| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48927 | συνοπτικότητα | συ-νο-πτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του συνοπτικού: ~ της αφήγησης/των διαδικασιών/του δικογράφου της αγωγής/της έκθεσης/του ορισμού. Πβ. περιεκτικότητα. Βλ. -ότητα. | |
| 48928 | συνορεύει | συ-νο-ρεύ-ει ρ. (αμτβ.) {συνορεύ-οντας}: έχει κοινά σύνορα: Ακίνητα/κτήματα/οικόπεδα/περιοχές/χωράφια που ~ουν (μεταξύ τους). Ο νομός ~ ανατολικά με ...|| ~ουμε με τον Δήμο ... ● ΣΥΜΠΛ.: συνορεύουσα ζώνη: ΝΟΜ. η παρακείμενη στην αιγιαλίτιδα ζώνη που χωρίζει τα χωρικά από τα διεθνή ύδατα. [< μεσν. συνορεύει] | |
| 48929 | συνοριακός | , ή, ό συ-νο-ρι-α-κός επίθ.: που γίνεται ή βρίσκεται στα σύνορα ή σχετίζεται με αυτά: ~ός: έλεγχος/σταθμός/φρουρός. ~ή: Αστυνομία/γραμμή/διάβαση/διέλευση/φύλαξη. ~ό: πέρασμα/φυλάκιο/χωριό. ~οί: πληθυσμοί. ~ές: διαφορές.|| (ως ουσ.) Παράνομο φορτίο εντόπισαν ~οί (= συνοριοφύλακες) στην .... Βλ. δια~. ΣΥΝ. μεθοριακός ● ΣΥΜΠΛ.: μεθοριακή/(δια)συνοριακή ζώνη βλ. ζώνη | |
| 48930 | συνοριογραμμή | συ-νο-ρι-ο-γραμ-μή ουσ. (θηλ.): νοητή γραμμή των συνόρων ενός κράτους: θαλάσσια/χερσαία ~. Διάσχιση/(αφύλακτα) σημεία/φύλαξη της ~ής. Πβ. μεθόριος, όριο. | |
| 48931 | συνοριοφύλακας | συ-νο-ρι-ο-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ. + θηλ.) & συνοροφύλακας: ειδικά εκπαιδευμένος αστυνομικός που υπηρετεί στα σύνορα για την αντιμετώπιση του φαινομένου της λαθρομετανάστευσης και την καταπολέμηση του διασυνοριακού εγκλήματος. Πβ. συνοριακός. Βλ. λαθροδιακινητής, -φύλακας. | |
| 48932 | συνοριοφυλακή | συ-νο-ρι-ο-φυ-λα-κή ουσ. (θηλ.): ειδική αστυνομική υπηρεσία φύλαξης των συνόρων: ευρωπαϊκή ~. Βλ. ακτοφυλακή, Φρόντεξ,-φυλακή. | |
| 48933 | σύνορο | σύ-νο-ρο ουσ. (ουδ.) {συνόρ-ου} 1. νοητή γραμμή ή συνήθ. γεωφυσικό στοιχείο διαχωρισμού δύο τόπων, εκτάσεων, διοικητικών περιφερειών: τεχνητό/φυσικό ~. Ανατολικό/δυτικό/βόρειο/νότιο ~. ~ (μεταξύ) δήμων/ιδιοκτησιών/κτημάτων/οικοπέδων. Tο ~ του οικισμού είναι το ποτάμι.|| (μτφ.) Τα ~α μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας. ΣΥΝ. όριο (3) 2. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.) εμπόδιο, περιορισμός: θρησκευτικά/πολιτικά/πολιτισμικά ~α. (Κάτι) δεν γνωρίζει/έχει ~α. Κόσμος χωρίς ~α (: χωρίς προκαταλήψεις). Γιατροί χωρίς ~α (: ονομασία ανθρωπιστικής οργάνωσης). ● σύνορα (τα): τα επίσημα αναγνωρισμένα όρια της εδαφικής κυριαρχίας ενός κράτους· κατ' επέκτ. η περιοχή κοντά σε αυτά: ανοιχτά/κλειστά ~. Έλεγχος/επέκταση/κατάργηση/οριοθέτηση/παραβίαση/φύλαξη/χάραξη ~ων. Διασχίζω/περνώ τα ~. Τα ~ των δύο χωρών καθορίστηκαν με επίσημη συνθήκη.|| Μετατέθηκα/υπηρέτησα στα ~ (πβ. στην πινέζα του χάρτη). Πβ. παραμεθόριος.|| (μτφ.) Το γεγονός/το όνομά του/η φήμη του ξεπέρασε τα ~ της χώρας του. ● ΣΥΜΠΛ.: εξωτερικά σύνορα: ΠΟΛΙΤ. τα σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις χώρες εκτός Ένωσης., εσωτερικά σύνορα: ΠΟΛΙΤ. τα σύνορα κάθε κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [< μεσν. σύνορον, γαλλ. frontière] | |
