Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [49520-49540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48987συντεταγμένος, η, ο συ-ντε-ταγ-μέ-νος επίθ. (λόγ.) 1. που έχει συσταθεί και λειτουργεί σύμφωνα με συγκεκριμένους νόμους: ~ος: οργανισμός/φορέας. ~η: Πολιτεία (πβ. ευνομούμενη). ~ο: κόμμα/κράτος/πλαίσιο/σχέδιο (χειρισμού της κρίσης). Με ~ο και δημοκρατικό τρόπο. Πβ. οργανωμένος, συγκροτημένος. 2. που έχει παραταχθεί με ορισμένο τρόπο: μαθητές/στρατιώτες ~οι για την παρέλαση/σε τριάδες. ~οι στην πορεία διαμαρτυρίας. Η μεραρχία προχώρησε ~η.|| (μτφ.) (για πρόσ. που υποστηρίζει κάποιον:) Βουλευτές απόλυτα ~οι (= εναρμονισμένοι, στοιχισμένοι) με τις θέσεις του αρχηγού. Πβ. ομόθυμος, σύμφωνος. ● βλ. συντάσσω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. συντάσσω]
48988συντετμημένοςβλ. συντέμνω
48989συντετριμμένος, η, ο συ-ντε-τριμ-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που έχει συντριβεί ψυχολογικά: ~ από το διαζύγιο/τον θάνατο (κάποιου)/τον χωρισμό. Είναι βαθύτατα ~ από το δυσάρεστο γεγονός/συμβάν. Πβ. συνταραγμένος. ● βλ. συντρίβω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. συντρίβω]
48990συντεχνίασυ-ντε-χνί-α ουσ. (θηλ.) {συντεχνιών} 1. κλειστή ένωση εμπόρων, τεχνιτών ή άλλων επαγγελματιών με σκοπό την προάσπιση των συμφερόντων του κλάδου τους και την αλληλεγγύη των μελών της· γενικότ. κάθε οργάνωση επαγγελματιών: ~ αρτοποιών/υφαντουργών.|| (ΙΣΤ.) Βυζαντινές/μεσαιωνικές ~ες. Πβ. σινάφι. 2. οργανωμένη ομάδα προσώπων, συνήθ. του ίδιου επαγγέλματος, που ενεργεί αποκλειστικά με βάση τα στενά συμφέροντά της, συχνά σε βάρος άλλων. Πβ. κάστα, λόμπι. [< 1: μτγν. συντεχνία, γαλλ. corporation]
48991συντεχνιακός, ή, ό συ-ντε-χνι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη συντεχνία: ~ός: θεσμός/φορέας. ~ή: οικονομία/οργάνωση. ~ό: ταμείο/φαρμακείο. Βλ. κλαδ-, ομοιοεπαγγελματ-ικός, σωματειακός.|| (μειωτ.) ~ός: συνδικαλισμός/χαρακτήρας. ~ή: αγκύλωση/αντίληψη/αντιμετώπιση/λογική/νοοτροπία/συμπεριφορά/τακτική. ~ό: πνεύμα. ~ές: απαιτήσεις. ~ά: κεκτημένα. ● επίρρ.: συντεχνιακά [< γαλλ. corporatif]
48992συντεχνιασμόςσυ-ντε-χνι-α-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ιδιοτελής πρακτική σύμφωνα με την οποία τα μέλη μιας ομάδας υποστηρίζουν τα κοινά, συνήθ. οικονομικοπολιτικά, συμφέροντά τους, σε βάρος του δημόσιου συμφέροντος: άκρατος/στείρος ~. Βλ. ευνοιοκρατία, προσωποληψία. 2. συμμετοχή των εργαζομένων σε σωματεία για τη διασφάλιση των συμφερόντων τους. [< 2: γαλλ. corporatisme, 1911, αγγλ. corporativism, 1930, corporatism, 1935]
48993συντεχνιοκρατίασυ-ντε-χνι-ο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. κορπορατισμός. Βλ. -κρατία.
