| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48995 | σύντηγμα | σύ-ντηγ-μα ουσ. (ουδ.) {συντήγμ-ατος} (επιστ.): κράμα και γενικότ. οτιδήποτε παράγεται με σύντηξη: ~ατα νικελίου/σιδήρου. [< αρχ. σύντηγμα] | |
| 48996 | συντήκω | συ-ντή-κω ρ. (μτβ.) {συν-έτηξα, -τήξει, -τήχθηκε, -τηχθεί, -τετηγμένος} (επιστ.): επιφέρω ολοκληρωτική τήξη, λιώνω μαζί διάφορα υλικά: Τα μέταλλα ~ονται για την παραγωγή κραμάτων. [< αρχ. συντήκω] | |
| 48997 | σύντηξη | σύ-ντη-ξη ουσ. (θηλ.) (επιστ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του συντήκω και κυρ. ειδικότ. η ένωση ελαφρών ατομικών πυρήνων για τον σχηματισμό βαρύτερων με ταυτόχρονη απελευθέρωση μεγάλης ποσότητας ενέργειας: ~ μετάλλων.|| (ΦΥΣ. ΠΥΡ.) Ελεγχόμενη/θερμή/ψυχρή ~. ~ ισοτόπων υδρογόνου. Αντιδραστήρας/κατάλοιπα ~ης. Θερμοπυρηνική ~ του Ήλιου.|| (ΒΙΟΛ.) ~ κυττάρων.|| (μτφ.) ~ διαφορετικών παραδόσεων/πολιτιστικών στοιχείων. Πβ. μείξη, κράμα. ● ΣΥΜΠΛ.: πυρηνική σύντηξη βλ. πυρηνικός [< αρχ. σύντηξις, αγγλ. fusion, 1947, γαλλ. ~. ] | |
| 48998 | συντήρηση | συ-ντή-ρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. διατήρηση πράγματος σε καλή ή επιθυμητή κατάσταση ή/και λειτουργία και οι σχετικές ενέργειες: ~ αυτοκινήτου/δέρματος/(εθνικού) δικτύου/δρόμων/εξοπλισμού/ιστοσελίδων/καυστήρα/κλιματιστικού/οδών/σκάφους/σπιτιού/υπολογιστών. ~ήσεις ανελκυστήρων/κήπων/πάρκων. Προληπτική/συστηματική/τακτική ~ μηχανών. Γραφείο/εργασίες/κόστος/οδηγίες/πρόγραμμα ~ης. Βλ. τηλε~.|| (μτφ.) Η ~ της εθνικής μας παράδοσης. Πβ. αναπαραγωγή, διάσωση.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ., ειδικότ. επισκευή και αποκατάσταση φθορών σε μνημεία ή έργα τέχνης) ~ κτιρίων/ναών/οικισμού/πίνακα/τοιχογραφιών. Διεύθυνση ~ης Αρχαιοτήτων. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. τρόποι ή/και μέθοδοι προστασίας των τροφίμων από αλλοίωση και συνεκδ. ο χώρος του ψυγείου όπου αυτά διατηρούνται χωρίς να καταψύχονται: ~ κρασιού/κρεάτων. Βλ. κρυο~.|| Βάλε τα φρούτα στη ~. ~ τροφίμων (= διατήρηση). Βλ. κατάψυξη. 3. ΠΟΛΙΤ. (συνήθ. μειωτ.) σύνολο αντιλήψεων, θεσμών, ιδεών που βασίζονται σε παραδοσιακές αξίες και δομές και συνήθ. αντιτίθενται στην πρόοδο και την εξέλιξη: δυνάμεις/εκπρόσωπος/εκφραστής/εχθρός/υπερασπιστής/υπέρμαχος/φορέας (της) ~ης. ΣΥΝ. αναχρονισμός (1), οπισθοδρομικότητα, συντηρητισμός 4. κάλυψη των βασικών αναγκών ενός ανθρώπου, επιβίωση· κατ' επέκτ. συνέχιση, διαιώνιση: Αναλαμβάνω/εξασφαλίζω την ~ κάποιου. Δυσκολίες/έξοδα/μέσα ~ης. Βλ. αυτο~.|| ~ κατάστασης/κλίματος/φημολογίας. [< μτγν. συντήρησις ‘διατήρηση’, γαλλ. conservation] | |
