[συνοικῶ] συ-νοι-κώ ρ. (αμτβ.) {συνοικ-είς ... | συνοίκ-ησα} (επίσ.): συγκατοικώ: Πρόσωπα που ~ούν με τον φορολογούμενο και τον βαρύνουν. [< αρχ. συνοικῶ]
48908συνολάκισυ-νο-λά-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.): συνδυασμός ενδυμάτων από δύο ή περισσότερα κομμάτια: ~ παντελόνι-πουκάμισο.
48909συνολικοποίησησυ-νο-λι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): διαδικασία με την οποία κάτι γίνεται συνολικό, καθολικό και το αντίστοιχο αποτέλεσμα: ~ του αγώνα ενάντια σε ... Πβ. γενίκευση. Βλ. μερικότητα, -ποίηση.
48910συνολικός, ή, ό συ-νο-λι-κός επίθ.: που αναφέρεται στο σύνολο και όχι σε τμήμα ή σε μέρη του: ~ός: βαθμός/λογαριασμός/μέσος όρος/όγκος/πίνακας/πληθυσμός/(ετήσιος) προϋπολογισμός/σχεδιασμός. ~ή: αξία/αποτίμηση/απώλεια/βαθμολογία/δαπάνη/έκταση/εξέταση/επιβάρυνση/επιφάνεια/εποπτεία/θεώρηση/καταγραφή/κατάταξη/παρουσίαση/περιουσία/συμμετοχή. ~ό: άθροισμα/εισόδημα/εμβαδόν/έργο/κέρδος/κόστος/μέγεθος/μήκος/πάχος/πλάτος/ποσό/χρέος. ~οί: επισκέπτες/πόντοι (: σε αθλητικό αγώνα)/χρήστες. ~ές: εισπράξεις/ψήφοι. ~ά: έξοδα/έσοδα. ~ός αριθμός μαθημάτων (ανά εξάμηνο)/θεατών/θυμάτων. ~ή ανάδειξη αρχαιολογικού χώρου. ~ή εικόνα κυβερνητικού έργου (πβ. σφαιρική). Τηλεφωνική κάρτα με ~ό χρόνο ομιλίας .../~ής διάρκειας ...Του απονεμήθηκε βραβείο για τη ~ή προσφορά του στο θέατρο. Πβ. συγκεντρωτικός. Βλ. τμηματικός. ΣΥΝ. ολικός ● επίρρ.: συνολικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. entier, en totalité]
48911συνολικότητασυ-νο-λι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του συνολικού, ολότητα: ~ της δημιουργίας/της ζωής/του έργου τέχνης. Κατανόηση της ~ας του προβλήματος. Αρχή της ~ας. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. μερικότητα
48912σύνολοσύ-νο-λο ουσ. (ουδ.) {συνόλ-ου} 1. πρόσωπα ή πράγματα που αποτελούν από κοινού μια μονάδα, ενότητα ή ολότητα: οργανωμένο ~. ~ κατοίκων/κρατών (ενός οργανισμού)/μαθητών (σχολείου)/μελών/πληθυσμού/πολιτών. ~ των εργαζομένων/εργατών/του προσωπικού (επιχείρησης). Κοινωνικό ~ (: η κοινωνία, τα μέλη της). Εργάζεται για το καλό του ~ου. Πβ. ομάδα.|| ~ αιτήσεων/δαπανών/εσόδων/μετοχών/περιουσίας/πληροφοριών. Πβ. πακέτο.|| Αρχιτεκτονικό ~. Το ~ του έργου του λογοτέχνη θα εκδοθεί σε δύο τόμους.|| (ειδικότ. ο ολικός αριθμός ή ολόκληρη η ποσότητα σε ένα σύνολο) Το ~ των παρόντων ανέρχεται σε ... Θα αντικαταστήσουμε το ~ των ηλεκτρονικών υπολογιστών (και όχι μόνο ορισμένους). Πβ. άθροισμα.|| (προφ., ως επίρρ.) (Το) ~ (= συνολικά) πόσα είναι;. 2. συνδυασμός στοιχείων που ταιριάζουν αρμονικά μεταξύ τους και ειδικότ. ρούχων που αποτελούνται από δύο ή περισσότερα κομμάτια: ~ εικόνων/τάσεων/χρωμάτων. Μουσικό ~.