| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48967 | συνταξιοδότηση | συ-ντα-ξι-ο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του συνταξιοδοτώ, το να παίρνει κάποιος σύνταξη: αναγκαστική/έγκαιρη/πρόωρη ~ (= προ~). ~ αγροτών/γυναικών με ανήλικο τέκνο/λόγω γήρατος/λόγω θανάτου/στα εξήντα/χωρίς όριο ηλικίας. Νόμος για τη ~ των εργαζομένων στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα. Βλ. -δότηση. | |
| 48968 | συνταξιοδοτικός | , ή, ό συ-ντα-ξι-ο-δο-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη συνταξιοδότηση: ~ός: λογαριασμός/νόμος/φορέας. ~ή: ασφάλεια/κατάσταση. ~ό: δικαίωμα/καθεστώς/πρόγραμμα/σύστημα. ~ές: εισφορές. ~ά: ταμεία.|| (ως ουσ.) Τον απασχολεί το ~ό του. Βλ. προ~. | |
| 48969 | συνταξιούχος | [συνταξιοῦχος] συ-ντα-ξι-ού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που έχει πάρει σύνταξη: αριθμός/ένωση/επίδομα/μητρώο/πορεία ~ων. ~ της τράπεζας …/του δημόσιου/του ιδιωτικού τομέα. Βλ. ΕΚΑΣ., χαμηλο~.|| (ως επίθ.) ~ αστυνομικός/καθηγητής/υπάλληλος. ΑΝΤ. εν ενεργεία. || (ειρων.) ~ φοιτητής (= αιώνιος). Βλ. μικρο~, χαμηλο~, -ούχος. [< γαλλ. pensionné, retraité] | |
| 48970 | συνταρακτικός | , ή, ό συ-ντα-ρα-κτι-κός επίθ. & (σπάν.-προφ.) συνταραχτικός: που συνταράσσει: ~ή: αποκάλυψη/είδηση/ερμηνεία (ηθοποιού). ~ό: βιβλίο/γεγονός/μήνυμα. ~ές: αλλαγές/εικόνες (βίας)/εξελίξεις. ~ά: νέα/στοιχεία. Πβ. συγκλονιστικός. ● επίρρ.: συνταρακτικά & (προφ.) συνταραχτικά [< γαλλ. troublant] | |
| 48971 | συνταράσσω | συ-ντα-ράσ-σω ρ. (μτβ.) {συντάρα-ξα (λόγ.) συνετάραξα, -χθηκα, -γμένος, συνταράσσ-οντας} & συνταράζω 1. (μτφ.) προκαλώ ισχυρή, συνήθ. ψυχική, αναστάτωση, συγκλονίζω: Ο χαμός του μας ~ξε. Παρακολουθούν ~γμένοι το δράμα των παιδιών του Τρίτου Κόσμου.|| Νέα οικονομική κρίση ~ει τη χώρα. 2. τραντάζω, σείω: Ο ισχυρός σεισμός ~ξε το κτίριο. [< αρχ. συνταράσσω] | |
| 48972 | συντάσσω | συ-ντάσ-σω ρ. (μτβ.) {συνέτα-ξα (προφ.) σύντα-ξα, συντά-ξει, συντά-χθηκε (προφ.) -χτηκε, -χθεί (προφ.) -χτεί, συντάσσ-οντας, συντα-γμένος (λόγ.) συντεταγμένος} (επίσ.) 1. διατυπώνω, παράγω γραπτό κείμενο, γράφω: ~ (μια) αίτηση/ανακοίνωση/αναφορά/διαθήκη/έκθεση/εξουσιοδότηση/επιστολή/καταγγελία/μελέτη. ~ (ένα) άρθρο/βιογραφικό/έγγραφο/έντυπο/λεξικό/λόγο/νόμο/πόρισμα/συμβόλαιο/υπόμνημα. Υπάλληλοι που ~ουν τα πρακτικά των συνεδριάσεων. H ημερήσια διάταξη ~εται από τον πρόεδρο. Πβ. συγγράφω.|| ~ ισολογισμό/πίνακα/σχέδιο/χάρτη (: καταρτίζω). 2. (στο μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών ή των Λατινικών) βρίσκω τον συντακτικό ρόλο των όρων μιας πρότασης με σκοπό τη μετάφραση, κάνω σύνταξη: Να ~ξετε το κείμενο που σας δίνεται. Να ~χθεί το παρακάτω απόσπασμα. 