Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [49480-49500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48935συνουσίασυ-νου-σί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): σεξουαλική επαφή, συνεύρεση: επώδυνη/ετεροφυλοφιλική/κολπική/ομοφυλοφιλική/παράνομη/πρωκτική/φυσιολογική ~. Κατά/παρά φύση ~. ~ με/χωρίς προφύλαξη. Έρχομαι σε ~ με ... Την εξανάγκασε σε ~ (= βίασε). ΣΥΝ. σεξ ● ΣΥΜΠΛ.: διακεκομμένη/διακοπτόμενη συνουσία: μέθοδος αντισύλληψης κατά την οποία η σεξουαλική επαφή γίνεται με απόσυρση του πέους από τον κόλπο πριν από την εκσπερμάτωση. Πβ. τράβηγμα. [< νεολατ. coitus interruptus] [< αρχ. συνουσία]
48936συνουσιάζομαισυ-νου-σι-ά-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {συνουσιά-στηκε (λόγ.) -σθηκε} (επίσ.): συνευρίσκομαι σεξουαλικά, κάνω σεξ: ~ με/χωρίς προφύλαξη. [< αρχ. συνουσιάζω]
48937συνουσιακός, ή, ό συ-νου-σι-α-κός επίθ. (σπάν.-επίσ.): που σχετίζεται με τη συνουσία: ~ή: απόλαυση/σχέση. [< μεσν. ουσιαστικοπ. επίθ. συνουσιακόν]
48938συνοφρυώνομαισυ-νο-φρυ-ώ-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {συνοφρυώ-θηκα, -θεί, -μένος}: σμίγω τα φρύδια μου κυρ. ως έκφραση σκεπτικότητας ή σκυθρωπότητας: ~θηκε με την αναγγελία της είδησης. Άκουγε το πρόβλημα ~μένος (= κατηφής). Πβ. κατσουφ-, σκοτειν-, σκυθρωπ-ιάζω. [< αρχ. συνοφρυοῦμαι]
48939συνοφρύωσησυ-νο-φρύ-ω-ση ουσ. (θηλ.) & συνοφρύωμα (το): η ενέργεια ή/και ιδ. το αποτέλεσμα του συνοφρυώνομαι: ρυτίδες από τη μόνιμη ~.|| (μτφ.) ~ από τις πρώτες εντυπώσεις του νέου προγράμματος … Πβ. κατήφεια, κατσούφιασμα, περισυλλογή. [< μτγν. συνοφρύωμα]
48940συνοχήσυ-νο-χή ουσ. (θηλ.) 1. ύπαρξη στενού δεσμού ανάμεσα σε πρόσωπα, πράγματα ή αφηρημένες έννοιες: εδαφική/εθνική/εσωτερική/οικονομική/περιφερειακή ~. ~ του κόμματος/του κράτους/της οικογένειας/της Πολιτείας. Πολιτική ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Απειλείται/κινδυνεύει η ~ της ομάδας μας. Πβ. δέσιμο, ενότητα.|| ~ αρμών/(οικοδομικών) υλικών. Πβ. συναρμογή, σύνδεση. 2. λογική αλληλουχία: ~ σκέψεων. Επιχειρήματα χωρίς ~. Πβ. ειρμός, συνάφεια.|| (ΓΛΩΣΣ., ως κειμενική λειτουργία, σε ό,τι αφορά τη μορφή:) ~ αφήγησης/λόγου/παραγράφου. Δείκτες/λέξεις ~ής (π.χ. αφού, εφόσον, επιπρόσθετα, κατά συνέπεια). Βλ. συνεκτικότητα. 3. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. δύναμη έλξης μεταξύ των μορίων της ύλης: ~ στερεών/υγρών. Μοριακή ~. Δυνάμεις ~ής. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνική συνοχή: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. κατάσταση κατά την οποία αμβλύνονται οι κοινωνικές και οικονομικές αντιθέσεις ανάμεσα στα μέλη μιας κοινωνίας και επικρατεί αίσθημα ασφάλειας, ενότητας και αλληλεγγύης: Διαλύεται/θραύεται η ~ ~ του τόπου. Βλ. κοινωνικός ιστός., Ταμείο Συνοχής βλ. ταμείο [< 1,2: μτγν. συνοχή, γαλλ. cohésion]