|| ~ από μεγάλο οίκο μόδας. ~ μπλούζα-φούστα/σακάκι-παντελόνι. Απογευματινό/βραδινό/πρωινό ~. Πβ. συνολάκι. 3. ΜΑΘ. ομάδα αριθμών, στοιχείων και μαθηματικών εννοιών που εντάσσονται στην ίδια κατηγορία βάσει κοινού χαρακτηριστικού, κοινής ιδιότητας: ~ των ρητών/φυσικών αριθμών. Ανοιχτό/άπειρο (= απειρο~)/κενό (: χωρίς κανένα στοιχείο)/κλειστό/πεπερασμένο (: με φυσικό ακέραιο αριθμό στοιχείων) ~. Θεωρία (των) ~ων (: που ασχολείται με τη μελέτη των συνόλων και τις μεταξύ τους μαθηματικές σχέσεις). Βλ. υπερ~, υπο~. 4. ΓΛΩΣΣ. φράση: λεκτικά ~α (= ~α λέξεων). Επιρρηματικό/ονοματικό/προθετικό/ρηματικό ~. ΣΥΝ. σύνταγμα (4) ● ΦΡ.: εν τω συνόλω (λόγ.): στο σύνολο, συνολικά: ~ ~ της χώρας. Χίλια ευρώ ~ ~., επί συνόλου (λόγ.) & σε σύνολο: για δήλωση του συνολικού αριθμού, όταν προηγουμένως έχει αναφερθεί ποσοστό ή τμήμα του: Πήρε εξήντα ψήφους ~ ~ εκατό (ψηφισάντων, ψηφοφόρων). Επιλέχτηκαν τρεις υποψήφιοι ~ ~ δέκα. [< αρχ. σύνολον, γαλλ. ensemble, totalité 3: γαλλ. ensemble, γερμ. Menge]
48913σύνολος, ος/η, ο σύ-νο-λος επίθ. (αρχαιοπρ.): που θεωρείται στο σύνολό του: ~ος: βίος. ~η: ανθρωπότητα. ~ ο ελληνισμός πανηγύρισε τη μεγάλη επιτυχία. ΣΥΝ. ολόκληρος (2) ΑΝΤ. μερικός [< αρχ. σύνολος]
48914συνομήλικος, η, ο συ-νο-μή-λι-κος επίθ. {-ου (λόγ.) -ίκου}: που έχει την ίδια ηλικία με κάποιον: ~ο: ζευγάρι. ~οι: συμμαθητές.|| (ως ουσ.) Δεν κάνει παρέα με τους ~ίκους του. [< μτγν. συνομήλικος]
48915συνομιλητής, συνομιλήτριασυ-νο-μι-λη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο με το οποίο συνομιλεί κάποιος και ειδικότ. ανταλλάσσει απόψεις και προτάσεις ή διαπραγματεύεται (κάτι) ως εκπρόσωπος Αρχής, υπηρεσίας, συλλογικού οργάνου: ~ σε διαδίκτυο/συνδιάλεξη/τηλέφωνο/τσατ. Ακούω/προσέχω τους ~ές μου. Έχω σε αναμονή τον ~ή. Η ~τρια στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής. Προκαλεί το ενδιαφέρον του ~ή της.|| (ΠΟΛΙΤ.) Ισότιμος/προνομιακός/τακτικός ~ (κάποιου). Αξιόπιστοι/επίσημοι ~ές για την ειρήνη/τον πόλεμο. Κοινωνικοί ~ές για τις εργασιακές σχέσεις (πβ. κοινωνικοί εταίροι). Πβ. διαπραγματευτής. ΣΥΝ. συζητητής, συζητήτρια [< μτγν. συνομιλητής 'σύντροφος', γαλλ. interlocuteur]