3. ΣΤΡΑΤ. παρατάσσω στρατιώτες με συγκεκριμένο τρόπο: ~ σε θέση μάχης/φάλαγγα.|| (κατ' επέκτ., για μαθητές) ~χθείτε ο ένας πίσω από τον άλλον/κατά τριάδες. ● συντάσσεται (+ με): ΓΛΩΣΣ. (για όρο πρότασης) δέχεται ως συμπλήρωμα: Το ρήμα "παράγω" ~ με αιτιατική. Το "νομίζω" ~ με ειδική πρόταση. ● Παθ.: συντάσσομαι (+ με): παίρνω θέση υπέρ, τάσσομαι με το μέρος κάποιου: ~ με την άποψη/πλευρά του .../με το κόμμα των ... Πβ. συμπαρατάσσομαι. ● βλ. συντεταγμένος [< αρχ. συντάσσω] | |
| 48973 | συνταυτίζω | συ-νταυ-τί-ζω ρ. (μτβ.) {συνταύτι-σε, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, συνταυτίζ-οντας, -όμενος, συνταυτι-σμένος} (λόγ.): εξομοιώνω δύο ή περισσότερα πρόσωπα ή πράγματα μεταξύ τους: ~ει τα συμφέροντα της χώρας του με αυτά των διεθνών οργανισμών. ΣΥΝ. ταυτίζω (1) ΑΝΤ. αντιδιαστέλλω, διαφοροποιώ (2) ● Παθ.: συνταυτίζομαι: έχω τις ίδιες αντιλήψεις, απόψεις με κάποιον: ~ονται στο θέμα της μεταναστευτικής πολιτικής. Δεν ~στηκε με την επιλογή του κόμματος. Πβ. συμπίπτω, συμφωνώ. ΣΥΝ. ταυτίζομαι (2) [< γαλλ. s΄ identifier] | |
| 48974 | συνταύτιση | συ-νταύ-τι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. πλήρης ταύτιση, συμφωνία με τις αντιλήψεις κάποιου: απόλυτη/ιδεολογική/ψυχική ~. ~ απόψεων. 2. εξομοίωση δύο ή περισσότερων προσώπων ή πραγμάτων. [< γαλλ. identification] | |
| 48975 | συντείνει | συ-ντεί-νει ρ. (αμτβ.) {συνέτειν-ε, συντείν-οντας} (λόγ.): (+ σε) συμβάλλει μαζί με άλλους παράγοντες στην επίτευξη ενός καθορισμένου στόχου: Ο διάλογος ~ (: βοηθά) στην επίλυση των προβλημάτων. (Κάτι) ~ στην επιδείνωση μιας ασθένειας.|| Όλα ~ουν προς ... (πβ. κατατείνω). Οι προσπάθειες όλων θα πρέπει να ~ουν, ώστε να ... ΣΥΝ. συντελώ [< αρχ. συντείνω] | |
| 48976 | συντεκνία | συ-ντε-κνί-α ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) συντεκνιά: σχέση ανάμεσα σε δύο πρόσωπα που είναι σύντεκνοι. Πβ. κουμπαριά. [< μεσν. συντεκνία] | |
| 48977 | σύντεκνος | σύ-ντε-κνος ουσ. (αρσ.) {θηλ. συντέκνισσα} (διαλεκτ.): πρόσωπο που έχει παντρέψει κάποιον ή, κυρ. στην Κρήτη, έχει βαφτίσει το παιδί κάποιου· γενικότ. ως οικεία προσφώνηση. Πβ. κουμπάρος. [< μτγν. σύντεκνος ‘νονός’] | |
| 48978 | συντέλεια | συ-ντέ-λει-α ουσ. (θηλ.): μόνο στις ● ΦΡ.: μέχρι συντελείας του αιώνος (ΚΔ): ως το τέλος του κόσμου., συντέλεια του κόσμου 1. το τέλος του κόσμου· κατ' επέκτ. σε περιπτώσεις που κάποιος δίνει τραγικές και πολύ δυσάρεστες διαστάσεις σε ένα άσχημο συμβάν, μια αρνητική κατάσταση: (ΘΕΟΛ.) Έρχεται η ~ ~. Πβ. Δευτέρα Παρουσία.|| Πώς κάνεις έτσι, δεν ήρθε και η ~ ~. Βλ. (κάποιος) φέρνει την καταστροφή. 2. (μτφ.) σε περιπτώσεις ακραίων καιρικών φαινομένων: Γίνεται η ~ ~ έξω. Πβ. θεομηνία, κοσμοχαλασιά. Βλ. καρεκλοπόδαρο. [< μτγν. συντέλεια] | |
