Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [49480-49500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48947συνταγματικός, ή, ό συ-νταγ-μα-τι-κός επίθ. 1. ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται ή συμφωνεί με το Σύνταγμα μιας χώρας, που ρυθμίζεται ή απορρέει από αυτό: ~ός: θεσμός/νομοθέτης/νόμος/περιορισμός/ρόλος/χάρτης (= Σύνταγμα). ~ή: αλλαγή/αναθεώρηση/Αρχή/διάταξη/εκτροπή/επιταγή/θεμελίωση/θέσπιση/ισχύς/κατοχύρωση/μεταρρύθμιση/μοναρχία/παραβίαση/πρακτική/πράξη/πρόβλεψη/συνθήκη/τροπολογία/υποχρέωση. ~ό: δικαίωμα/κείμενο/πλαίσιο/πραξικόπημα. ~ές: εγγυήσεις/ελευθερίες. ΑΝΤ. αντισυνταγματικός 2. ΓΛΩΣΣ. που αναφέρεται στις (φωνολογικές, μορφολογικές, σημασιολογικές, συντακτικές) σχέσεις των γλωσσικών στοιχείων μεταξύ τους, όπως αυτά συνεμφανίζονται μέσα στον λόγο: ~ άξονας (= άξονας των ~ών σχέσεων). Βλ. παραδειγματικός. ● επίρρ.: συνταγματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: Συνταγματικό Δίκαιο: ΝΟΜ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο τη μελέτη και ερμηνεία του Συντάγματος μιας χώρας., Συνταγματικό Δικαστήριο: που ελέγχει την τήρηση του Συντάγματος σε ένα πολίτευμα, κυρ. από τους φορείς της εξουσίας., συνταγματική/συντακτική συνέλευση βλ. συντακτικός, Συντακτική/Συνταγματική Βουλή βλ. συντακτικός [< 1: γαλλ. constitutionnel 2: γαλλ. syntagmatique, 1906, αγγλ. syntagmatic, 1937]
48948συνταγματικότητασυ-νταγ-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. συμφωνία νόμου, διατάγματος ή γενικότ. διαδικασίας με τα άρθρα του Συντάγματος: έλεγχος της ~ας του νομοσχεδίου. Κρίνεται στην Ολομέλεια του ΣτΕ/στο ΑΕΔ/στον Άρειο Πάγο η ~ της ρύθμισης. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. αντισυνταγματικότητα [< γερμ. Verfassungsmäßigkeit, γαλλ. constitutionnalité]
48949συνταγματολόγοςσυ-νταγ-μα-το-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): νομικός που έχει ειδίκευση στο Συνταγματικό Δίκαιο: διακεκριμένος/έγκριτος/κορυφαίος ~. Βλ. -λόγος.
48950συνταγματοποίησησυ-νταγ-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.-κυρ. αρνητ. συνυποδ.): απόκτηση ισχύος νόμου του Συντάγματος: ~ της λιτότητας. Πβ. νομιμοποίηση. Βλ. -ποίηση.
48951συνταγογράφησησυ-ντα-γο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια του συνταγογραφώ: αλόγιστη/κατευθυνόμενη/παράνομη ~. Ηλεκτρονικά ελεγχόμενη/ηλεκτρονική ~. ~ αντικαταθλιπτικών/φυσικοθεραπείας/(ψυχο)φαρμάκων. Εκτός ~ης γνωστά αναλγητικά. Πβ. συνταγογραφία. Βλ. -γράφηση.
48952συνταγογραφίασυ-ντα-γο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): συνταγογράφηση και γενικότ. οι αρχές και κανόνες που τη διέπουν: ορθολογική/υπερβολική ~ αντιβιοτικών. Οδηγός ~ας. Εκτέλεση ιατρικής ~ας από το φαρμακείο. Αυτοματοποιημένο σύστημα ελέγχου της ~ας. Πβ. συνταγογράφηση. Βλ. -γραφία.