| 48934 | συνοστέωση | συ-νο-στέ-ω-ση ουσ. (θηλ.) & συνόστωση: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. ένωση μεταξύ γειτονικών οστών ή τμημάτων ενός οστού, που σχηματίζεται από οστέινο υλικό: απλή/πρόωρη ~. ~ άρθρωσης/άτλαντα/αυχενικών σπονδύλων/κερκίδας-ωλένης. Βλ. κρανιοσυνόστωση. [< γαλλ. synostose, synost(e)osis] | |
| 48935 | συνουσία | συ-νου-σί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): σεξουαλική επαφή, συνεύρεση: επώδυνη/ετεροφυλοφιλική/κολπική/ομοφυλοφιλική/παράνομη/πρωκτική/φυσιολογική ~. Κατά/παρά φύση ~. ~ με/χωρίς προφύλαξη. Έρχομαι σε ~ με ... Την εξανάγκασε σε ~ (= βίασε). ΣΥΝ. σεξ ● ΣΥΜΠΛ.: διακεκομμένη/διακοπτόμενη συνουσία: μέθοδος αντισύλληψης κατά την οποία η σεξουαλική επαφή γίνεται με απόσυρση του πέους από τον κόλπο πριν από την εκσπερμάτωση. Πβ. τράβηγμα. [< νεολατ. coitus interruptus] [< αρχ. συνουσία] | |
| 48936 | συνουσιάζομαι | συ-νου-σι-ά-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {συνουσιά-στηκε (λόγ.) -σθηκε} (επίσ.): συνευρίσκομαι σεξουαλικά, κάνω σεξ: ~ με/χωρίς προφύλαξη. [< αρχ. συνουσιάζω] | |
| 48937 | συνουσιακός | , ή, ό συ-νου-σι-α-κός επίθ. (σπάν.-επίσ.): που σχετίζεται με τη συνουσία: ~ή: απόλαυση/σχέση. [< μεσν. ουσιαστικοπ. επίθ. συνουσιακόν] | |
| 48938 | συνοφρυώνομαι | συ-νο-φρυ-ώ-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {συνοφρυώ-θηκα, -θεί, -μένος}: σμίγω τα φρύδια μου κυρ. ως έκφραση σκεπτικότητας ή σκυθρωπότητας: ~θηκε με την αναγγελία της είδησης. Άκουγε το πρόβλημα ~μένος (= κατηφής). Πβ. κατσουφ-, σκοτειν-, σκυθρωπ-ιάζω. [< αρχ. συνοφρυοῦμαι] | |
| 48939 | συνοφρύωση | συ-νο-φρύ-ω-ση ουσ. (θηλ.) & συνοφρύωμα (το): η ενέργεια ή/και ιδ. το αποτέλεσμα του συνοφρυώνομαι: ρυτίδες από τη μόνιμη ~.|| (μτφ.) ~ από τις πρώτες εντυπώσεις του νέου προγράμματος … Πβ. κατήφεια, κατσούφιασμα, περισυλλογή. [< μτγν. συνοφρύωμα] | |
| 48940 | συνοχή | συ-νο-χή ουσ. (θηλ.) 1. ύπαρξη στενού δεσμού ανάμεσα σε πρόσωπα, πράγματα ή αφηρημένες έννοιες: εδαφική/εθνική/εσωτερική/οικονομική/περιφερειακή ~. ~ του κόμματος/του κράτους/της οικογένειας/της Πολιτείας. Πολιτική ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Απειλείται/κινδυνεύει η ~ της ομάδας μας. Πβ. δέσιμο, ενότητα.|| ~ αρμών/(οικοδομικών) υλικών. Πβ. συναρμογή, σύνδεση. 