| 48999 | συντηρήσιμος | , η, ο συ-ντη-ρή-σι-μος επίθ. (επιστ.): που μπορεί να συντηρηθεί: ~α: προϊόντα/συστήματα.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~η: ανάκαμψη/ανάπτυξη.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ος: κώδικας.|| (ΑΡΧΙΤ.) Βιώσιμη και ~η κτιριακή κατασκευή. Πβ. διατηρήσιμος. [< αγγλ. maintainable] | |
| 49000 | συντηρησιμότητα | συ-ντη-ρη-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του συντηρήσιμου: ~ κτιρίων/τροφίμων (= διατηρησιμότητα). Βλ. -ότητα. | |
| 49001 | συντηρητής, συντηρήτρια | συ-ντη-ρη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): ειδικευμένος τεχνίτης που διατηρεί κάτι σε καλή ή επιθυμητή κατάσταση ή/και λειτουργία: ~ ανελκυστήρων/καυστήρων/κτιρίου/μηχανών. ~ ηλεκτρολόγος.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ.) (ειδικότ. για μνημεία ή δημιουργίες τέχνης: που επισκευάζει και αποκαθιστά φθορές) ~ αγιογραφιών/πινάκων/τοιχογραφιών/ψηφιδωτών. Δουλεύει (ως)/σπουδάζει ~τρια αρχαιοτήτων και έργων τέχνης. [< μεσν. συντηρητής, γαλλ. conservateur] | |
| 49002 | συντηρητικά | συ-ντη-ρη-τι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. συντηρητικό}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. φυσικές ή χημικές ουσίες που προστίθενται σε τρόφιμα για την προστασία τους από αλλοίωση, καθώς και για την αύξηση του χρόνου ασφαλούς κατανάλωσής τους: κονσέρβα/κρασί/μαρμελάδα/σάλτσα/χυμός με/χωρίς ~. Τα ~ αναφέρονται με τους κωδικούς Ε200 έως Ε299. Το διοξείδιο του θείου αποτελεί σύνηθες ~ό. Βλ. πρόσθετα (τροφίμων).|| ~ό βαφής/βερνικιού/μπογιάς/ξύλου/χρώματος. [< γαλλ. conservateurs, αγγλ. preservatives] | |
| 49003 | συντηρητικοποίηση | συ-ντη-ρη-τι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): διαδικασία με την οποία η κοινωνία ή τμήμα της αποκτούν συντηρητικό χαρακτήρα: έντονη/κοινωνική/πολιτική ~. ~ της νεολαίας/των πολιτών. Βλ. συντηρητικότητα, συντηρητισμός. ΑΝΤ. προοδευτισμός, φιλελευθεροποίηση, -ποίηση. | |
| 49004 | συντηρητικός | , ή, ό συ-ντη-ρη-τι-κός επίθ. 1. που ακολουθεί παραδοσιακές αξίες και την καθιερωμένη τάξη πραγμάτων και συνήθ. αντιτίθεται στις μεγάλες αλλαγές: ~ός: λόγος/τρόπος ζωής/χαρακτήρας. ~ή: εποχή/θεώρηση/κοινωνία/νοοτροπία/πράξη/πρόταση/στάση/συμπεριφορά. ~ό: καθεστώς/κοινό/περιβάλλον/πνεύμα. ~ές: αντιλήψεις/αποφάσεις/ενέργειες/επιλογές/θέσεις/ιδέες. Είναι ~ στις απόψεις του.|| (ΠΟΛΙΤ.) ~ή: εφημερίδα/κυβέρνηση/μερίδα/παράταξη/πτέρυγα. ~ό: κόμμα. ~οί: ψηφοφόροι. (ως ουσ.) Ήττα/νίκη των ~ών. Βλ. νεο~, υπερ~. ΣΥΝ. αναχρονιστικός, οπισθοδρομικός ΑΝΤ. εικονοκλαστικός, καινοτόμος, προοδευτικός (1) 2. που χαρακτηρίζεται από μέτρο, περίσκεψη, έλλειψη ρίσκου: ~ή: διαχείριση (οικονομικών)/ζωή. Βλ. συγκρατημένος, φειδωλός.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: αγωγή/αντιμετώπιση (νόσου)/θεραπεία (: με φάρμακα ή άλλους τρόπους, χωρίς εγχείρηση). Βλ. ήπιος. 3. που σχετίζεται με τη συντήρηση κάποιου πράγματος: ~ές: εργασίες.|| ~ές: ουσίες (= συντηρητικά). ● επίρρ.: συντηρητικά ● ΣΥΜΠΛ.: συντηρητική κατάσχεση βλ. κατάσχεση [< μτγν. συντηρητικός, γαλλ. conservateur, αγγλ. conservative] | |
