Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [49540-49560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
49007συντηρητισμόςσυ-ντη-ρη-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ιδεολογία, στάση ζωής που χαρακτηρίζεται από προσκόλληση στην παράδοση, σε παλαιά πρότυπα, ξεπερασμένες αντιλήψεις και συμπεριφορές: άκρατος/κοινωνικός/πολιτικός ~. Πβ. αναχρονισμός, οπισθοδρομικότητα. Βλ. -ισμός, νεο~, υπερ~. ΣΥΝ. αντιδραστικότητα (1), συντηρητικότητα ΑΝΤ. προοδευτικότητα (1) [< γαλλ. conservatisme]
49008συντηρώ[συντηρῶ] συ-ντη-ρώ ρ. (μτβ.) {συντηρ-είς ..., -ώντας | συντήρ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} 1. διατηρώ κάτι σε καλή ή επιθυμητή κατάσταση, το προστατεύω από τη φθορά ή την αλλοίωση: Ο ανελκυστήρας ~είται κάθε μήνα. Το εξοχικό μας θέλει πολλά έξοδα, για να το ~ούμε. Κάθε πότε ~είται ένα κλιματιστικό;|| Τρόφιμα που ~ούνται στο ψυγείο. 2. καλύπτω τις βασικές ανάγκες ενός ανθρώπου· γενικότ. φροντίζω, ώστε να συνεχίσει κάποιος ή κάτι να υπάρχει: Τον ~ούν ακόμη οι γονείς του. Εργάζεται σκληρά, γιατί έχει οικογένεια να ~ήσει. Ίδρυμα που ~είται με δωρεές. Βλ. αυτοσυντηρούμαι.|| (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) ~ μια κατάσταση. ~ούν την αντιπαράθεση/το μίσος. Η φήμη του ~είται χάρη σε ορισμένα δημοσιεύματα. Πβ. αναπαράγω, διαιωνίζω. [< αρχ. συντηρῶ, γαλλ. conserver]
49009σύντμησησύ-ντμη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΛΩΣΣ. απόδοση λέξης με βραχυγραφία ή αποκοπή συλλαβών: ~ του ονόματος/όρου/τίτλου. Βλ. ακρωνύμιο, αρκτικόλεξο. 2. (λόγ.) μείωση μεγέθους, έκτασης ή διάρκειας: ~ της διαδικασίας/του κειμένου/της προθεσμίας/του χρόνου. Πβ. βράχυνση, σύμπτυξη, συντόμευση. [< 2: μτγν. σύντμησις ‘συγκοπή’]
49011σύντομασύ-ντο-μα επίρρ. & (λόγ.) συντόμως 1. μετά από λίγο, σε μικρό χρονικό διάστημα: ~ θα έχουμε νέα/φτιάξουν τα πράγματα. Το νέο τεύχος κυκλοφορεί ~ στα περίπτερα. Επιστρέφω λίαν ~ως. Πρέπει ~ να βρεθεί λύση στο πρόβλημα. Η προθεσμία λήγει ~. Θα έρθω το συντομότερο δυνατόν. Πβ. προσεχώς, στο εγγύς μέλλον.|| Πώς μπορώ να φτάσω πιο ~ στην πλατεία; ΣΥΝ. γρήγορα (3), ταχιά (3) 2. με λίγα λόγια, συνοπτικά: Διηγούμαι/λέω/περιγράφω (κάτι) ~. ΣΥΝ. διά βραχέων, εν ολίγοις/δι' ολίγων, εν συντομία [< αρχ. συντόμως]
49012συντομευμένος, η, ο συ-ντο-μευ-μέ-νος επίθ.: που έχει περιοριστεί ως προς την έκταση ή τη χρονική του διάρκεια: ~ος: τίτλος. ~η: διαδικασία/διασκευή/έκδοση (βιβλίου· πβ. σύνοψη)/εκδοχή/μορφή/ονομασία. Πβ. περικεκομμένος, συνεπτυγμένος, συντετμημένος. ● επίρρ.: συντομευμένα ● βλ. συντομεύω
