| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 49016 | συντομογραφία | συ-ντο-μο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): γραφή λέξεων ή φράσεων σε συνοπτική μορφή, με παράλειψη τμήματος ή τμημάτων για συντομία: ~ ονόματος/τίτλου. Πίνακας ~ών. ΚΔ είναι η ~ της Καινής Διαθήκης. Πβ. ακρωνύμιο, αρκτικόλεξο. Βλ. -γραφία, σύντμηση. ΣΥΝ. βραχυγραφία [< γαλλ. abréviation] | |
| 49017 | συντομογραφικός | , ή, ό συ-ντο-μο-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη συντομογραφία: ~ή: απόδοση/μορφή (λέξης). ● επίρρ.: συντομογραφικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. abréviatif] | |
| 49018 | συντομογραφώ | [συντομογραφῶ] συ-ντο-μο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {-είς ...| συντομογράφ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: αποδίδω με συντομογραφία: Ο όρος "Γενικός Διευθυντής" συχνά ~είται ως "Γ.Δ.". Βλ. -γραφώ. | |
| 49019 | σύντομος | , η, ο σύ-ντο-μος επίθ. 1. που έχει μικρή, περιορισμένη έκταση ή χρονική διάρκεια: ~ος: δρόμος. ~η: διαδρομή (= κοντινή)/διακοπή/επίσκεψη/ζωή/παραμονή/περιήγηση/προθεσμία/συνάντηση. ~ο: (διαφημιστικό) διάλειμμα/ταξίδι/χρονοδιάγραμμα. ~ες: διακοπές. ~α: νέα. Πβ. βραχύς. ΑΝΤ. εκτενής, μακροσκελής 2. που εκφράζεται ή αποδίδεται με όσο το δυνατόν λιγότερες λέξεις, περιληπτικά: ~ος: διάλογος/ορισμός/χαιρετισμός. ~η: ανακοίνωση/ανασκόπηση/αναφορά/απάντηση/εισαγωγή/εισήγηση/έκθεση/εξήγηση/ερώτηση/ιστορία/παρουσίαση/περιγραφή. ~ο: γράμμα/γραπτό μήνυμα (= εσεμές)/δελτίο (ειδήσεων)/σχόλιο. ~ες: οδηγίες/πληροφορίες. ~ αλλά περιεκτικός λόγος. Πβ. λακων-, συνοπτ-ικός. ΑΝΤ. μακροσκελής.|| (για πρόσ.) Θα είμαι ~ στην ομιλία μου. Ήταν ~ και σαφής. ● ΦΡ.: το πιο σύντομο ανέκδοτο βλ. ανέκδοτο [< αρχ. σύντομος] | |
| 49020 | συντονίζω | συ-ντο-νί-ζω ρ. (μτβ.) {συντόνι-σα, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, συντονίζ-οντας, συντονι-σμένος} 1. ρυθμίζω και συνδυάζω τις ενέργειες και τη δράση ατόμων, ομάδας ή συστημάτων, για την επίτευξη κοινού στόχου ή αποτελέσματος: Σύλλογοι από όλο τον κόσμο ~ουν τις προσπάθειές τους για ... Ερευνητικό έργο/πρόγραμμα που ~εται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Βλ. εναρμονίζω.|| (ειδικότ., για συζήτηση, διευθύνω:) Την εκπομπή/συνέντευξη ~ει ο δημοσιογράφος ... Τις εργασίες του συνεδρίου θα ~σουν γνωστοί επιστήμονες. ΑΝΤ. αποσυντονίζω 2. ρυθμίζω τη συχνότητα ραδιοτηλεοπτικής συσκευής, κυκλώματος: ~ το ράδιο σε συγκεκριμένο σταθμό. Βλ. συντονισμένος.|| (για πρόσ.) Συντονιστείτε στο κανάλι ... 3. ΜΟΥΣ. (συνήθ. για μουσικό όργανο) πετυχαίνω τη συμφωνία ρυθμού και τόνου: Στην πρόβα οι μουσικοί θα ~σουν τα όργανά τους. Βλ. κουρδίζω. [< 1: γαλλ. coordonner 2: γαλλ. syntoniser, 1903, αγγλ. syntonise] | |
| 49021 | συντονισμένος | , η, ο συ-ντο-νι-σμέ-νος επίθ. ΑΝΤ. ασυντόνιστος 1. που χαρακτηρίζεται από αρμονία, οργάνωση, συγχρονισμό και παρουσιάζει συνοχή: ~ος: αγώνας/έλεγχος/σχεδιασμός, ~η: αντίδραση/βοήθεια/διαχείριση/επιχείρηση/παρέμβαση/πολιτική/στρατηγική/συνεργασία. ~ο: πρόγραμμα/σχέδιο. ~ες: δραστηριότητες/ενέργειες/επιθέσεις/κινήσεις/προσπάθειες. ~α: μέτρα. ~η και στοχευμένη δράση. Πβ. οργανωμένος. Βλ. συστηματικός. 2. που έχει ρυθμιστεί στον ίδιο τόνο ή στην ίδια συχνότητα: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~α: κανάλια (τηλεόρασης)/κυκλώματα.|| (για πρόσ.) Είστε/μείνετε ~οι στον (ραδιοφωνικό) σταθμό ... ● επίρρ.: συντονισμένα | |