| 49005 | συντηρητικότητα | συ-ντη-ρη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συντηρητισμός: ακαδημαϊκή/βαθιά/ενδυματολογική/κοινωνική/πολιτική/σεξουαλική ~. ~ της γραφής/των παραδόσεων. Δεν άντεχε τη ~ της οικογένειάς του (βλ. πουριτανισμός). Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. αντιδραστικότητα (1) ΑΝΤ. καινοτομία, προοδευτικότητα (1) | |
| 49006 | συντηρητικούρα | συ-ντη-ρη-τι-κού-ρα ουσ. (θηλ.) (αργκό) 1. & συντηρητικούρας (ο): συντηρητικός άνθρωπος: Είναι νέο παιδί, αλλά πολύ ~. Πβ. οπισθοδρομικός. Βλ. -ούρα2. 2. συντηρητισμός: Είναι μέσα στη ~. Η ~ των απόψεών του. Βλ. αναχρονισμός. | |
| 49007 | συντηρητισμός | συ-ντη-ρη-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ιδεολογία, στάση ζωής που χαρακτηρίζεται από προσκόλληση στην παράδοση, σε παλαιά πρότυπα, ξεπερασμένες αντιλήψεις και συμπεριφορές: άκρατος/κοινωνικός/πολιτικός ~. Πβ. αναχρονισμός, οπισθοδρομικότητα. Βλ. -ισμός, νεο~, υπερ~. ΣΥΝ. αντιδραστικότητα (1), συντηρητικότητα ΑΝΤ. προοδευτικότητα (1) [< γαλλ. conservatisme] | |
| 49008 | συντηρώ | [συντηρῶ] συ-ντη-ρώ ρ. (μτβ.) {συντηρ-είς ..., -ώντας | συντήρ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} 1. διατηρώ κάτι σε καλή ή επιθυμητή κατάσταση, το προστατεύω από τη φθορά ή την αλλοίωση: Ο ανελκυστήρας ~είται κάθε μήνα. Το εξοχικό μας θέλει πολλά έξοδα, για να το ~ούμε. Κάθε πότε ~είται ένα κλιματιστικό;|| Τρόφιμα που ~ούνται στο ψυγείο. 2. καλύπτω τις βασικές ανάγκες ενός ανθρώπου· γενικότ. φροντίζω, ώστε να συνεχίσει κάποιος ή κάτι να υπάρχει: Τον ~ούν ακόμη οι γονείς του. Εργάζεται σκληρά, γιατί έχει οικογένεια να ~ήσει. Ίδρυμα που ~είται με δωρεές. Βλ. αυτοσυντηρούμαι.|| (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) ~ μια κατάσταση. ~ούν την αντιπαράθεση/το μίσος. Η φήμη του ~είται χάρη σε ορισμένα δημοσιεύματα. Πβ. αναπαράγω, διαιωνίζω. [< αρχ. συντηρῶ, γαλλ. conserver] | |
| 49009 | σύντμηση | σύ-ντμη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΛΩΣΣ. απόδοση λέξης με βραχυγραφία ή αποκοπή συλλαβών: ~ του ονόματος/όρου/τίτλου. Βλ. ακρωνύμιο, αρκτικόλεξο. 2. (λόγ.) μείωση μεγέθους, έκτασης ή διάρκειας: ~ της διαδικασίας/του κειμένου/της προθεσμίας/του χρόνου. Πβ. βράχυνση, σύμπτυξη, συντόμευση. [< 2: μτγν. σύντμησις ‘συγκοπή’] | |