48941σύνοψησύ-νο-ψη ουσ. (θηλ.): σύντομη παρουσίαση των βασικότερων σημείων ενός θέματος: ~ της βιβλιογραφίας/του έργου/των θέσεων/της ιστορίας/της κατάστασης/της νομοθεσίας/των πεπραγμένων/των προτάσεων. ~ των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης/των πρακτικών του συνεδρίου. ~όψεις κεφαλαίων.|| (σπανιότ., για σύγγραμμα, βιβλίο) ~ (= επιτομή) εγχειριδίου. ΣΥΝ. περίληψη, συγκεφαλαίωση (1), συνόψιση ● ΣΥΜΠΛ.: (Ιερά) Σύνοψη: ΕΚΚΛΗΣ. συλλογή αποσπασμάτων από τα επίσημα βιβλία της Εκκλησίας για τους πιστούς. [< μεσν. σύνοψις] [< μτγν. σύνοψις, γαλλ.-αγγλ. synopsis]
48942συνοψίζωσυ-νο-ψί-ζω ρ. (μτβ.) {συνόψι-σα, -σει, -στηκε, -στεί, συνοψίζ-οντας}: παρουσιάζω (κάτι) σύντομα, εκθέτοντας τα κυριότερα στοιχεία του: ~ουν τις απόψεις/την ιστορία/τις σκέψεις τους. ~οντας τα παραπάνω … Η έρευνά μου ~εται στα εξής συμπεράσματα … Πβ. ανα-, συγ-κεφαλαιώνω. Βλ. συντομεύω. [< μτγν. συνοψίζω]
48943συνόψισησυ-νό-ψι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): περιληπτική έκθεση των κύριων στοιχείων μιας ευρύτερης θεματικής ενότητας: δημοσιογραφική ~. ~ των αποτελεσμάτων/των εργασιών/των συμπερασμάτων (της ημερίδας/του συνεδρίου). Πβ. επιτομή, περίληψη, σύνοψη. ΣΥΝ. ανακεφαλαίωση (1) [< πβ. μεσν. συνόψισις 'συνάντηση']
48944συνταγήσυ-ντα-γή ουσ. (θηλ.) 1. σύνολο οδηγιών για την παρασκευή φαγητού, γλυκού ή ποτού που περιλαμβάνει τη δοσολογία των υλικών και τον τρόπο εκτέλεσης: απλή (ΑΝΤ. περίπλοκη)/αρχική/αυθεντική/διαιτητική/εύκολη/παραδοσιακή/πεντανόστιμη/σπιτική/τοπική/χριστουγεννιάτικη ~. Εκτέλεση/παραλλαγή/υλικά ~ής. Βιβλίο/σημειωματάριο/συλλογή ~ών. ~ για λικέρ. ~ με λαχανικά/όσπρια. ~ές της γιαγιάς (πβ. ρετσέτα). Ιστοσελίδα με ~ές ζαχαροπλαστικής/μαγειρικής. Η εβδομαδιαία ~ του περιοδικού. Τεύχος με καλοκαιρινές ~ές.|| (συνεκδ.) Του μαγείρεψα μια ~. 2. ΦΑΡΜΑΚ. γραπτή εντολή γιατρού για χορήγηση φαρμάκου με σχετικές οδηγίες για τη λήψη του και συνεκδ. το σχετικό έντυπο: ηλεκτρονική ~. Φάρμακα που χορηγούνται μόνο κατόπιν ~ής/με ~ γιατρού.|| ~ γυαλιών/φακών επαφής. 3. (μτφ.) στερεότυπη συμπεριφορά που προτείνεται ως η ενδεδειγμένη για την επίτευξη ενός στόχου: δοκιμασμένη/επιτυχημένη ~. ~ για μια ευχάριστη βραδινή έξοδο. Δεν υπάρχουν έτοιμες ~ές για ευτυχισμένο γάμο. Πβ. μέθοδος.|| ~ δυστυχίας/καταστροφής. ● ΣΥΜΠΛ.: μαγικό ραβδί/μαγική συνταγή/μαγική λύση/μαγικός τρόπος βλ. μαγικός [< 1,3: γαλλ. recette 2: μτγν. συνταγή 'εντολή, προσταγή, συμφωνία']