49013συντόμευσησυ-ντό-μευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. διαδικασία μείωσης της χρονικής διάρκειας ή της έκτασης: ~ διαδρομής/λέξης (πβ. σύντμηση). Απλοποίηση και ~ των γραφειοκρατικών διαδικασιών. Πβ. βράχυνση, σύμπτυξη. 2. ΠΛΗΡΟΦ. γρήγορος τρόπος εκτέλεσης εφαρμογής και συνεκδ. το αντίστοιχο στοιχείο που επιτελεί αυτή τη λειτουργία: ~ αρχείου/πληκτρολογίου/προγράμματος. Αντιγραφή/γραμμή/δημιουργία/εικονίδιο/λίστα/μενού/πλήκτρο ~εύσεων. ~ φακέλου στην επιφάνεια εργασίας. Πβ. σύνδεσμος. [< 1: γαλλ. abrégement 2: αγγλ. shortcut]
49014συντομεύωσυ-ντο-μεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {συντόμευ-σα, συντομεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -μένος, συντομεύ-οντας} 1. μειώνω, περιορίζω: ~ κείμενο/λόγο/ομιλία. Η διάνοιξη του νέου δρόμου ~ει (= ελαττώνει, μικραίνει) την απόσταση. Φάρμακο που ~ει την διάρκεια θεραπείας. Ο υπουργός ~σε την επίσκεψή του λόγω των συνθηκών. ΑΝΤ. μακραίνω (2), παρατείνω 2. ενεργώ γρήγορα, επισπεύδω: Ας ~ουμε (: βιαστούμε), γιατί θα χάσουμε το πλοίο. Συντόμευε με τη διήγησή σου. (επιτατ.) ~ετε παρακαλώ! Πβ. (επι)ταχύνω. ● βλ. συντομευμένος [< μτγν. συντομεύω ‘συντέμω, συγκόπτω’, γαλλ. abréger]
49015συντομίασυ-ντο-μί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του σύντομου: Διηγούμαι/λέω (κάτι) με ~. Το κείμενο χαρακτηρίζεται από ~ και σαφήνεια. Για λόγους ~ας. Πβ. βραχυλογία, λακωνικ-, συνοπτικ-ότητα.|| Θα πάμε από άλλη διαδρομή, για ~ (βλ. συντόμευση). ΣΥΝ. βραχύτητα ● ΦΡ.: εν συντομία (λόγ.): με λίγα λόγια. ΣΥΝ. εν περιλήψει, κοντολογίς, με λίγα/δυο λόγια ΑΝΤ. διά μακρών, χάριν συντομίας βλ. χάριν [< αρχ. συντομία ‘συνοπτικότητα, βραχυλογία’, γαλλ. brièveté]
49016συντομογραφίασυ-ντο-μο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): γραφή λέξεων ή φράσεων σε συνοπτική μορφή, με παράλειψη τμήματος ή τμημάτων για συντομία: ~ ονόματος/τίτλου. Πίνακας ~ών. ΚΔ είναι η ~ της Καινής Διαθήκης. Πβ. ακρωνύμιο, αρκτικόλεξο. Βλ. -γραφία, σύντμηση. ΣΥΝ. βραχυγραφία [< γαλλ. abréviation]
49017συντομογραφικός, ή, ό συ-ντο-μο-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη συντομογραφία: ~ή: απόδοση/μορφή (λέξης). ● επίρρ.: συντομογραφικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. abréviatif]
49018συντομογραφώ[συντομογραφῶ] συ-ντο-μο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {-είς ...| συντομογράφ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: αποδίδω με συντομογραφία: Ο όρος "Γενικός Διευθυντής" συχνά ~είται ως "Γ.Δ.". Βλ. -γραφώ.