48953συνταγογραφικός, ή, ό συ-ντα-γο-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη συνταγογράφηση: ~ή: δραστηριότητα/συμπεριφορά (των γιατρών). ~ό: βοήθημα. ~ές: παρατυπίες/πληροφορίες. ~ά: κέντρα (: νοσοκομεία, ταμεία)/λάθη.
48954συνταγογραφούμενος, η, ο συ-ντα-γο-γρα-φού-με-νος επίθ. (επίσ.): (κυρ. για φάρμακο) που δίνεται με συνταγή γιατρού και ειδικότ. που συνταγογραφείται και η δαπάνη του καλύπτεται από τα ασφαλιστικά ταμεία: ~ο: σκεύασμα. ~α: προϊόντα.|| ~ος: κηδεμόνας (: για ημιπληγικό ασθενή). ~η: αγωγή/κρέμα. ● ΣΥΜΠΛ.: μη συνταγογραφούμενα φάρμακα (ακρ. ΜΗΣΥΦΑ.): φαρμακευτικά σκευάσματα για αυτοθεραπεία ήπιων περιστατικών χωρίς την ανάγκη ιατρικής επίβλεψης και συνταγογράφησης, η δαπάνη των οποίων βαρύνει αποκλειστικά τον ασθενή. [< αγγλ. non prescription drugs/medicines, 1958, over-the-counter drugs, 1977]
48955συνταγογραφώ[συνταγογραφῶ] συ-ντα-γο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {συνταγογραφ-εί, -ώντας | συνταγογράφ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ημένος} (επίσ.): χορηγώ φάρμακα σε ασθενή με τη μορφή ιατρικής συνταγής: Ο γιατρός ~ησε αντιβίωση σε ενέσεις/ειδική θεραπεία. ~ημένο: βιβλιάριο (ασθενείας)/διαιτολόγιο. Βλ. -γραφώ.
48956συνταγολογίασυ-ντα-γο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. κλάδος με αντικείμενο τη σύνταξη και εκτέλεση ιατρικών και φαρμακευτικών συνταγών. Βλ. -λογία.
48957συνταγολόγιοσυ-ντα-γο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) {συνταγολογ-ίου}: βιβλίο όπου γράφονται οι συνταγές του γιατρού προς τον ασθενή ή εκείνες που καθημερινά εκτελεί ο φαρμακοποιός: ενιαίο/ηλεκτρονικό/κτηνιατρικό/νοσοκομειακό ~. ~ του ΙΚΑ/φυτοφαρμάκων. Θεώρηση/προσκόμιση/χορήγηση ~ίου. Ειδικό ατομικό ~ του ασφαλισμένου.|| Εθνικό ~ (: επίσημος κατάλογος των εγκεκριμένων φαρμάκων στο σύστημα υγείας μιας χώρας). Βλ. -λόγιο.
48958συνταιριάζωσυ-νται-ριά-ζω ρ. (μτβ.) {συνταίρια-ξα (προφ.) -σα, -στηκε, -σμένος, συνταιριάζ-οντας} (κυρ. λογοτ.): συνδυάζω με αρμονικό τρόπο δύο ή περισσότερα στοιχεία: ~ λέξεις/ρούχα/χρώματα. ~ξε ιδανικά στο έργο του εικόνες και μουσική.