48916συνομιλίασυ-νο-μι-λί-α ουσ. (θηλ.) 1. συζήτηση: γόνιμη/εμπιστευτική/ενδιαφέρουσα/ζωντανή/καθημερινή/μακρά/προσωπική/σύντομη/τηλεοπτική/τηλεφωνική/φιλική ~. Αντικείμενο/ηχογράφηση/καταγραφή/μαγνητοφώνηση/υποκλοπή ~ας. ~ σε πραγματικό χρόνο. Ο βουλευτής είχε ~ με τους κατοίκους της περιοχής. Ένα τμήμα της ~ας δημοσιεύθηκε στον Τύπο.|| Καυτή/ροζ ~.|| (μτφ.) ~ ενός κειμένου με άλλα κείμενα. Πβ. διάλογος. ΣΥΝ. κουβέντα (1) 2. ΠΟΛΙΤ. (ειδικότ.) {συνήθ. στον πληθ.} επίσημη επαφή ή διαπραγμάτευση μεταξύ κρατών, οργανισμών, επίσημων φορέων, υπηρεσιών με συγκεκριμένο αντικείμενο και η σχετική διαδικασία: απευθείας/διακοινοτικές/διεθνείς/διμερείς/εγκάρδιες/ειρηνευτικές/εκ του σύνεγγυς/κρίσιμες/μυστικές ~ες. Αρχίζουν/βρίσκονται σε τελική ευθεία/διακόπτονται/συνεχίζονται/τερματίζονται οι ~ες για το ... (Πρώτος, δεύτερος) γύρος/(επαν)έναρξη/επιτυχία/(θερμό, ψυχρό) κλίμα/ολοκλήρωση (των) ~ών. ~ες για την επίλυση της κρίσης. 3. ΠΛΗΡΟΦ. (ειδικότ.) ηλεκτρονική επικοινωνία μέσω διαδικτύου: ηχητική/φωνητική ~. Αίθουσα/δωμάτιο ~ας (= τσατ ρουμ). Αποθήκευση/παράθυρο ~ας. ~ με χρήστες. Πρόσκληση σε ~. ~ με βίντεο/εικόνα/χρήση κάμερας. Γρήγορο και εύκολο πρόγραμμα ~ας. ΣΥΝ. τσατ (1) ● ΣΥΜΠΛ.: ανάλυση συνομιλίας: ΓΛΩΣΣ. μελέτη ηχογραφημένων συζητήσεων με σκοπό τον καθορισμό των γλωσσικών κανονικοτήτων, δηλ. της δομής και των κανόνων, της προφορικής επικοινωνίας. Βλ. ανάλυση (του) λόγου. [< αγγλ. conversation analysis, περ. 1960] , ανοιχτή ακρόαση βλ. ακρόαση ● ΦΡ.: κύκλος/γύρος συζητήσεων/συνομιλιών βλ. συζήτηση, τραπέζι/τράπεζα των συζητήσεων/των συνομιλιών βλ. συζήτηση [< μτγν. συνομιλία 'συντροφιά, συναναστροφή', γαλλ. conversation 3: αγγλ. chat, 1985]
48917συνομιλιακός, ή, ό συ-νο-μι-λι-α-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με τη συνομιλία: ~ός: λόγος. ~ή: διεπίδραση. ~ό: υπονόημα/ύφος. Ανάλυση ~ών αφηγήσεων. [< αγγλ. conversational]
48918συνομιλώ[συνομιλῶ] συ-νο-μι-λώ ρ. (αμτβ.) {-είς ..., -ώντας | συνομίλ-ησα}: συζητώ ή ειδικότ. ανταλλάσσω απόψεις και προτάσεις ως εκπρόσωπος Αρχής, υπηρεσίας, φορέα: ~ μέσω ασύρματου/διαδικτύου (πβ. τσάτινγκ)/ίντερνετ/τηλεφώνου. Ο καθηγητής ~ούσε συχνά με τους μαθητές του.|| Οι δύο πολιτικοί ηγέτες ~ησαν ιδιαιτέρως για λίγα λεπτά.|| (μτφ.) Η επιστήμη ~εί (= διαλέγεται) με την τέχνη. [< μτγν. συνομιλῶ ‘συζητώ μαζί’]
48919συνομολόγησησυ-νο-μο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του συνομολογώ: ~ του δανείου (= σύναψη)/των όρων/της σύμβασης. [< μεσν. συνομολόγησις]
48920συνομολογώ[συνομολογῶ] συ-νο-μο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {συνομολογ-είς ..., -ώντας | συνομολόγ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος} (επίσ.): αποδέχομαι από κοινού, ειδικότ. στα πλαίσια γραπτής συμφωνίας ανάμεσα σε κράτη ή ιδιώτες: Όλοι ~ούν (= παραδέχονται) ότι η κατάσταση είναι δύσκολη.|| (ΝΟΜ.) Οι συμβαλλόμενοι ~ούν και κάνουν αμοιβαία αποδεκτά τα ακόλουθα (: σε ιδιωτική σύμβαση). Οι χρήστες αποδέχονται και ~ούν ότι ... (: σε όρους χρήσης λογισμικού ή ιστοσελίδας). ΣΥΝ. συμφωνώ (2) [< αρχ. συνομολογῶ]