48994συντεχνίτης & σύντεχνοςσυ-ντε-χνί-της ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που ανήκει στην ίδια συντεχνία με κάποιον, ομότεχνος. Πβ. συνάδελφος. [< μτγν. συντεχνίτης, αρχ. σύντεχνος]
48995σύντηγμασύ-ντηγ-μα ουσ. (ουδ.) {συντήγμ-ατος} (επιστ.): κράμα και γενικότ. οτιδήποτε παράγεται με σύντηξη: ~ατα νικελίου/σιδήρου. [< αρχ. σύντηγμα]
48996συντήκωσυ-ντή-κω ρ. (μτβ.) {συν-έτηξα, -τήξει, -τήχθηκε, -τηχθεί, -τετηγμένος} (επιστ.): επιφέρω ολοκληρωτική τήξη, λιώνω μαζί διάφορα υλικά: Τα μέταλλα ~ονται για την παραγωγή κραμάτων. [< αρχ. συντήκω]
48997σύντηξησύ-ντη-ξη ουσ. (θηλ.) (επιστ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του συντήκω και κυρ. ειδικότ. η ένωση ελαφρών ατομικών πυρήνων για τον σχηματισμό βαρύτερων με ταυτόχρονη απελευθέρωση μεγάλης ποσότητας ενέργειας: ~ μετάλλων.|| (ΦΥΣ. ΠΥΡ.) Ελεγχόμενη/θερμή/ψυχρή ~. ~ ισοτόπων υδρογόνου. Αντιδραστήρας/κατάλοιπα ~ης. Θερμοπυρηνική ~ του Ήλιου.|| (ΒΙΟΛ.) ~ κυττάρων.|| (μτφ.) ~ διαφορετικών παραδόσεων/πολιτιστικών στοιχείων. Πβ. μείξη, κράμα. ● ΣΥΜΠΛ.: πυρηνική σύντηξη βλ. πυρηνικός [< αρχ. σύντηξις, αγγλ. fusion, 1947, γαλλ. ~. ]
48998συντήρησησυ-ντή-ρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. διατήρηση πράγματος σε καλή ή επιθυμητή κατάσταση ή/και λειτουργία και οι σχετικές ενέργειες: ~ αυτοκινήτου/δέρματος/(εθνικού) δικτύου/δρόμων/εξοπλισμού/ιστοσελίδων/καυστήρα/κλιματιστικού/οδών/σκάφους/σπιτιού/υπολογιστών. ~ήσεις ανελκυστήρων/κήπων/πάρκων. Προληπτική/συστηματική/τακτική ~ μηχανών. Γραφείο/εργασίες/κόστος/οδηγίες/πρόγραμμα ~ης. Βλ. τηλε~.|| (μτφ.) Η ~ της εθνικής μας παράδοσης. Πβ. αναπαραγωγή, διάσωση.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ., ειδικότ. επισκευή και αποκατάσταση φθορών σε μνημεία ή έργα τέχνης) ~ κτιρίων/ναών/οικισμού/πίνακα/τοιχογραφιών. Διεύθυνση ~ης Αρχαιοτήτων. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. τρόποι ή/και μέθοδοι προστασίας των τροφίμων από αλλοίωση και συνεκδ. ο χώρος του ψυγείου όπου αυτά διατηρούνται χωρίς να καταψύχονται: ~ κρασιού/κρεάτων. Βλ. κρυο~.|| Βάλε τα φρούτα στη ~. ~ τροφίμων (= διατήρηση). Βλ. κατάψυξη. 3. ΠΟΛΙΤ. (συνήθ. μειωτ.) σύνολο αντιλήψεων, θεσμών, ιδεών που βασίζονται σε παραδοσιακές αξίες και δομές και συνήθ. αντιτίθενται στην πρόοδο και την εξέλιξη: δυνάμεις/εκπρόσωπος/εκφραστής/εχθρός/υπερασπιστής/υπέρμαχος/φορέας (της) ~ης. ΣΥΝ. αναχρονισμός (1), οπισθοδρομικότητα, συντηρητισμός 4. κάλυψη των βασικών αναγκών ενός ανθρώπου, επιβίωση· κατ' επέκτ. συνέχιση, διαιώνιση: Αναλαμβάνω/εξασφαλίζω την ~ κάποιου. Δυσκολίες/έξοδα/μέσα ~ης. Βλ. αυτο~.|| ~ κατάστασης/κλίματος/φημολογίας. [< μτγν. συντήρησις ‘διατήρηση’, γαλλ. conservation]
48999συντηρήσιμος, η, ο συ-ντη-ρή-σι-μος επίθ. (επιστ.): που μπορεί να συντηρηθεί: ~α: προϊόντα/συστήματα.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~η: ανάκαμψη/ανάπτυξη.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ος: κώδικας.|| (ΑΡΧΙΤ.) Βιώσιμη και ~η κτιριακή κατασκευή. Πβ. διατηρήσιμος. [< αγγλ. maintainable]
49000συντηρησιμότητασυ-ντη-ρη-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του συντηρήσιμου: ~ κτιρίων/τροφίμων (= διατηρησιμότητα). Βλ. -ότητα.