2. λογική αλληλουχία: ~ σκέψεων. Επιχειρήματα χωρίς ~. Πβ. ειρμός, συνάφεια.|| (ΓΛΩΣΣ., ως κειμενική λειτουργία, σε ό,τι αφορά τη μορφή:) ~ αφήγησης/λόγου/παραγράφου. Δείκτες/λέξεις ~ής (π.χ. αφού, εφόσον, επιπρόσθετα, κατά συνέπεια). Βλ. συνεκτικότητα. 3. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. δύναμη έλξης μεταξύ των μορίων της ύλης: ~ στερεών/υγρών. Μοριακή ~. Δυνάμεις ~ής. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνική συνοχή: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. κατάσταση κατά την οποία αμβλύνονται οι κοινωνικές και οικονομικές αντιθέσεις ανάμεσα στα μέλη μιας κοινωνίας και επικρατεί αίσθημα ασφάλειας, ενότητας και αλληλεγγύης: Διαλύεται/θραύεται η ~ ~ του τόπου. Βλ. κοινωνικός ιστός., Ταμείο Συνοχής βλ. ταμείο [< 1,2: μτγν. συνοχή, γαλλ. cohésion] | |
| 48941 | σύνοψη | σύ-νο-ψη ουσ. (θηλ.): σύντομη παρουσίαση των βασικότερων σημείων ενός θέματος: ~ της βιβλιογραφίας/του έργου/των θέσεων/της ιστορίας/της κατάστασης/της νομοθεσίας/των πεπραγμένων/των προτάσεων. ~ των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης/των πρακτικών του συνεδρίου. ~όψεις κεφαλαίων.|| (σπανιότ., για σύγγραμμα, βιβλίο) ~ (= επιτομή) εγχειριδίου. ΣΥΝ. περίληψη, συγκεφαλαίωση (1), συνόψιση ● ΣΥΜΠΛ.: (Ιερά) Σύνοψη: ΕΚΚΛΗΣ. συλλογή αποσπασμάτων από τα επίσημα βιβλία της Εκκλησίας για τους πιστούς. [< μεσν. σύνοψις] [< μτγν. σύνοψις, γαλλ.-αγγλ. synopsis] | |
| 48942 | συνοψίζω | συ-νο-ψί-ζω ρ. (μτβ.) {συνόψι-σα, -σει, -στηκε, -στεί, συνοψίζ-οντας}: παρουσιάζω (κάτι) σύντομα, εκθέτοντας τα κυριότερα στοιχεία του: ~ουν τις απόψεις/την ιστορία/τις σκέψεις τους. ~οντας τα παραπάνω … Η έρευνά μου ~εται στα εξής συμπεράσματα … Πβ. ανα-, συγ-κεφαλαιώνω. Βλ. συντομεύω. [< μτγν. συνοψίζω] | |
| 48943 | συνόψιση | συ-νό-ψι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): περιληπτική έκθεση των κύριων στοιχείων μιας ευρύτερης θεματικής ενότητας: δημοσιογραφική ~. ~ των αποτελεσμάτων/των εργασιών/των συμπερασμάτων (της ημερίδας/του συνεδρίου). Πβ. επιτομή, περίληψη, σύνοψη. ΣΥΝ. ανακεφαλαίωση (1) [< πβ. μεσν. συνόψισις 'συνάντηση'] | |
| 48944 | συνταγή | συ-ντα-γή ουσ. (θηλ.) 1. σύνολο οδηγιών για την παρασκευή φαγητού, γλυκού ή ποτού που περιλαμβάνει τη δοσολογία των υλικών και τον τρόπο εκτέλεσης: απλή (ΑΝΤ. περίπλοκη)/αρχική/αυθεντική/διαιτητική/εύκολη/παραδοσιακή/πεντανόστιμη/σπιτική/τοπική/χριστουγεννιάτικη ~. Εκτέλεση/παραλλαγή/υλικά ~ής. Βιβλίο/σημειωματάριο/συλλογή ~ών. ~ για λικέρ. ~ με λαχανικά/όσπρια. ~ές της γιαγιάς (πβ. ρετσέτα). Ιστοσελίδα με ~ές ζαχαροπλαστικής/μαγειρικής. Η εβδομαδιαία ~ του περιοδικού. Τεύχος με καλοκαιρινές ~ές.