Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [49460-49480]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48915συνομιλητής, συνομιλήτριασυ-νο-μι-λη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο με το οποίο συνομιλεί κάποιος και ειδικότ. ανταλλάσσει απόψεις και προτάσεις ή διαπραγματεύεται (κάτι) ως εκπρόσωπος Αρχής, υπηρεσίας, συλλογικού οργάνου: ~ σε διαδίκτυο/συνδιάλεξη/τηλέφωνο/τσατ. Ακούω/προσέχω τους ~ές μου. Έχω σε αναμονή τον ~ή. Η ~τρια στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής. Προκαλεί το ενδιαφέρον του ~ή της.|| (ΠΟΛΙΤ.) Ισότιμος/προνομιακός/τακτικός ~ (κάποιου). Αξιόπιστοι/επίσημοι ~ές για την ειρήνη/τον πόλεμο. Κοινωνικοί ~ές για τις εργασιακές σχέσεις (πβ. κοινωνικοί εταίροι). Πβ. διαπραγματευτής. ΣΥΝ. συζητητής, συζητήτρια [< μτγν. συνομιλητής 'σύντροφος', γαλλ. interlocuteur]
48916συνομιλίασυ-νο-μι-λί-α ουσ. (θηλ.) 1. συζήτηση: γόνιμη/εμπιστευτική/ενδιαφέρουσα/ζωντανή/καθημερινή/μακρά/προσωπική/σύντομη/τηλεοπτική/τηλεφωνική/φιλική ~. Αντικείμενο/ηχογράφηση/καταγραφή/μαγνητοφώνηση/υποκλοπή ~ας. ~ σε πραγματικό χρόνο. Ο βουλευτής είχε ~ με τους κατοίκους της περιοχής. Ένα τμήμα της ~ας δημοσιεύθηκε στον Τύπο.|| Καυτή/ροζ ~.|| (μτφ.) ~ ενός κειμένου με άλλα κείμενα. Πβ. διάλογος. ΣΥΝ. κουβέντα (1) 2. ΠΟΛΙΤ. (ειδικότ.) {συνήθ. στον πληθ.} επίσημη επαφή ή διαπραγμάτευση μεταξύ κρατών, οργανισμών, επίσημων φορέων, υπηρεσιών με συγκεκριμένο αντικείμενο και η σχετική διαδικασία: απευθείας/διακοινοτικές/διεθνείς/διμερείς/εγκάρδιες/ειρηνευτικές/εκ του σύνεγγυς/κρίσιμες/μυστικές ~ες. Αρχίζουν/βρίσκονται σε τελική ευθεία/διακόπτονται/συνεχίζονται/τερματίζονται οι ~ες για το ... (Πρώτος, δεύτερος) γύρος/(επαν)έναρξη/επιτυχία/(θερμό, ψυχρό) κλίμα/ολοκλήρωση (των) ~ών. ~ες για την επίλυση της κρίσης. 3. ΠΛΗΡΟΦ. (ειδικότ.) ηλεκτρονική επικοινωνία μέσω διαδικτύου: ηχητική/φωνητική ~. Αίθουσα/δωμάτιο ~ας (= τσατ ρουμ). Αποθήκευση/παράθυρο ~ας. ~ με χρήστες. Πρόσκληση σε ~. ~ με βίντεο/εικόνα/χρήση κάμερας. Γρήγορο και εύκολο πρόγραμμα ~ας. ΣΥΝ. τσατ (1) ● ΣΥΜΠΛ.: ανάλυση συνομιλίας: ΓΛΩΣΣ. μελέτη ηχογραφημένων συζητήσεων με σκοπό τον καθορισμό των γλωσσικών κανονικοτήτων, δηλ. της δομής και των κανόνων, της προφορικής επικοινωνίας. Βλ. ανάλυση (του) λόγου. [< αγγλ. conversation analysis, περ. 1960] , ανοιχτή ακρόαση βλ. ακρόαση ● ΦΡ.: κύκλος/γύρος συζητήσεων/συνομιλιών βλ. συζήτηση, τραπέζι/τράπεζα των συζητήσεων/των συνομιλιών βλ. συζήτηση [< μτγν. συνομιλία 'συντροφιά, συναναστροφή', γαλλ. conversation 3: αγγλ. chat, 1985]