48945σύνταγμασύ-νταγ-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΝΟΜ. (συνήθ. με κεφαλ. Σ) θεμελιακός γραπτός νόμος ενός κράτους με αυξημένη τυπική ισχύ, που ορίζει τη μορφή του πολιτεύματος, τις αρμοδιότητες και τη λειτουργία των εξουσιών του, καθώς και τα βασικά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών του: αναθεώρηση/άρθρο/διάταξη/επικύρωση/εφαρμογή/θέσπιση/καταπάτηση/κατάρτιση/κείμενο/παραβίαση/παράγραφος/τήρηση/τροποποίηση/ψήφιση του ~ατος. Ευρωπαϊκό ~ (= ευρω~). Εθνικά/(ΙΣΤ.) επαναστατικά ~ατα. Σύμφωνα με το (Ελληνικό) ~, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. 2. ΣΤΡΑΤ. μονάδα του Στρατού Ξηράς, ανώτερη από τάγμα και μικρότερη από ταξιαρχία και συνεκδ. το μέρος όπου στρατοπεδεύει: ~ Μηχανικού/Πυροβολικού. ~ αλεξιπτωτιστών/(αμφίβιων) καταδρομών. ~ Ευζώνων. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ. πλαστική παράσταση δύο ή περισσοτέρων προσώπων σε ενιαία θεματική ενότητα: ~ βασιλέων/πολεμιστών/στρατιωτών. Πβ. σύμπλεγμα. 4. ΓΛΩΣΣ. δύο ή περισσότερες λέξεις που σχηματίζουν συγκεκριμένη συντακτική ενότητα μέσα σε ευρύτερη μονάδα: ονοματικό/ρηματικό ~. ΣΥΝ. σύνολο (4) 5. συλλογή καταγεγραμμένων και ταξινομημένων στοιχείων ενός γνωστικού αντικειμένου (για επιστημονική μελέτη): ~ επιγραφών/(θείων και ιερών) κανόνων. [< αρχ. σύνταγμα 1: γαλλ. constitution 2: γαλλ. régiment 3: αρχ. ~ 4: γαλλ. syntagme, 1916, αγγλ. syntagma, 1937 5: μτγν. σύνταγμα]
48946συνταγματάρχηςσυ-νταγ-μα-τάρ-χης ουσ. (αρσ. + θηλ.) {συνταγματαρχ-ών}: ΣΤΡΑΤ. ανώτερος αξιωματικός του Στρατού Ξηράς, ανώτερος από τον αντισυνταγματάρχη και κατώτερος από τον ταξίαρχο κατά έναν βαθμό: απόστρατος ~. ~ πεζικού/πυροβολικού.|| (ΙΣΤ., στον πληθ.) Η δικτατορία/το πραξικόπημα/η χούντα των ~ών (ενν. της 21ης Απριλίου 1967). Βλ. -άρχης, αστυνομικός διευθυντής, πλοί-, πύρ-, σμήν-αρχος. [< μτγν. συνταγματάρχης ‘διοικητής της παρατεταγμένης μονάδας’]
48947συνταγματικός, ή, ό συ-νταγ-μα-τι-κός επίθ. 1. ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται ή συμφωνεί με το Σύνταγμα μιας χώρας, που ρυθμίζεται ή απορρέει από αυτό: ~ός: θεσμός/νομοθέτης/νόμος/περιορισμός/ρόλος/χάρτης (= Σύνταγμα). ~ή: αλλαγή/αναθεώρηση/Αρχή/διάταξη/εκτροπή/επιταγή/θεμελίωση/θέσπιση/ισχύς/κατοχύρωση/μεταρρύθμιση/μοναρχία/παραβίαση/πρακτική/πράξη/πρόβλεψη/συνθήκη/τροπολογία/υποχρέωση. ~ό: δικαίωμα/κείμενο/πλαίσιο/πραξικόπημα. ~ές: εγγυήσεις/ελευθερίες. ΑΝΤ. αντισυνταγματικός 2. ΓΛΩΣΣ. που αναφέρεται στις (φωνολογικές, μορφολογικές, σημασιολογικές, συντακτικές) σχέσεις των γλωσσικών στοιχείων μεταξύ τους, όπως αυτά συνεμφανίζονται μέσα στον λόγο: ~ άξονας (= άξονας των ~ών σχέσεων). Βλ. παραδειγματικός. ● επίρρ.: συνταγματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: Συνταγματικό Δίκαιο: ΝΟΜ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο τη μελέτη και ερμηνεία του Συντάγματος μιας χώρας., Συνταγματικό Δικαστήριο: που ελέγχει την τήρηση του Συντάγματος σε ένα πολίτευμα, κυρ. από τους φορείς της εξουσίας., συνταγματική/συντακτική συνέλευση βλ. συντακτικός, Συντακτική/Συνταγματική Βουλή βλ. συντακτικός [< 1: γαλλ. constitutionnel 2: γαλλ. syntagmatique, 1906, αγγλ. syntagmatic, 1937]