48921συνομοσπονδίασυ-νο-μο-σπον-δί-α ουσ. (θηλ.) 1. ευρύτερη ένωση ομοσπονδιών, επαγγελματικών οργανώσεων, συνδικαλιστικών σωματείων, που συχνά αποτελεί το τριτοβάθμιο όργανό τους για την προάσπιση των κοινών τους συμφερόντων: διεθνής/παγκόσμια ~. Ανώτατη ~ Πολυτέκνων Ελλάδος (ακρ. ΑΣΠΕ). Γενική ~ Επαγγελματιών, Βιοτεχνών, Εμπόρων Ελλάδος (ακρ. ΓΣΕΒΕΕ). Γενική ~ Εργατών Ελλάδος (ακρ. ΓΣΕΕ). 2. ΠΟΛΙΤ. σύνδεσμος ανεξάρτητων κρατών. [< γαλλ. confédération]
48922συνομοσπονδιακός, ή, ό συ-νο-μο-σπον-δι-α-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που αναφέρεται στη συνομοσπονδία: ~ός: χαρακτήρας. ~ή: ένωση. ~ό: κράτος/μόρφωμα.
48923συνομοταξίασυ-νο-μο-τα-ξί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΛ. η πρώτη και βασικότερη ταξινομική βαθμίδα στη συστηματική κατάταξη των ζώων ή φυτών: ~ αρθρόποδων/παρασίτων. Βλ. υπο~. 2. (μτφ.-μειωτ.) για ομάδα ανθρώπων με κάποιο κοινό γνώρισμα: Ανήκει/εντάσσεται στην ίδια ~ με τους ... Πβ. κατηγορία, συνάφι, φάρα. [< γαλλ. embranchement]
48924συνονθύλευμασυ-νον-θύ-λευ-μα ουσ. (ουδ.) {συνονθυλεύμ-ατος} & (προφ.) συνοθύλευμα: τυχαία ανάμειξη δύο ή περισσοτέρων συνήθ. ετερόκλιτων στοιχείων: κοινωνικό/μουσικό ~. ~ απόψεων/διατάξεων/εθνοτήτων/εικόνων/πολιτισμών/υλικών/φυλών. Εργασία-~ ξένων και αναφομοίωτων δανείων (= συμπίλημα). Πβ. αμάλγαμα, κράμα, μωσαϊκό. ΣΥΝ. σύμφυρμα, συμφυρμός (1)
48925συνονόματος, η, ο συ-νο-νό-μα-τος επίθ. (προφ.): που έχει το ίδιο όνομα ή/και επώνυμο με άλλο πρόσωπο: Mε τον παππού μου είμαστε ~οι. Βλ. συνεπώνυμος.
48926συνοπτικός, ή, ό συ-νο-πτι-κός επίθ.: που παρουσιάζει κάτι σύντομα ή/και περιληπτικά, χωρίς λεπτομέρειες: ~ός: απολογισμός/κατάλογος/οδηγός/πίνακας/χάρτης (καιρού). ~ή: ανάλυση/αναφορά/απόδοση (κειμένου· πβ. περίληψη)/έκθεση/ενημέρωση/ιστορία/περιγραφή/οικονομική κατάσταση. ~ό: πρόγραμμα/(βιογραφικό) σημείωμα/σχέδιο. ~ές: πληροφορίες.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~οί: χρόνοι. ~ό/μη ~ό (ρηματικό) θέμα (: ανάλογα με το αν δηλώνει την πράξη στο σύνολό της ή στην εξέλιξή της). Βλ. ποιόν ενεργείας. ΣΥΝ. ευσύνοπτος, περιληπτικός ΑΝΤ. αναλυτικός (1), διεξοδικός, εκτενής ● επίρρ.: συνοπτικά & (λόγ.) ~ώς ● ΣΥΜΠΛ.: συνοπτικά Ευαγγέλια (τα): ΕΚΚΛΗΣ. τα τρία πρώτα Ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης, το κατά Ματθαίον, το κατά Μάρκον και το κατά Λουκάν. ● ΦΡ.: με συνοπτικές διαδικασίες βλ. διαδικασία [< μτγν. συνοπτικός, γαλλ. synoptique, αγγλ. synoptic]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.