| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48955 | συνταγογραφώ | [συνταγογραφῶ] συ-ντα-γο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {συνταγογραφ-εί, -ώντας | συνταγογράφ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ημένος} (επίσ.): χορηγώ φάρμακα σε ασθενή με τη μορφή ιατρικής συνταγής: Ο γιατρός ~ησε αντιβίωση σε ενέσεις/ειδική θεραπεία. ~ημένο: βιβλιάριο (ασθενείας)/διαιτολόγιο. Βλ. -γραφώ. | |
| 48956 | συνταγολογία | συ-ντα-γο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. κλάδος με αντικείμενο τη σύνταξη και εκτέλεση ιατρικών και φαρμακευτικών συνταγών. Βλ. -λογία. | |
| 48957 | συνταγολόγιο | συ-ντα-γο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) {συνταγολογ-ίου}: βιβλίο όπου γράφονται οι συνταγές του γιατρού προς τον ασθενή ή εκείνες που καθημερινά εκτελεί ο φαρμακοποιός: ενιαίο/ηλεκτρονικό/κτηνιατρικό/νοσοκομειακό ~. ~ του ΙΚΑ/φυτοφαρμάκων. Θεώρηση/προσκόμιση/χορήγηση ~ίου. Ειδικό ατομικό ~ του ασφαλισμένου.|| Εθνικό ~ (: επίσημος κατάλογος των εγκεκριμένων φαρμάκων στο σύστημα υγείας μιας χώρας). Βλ. -λόγιο. | |
| 48958 | συνταιριάζω | συ-νται-ριά-ζω ρ. (μτβ.) {συνταίρια-ξα (προφ.) -σα, -στηκε, -σμένος, συνταιριάζ-οντας} (κυρ. λογοτ.): συνδυάζω με αρμονικό τρόπο δύο ή περισσότερα στοιχεία: ~ λέξεις/ρούχα/χρώματα. ~ξε ιδανικά στο έργο του εικόνες και μουσική. | |
| 48959 | συνταίριασμα | συ-νταί-ρια-σμα ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): αρμονικός συνδυασμός στοιχείων: απόλυτο/πετυχημένο ~. ~ ακουσμάτων/εικόνων/αρχαίων και σύγχρονων επιδράσεων. Πβ. πάντρεμα. Βλ. εναρμόνιση. ΣΥΝ. ζευγάρωμα (2) | |
| 48960 | συντάκτης, συντάκτρια | συ-ντά-κτης ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που συντάσσει κάποιο κείμενο: ~ άρθρου/αφιερώματος/επιστολής/κώδικα/νομοσχεδίου/ομιλίας/προκήρυξης.|| (ειδικότ. για έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο) ~ δελτίου ειδήσεων/εφημερίδας/ιστοσελίδας/περιοδικού/ύλης (πβ. υλατζής). Αθλητικός/οικονομικός/πολιτικός ~. ~ του πολιτιστικού ρεπορτάζ. Ένωση ~ών Hμερησίων Eφημερίδων Aθηνών (ακρ. EΣHEA). Πβ. δημοσιογράφος.|| (για συγγραφή σε συλλογικό έργο) ~ εγκυκλοπαίδειας/λεξικού (πβ. λεξικο-, λημματο-γράφος). Βλ. αρχι~. [< μεσν. συντάκτης 'συγγραφέας', γαλλ. rédacteur] | |
| 48961 | συντακτικός | , ή, ό συ-ντα-κτι-κός επίθ. 1. ΓΛΩΣΣ. που αναφέρεται στη σύνταξη: ~ός: έλεγχος/κανόνας/ρόλος (μιας λέξης). ~ή: ανάλυση/δομή/θεωρία. ~ό: φαινόμενο. ~οί: όροι. ~ές: ασκήσεις/σχέσεις. ~ά: λάθη.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ός: αναλυτής/διορθωτής. 2. που σχετίζεται με τη σύνταξη ή με τους συντάκτες ενός εντύπου: ~ή: επιτροπή/ομάδα (εφημερίδας, λεξικού, περιοδικού). ~ό: προσωπικό. 3. ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. συνταγματικός: ~ή: αναθεώρηση/πράξη. ● Ουσ.: Συντακτικό (το): ΓΛΩΣΣ. το μέρος της γραμματικής που ασχολείται με τη σύνταξη του λόγου και συνεκδ. το αντίστοιχο σχολικό εγχειρίδιο και μάθημα: ~ της αρχαίας Ελληνικής/της Λατινικής.|| Αύριο θα κάνουμε ~. ● επίρρ.: συντακτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: μόνο στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: συνταγματική/συντακτική συνέλευση: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. συνέλευση που ψηφίζει νέο Σύνταγμα. Βλ. εθνοσυνέλευση., συντακτική πράξη: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. που ρυθμίζει θέματα συνταγματικού περιεχομένου και συνήθ. εκδίδεται από την κυβέρνηση σε μεταβατικές πολιτικές περιόδους., Συντακτική/Συνταγματική Βουλή: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. Βουλή που ψηφίζει νέο Σύνταγμα. Βλ. αναθεωρητική βουλή., συντακτικός τύπος: ΧΗΜ. παράσταση που απεικονίζει τη σύνδεση των χημικών δεσμών των ατόμων ενός μορίου., συντακτική εξουσία βλ. εξουσία [< μτγν. συντακτικός 1: γαλλ. syntaxique, αγγλ. syntactic(al)] | |
| 48962 | σύνταξη | σύ-ντα-ξη ουσ. (θηλ.) 1. χρηματικό ποσό που καταβάλλεται κάθε μήνα από ασφαλιστικό οργανισμό σε πρόσωπο που έχει σταματήσει να εργάζεται λόγω ορίου ηλικίας ή υγείας, ή σε συγγενή του, σε περίπτωση θανάτου του πρώτου· συνεκδ. το σχετικό χρονικό διάστημα: βασική/επικουρική/κύρια/μειωμένη/πλήρης/πολεμική (σε θύμα ή τραυματία πολέμου)/πολιτική/πρόωρη (βλ. προσυνταξιοδότηση)/στρατιωτική/τιμητική/χαμηλή ~. ~ (λόγω) ανικανότητας από ατύχημα. (μτφ.) ~ πείνας. Διακοπή/δικαίωμα/ηλικία/πρόγραμμα/υπολογισμός/χορήγηση ~ης. Ταμείο ~άξεων. Βγαίνω στη ~ (= συνταξιοδοτούμαι). Είμαι σε/παίρνω ~. Απαιτούμενα ένσημα/δικαιολογητικά/χρόνια για ~. Bγήκε η ~ή μου. ~ εργαζομένων σε βαρέα ή ανθυγιεινά επαγγέλματα. 2. συγγραφή επίσημου συνήθ. κειμένου· συνεκδ. τα πρόσωπα που ασχολούνται με αυτή (ιδ. στον γραπτό και ηλεκτρονικό Τύπο) και ο σχετικός χώρος όπου εργάζονται: ~ αναφοράς/άρθρου/βιογραφικού/διαθήκης/εγγράφου/(ιατροδικαστικής) έκθεσης/εντύπου/επιστολής/λεξικού/λήμματος/μελέτης/νομοσχεδίου/νόμου/οδηγιών/πορίσματος/συμβολαίου/υπομνήματος. Τη ~ του αφιερώματος επιμελήθηκε ο ... Πβ. γράψιμο.|| Γραφείο/διευθυντής/επιτροπή/ομάδα ~ης. H ~ εφημερίδας/περιοδικού/τόμου. Σημείωμα της ~ης. Συνδεόμαστε με την αίθουσα ~ης (: σε ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό σταθμό).|| (ειδικότ., κατάρτιση:) ~ ισολογισμού/καταλόγου (υποψηφίων)/κτηματολογίου/λίστας/πίνακα/σχεδίου (ανασυγκρότησης)/χάρτη. 3. ΓΛΩΣΣ. κανόνες που καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο συνδυάζονται οι λέξεις, για να σχηματίσουν φράσεις και προτάσεις· ειδικότ. η εφαρμογή των κανόνων αυτών: κακή/λάθος/ορθή/σωστή ~ (κειμένου/ρήματος). Απρόσωπη/αττική ~. Λάθη ~ης. Γενετική-μετασχηματιστική ~. Βλ. γραμματική.|| (προφ.) Κάνω ~ (= συντακτική ανάλυση). 