48917συνομιλιακός, ή, ό συ-νο-μι-λι-α-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με τη συνομιλία: ~ός: λόγος. ~ή: διεπίδραση. ~ό: υπονόημα/ύφος. Ανάλυση ~ών αφηγήσεων. [< αγγλ. conversational]
48918συνομιλώ[συνομιλῶ] συ-νο-μι-λώ ρ. (αμτβ.) {-είς ..., -ώντας | συνομίλ-ησα}: συζητώ ή ειδικότ. ανταλλάσσω απόψεις και προτάσεις ως εκπρόσωπος Αρχής, υπηρεσίας, φορέα: ~ μέσω ασύρματου/διαδικτύου (πβ. τσάτινγκ)/ίντερνετ/τηλεφώνου. Ο καθηγητής ~ούσε συχνά με τους μαθητές του.|| Οι δύο πολιτικοί ηγέτες ~ησαν ιδιαιτέρως για λίγα λεπτά.|| (μτφ.) Η επιστήμη ~εί (= διαλέγεται) με την τέχνη. [< μτγν. συνομιλῶ ‘συζητώ μαζί’]
48919συνομολόγησησυ-νο-μο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του συνομολογώ: ~ του δανείου (= σύναψη)/των όρων/της σύμβασης. [< μεσν. συνομολόγησις]
48920συνομολογώ[συνομολογῶ] συ-νο-μο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {συνομολογ-είς ..., -ώντας | συνομολόγ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος} (επίσ.): αποδέχομαι από κοινού, ειδικότ. στα πλαίσια γραπτής συμφωνίας ανάμεσα σε κράτη ή ιδιώτες: Όλοι ~ούν (= παραδέχονται) ότι η κατάσταση είναι δύσκολη.|| (ΝΟΜ.) Οι συμβαλλόμενοι ~ούν και κάνουν αμοιβαία αποδεκτά τα ακόλουθα (: σε ιδιωτική σύμβαση). Οι χρήστες αποδέχονται και ~ούν ότι ... (: σε όρους χρήσης λογισμικού ή ιστοσελίδας). ΣΥΝ. συμφωνώ (2) [< αρχ. συνομολογῶ]
48921συνομοσπονδίασυ-νο-μο-σπον-δί-α ουσ. (θηλ.) 1. ευρύτερη ένωση ομοσπονδιών, επαγγελματικών οργανώσεων, συνδικαλιστικών σωματείων, που συχνά αποτελεί το τριτοβάθμιο όργανό τους για την προάσπιση των κοινών τους συμφερόντων: διεθνής/παγκόσμια ~. Ανώτατη ~ Πολυτέκνων Ελλάδος (ακρ. ΑΣΠΕ). Γενική ~ Επαγγελματιών, Βιοτεχνών, Εμπόρων Ελλάδος (ακρ. ΓΣΕΒΕΕ). Γενική ~ Εργατών Ελλάδος (ακρ. ΓΣΕΕ). 2. ΠΟΛΙΤ. σύνδεσμος ανεξάρτητων κρατών. [< γαλλ. confédération]
48922συνομοσπονδιακός, ή, ό συ-νο-μο-σπον-δι-α-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που αναφέρεται στη συνομοσπονδία: ~ός: χαρακτήρας. ~ή: ένωση. ~ό: κράτος/μόρφωμα.