| 48979 | συντέλεση | συ-ντέ-λε-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ολοκλήρωση, πραγματοποίηση: ~ της απαλλοτρίωσης. Πβ. εκτέλεση. [< μτγν. συντέλεσις] | |
| 48980 | συντελεστής | συ-ντε-λε-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. (θηλ.) συντελέστρια στη σημ. 1} 1. οτιδήποτε συμβάλλει σημαντικά στη διαμόρφωση συγκεκριμένου αποτελέσματος ή κατάστασης· παράγοντας: βασικός/καθοριστικός/κύριος/μείζων ~ (ανάπτυξης/επιτυχίας/ευημερίας/προόδου). ~ της διοργάνωσης/εκδήλωσης/του έργου/της παράστασης/προσπάθειας/ταινίας/του τραγουδιού. Οι ~ές της δημοφιλούς τηλεοπτικής σειράς. Το νερό αποτελεί βασικό ~ή για την οικολογική ισορροπία του πλανήτη. Πβ. παράμετρος. 2. ΟΙΚΟΝ. (σταθερός) αριθμός με βάση τον οποίο υπολογίζεται συγκεκριμένο ποσοτικό ή ειδικότ. οικονομικό μέγεθος ή σχέση περισσοτέρων μεγεθών μεταξύ τους: ~ απόδοσης/απόσβεσης/κατανομής/(καθαρού) κέρδους/συσχέτισης. Ανώτατος/ελάχιστος/ενιαίος/μειωμένος/μοναδικός/υψηλός/χαμηλός ~. ~ 25%. ~ές ΦΠΑ.|| ~ βαθμολογίας/μαθήματος (: που καθορίζει τη βαρύτητα ενός μαθήματος στην τελική βαθμολογία).|| (ΟΙΚΟΔ.) (οι διαστάσεις ενός κτίσματος σε σχέση με την έκταση γης όπου κτίζεται:) ~ ακινήτου/αξιοποίησης οικοπέδου (ακρ. ΣΑΟ)/κάλυψης/οικοπέδου (ακρ. ΣΟ)/ορόφου/παλαιότητας/συμμετοχής οικοπέδου (ακρ. ΣΣΟ)/συνιδιοκτησίας/ύψους. 3. ΦΥΣ. μέγεθος που εκφράζει φυσικές ή τεχνικές ιδιότητες ή σχέσεις μεταξύ άλλων μεγεθών: ~ αγωγιμότητας/βαρύτητας/(θερμικής) διαστολής/διάχυσης/μετάδοσης (της) θερµότητας (κουφωμάτων, παραθύρων)/όγκου/τριβής (δοκών). Μέσος ~ ποιότητας (Q). Aεροδυναμικός ~ αυτοκινήτου.|| (ΜΑΘ.) (σταθερός αριθμός που πολλαπλασιάζει μεταβλητή ποσότητα:) ~ αγνώστου (: σε εξισώσεις). ● ΣΥΜΠΛ.: παραγωγικοί συντελεστές: ΟΙΚΟΝ. ανθρώπινοι και φυσικοί πόροι που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών (κεφαλαιουχικά αγαθά, εργασία, φυσικές πηγές, επιχειρηματική ικανότητα). [< αγγλ. factors of production] , συντελεστής εμπορικότητας (ακρ. ΣΕ): ΟΙΚΟΝ. που εκφράζει την εμπορική αξία δρόμου ή τμήματος δρόμου συγκεκριμένης ζώνης (είναι μεγαλύτερος ή ίσος με τη μονάδα)., συντελεστής δόμησης βλ. δόμηση, φορολογικός συντελεστής βλ. φορολογικός [< πβ. μτγν. συντελεστής ‘αυτός που συνεισφέρει’, γαλλ. coefficient, facteur, αγγλ. factor] | |