49019σύντομος, η, ο σύ-ντο-μος επίθ. 1. που έχει μικρή, περιορισμένη έκταση ή χρονική διάρκεια: ~ος: δρόμος. ~η: διαδρομή (= κοντινή)/διακοπή/επίσκεψη/ζωή/παραμονή/περιήγηση/προθεσμία/συνάντηση. ~ο: (διαφημιστικό) διάλειμμα/ταξίδι/χρονοδιάγραμμα. ~ες: διακοπές. ~α: νέα. Πβ. βραχύς. ΑΝΤ. εκτενής, μακροσκελής 2. που εκφράζεται ή αποδίδεται με όσο το δυνατόν λιγότερες λέξεις, περιληπτικά: ~ος: διάλογος/ορισμός/χαιρετισμός. ~η: ανακοίνωση/ανασκόπηση/αναφορά/απάντηση/εισαγωγή/εισήγηση/έκθεση/εξήγηση/ερώτηση/ιστορία/παρουσίαση/περιγραφή. ~ο: γράμμα/γραπτό μήνυμα (= εσεμές)/δελτίο (ειδήσεων)/σχόλιο. ~ες: οδηγίες/πληροφορίες. ~ αλλά περιεκτικός λόγος. Πβ. λακων-, συνοπτ-ικός. ΑΝΤ. μακροσκελής.|| (για πρόσ.) Θα είμαι ~ στην ομιλία μου. Ήταν ~ και σαφής. ● ΦΡ.: το πιο σύντομο ανέκδοτο βλ. ανέκδοτο [< αρχ. σύντομος]
49020συντονίζωσυ-ντο-νί-ζω ρ. (μτβ.) {συντόνι-σα, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, συντονίζ-οντας, συντονι-σμένος} 1. ρυθμίζω και συνδυάζω τις ενέργειες και τη δράση ατόμων, ομάδας ή συστημάτων, για την επίτευξη κοινού στόχου ή αποτελέσματος: Σύλλογοι από όλο τον κόσμο ~ουν τις προσπάθειές τους για ... Ερευνητικό έργο/πρόγραμμα που ~εται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Βλ. εναρμονίζω.|| (ειδικότ., για συζήτηση, διευθύνω:) Την εκπομπή/συνέντευξη ~ει ο δημοσιογράφος ... Τις εργασίες του συνεδρίου θα ~σουν γνωστοί επιστήμονες. ΑΝΤ. αποσυντονίζω 2. ρυθμίζω τη συχνότητα ραδιοτηλεοπτικής συσκευής, κυκλώματος: ~ το ράδιο σε συγκεκριμένο σταθμό. Βλ. συντονισμένος.|| (για πρόσ.) Συντονιστείτε στο κανάλι ... 3. ΜΟΥΣ. (συνήθ. για μουσικό όργανο) πετυχαίνω τη συμφωνία ρυθμού και τόνου: Στην πρόβα οι μουσικοί θα ~σουν τα όργανά τους. Βλ. κουρδίζω. [< 1: γαλλ. coordonner 2: γαλλ. syntoniser, 1903, αγγλ. syntonise]
49021συντονισμένος, η, ο συ-ντο-νι-σμέ-νος επίθ. ΑΝΤ. ασυντόνιστος 1. που χαρακτηρίζεται από αρμονία, οργάνωση, συγχρονισμό και παρουσιάζει συνοχή: ~ος: αγώνας/έλεγχος/σχεδιασμός, ~η: αντίδραση/βοήθεια/διαχείριση/επιχείρηση/παρέμβαση/πολιτική/στρατηγική/συνεργασία. ~ο: πρόγραμμα/σχέδιο. ~ες: δραστηριότητες/ενέργειες/επιθέσεις/κινήσεις/προσπάθειες. ~α: μέτρα. ~η και στοχευμένη δράση. Πβ. οργανωμένος. Βλ. συστηματικός. 2. που έχει ρυθμιστεί στον ίδιο τόνο ή στην ίδια συχνότητα: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~α: κανάλια (τηλεόρασης)/κυκλώματα.|| (για πρόσ.) Είστε/μείνετε ~οι στον (ραδιοφωνικό) σταθμό ... ● επίρρ.: συντονισμένα