49001συντηρητής, συντηρήτριασυ-ντη-ρη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): ειδικευμένος τεχνίτης που διατηρεί κάτι σε καλή ή επιθυμητή κατάσταση ή/και λειτουργία: ~ ανελκυστήρων/καυστήρων/κτιρίου/μηχανών. ~ ηλεκτρολόγος.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ.) (ειδικότ. για μνημεία ή δημιουργίες τέχνης: που επισκευάζει και αποκαθιστά φθορές) ~ αγιογραφιών/πινάκων/τοιχογραφιών/ψηφιδωτών. Δουλεύει (ως)/σπουδάζει ~τρια αρχαιοτήτων και έργων τέχνης. [< μεσν. συντηρητής, γαλλ. conservateur]
49002συντηρητικάσυ-ντη-ρη-τι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. συντηρητικό}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. φυσικές ή χημικές ουσίες που προστίθενται σε τρόφιμα για την προστασία τους από αλλοίωση, καθώς και για την αύξηση του χρόνου ασφαλούς κατανάλωσής τους: κονσέρβα/κρασί/μαρμελάδα/σάλτσα/χυμός με/χωρίς ~. Τα ~ αναφέρονται με τους κωδικούς Ε200 έως Ε299. Το διοξείδιο του θείου αποτελεί σύνηθες ~ό. Βλ. πρόσθετα (τροφίμων).|| ~ό βαφής/βερνικιού/μπογιάς/ξύλου/χρώματος. [< γαλλ. conservateurs, αγγλ. preservatives]
49003συντηρητικοποίησησυ-ντη-ρη-τι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): διαδικασία με την οποία η κοινωνία ή τμήμα της αποκτούν συντηρητικό χαρακτήρα: έντονη/κοινωνική/πολιτική ~. ~ της νεολαίας/των πολιτών. Βλ. συντηρητικότητα, συντηρητισμός. ΑΝΤ. προοδευτισμός, φιλελευθεροποίηση, -ποίηση.
49004συντηρητικός, ή, ό συ-ντη-ρη-τι-κός επίθ. 1. που ακολουθεί παραδοσιακές αξίες και την καθιερωμένη τάξη πραγμάτων και συνήθ. αντιτίθεται στις μεγάλες αλλαγές: ~ός: λόγος/τρόπος ζωής/χαρακτήρας. ~ή: εποχή/θεώρηση/κοινωνία/νοοτροπία/πράξη/πρόταση/στάση/συμπεριφορά. ~ό: καθεστώς/κοινό/περιβάλλον/πνεύμα. ~ές: αντιλήψεις/αποφάσεις/ενέργειες/επιλογές/θέσεις/ιδέες. Είναι ~ στις απόψεις του.|| (ΠΟΛΙΤ.) ~ή: εφημερίδα/κυβέρνηση/μερίδα/παράταξη/πτέρυγα. ~ό: κόμμα. ~οί: ψηφοφόροι. (ως ουσ.) Ήττα/νίκη των ~ών. Βλ. νεο~, υπερ~. ΣΥΝ. αναχρονιστικός, οπισθοδρομικός ΑΝΤ. εικονοκλαστικός, καινοτόμος, προοδευτικός (1) 2. που χαρακτηρίζεται από μέτρο, περίσκεψη, έλλειψη ρίσκου: ~ή: διαχείριση (οικονομικών)/ζωή. Βλ. συγκρατημένος, φειδωλός.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: αγωγή/αντιμετώπιση (νόσου)/θεραπεία (: με φάρμακα ή άλλους τρόπους, χωρίς εγχείρηση). Βλ. ήπιος. 3. που σχετίζεται με τη συντήρηση κάποιου πράγματος: ~ές: εργασίες.|| ~ές: ουσίες (= συντηρητικά). ● επίρρ.: συντηρητικά ● ΣΥΜΠΛ.: συντηρητική κατάσχεση βλ. κατάσχεση [< μτγν. συντηρητικός, γαλλ. conservateur, αγγλ. conservative]
49005συντηρητικότητασυ-ντη-ρη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συντηρητισμός: ακαδημαϊκή/βαθιά/ενδυματολογική/κοινωνική/πολιτική/σεξουαλική ~. ~ της γραφής/των παραδόσεων. Δεν άντεχε τη ~ της οικογένειάς του (βλ. πουριτανισμός). Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. αντιδραστικότητα (1) ΑΝΤ. καινοτομία, προοδευτικότητα (1)
49006συντηρητικούρασυ-ντη-ρη-τι-κού-ρα ουσ. (θηλ.) (αργκό) 1. & συντηρητικούρας (ο): συντηρητικός άνθρωπος: Είναι νέο παιδί, αλλά πολύ ~. Πβ. οπισθοδρομικός. Βλ. -ούρα2. 2. συντηρητισμός: Είναι μέσα στη ~. Η ~ των απόψεών του. Βλ. αναχρονισμός.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.