Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [49520-49540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48975συντείνεισυ-ντεί-νει ρ. (αμτβ.) {συνέτειν-ε, συντείν-οντας} (λόγ.): (+ σε) συμβάλλει μαζί με άλλους παράγοντες στην επίτευξη ενός καθορισμένου στόχου: Ο διάλογος ~ (: βοηθά) στην επίλυση των προβλημάτων. (Κάτι) ~ στην επιδείνωση μιας ασθένειας.|| Όλα ~ουν προς ... (πβ. κατατείνω). Οι προσπάθειες όλων θα πρέπει να ~ουν, ώστε να ... ΣΥΝ. συντελώ [< αρχ. συντείνω]
48976συντεκνίασυ-ντε-κνί-α ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) συντεκνιά: σχέση ανάμεσα σε δύο πρόσωπα που είναι σύντεκνοι. Πβ. κουμπαριά. [< μεσν. συντεκνία]
48977σύντεκνοςσύ-ντε-κνος ουσ. (αρσ.) {θηλ. συντέκνισσα} (διαλεκτ.): πρόσωπο που έχει παντρέψει κάποιον ή, κυρ. στην Κρήτη, έχει βαφτίσει το παιδί κάποιου· γενικότ. ως οικεία προσφώνηση. Πβ. κουμπάρος. [< μτγν. σύντεκνος ‘νονός’]
48978συντέλειασυ-ντέ-λει-α ουσ. (θηλ.): μόνο στις ● ΦΡ.: μέχρι συντελείας του αιώνος (ΚΔ): ως το τέλος του κόσμου., συντέλεια του κόσμου 1. το τέλος του κόσμου· κατ' επέκτ. σε περιπτώσεις που κάποιος δίνει τραγικές και πολύ δυσάρεστες διαστάσεις σε ένα άσχημο συμβάν, μια αρνητική κατάσταση: (ΘΕΟΛ.) Έρχεται η ~ ~. Πβ. Δευτέρα Παρουσία.|| Πώς κάνεις έτσι, δεν ήρθε και η ~ ~. Βλ. (κάποιος) φέρνει την καταστροφή. 2. (μτφ.) σε περιπτώσεις ακραίων καιρικών φαινομένων: Γίνεται η ~ ~ έξω. Πβ. θεομηνία, κοσμοχαλασιά. Βλ. καρεκλοπόδαρο. [< μτγν. συντέλεια]
48979συντέλεσησυ-ντέ-λε-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ολοκλήρωση, πραγματοποίηση: ~ της απαλλοτρίωσης. Πβ. εκτέλεση. [< μτγν. συντέλεσις]
48980συντελεστήςσυ-ντε-λε-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. (θηλ.) συντελέστρια στη σημ. 1} 1. οτιδήποτε συμβάλλει σημαντικά στη διαμόρφωση συγκεκριμένου αποτελέσματος ή κατάστασης· παράγοντας: βασικός/καθοριστικός/κύριος/μείζων ~ (ανάπτυξης/επιτυχίας/ευημερίας/προόδου). ~ της διοργάνωσης/εκδήλωσης/του έργου/της παράστασης/προσπάθειας/ταινίας/του τραγουδιού. Οι ~ές της δημοφιλούς τηλεοπτικής σειράς. Το νερό αποτελεί βασικό ~ή για την οικολογική ισορροπία του πλανήτη. Πβ. παράμετρος. 2. ΟΙΚΟΝ. (σταθερός) αριθμός με βάση τον οποίο υπολογίζεται συγκεκριμένο ποσοτικό ή ειδικότ. οικονομικό μέγεθος ή σχέση περισσοτέρων μεγεθών μεταξύ τους: ~ απόδοσης/απόσβεσης/κατανομής/(καθαρού) κέρδους/συσχέτισης. Ανώτατος/ελάχιστος/ενιαίος/μειωμένος/μοναδικός/υψηλός/χαμηλός ~. ~ 25%. ~ές ΦΠΑ.|| ~ βαθμολογίας/μαθήματος (: που καθορίζει τη βαρύτητα ενός μαθήματος στην τελική βαθμολογία).|| (ΟΙΚΟΔ.) (οι διαστάσεις ενός κτίσματος σε σχέση με την έκταση γης όπου κτίζεται:) ~ ακινήτου/αξιοποίησης οικοπέδου (ακρ. ΣΑΟ)/κάλυψης/οικοπέδου (ακρ. ΣΟ)/ορόφου/παλαιότητας/συμμετοχής οικοπέδου (ακρ. ΣΣΟ)/συνιδιοκτησίας/ύψους. 3. ΦΥΣ. μέγεθος που εκφράζει φυσικές ή τεχνικές ιδιότητες ή σχέσεις μεταξύ άλλων μεγεθών: ~ αγωγιμότητας/βαρύτητας/(θερμικής) διαστολής/διάχυσης/μετάδοσης (της) θερµότητας (κουφωμάτων, παραθύρων)/όγκου/τριβής (δοκών). Μέσος ~ ποιότητας (Q). Aεροδυναμικός ~ αυτοκινήτου.