| 49011 | σύντομα | σύ-ντο-μα επίρρ. & (λόγ.) συντόμως 1. μετά από λίγο, σε μικρό χρονικό διάστημα: ~ θα έχουμε νέα/φτιάξουν τα πράγματα. Το νέο τεύχος κυκλοφορεί ~ στα περίπτερα. Επιστρέφω λίαν ~ως. Πρέπει ~ να βρεθεί λύση στο πρόβλημα. Η προθεσμία λήγει ~. Θα έρθω το συντομότερο δυνατόν. Πβ. προσεχώς, στο εγγύς μέλλον.|| Πώς μπορώ να φτάσω πιο ~ στην πλατεία; ΣΥΝ. γρήγορα (3), ταχιά (3) 2. με λίγα λόγια, συνοπτικά: Διηγούμαι/λέω/περιγράφω (κάτι) ~. ΣΥΝ. διά βραχέων, εν ολίγοις/δι' ολίγων, εν συντομία [< αρχ. συντόμως] | |
| 49012 | συντομευμένος | , η, ο συ-ντο-μευ-μέ-νος επίθ.: που έχει περιοριστεί ως προς την έκταση ή τη χρονική του διάρκεια: ~ος: τίτλος. ~η: διαδικασία/διασκευή/έκδοση (βιβλίου· πβ. σύνοψη)/εκδοχή/μορφή/ονομασία. Πβ. περικεκομμένος, συνεπτυγμένος, συντετμημένος. ● επίρρ.: συντομευμένα ● βλ. συντομεύω | |
| 49013 | συντόμευση | συ-ντό-μευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. διαδικασία μείωσης της χρονικής διάρκειας ή της έκτασης: ~ διαδρομής/λέξης (πβ. σύντμηση). Απλοποίηση και ~ των γραφειοκρατικών διαδικασιών. Πβ. βράχυνση, σύμπτυξη. 2. ΠΛΗΡΟΦ. γρήγορος τρόπος εκτέλεσης εφαρμογής και συνεκδ. το αντίστοιχο στοιχείο που επιτελεί αυτή τη λειτουργία: ~ αρχείου/πληκτρολογίου/προγράμματος. Αντιγραφή/γραμμή/δημιουργία/εικονίδιο/λίστα/μενού/πλήκτρο ~εύσεων. ~ φακέλου στην επιφάνεια εργασίας. Πβ. σύνδεσμος. [< 1: γαλλ. abrégement 2: αγγλ. shortcut] | |
| 49014 | συντομεύω | συ-ντο-μεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {συντόμευ-σα, συντομεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -μένος, συντομεύ-οντας} 1. μειώνω, περιορίζω: ~ κείμενο/λόγο/ομιλία. Η διάνοιξη του νέου δρόμου ~ει (= ελαττώνει, μικραίνει) την απόσταση. Φάρμακο που ~ει την διάρκεια θεραπείας. Ο υπουργός ~σε την επίσκεψή του λόγω των συνθηκών. ΑΝΤ. μακραίνω (2), παρατείνω 2. ενεργώ γρήγορα, επισπεύδω: Ας ~ουμε (: βιαστούμε), γιατί θα χάσουμε το πλοίο. Συντόμευε με τη διήγησή σου. (επιτατ.) ~ετε παρακαλώ! Πβ. (επι)ταχύνω. ● βλ. συντομευμένος [< μτγν. συντομεύω ‘συντέμω, συγκόπτω’, γαλλ. abréger] | |
| 49015 | συντομία | συ-ντο-μί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του σύντομου: Διηγούμαι/λέω (κάτι) με ~. Το κείμενο χαρακτηρίζεται από ~ και σαφήνεια. Για λόγους ~ας. Πβ. βραχυλογία, λακωνικ-, συνοπτικ-ότητα.|| Θα πάμε από άλλη διαδρομή, για ~ (βλ. συντόμευση). ΣΥΝ. βραχύτητα ● ΦΡ.: εν συντομία (λόγ.): με λίγα λόγια. ΣΥΝ. εν περιλήψει, κοντολογίς, με λίγα/δυο λόγια ΑΝΤ. διά μακρών, χάριν συντομίας βλ. χάριν [< αρχ. συντομία ‘συνοπτικότητα, βραχυλογία’, γαλλ. brièveté] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