48959συνταίριασμασυ-νταί-ρια-σμα ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): αρμονικός συνδυασμός στοιχείων: απόλυτο/πετυχημένο ~. ~ ακουσμάτων/εικόνων/αρχαίων και σύγχρονων επιδράσεων. Πβ. πάντρεμα. Βλ. εναρμόνιση. ΣΥΝ. ζευγάρωμα (2)
48960συντάκτης, συντάκτριασυ-ντά-κτης ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που συντάσσει κάποιο κείμενο: ~ άρθρου/αφιερώματος/επιστολής/κώδικα/νομοσχεδίου/ομιλίας/προκήρυξης.|| (ειδικότ. για έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο) ~ δελτίου ειδήσεων/εφημερίδας/ιστοσελίδας/περιοδικού/ύλης (πβ. υλατζής). Αθλητικός/οικονομικός/πολιτικός ~. ~ του πολιτιστικού ρεπορτάζ. Ένωση ~ών Hμερησίων Eφημερίδων Aθηνών (ακρ. EΣHEA). Πβ. δημοσιογράφος.|| (για συγγραφή σε συλλογικό έργο) ~ εγκυκλοπαίδειας/λεξικού (πβ. λεξικο-, λημματο-γράφος). Βλ. αρχι~. [< μεσν. συντάκτης 'συγγραφέας', γαλλ. rédacteur]
48961συντακτικός, ή, ό συ-ντα-κτι-κός επίθ. 1. ΓΛΩΣΣ. που αναφέρεται στη σύνταξη: ~ός: έλεγχος/κανόνας/ρόλος (μιας λέξης). ~ή: ανάλυση/δομή/θεωρία. ~ό: φαινόμενο. ~οί: όροι. ~ές: ασκήσεις/σχέσεις. ~ά: λάθη.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ός: αναλυτής/διορθωτής. 2. που σχετίζεται με τη σύνταξη ή με τους συντάκτες ενός εντύπου: ~ή: επιτροπή/ομάδα (εφημερίδας, λεξικού, περιοδικού). ~ό: προσωπικό. 3. ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. συνταγματικός: ~ή: αναθεώρηση/πράξη. ● Ουσ.: Συντακτικό (το): ΓΛΩΣΣ. το μέρος της γραμματικής που ασχολείται με τη σύνταξη του λόγου και συνεκδ. το αντίστοιχο σχολικό εγχειρίδιο και μάθημα: ~ της αρχαίας Ελληνικής/της Λατινικής.|| Αύριο θα κάνουμε ~. ● επίρρ.: συντακτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: μόνο στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: συνταγματική/συντακτική συνέλευση: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. συνέλευση που ψηφίζει νέο Σύνταγμα. Βλ. εθνοσυνέλευση., συντακτική πράξη: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. που ρυθμίζει θέματα συνταγματικού περιεχομένου και συνήθ. εκδίδεται από την κυβέρνηση σε μεταβατικές πολιτικές περιόδους., Συντακτική/Συνταγματική Βουλή: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. Βουλή που ψηφίζει νέο Σύνταγμα. Βλ. αναθεωρητική βουλή., συντακτικός τύπος: ΧΗΜ. παράσταση που απεικονίζει τη σύνδεση των χημικών δεσμών των ατόμων ενός μορίου., συντακτική εξουσία βλ. εξουσία [< μτγν. συντακτικός 1: γαλλ. syntaxique, αγγλ. syntactic(al)]
48962σύνταξησύ-ντα-ξη ουσ. (θηλ.) 1. χρηματικό ποσό που καταβάλλεται κάθε μήνα από ασφαλιστικό οργανισμό σε πρόσωπο που έχει σταματήσει να εργάζεται λόγω ορίου ηλικίας ή υγείας, ή σε συγγενή του, σε περίπτωση θανάτου του πρώτου· συνεκδ. το σχετικό χρονικό διάστημα: βασική/επικουρική/κύρια/μειωμένη/πλήρης/πολεμική (σε θύμα ή τραυματία πολέμου)/πολιτική/πρόωρη (βλ. προσυνταξιοδότηση)/στρατιωτική/τιμητική/χαμηλή ~. ~ (λόγω) ανικανότητας από ατύχημα. (μτφ.) ~ πείνας. Διακοπή/δικαίωμα/ηλικία/πρόγραμμα/υπολογισμός/χορήγηση ~ης. Ταμείο ~άξεων. Βγαίνω στη ~ (= συνταξιοδοτούμαι). Είμαι σε/παίρνω ~. Απαιτούμενα ένσημα/δικαιολογητικά/χρόνια για ~. Bγήκε η ~ή μου. ~ εργαζομένων σε βαρέα ή ανθυγιεινά επαγγέλματα. 