4. ΣΤΡΑΤ. σχηματισμός στρατιωτών σύμφωνα με συγκεκριμένο τρόπο και το σχετικό παράγγελμα. ● Υποκ.: συνταξούλα (η): μόνο στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: αναπηρική σύνταξη βλ. αναπηρικός, σύνταξη γήρατος βλ. γήρας ● ΦΡ.: σύνταξη της Πολιτείας: ΝΟΜ. ο τρόπος με τον οποίο οργανώνεται και λειτουργεί μια Πολιτεία (εξουσίες, κόμματα) ή το Σύνταγμά της. [< αρχ. σύνταξις 1: γαλλ. pension, retraite 2: γαλλ. rédaction 3: μτγν. ~, γαλλ. syntaxe, αγγλ. syntax] | |
| 48963 | συνταξιδεύω | συ-ντα-ξι-δεύ-ω ρ. (αμτβ.) {συνταξίδ-εψα}: ταξιδεύω μαζί με άλλον ή άλλους: Οι δύο ομάδες ~εψαν στο ίδιο αεροπλάνο. [< μεσν. συνταξιδεύω] | |
| 48964 | συνταξιδιώτης, συνταξιδιώτισσα | συ-ντα-ξι-διώ-της ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ταξιδεύει μαζί με άλλον ή άλλους: Ήμασταν ~ες στο ίδιο πλοίο για ... | |
| 48965 | συντάξιμος | , η, ο συ-ντά-ξι-μος επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τη σύνταξη ή απαιτείται προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί κάποιος: ~ος: μισθός. ~ες: αποδοχές/απολαβές.|| ~η: ηλικία/(προ)ϋπηρεσία. ~ χρόνος πραγματικής υπηρεσίας. Έτη/χρόνια που θεωρούνται/προσμετρώνται/υπολογίζονται ως ~α. | |
| 48966 | συνταξιοδοτεί | [συνταξιοδοτεῖ] συ-ντα-ξι-ο-δο-τεί ρ. (μτβ.) {συνταξιοδότ-ησε, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: (για οργανισμό, φορέα) δίνει, παρέχει σύνταξη: Το Δημόσιο/το ταμείο ~ τους ασφαλισμένους του.|| (σπανιότ., προφ.-αρνητ. συνυποδ.) Τον ~ησαν με το ζόρι (: τον οδήγησαν σε αναγκαστική συνταξιοδότηση). Βλ. -δοτώ. ● Παθ.: συνταξιοδοτούμαι: παίρνω, μου χορηγείται σύνταξη: ~είται από την υπηρεσία/με το καθεστώς των ΒΑΕ. ~ήθηκε πρόωρα λόγω υγείας. Πβ. αφυπηρετώ. [< γαλλ. pensionner] | |
| 48967 | συνταξιοδότηση | συ-ντα-ξι-ο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του συνταξιοδοτώ, το να παίρνει κάποιος σύνταξη: αναγκαστική/έγκαιρη/πρόωρη ~ (= προ~). ~ αγροτών/γυναικών με ανήλικο τέκνο/λόγω γήρατος/λόγω θανάτου/στα εξήντα/χωρίς όριο ηλικίας. Νόμος για τη ~ των εργαζομένων στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα. Βλ. -δότηση. | |
| 48968 | συνταξιοδοτικός | , ή, ό συ-ντα-ξι-ο-δο-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη συνταξιοδότηση: ~ός: λογαριασμός/νόμος/φορέας. ~ή: ασφάλεια/κατάσταση. ~ό: δικαίωμα/καθεστώς/πρόγραμμα/σύστημα. ~ές: εισφορές. ~ά: ταμεία.|| (ως ουσ.) Τον απασχολεί το ~ό του. Βλ. προ~. | |
| 48969 | συνταξιούχος | [συνταξιοῦχος] συ-ντα-ξι-ού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που έχει πάρει σύνταξη: αριθμός/ένωση/επίδομα/μητρώο/πορεία ~ων. ~ της τράπεζας …/του δημόσιου/του ιδιωτικού τομέα. Βλ. ΕΚΑΣ., χαμηλο~.|| (ως επίθ.) ~ αστυνομικός/καθηγητής/υπάλληλος. ΑΝΤ. εν ενεργεία. || (ειρων.) ~ φοιτητής (= αιώνιος). Βλ. μικρο~, χαμηλο~, -ούχος. [< γαλλ. pensionné, retraité] | |