|| (ΜΑΘ.) (σταθερός αριθμός που πολλαπλασιάζει μεταβλητή ποσότητα:) ~ αγνώστου (: σε εξισώσεις). ● ΣΥΜΠΛ.: παραγωγικοί συντελεστές: ΟΙΚΟΝ. ανθρώπινοι και φυσικοί πόροι που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών (κεφαλαιουχικά αγαθά, εργασία, φυσικές πηγές, επιχειρηματική ικανότητα). [< αγγλ. factors of production] , συντελεστής εμπορικότητας (ακρ. ΣΕ): ΟΙΚΟΝ. που εκφράζει την εμπορική αξία δρόμου ή τμήματος δρόμου συγκεκριμένης ζώνης (είναι μεγαλύτερος ή ίσος με τη μονάδα)., συντελεστής δόμησης βλ. δόμηση, φορολογικός συντελεστής βλ. φορολογικός [< πβ. μτγν. συντελεστής ‘αυτός που συνεισφέρει’, γαλλ. coefficient, facteur, αγγλ. factor]
48981συντελεστικός, ή, ό συ-ντε-λε-στι-κός επίθ. (λόγ.) 1. που συντελεί, συμβάλλει σε κάτι: ~ός: παράγοντας/ρόλος. Βλ. καθοριστ-, ρυθμιστ-ικός. 2. ΨΥΧΟΛ. που αναφέρεται στη συντελεστική μάθηση: ~ή: ενίσχυση. ~ό: μοντέλο/στάδιο. ~ή και λειτουργική εξάρτηση. ● ΣΥΜΠΛ.: συντελεστική μάθηση: μέθοδος ρύθμισης της συμπεριφοράς μέσω αρνητικής ή θετικής ενίσχυσης. [< αγγλ. operant conditioning, 1941] [< μτγν. συντελεστικός ‘ικανός να προκαλέσει ή να ολοκληρώσει’]
48982συντελικός, ή, ό συ-ντε-λι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που δηλώνει την ολοκλήρωση της ρηματικής ενέργειας: ~ό: ποιόν ενεργείας. ~οί: χρόνοι (βλ. παρακείμενος, υπερσυντέλικος, τετελεσμένος μέλλοντας). ΣΥΝ. συντελεσμένος. [< μτγν. συντελικός]
48983συντελώ[συντελῶ] συ-ντε-λώ ρ. (αμτβ.) {συντελ-είς ..., -ώντας | συντέλε-σα (λόγ.) συνετέλεσα, συντελ-είται, συντελέ-στηκε (λόγ.) -σθηκε (λογιότ. συνετελέ-σθη, μτχ. συντελεσθ-είς, -είσα, -έν), -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος} (επίσ.): βοηθώ στην επίτευξη ενός στόχου, αποτελέσματος, συμβάλλω: Η γυμναστική ~εί στην πρόληψη του διαβήτη. Παράγοντες που ~ούν αποφασιστικά στην οικονομική ανάπτυξη. ΣΥΝ. συντείνει ● Παθ.: συντελείται: βρίσκεται σε εξέλιξη, γίνεται, πραγματοποιείται: ~ούνται σημαντικές αλλαγές στην κοινωνία. Στον 20ό αιώνα ~στηκε τεράστια πρόοδος στην επιστήμη. Επί προεδρίας του, ~στηκαν μεγάλα έργα.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~σμένος: μέλλοντας (= τετελεσμένος). ~σμένο: ποιόν ενεργείας. ~σμένοι: χρόνοι (= συντελικοί). [< γαλλ. s΄accomplir] [< αρχ. συντελῶ]
48984συντέμνουσασυ-ντέ-μνου-σα ουσ. (θηλ.): ΜΑΘ. τριγωνομετρική συνάρτηση, η αριθμητική τιμή της οποίας είναι ίση με το αντίστροφο του ημιτόνου. [< γαλλ. cosécante]
48985συντέμνωσυ-ντέ-μνω ρ. (μτβ.) {συνέτμη-σα, συντμή-σει, συντμή-θηκε, -θεί, -μένος (λόγ.-συχνότ.) συντετμημένος} (λόγ.): μειώνω το μέγεθος, την έκταση ή τη διάρκεια: ~ήθηκαν οι διαδικασίες/οι προθεσμίες. Πβ. περικόπτω, συμπτύσσω. ● Μτχ.: συντετμημένος , η, ο: που έχει συντμηθεί, περιοριστεί: ~ος: τύπος (λέξης· βλ. συντομογραφία). ~η: έκδοση/επωνυμία. ~ο: όνομα. [< αρχ. συντέμνω]
48986συντεταγμένεςσυ-ντε-ταγ-μέ-νες ουσ. (θηλ.) (οι): σύνολο στοιχείων που προσδιορίζουν την ακριβή θέση ενός πράγματος, σημείου στον χώρο: ~ αεροσκάφους/περιοχής/πλοίου. Γεωδαιτικές/κάθετες/οριζόντιες/χωροχρονικές ~. Ζεύγος ~ων.|| (μτφ.) Ιδεολογικές/πολιτικές/πολιτιστικές ~. Βλ. σημείο αναφοράς, στίγμα.||(ΜΑΘ.) Kαρτεσιανές/κυλινδρικές/παραβολικές/σφαιρικές ~. ~ διανύσματος (με βάση). ● ΣΥΜΠΛ.: γεωγραφικές συντεταγμένες βλ. γεωγραφικός, ορθογώνιες συντεταγμένες βλ. ορθογώνιος, πολικές συντεταγμένες βλ. πολικός [< γαλλ. coordonnées]