2. συγγραφή επίσημου συνήθ. κειμένου· συνεκδ. τα πρόσωπα που ασχολούνται με αυτή (ιδ. στον γραπτό και ηλεκτρονικό Τύπο) και ο σχετικός χώρος όπου εργάζονται: ~ αναφοράς/άρθρου/βιογραφικού/διαθήκης/εγγράφου/(ιατροδικαστικής) έκθεσης/εντύπου/επιστολής/λεξικού/λήμματος/μελέτης/νομοσχεδίου/νόμου/οδηγιών/πορίσματος/συμβολαίου/υπομνήματος. Τη ~ του αφιερώματος επιμελήθηκε ο ... Πβ. γράψιμο.|| Γραφείο/διευθυντής/επιτροπή/ομάδα ~ης. H ~ εφημερίδας/περιοδικού/τόμου. Σημείωμα της ~ης. Συνδεόμαστε με την αίθουσα ~ης (: σε ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό σταθμό).|| (ειδικότ., κατάρτιση:) ~ ισολογισμού/καταλόγου (υποψηφίων)/κτηματολογίου/λίστας/πίνακα/σχεδίου (ανασυγκρότησης)/χάρτη. 3. ΓΛΩΣΣ. κανόνες που καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο συνδυάζονται οι λέξεις, για να σχηματίσουν φράσεις και προτάσεις· ειδικότ. η εφαρμογή των κανόνων αυτών: κακή/λάθος/ορθή/σωστή ~ (κειμένου/ρήματος). Απρόσωπη/αττική ~. Λάθη ~ης. Γενετική-μετασχηματιστική ~. Βλ. γραμματική.|| (προφ.) Κάνω ~ (= συντακτική ανάλυση). 4. ΣΤΡΑΤ. σχηματισμός στρατιωτών σύμφωνα με συγκεκριμένο τρόπο και το σχετικό παράγγελμα. ● Υποκ.: συνταξούλα (η): μόνο στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: αναπηρική σύνταξη βλ. αναπηρικός, σύνταξη γήρατος βλ. γήρας ● ΦΡ.: σύνταξη της Πολιτείας: ΝΟΜ. ο τρόπος με τον οποίο οργανώνεται και λειτουργεί μια Πολιτεία (εξουσίες, κόμματα) ή το Σύνταγμά της. [< αρχ. σύνταξις 1: γαλλ. pension, retraite 2: γαλλ. rédaction 3: μτγν. ~, γαλλ. syntaxe, αγγλ. syntax]
48963συνταξιδεύωσυ-ντα-ξι-δεύ-ω ρ. (αμτβ.) {συνταξίδ-εψα}: ταξιδεύω μαζί με άλλον ή άλλους: Οι δύο ομάδες ~εψαν στο ίδιο αεροπλάνο. [< μεσν. συνταξιδεύω]
48964συνταξιδιώτης, συνταξιδιώτισσασυ-ντα-ξι-διώ-της ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ταξιδεύει μαζί με άλλον ή άλλους: Ήμασταν ~ες στο ίδιο πλοίο για ...
48965συντάξιμος, η, ο συ-ντά-ξι-μος επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τη σύνταξη ή απαιτείται προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί κάποιος: ~ος: μισθός. ~ες: αποδοχές/απολαβές.|| ~η: ηλικία/(προ)ϋπηρεσία. ~ χρόνος πραγματικής υπηρεσίας. Έτη/χρόνια που θεωρούνται/προσμετρώνται/υπολογίζονται ως ~α.
48966συνταξιοδοτεί[συνταξιοδοτεῖ] συ-ντα-ξι-ο-δο-τεί ρ. (μτβ.) {συνταξιοδότ-ησε, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: (για οργανισμό, φορέα) δίνει, παρέχει σύνταξη: Το Δημόσιο/το ταμείο ~ τους ασφαλισμένους του.|| (σπανιότ., προφ.-αρνητ. συνυποδ.) Τον ~ησαν με το ζόρι (: τον οδήγησαν σε αναγκαστική συνταξιοδότηση). Βλ. -δοτώ. ● Παθ.: συνταξιοδοτούμαι: παίρνω, μου χορηγείται σύνταξη: ~είται από την υπηρεσία/με το καθεστώς των ΒΑΕ. ~ήθηκε πρόωρα λόγω υγείας. Πβ. αφυπηρετώ. [< γαλλ. pensionner]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.