| 48970 | συνταρακτικός | , ή, ό συ-ντα-ρα-κτι-κός επίθ. & (σπάν.-προφ.) συνταραχτικός: που συνταράσσει: ~ή: αποκάλυψη/είδηση/ερμηνεία (ηθοποιού). ~ό: βιβλίο/γεγονός/μήνυμα. ~ές: αλλαγές/εικόνες (βίας)/εξελίξεις. ~ά: νέα/στοιχεία. Πβ. συγκλονιστικός. ● επίρρ.: συνταρακτικά & (προφ.) συνταραχτικά [< γαλλ. troublant] | |
| 48971 | συνταράσσω | συ-ντα-ράσ-σω ρ. (μτβ.) {συντάρα-ξα (λόγ.) συνετάραξα, -χθηκα, -γμένος, συνταράσσ-οντας} & συνταράζω 1. (μτφ.) προκαλώ ισχυρή, συνήθ. ψυχική, αναστάτωση, συγκλονίζω: Ο χαμός του μας ~ξε. Παρακολουθούν ~γμένοι το δράμα των παιδιών του Τρίτου Κόσμου.|| Νέα οικονομική κρίση ~ει τη χώρα. 2. τραντάζω, σείω: Ο ισχυρός σεισμός ~ξε το κτίριο. [< αρχ. συνταράσσω] | |
| 48972 | συντάσσω | συ-ντάσ-σω ρ. (μτβ.) {συνέτα-ξα (προφ.) σύντα-ξα, συντά-ξει, συντά-χθηκε (προφ.) -χτηκε, -χθεί (προφ.) -χτεί, συντάσσ-οντας, συντα-γμένος (λόγ.) συντεταγμένος} (επίσ.) 1. διατυπώνω, παράγω γραπτό κείμενο, γράφω: ~ (μια) αίτηση/ανακοίνωση/αναφορά/διαθήκη/έκθεση/εξουσιοδότηση/επιστολή/καταγγελία/μελέτη. ~ (ένα) άρθρο/βιογραφικό/έγγραφο/έντυπο/λεξικό/λόγο/νόμο/πόρισμα/συμβόλαιο/υπόμνημα. Υπάλληλοι που ~ουν τα πρακτικά των συνεδριάσεων. H ημερήσια διάταξη ~εται από τον πρόεδρο. Πβ. συγγράφω.|| ~ ισολογισμό/πίνακα/σχέδιο/χάρτη (: καταρτίζω). 2. (στο μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών ή των Λατινικών) βρίσκω τον συντακτικό ρόλο των όρων μιας πρότασης με σκοπό τη μετάφραση, κάνω σύνταξη: Να ~ξετε το κείμενο που σας δίνεται. Να ~χθεί το παρακάτω απόσπασμα. 3. ΣΤΡΑΤ. παρατάσσω στρατιώτες με συγκεκριμένο τρόπο: ~ σε θέση μάχης/φάλαγγα.|| (κατ' επέκτ., για μαθητές) ~χθείτε ο ένας πίσω από τον άλλον/κατά τριάδες. ● συντάσσεται (+ με): ΓΛΩΣΣ. (για όρο πρότασης) δέχεται ως συμπλήρωμα: Το ρήμα "παράγω" ~ με αιτιατική. Το "νομίζω" ~ με ειδική πρόταση. ● Παθ.: συντάσσομαι (+ με): παίρνω θέση υπέρ, τάσσομαι με το μέρος κάποιου: ~ με την άποψη/πλευρά του .../με το κόμμα των ... Πβ. συμπαρατάσσομαι. ● βλ. συντεταγμένος [< αρχ. συντάσσω] | |
| 48973 | συνταυτίζω | συ-νταυ-τί-ζω ρ. (μτβ.) {συνταύτι-σε, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, συνταυτίζ-οντας, -όμενος, συνταυτι-σμένος} (λόγ.): εξομοιώνω δύο ή περισσότερα πρόσωπα ή πράγματα μεταξύ τους: ~ει τα συμφέροντα της χώρας του με αυτά των διεθνών οργανισμών. ΣΥΝ. ταυτίζω (1) ΑΝΤ. αντιδιαστέλλω, διαφοροποιώ (2) ● Παθ.: συνταυτίζομαι: έχω τις ίδιες αντιλήψεις, απόψεις με κάποιον: ~ονται στο θέμα της μεταναστευτικής πολιτικής. Δεν ~στηκε με την επιλογή του κόμματος. Πβ. συμπίπτω, συμφωνώ. ΣΥΝ. ταυτίζομαι (2) [< γαλλ. s΄ identifier] | |
| 48974 | συνταύτιση | συ-νταύ-τι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. πλήρης ταύτιση, συμφωνία με τις αντιλήψεις κάποιου: απόλυτη/ιδεολογική/ψυχική ~. ~ απόψεων. 2. εξομοίωση δύο ή περισσότερων προσώπων ή πραγμάτων. [< γαλλ. identification] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