48948συνταγματικότητασυ-νταγ-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. συμφωνία νόμου, διατάγματος ή γενικότ. διαδικασίας με τα άρθρα του Συντάγματος: έλεγχος της ~ας του νομοσχεδίου. Κρίνεται στην Ολομέλεια του ΣτΕ/στο ΑΕΔ/στον Άρειο Πάγο η ~ της ρύθμισης. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. αντισυνταγματικότητα [< γερμ. Verfassungsmäßigkeit, γαλλ. constitutionnalité]
48949συνταγματολόγοςσυ-νταγ-μα-το-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): νομικός που έχει ειδίκευση στο Συνταγματικό Δίκαιο: διακεκριμένος/έγκριτος/κορυφαίος ~. Βλ. -λόγος.
48950συνταγματοποίησησυ-νταγ-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.-κυρ. αρνητ. συνυποδ.): απόκτηση ισχύος νόμου του Συντάγματος: ~ της λιτότητας. Πβ. νομιμοποίηση. Βλ. -ποίηση.
48951συνταγογράφησησυ-ντα-γο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια του συνταγογραφώ: αλόγιστη/κατευθυνόμενη/παράνομη ~. Ηλεκτρονικά ελεγχόμενη/ηλεκτρονική ~. ~ αντικαταθλιπτικών/φυσικοθεραπείας/(ψυχο)φαρμάκων. Εκτός ~ης γνωστά αναλγητικά. Πβ. συνταγογραφία. Βλ. -γράφηση.
48952συνταγογραφίασυ-ντα-γο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): συνταγογράφηση και γενικότ. οι αρχές και κανόνες που τη διέπουν: ορθολογική/υπερβολική ~ αντιβιοτικών. Οδηγός ~ας. Εκτέλεση ιατρικής ~ας από το φαρμακείο. Αυτοματοποιημένο σύστημα ελέγχου της ~ας. Πβ. συνταγογράφηση. Βλ. -γραφία.
48953συνταγογραφικός, ή, ό συ-ντα-γο-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη συνταγογράφηση: ~ή: δραστηριότητα/συμπεριφορά (των γιατρών). ~ό: βοήθημα. ~ές: παρατυπίες/πληροφορίες. ~ά: κέντρα (: νοσοκομεία, ταμεία)/λάθη.
48954συνταγογραφούμενος, η, ο συ-ντα-γο-γρα-φού-με-νος επίθ. (επίσ.): (κυρ. για φάρμακο) που δίνεται με συνταγή γιατρού και ειδικότ. που συνταγογραφείται και η δαπάνη του καλύπτεται από τα ασφαλιστικά ταμεία: ~ο: σκεύασμα. ~α: προϊόντα.|| ~ος: κηδεμόνας (: για ημιπληγικό ασθενή). ~η: αγωγή/κρέμα. ● ΣΥΜΠΛ.: μη συνταγογραφούμενα φάρμακα (ακρ. ΜΗΣΥΦΑ.): φαρμακευτικά σκευάσματα για αυτοθεραπεία ήπιων περιστατικών χωρίς την ανάγκη ιατρικής επίβλεψης και συνταγογράφησης, η δαπάνη των οποίων βαρύνει αποκλειστικά τον ασθενή. [< αγγλ. non prescription drugs/medicines, 1958, over-the-counter drugs, 1977]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.