|| (συνεκδ.) Του μαγείρεψα μια ~. 2. ΦΑΡΜΑΚ. γραπτή εντολή γιατρού για χορήγηση φαρμάκου με σχετικές οδηγίες για τη λήψη του και συνεκδ. το σχετικό έντυπο: ηλεκτρονική ~. Φάρμακα που χορηγούνται μόνο κατόπιν ~ής/με ~ γιατρού.|| ~ γυαλιών/φακών επαφής. 3. (μτφ.) στερεότυπη συμπεριφορά που προτείνεται ως η ενδεδειγμένη για την επίτευξη ενός στόχου: δοκιμασμένη/επιτυχημένη ~. ~ για μια ευχάριστη βραδινή έξοδο. Δεν υπάρχουν έτοιμες ~ές για ευτυχισμένο γάμο. Πβ. μέθοδος.|| ~ δυστυχίας/καταστροφής. ● ΣΥΜΠΛ.: μαγικό ραβδί/μαγική συνταγή/μαγική λύση/μαγικός τρόπος βλ. μαγικός [< 1,3: γαλλ. recette 2: μτγν. συνταγή 'εντολή, προσταγή, συμφωνία'] | |
| 48945 | σύνταγμα | σύ-νταγ-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΝΟΜ. (συνήθ. με κεφαλ. Σ) θεμελιακός γραπτός νόμος ενός κράτους με αυξημένη τυπική ισχύ, που ορίζει τη μορφή του πολιτεύματος, τις αρμοδιότητες και τη λειτουργία των εξουσιών του, καθώς και τα βασικά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών του: αναθεώρηση/άρθρο/διάταξη/επικύρωση/εφαρμογή/θέσπιση/καταπάτηση/κατάρτιση/κείμενο/παραβίαση/παράγραφος/τήρηση/τροποποίηση/ψήφιση του ~ατος. Ευρωπαϊκό ~ (= ευρω~). Εθνικά/(ΙΣΤ.) επαναστατικά ~ατα. Σύμφωνα με το (Ελληνικό) ~, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. 2. ΣΤΡΑΤ. μονάδα του Στρατού Ξηράς, ανώτερη από τάγμα και μικρότερη από ταξιαρχία και συνεκδ. το μέρος όπου στρατοπεδεύει: ~ Μηχανικού/Πυροβολικού. ~ αλεξιπτωτιστών/(αμφίβιων) καταδρομών. ~ Ευζώνων. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ. πλαστική παράσταση δύο ή περισσοτέρων προσώπων σε ενιαία θεματική ενότητα: ~ βασιλέων/πολεμιστών/στρατιωτών. Πβ. σύμπλεγμα. 4. ΓΛΩΣΣ. δύο ή περισσότερες λέξεις που σχηματίζουν συγκεκριμένη συντακτική ενότητα μέσα σε ευρύτερη μονάδα: ονοματικό/ρηματικό ~. ΣΥΝ. σύνολο (4) 5. συλλογή καταγεγραμμένων και ταξινομημένων στοιχείων ενός γνωστικού αντικειμένου (για επιστημονική μελέτη): ~ επιγραφών/(θείων και ιερών) κανόνων. [< αρχ. σύνταγμα 1: γαλλ. constitution 2: γαλλ. régiment 3: αρχ. ~ 4: γαλλ. syntagme, 1916, αγγλ. syntagma, 1937 5: μτγν. σύνταγμα] | |
| 48946 | συνταγματάρχης | συ-νταγ-μα-τάρ-χης ουσ. (αρσ. + θηλ.) {συνταγματαρχ-ών}: ΣΤΡΑΤ. ανώτερος αξιωματικός του Στρατού Ξηράς, ανώτερος από τον αντισυνταγματάρχη και κατώτερος από τον ταξίαρχο κατά έναν βαθμό: απόστρατος ~. ~ πεζικού/πυροβολικού.|| (ΙΣΤ., στον πληθ.) Η δικτατορία/το πραξικόπημα/η χούντα των ~ών (ενν. της 21ης Απριλίου 1967). Βλ. -άρχης, αστυνομικός διευθυντής, πλοί-, πύρ-, σμήν-αρχος. [< μτγν. συνταγματάρχης ‘διοικητής της παρατεταγμένης μονάδας’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