48923συνομοταξίασυ-νο-μο-τα-ξί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΛ. η πρώτη και βασικότερη ταξινομική βαθμίδα στη συστηματική κατάταξη των ζώων ή φυτών: ~ αρθρόποδων/παρασίτων. Βλ. υπο~. 2. (μτφ.-μειωτ.) για ομάδα ανθρώπων με κάποιο κοινό γνώρισμα: Ανήκει/εντάσσεται στην ίδια ~ με τους ... Πβ. κατηγορία, συνάφι, φάρα. [< γαλλ. embranchement]
48924συνονθύλευμασυ-νον-θύ-λευ-μα ουσ. (ουδ.) {συνονθυλεύμ-ατος} & (προφ.) συνοθύλευμα: τυχαία ανάμειξη δύο ή περισσοτέρων συνήθ. ετερόκλιτων στοιχείων: κοινωνικό/μουσικό ~. ~ απόψεων/διατάξεων/εθνοτήτων/εικόνων/πολιτισμών/υλικών/φυλών. Εργασία-~ ξένων και αναφομοίωτων δανείων (= συμπίλημα). Πβ. αμάλγαμα, κράμα, μωσαϊκό. ΣΥΝ. σύμφυρμα, συμφυρμός (1)
48925συνονόματος, η, ο συ-νο-νό-μα-τος επίθ. (προφ.): που έχει το ίδιο όνομα ή/και επώνυμο με άλλο πρόσωπο: Mε τον παππού μου είμαστε ~οι. Βλ. συνεπώνυμος.
48926συνοπτικός, ή, ό συ-νο-πτι-κός επίθ.: που παρουσιάζει κάτι σύντομα ή/και περιληπτικά, χωρίς λεπτομέρειες: ~ός: απολογισμός/κατάλογος/οδηγός/πίνακας/χάρτης (καιρού). ~ή: ανάλυση/αναφορά/απόδοση (κειμένου· πβ. περίληψη)/έκθεση/ενημέρωση/ιστορία/περιγραφή/οικονομική κατάσταση. ~ό: πρόγραμμα/(βιογραφικό) σημείωμα/σχέδιο. ~ές: πληροφορίες.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~οί: χρόνοι. ~ό/μη ~ό (ρηματικό) θέμα (: ανάλογα με το αν δηλώνει την πράξη στο σύνολό της ή στην εξέλιξή της). Βλ. ποιόν ενεργείας. ΣΥΝ. ευσύνοπτος, περιληπτικός ΑΝΤ. αναλυτικός (1), διεξοδικός, εκτενής ● επίρρ.: συνοπτικά & (λόγ.) ~ώς ● ΣΥΜΠΛ.: συνοπτικά Ευαγγέλια (τα): ΕΚΚΛΗΣ. τα τρία πρώτα Ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης, το κατά Ματθαίον, το κατά Μάρκον και το κατά Λουκάν. ● ΦΡ.: με συνοπτικές διαδικασίες βλ. διαδικασία [< μτγν. συνοπτικός, γαλλ. synoptique, αγγλ. synoptic]
48927συνοπτικότητασυ-νο-πτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του συνοπτικού: ~ της αφήγησης/των διαδικασιών/του δικογράφου της αγωγής/της έκθεσης/του ορισμού. Πβ. περιεκτικότητα. Βλ. -ότητα.
48928συνορεύεισυ-νο-ρεύ-ει ρ. (αμτβ.) {συνορεύ-οντας}: έχει κοινά σύνορα: Ακίνητα/κτήματα/οικόπεδα/περιοχές/χωράφια που ~ουν (μεταξύ τους). Ο νομός ~ ανατολικά με ...|| ~ουμε με τον Δήμο ... ● ΣΥΜΠΛ.: συνορεύουσα ζώνη: ΝΟΜ. η παρακείμενη στην αιγιαλίτιδα ζώνη που χωρίζει τα χωρικά από τα διεθνή ύδατα. [< μεσν. συνορεύει]
48929συνοριακός, ή, ό συ-νο-ρι-α-κός επίθ.: που γίνεται ή βρίσκεται στα σύνορα ή σχετίζεται με αυτά: ~ός: έλεγχος/σταθμός/φρουρός. ~ή: Αστυνομία/γραμμή/διάβαση/διέλευση/φύλαξη. ~ό: πέρασμα/φυλάκιο/χωριό. ~οί: πληθυσμοί. ~ές: διαφορές.|| (ως ουσ.) Παράνομο φορτίο εντόπισαν ~οί (= συνοριοφύλακες) στην .... Βλ. δια~. ΣΥΝ. μεθοριακός ● ΣΥΜΠΛ.: μεθοριακή/(δια)συνοριακή ζώνη βλ. ζώνη
48930συνοριογραμμήσυ-νο-ρι-ο-γραμ-μή ουσ. (θηλ.): νοητή γραμμή των συνόρων ενός κράτους: θαλάσσια/χερσαία ~. Διάσχιση/(αφύλακτα) σημεία/φύλαξη της ~ής. Πβ. μεθόριος, όριο.