49022συντονισμόςσυ-ντο-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συντονίζω: ~ δράσης/δραστηριοτήτων/ενεργειών/εργασιών/έργου/έρευνας/κινήσεων/λειτουργίας/ομάδων/προγραμμάτων/προσπαθειών. ~ ύλης (σε εφημερίδα, περιοδικό). Υπό τον γενικό ~ό. ~ των πυροσβεστικών δυνάμεων για την αντιμετώπιση των πυρκαγιών. Πβ. εναρμόνιση.|| (ειδικότ., για συζήτηση) ~ εκπομπής/συνεδρίου/συνέντευξης.|| Ψηφιακός ~ καναλιών/ραδιοφώνου. Βλ. ρύθμιση.|| (ΜΟΥΣ.) ~ (μουσικών) οργάνων. Βλ. κούρδισμα. ΑΝΤ. αποσυντονισμός 2. ΦΥΣ. αύξηση πλάτους ταλάντωσης ενός συστήματος σε περίπτωση διέγερσης από εξωτερική πηγή με παραπλήσια συχνότητα: ~ κυκλωμάτων. Μαγνητικός ~. Βλ. -ισμός. [< 1: γαλλ. coordination 2: γαλλ. syntonisation, 1900]
49023συντονιστής, συντονίστριασυ-ντο-νι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που συντονίζει προσπάθεια, δραστηριότητα, έργο: επιστημονικός ~. ~ δικτύου/εκπαίδευσης/εκπαιδευτικού έργου/εκπομπής/εκστρατείας/ομάδας/πάνελ/(ερευνητικού) προγράμματος/σεμιναρίου/συζήτησης/τομέα/φόρουμ. ~ και διαχειριστής της έρευνας. 2. ΗΛΕΚΤΡ. {μόνο στο αρσ.} συσκευή συντονισμού ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών κυκλωμάτων: ~ κεραίας. [< 1: αγγλ. coordinator, γαλλ. coordinateur, 1955 2: γαλλ. syntonisateur, αγγλ. tuner]
49024συντονιστικός, ή, ό συ-ντο-νι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον συντονισμό: ~ός: ρόλος. ~ή: γραμματεία/δράση/επιτροπή. ~ό: γραφείο/ίδρυμα/κέντρο/συμβούλιο. Ο φορέας έχει ~ό χαρακτήρα. Βλ. επιτελικός.|| (ως ουσ.) Συνήλθε το ~ό (ενν. όργανο) της σχολής. ● επίρρ.: συντονιστικά [< γαλλ. coordonnateur, 1955]
49025σύντονος, η, ο σύ-ντο-νος επίθ. (λόγ.): που γίνεται με εντατικούς ρυθμούς: ~η: άσκηση/δράση/προσπάθεια. ~α: μέτρα. ● επίρρ.: σύντονα [< αρχ. σύντονος]
49026συντοπίτηςσυ-ντο-πί-της ουσ. (αρσ.) , συντοπίτισσα (η): πρόσωπο που κατάγεται από την ίδια περιοχή, κυρ. πόλη ή χωριό, με άλλον ή άλλους. Πβ. συμπατριώτης, συγχωριανός. Βλ. -ίτης1. [< μεσν. συντοπίτης]
49028συντριβήσυ-ντρι-βή ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) συντριπτική ήττα ή βαθιά οδύνη: εκλογική/πολιτική ~. ~ του αντιπάλου/της αντίστασης/της εξουσίας/του εχθρού/της ομάδας/του στρατού. Πβ. βατερλό, κατα-νίκηση, -τρόπωση, πανωλεθρία.|| Συναισθηματική/ψυχική ~. Πβ. εξουθένωση, καταρράκωση, σπαραγμός. 2. διάλυση σε κομμάτια, ολοκληρωτική καταστροφή: ~ αεροσκάφους/αυτοκινήτου. Πβ. θρυμματισμός, σύνθλιψη. [< 2: μτγν. συντριβή]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.