48987συντεταγμένος, η, ο συ-ντε-ταγ-μέ-νος επίθ. (λόγ.) 1. που έχει συσταθεί και λειτουργεί σύμφωνα με συγκεκριμένους νόμους: ~ος: οργανισμός/φορέας. ~η: Πολιτεία (πβ. ευνομούμενη). ~ο: κόμμα/κράτος/πλαίσιο/σχέδιο (χειρισμού της κρίσης). Με ~ο και δημοκρατικό τρόπο. Πβ. οργανωμένος, συγκροτημένος. 2. που έχει παραταχθεί με ορισμένο τρόπο: μαθητές/στρατιώτες ~οι για την παρέλαση/σε τριάδες. ~οι στην πορεία διαμαρτυρίας. Η μεραρχία προχώρησε ~η.|| (μτφ.) (για πρόσ. που υποστηρίζει κάποιον:) Βουλευτές απόλυτα ~οι (= εναρμονισμένοι, στοιχισμένοι) με τις θέσεις του αρχηγού. Πβ. ομόθυμος, σύμφωνος. ● βλ. συντάσσω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. συντάσσω]
48988συντετμημένοςβλ. συντέμνω
48989συντετριμμένος, η, ο συ-ντε-τριμ-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που έχει συντριβεί ψυχολογικά: ~ από το διαζύγιο/τον θάνατο (κάποιου)/τον χωρισμό. Είναι βαθύτατα ~ από το δυσάρεστο γεγονός/συμβάν. Πβ. συνταραγμένος. ● βλ. συντρίβω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. συντρίβω]
48990συντεχνίασυ-ντε-χνί-α ουσ. (θηλ.) {συντεχνιών} 1. κλειστή ένωση εμπόρων, τεχνιτών ή άλλων επαγγελματιών με σκοπό την προάσπιση των συμφερόντων του κλάδου τους και την αλληλεγγύη των μελών της· γενικότ. κάθε οργάνωση επαγγελματιών: ~ αρτοποιών/υφαντουργών.|| (ΙΣΤ.) Βυζαντινές/μεσαιωνικές ~ες. Πβ. σινάφι. 2. οργανωμένη ομάδα προσώπων, συνήθ. του ίδιου επαγγέλματος, που ενεργεί αποκλειστικά με βάση τα στενά συμφέροντά της, συχνά σε βάρος άλλων. Πβ. κάστα, λόμπι. [< 1: μτγν. συντεχνία, γαλλ. corporation]
48991συντεχνιακός, ή, ό συ-ντε-χνι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη συντεχνία: ~ός: θεσμός/φορέας. ~ή: οικονομία/οργάνωση. ~ό: ταμείο/φαρμακείο. Βλ. κλαδ-, ομοιοεπαγγελματ-ικός, σωματειακός.|| (μειωτ.) ~ός: συνδικαλισμός/χαρακτήρας. ~ή: αγκύλωση/αντίληψη/αντιμετώπιση/λογική/νοοτροπία/συμπεριφορά/τακτική. ~ό: πνεύμα. ~ές: απαιτήσεις. ~ά: κεκτημένα. ● επίρρ.: συντεχνιακά [< γαλλ. corporatif]
48992συντεχνιασμόςσυ-ντε-χνι-α-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ιδιοτελής πρακτική σύμφωνα με την οποία τα μέλη μιας ομάδας υποστηρίζουν τα κοινά, συνήθ. οικονομικοπολιτικά, συμφέροντά τους, σε βάρος του δημόσιου συμφέροντος: άκρατος/στείρος ~. Βλ. ευνοιοκρατία, προσωποληψία. 2. συμμετοχή των εργαζομένων σε σωματεία για τη διασφάλιση των συμφερόντων τους. [< 2: γαλλ. corporatisme, 1911, αγγλ. corporativism, 1930, corporatism, 1935]
48993συντεχνιοκρατίασυ-ντε-χνι-ο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. κορπορατισμός. Βλ. -κρατία.
48994συντεχνίτης & σύντεχνοςσυ-ντε-χνί-της ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που ανήκει στην ίδια συντεχνία με κάποιον, ομότεχνος. Πβ. συνάδελφος. [< μτγν. συντεχνίτης, αρχ. σύντεχνος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.