48931συνοριοφύλακαςσυ-νο-ρι-ο-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ. + θηλ.) & συνοροφύλακας: ειδικά εκπαιδευμένος αστυνομικός που υπηρετεί στα σύνορα για την αντιμετώπιση του φαινομένου της λαθρομετανάστευσης και την καταπολέμηση του διασυνοριακού εγκλήματος. Πβ. συνοριακός. Βλ. λαθροδιακινητής, -φύλακας.
48932συνοριοφυλακήσυ-νο-ρι-ο-φυ-λα-κή ουσ. (θηλ.): ειδική αστυνομική υπηρεσία φύλαξης των συνόρων: ευρωπαϊκή ~. Βλ. ακτοφυλακή, Φρόντεξ,-φυλακή.
48933σύνοροσύ-νο-ρο ουσ. (ουδ.) {συνόρ-ου} 1. νοητή γραμμή ή συνήθ. γεωφυσικό στοιχείο διαχωρισμού δύο τόπων, εκτάσεων, διοικητικών περιφερειών: τεχνητό/φυσικό ~. Ανατολικό/δυτικό/βόρειο/νότιο ~. ~ (μεταξύ) δήμων/ιδιοκτησιών/κτημάτων/οικοπέδων. Tο ~ του οικισμού είναι το ποτάμι.|| (μτφ.) Τα ~α μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας. ΣΥΝ. όριο (3) 2. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.) εμπόδιο, περιορισμός: θρησκευτικά/πολιτικά/πολιτισμικά ~α. (Κάτι) δεν γνωρίζει/έχει ~α. Κόσμος χωρίς ~α (: χωρίς προκαταλήψεις). Γιατροί χωρίς ~α (: ονομασία ανθρωπιστικής οργάνωσης).σύνορα (τα): τα επίσημα αναγνωρισμένα όρια της εδαφικής κυριαρχίας ενός κράτους· κατ' επέκτ. η περιοχή κοντά σε αυτά: ανοιχτά/κλειστά ~. Έλεγχος/επέκταση/κατάργηση/οριοθέτηση/παραβίαση/φύλαξη/χάραξη ~ων. Διασχίζω/περνώ τα ~. Τα ~ των δύο χωρών καθορίστηκαν με επίσημη συνθήκη.|| Μετατέθηκα/υπηρέτησα στα ~ (πβ. στην πινέζα του χάρτη). Πβ. παραμεθόριος.|| (μτφ.) Το γεγονός/το όνομά του/η φήμη του ξεπέρασε τα ~ της χώρας του. ● ΣΥΜΠΛ.: εξωτερικά σύνορα: ΠΟΛΙΤ. τα σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις χώρες εκτός Ένωσης., εσωτερικά σύνορα: ΠΟΛΙΤ. τα σύνορα κάθε κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [< μεσν. σύνορον, γαλλ. frontière]
48934συνοστέωσησυ-νο-στέ-ω-ση ουσ. (θηλ.) & συνόστωση: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. ένωση μεταξύ γειτονικών οστών ή τμημάτων ενός οστού, που σχηματίζεται από οστέινο υλικό: απλή/πρόωρη ~. ~ άρθρωσης/άτλαντα/αυχενικών σπονδύλων/κερκίδας-ωλένης. Βλ. κρανιοσυνόστωση. [< γαλλ. synostose, synost(e)osis]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.