| 48981 | συντελεστικός | , ή, ό συ-ντε-λε-στι-κός επίθ. (λόγ.) 1. που συντελεί, συμβάλλει σε κάτι: ~ός: παράγοντας/ρόλος. Βλ. καθοριστ-, ρυθμιστ-ικός. 2. ΨΥΧΟΛ. που αναφέρεται στη συντελεστική μάθηση: ~ή: ενίσχυση. ~ό: μοντέλο/στάδιο. ~ή και λειτουργική εξάρτηση. ● ΣΥΜΠΛ.: συντελεστική μάθηση: μέθοδος ρύθμισης της συμπεριφοράς μέσω αρνητικής ή θετικής ενίσχυσης. [< αγγλ. operant conditioning, 1941] [< μτγν. συντελεστικός ‘ικανός να προκαλέσει ή να ολοκληρώσει’] | |
| 48982 | συντελικός | , ή, ό συ-ντε-λι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που δηλώνει την ολοκλήρωση της ρηματικής ενέργειας: ~ό: ποιόν ενεργείας. ~οί: χρόνοι (βλ. παρακείμενος, υπερσυντέλικος, τετελεσμένος μέλλοντας). ΣΥΝ. συντελεσμένος. [< μτγν. συντελικός] | |
| 48983 | συντελώ | [συντελῶ] συ-ντε-λώ ρ. (αμτβ.) {συντελ-είς ..., -ώντας | συντέλε-σα (λόγ.) συνετέλεσα, συντελ-είται, συντελέ-στηκε (λόγ.) -σθηκε (λογιότ. συνετελέ-σθη, μτχ. συντελεσθ-είς, -είσα, -έν), -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος} (επίσ.): βοηθώ στην επίτευξη ενός στόχου, αποτελέσματος, συμβάλλω: Η γυμναστική ~εί στην πρόληψη του διαβήτη. Παράγοντες που ~ούν αποφασιστικά στην οικονομική ανάπτυξη. ΣΥΝ. συντείνει ● Παθ.: συντελείται: βρίσκεται σε εξέλιξη, γίνεται, πραγματοποιείται: ~ούνται σημαντικές αλλαγές στην κοινωνία. Στον 20ό αιώνα ~στηκε τεράστια πρόοδος στην επιστήμη. Επί προεδρίας του, ~στηκαν μεγάλα έργα.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~σμένος: μέλλοντας (= τετελεσμένος). ~σμένο: ποιόν ενεργείας. ~σμένοι: χρόνοι (= συντελικοί). [< γαλλ. s΄accomplir] [< αρχ. συντελῶ] | |
| 48984 | συντέμνουσα | συ-ντέ-μνου-σα ουσ. (θηλ.): ΜΑΘ. τριγωνομετρική συνάρτηση, η αριθμητική τιμή της οποίας είναι ίση με το αντίστροφο του ημιτόνου. [< γαλλ. cosécante] | |
| 48985 | συντέμνω | συ-ντέ-μνω ρ. (μτβ.) {συνέτμη-σα, συντμή-σει, συντμή-θηκε, -θεί, -μένος (λόγ.-συχνότ.) συντετμημένος} (λόγ.): μειώνω το μέγεθος, την έκταση ή τη διάρκεια: ~ήθηκαν οι διαδικασίες/οι προθεσμίες. Πβ. περικόπτω, συμπτύσσω. ● Μτχ.: συντετμημένος , η, ο: που έχει συντμηθεί, περιοριστεί: ~ος: τύπος (λέξης· βλ. συντομογραφία). ~η: έκδοση/επωνυμία. ~ο: όνομα. [< αρχ. συντέμνω] | |
| 48986 | συντεταγμένες | συ-ντε-ταγ-μέ-νες ουσ. (θηλ.) (οι): σύνολο στοιχείων που προσδιορίζουν την ακριβή θέση ενός πράγματος, σημείου στον χώρο: ~ αεροσκάφους/περιοχής/πλοίου. Γεωδαιτικές/κάθετες/οριζόντιες/χωροχρονικές ~. Ζεύγος ~ων.|| (μτφ.) Ιδεολογικές/πολιτικές/πολιτιστικές ~. Βλ. σημείο αναφοράς, στίγμα.||(ΜΑΘ.) Kαρτεσιανές/κυλινδρικές/παραβολικές/σφαιρικές ~. ~ διανύσματος (με βάση). ● ΣΥΜΠΛ.: γεωγραφικές συντεταγμένες βλ. γεωγραφικός, ορθογώνιες συντεταγμένες βλ. ορθογώνιος, πολικές συντεταγμένες βλ. πολικός [< γαλλ. coordonnées] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