| 49022 | συντονισμός | συ-ντο-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συντονίζω: ~ δράσης/δραστηριοτήτων/ενεργειών/εργασιών/έργου/έρευνας/κινήσεων/λειτουργίας/ομάδων/προγραμμάτων/προσπαθειών. ~ ύλης (σε εφημερίδα, περιοδικό). Υπό τον γενικό ~ό. ~ των πυροσβεστικών δυνάμεων για την αντιμετώπιση των πυρκαγιών. Πβ. εναρμόνιση.|| (ειδικότ., για συζήτηση) ~ εκπομπής/συνεδρίου/συνέντευξης.|| Ψηφιακός ~ καναλιών/ραδιοφώνου. Βλ. ρύθμιση.|| (ΜΟΥΣ.) ~ (μουσικών) οργάνων. Βλ. κούρδισμα. ΑΝΤ. αποσυντονισμός 2. ΦΥΣ. αύξηση πλάτους ταλάντωσης ενός συστήματος σε περίπτωση διέγερσης από εξωτερική πηγή με παραπλήσια συχνότητα: ~ κυκλωμάτων. Μαγνητικός ~. Βλ. -ισμός. [< 1: γαλλ. coordination 2: γαλλ. syntonisation, 1900] | |
| 49023 | συντονιστής, συντονίστρια | συ-ντο-νι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που συντονίζει προσπάθεια, δραστηριότητα, έργο: επιστημονικός ~. ~ δικτύου/εκπαίδευσης/εκπαιδευτικού έργου/εκπομπής/εκστρατείας/ομάδας/πάνελ/(ερευνητικού) προγράμματος/σεμιναρίου/συζήτησης/τομέα/φόρουμ. ~ και διαχειριστής της έρευνας. 2. ΗΛΕΚΤΡ. {μόνο στο αρσ.} συσκευή συντονισμού ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών κυκλωμάτων: ~ κεραίας. [< 1: αγγλ. coordinator, γαλλ. coordinateur, 1955 2: γαλλ. syntonisateur, αγγλ. tuner] | |
| 49024 | συντονιστικός | , ή, ό συ-ντο-νι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον συντονισμό: ~ός: ρόλος. ~ή: γραμματεία/δράση/επιτροπή. ~ό: γραφείο/ίδρυμα/κέντρο/συμβούλιο. Ο φορέας έχει ~ό χαρακτήρα. Βλ. επιτελικός.|| (ως ουσ.) Συνήλθε το ~ό (ενν. όργανο) της σχολής. ● επίρρ.: συντονιστικά [< γαλλ. coordonnateur, 1955] | |
| 49025 | σύντονος | , η, ο σύ-ντο-νος επίθ. (λόγ.): που γίνεται με εντατικούς ρυθμούς: ~η: άσκηση/δράση/προσπάθεια. ~α: μέτρα. ● επίρρ.: σύντονα [< αρχ. σύντονος] | |
| 49026 | συντοπίτης | συ-ντο-πί-της ουσ. (αρσ.) , συντοπίτισσα (η): πρόσωπο που κατάγεται από την ίδια περιοχή, κυρ. πόλη ή χωριό, με άλλον ή άλλους. Πβ. συμπατριώτης, συγχωριανός. Βλ. -ίτης1. [< μεσν. συντοπίτης] | |
| 49028 | συντριβή | συ-ντρι-βή ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) συντριπτική ήττα ή βαθιά οδύνη: εκλογική/πολιτική ~. ~ του αντιπάλου/της αντίστασης/της εξουσίας/του εχθρού/της ομάδας/του στρατού. Πβ. βατερλό, κατα-νίκηση, -τρόπωση, πανωλεθρία.|| Συναισθηματική/ψυχική ~. Πβ. εξουθένωση, καταρράκωση, σπαραγμός. 2. διάλυση σε κομμάτια, ολοκληρωτική καταστροφή: ~ αεροσκάφους/αυτοκινήτου. Πβ. θρυμματισμός, σύνθλιψη. [< 2: μτγν. συντριβή] | |
| 49029 | συντρίβω | συ-ντρί-βω ρ. (μτβ.) {σύντρι-ψε (λόγ.) συνέτρι-ψε, συντρί-ψει, -φτηκε κ. -φθηκε (λόγ.) συνετρίβη, συνετρίβησαν, συντριβεί κ. συντρι-φτεί, (λόγ.) συντετριμμένος, συντρίβ-οντας} (λόγ.) 1. (μτφ.) κατατροπώνω, εξολοθρεύω ή διαλύω ψυχικά: Η Εθνική Ομάδα ποδοσφαίρου ~ψε τους αντιπάλους της με 5-0. Ο αθλητής ~ψε το παγκόσμιο ρεκόρ. Ο στρατός ~ψε τις ξένες δυνάμεις. Έχει ως στόχο να ~ψει τους εχθρούς του. Πβ. εκμηδενίζω, κατανικώ, κατα~.|| Ο χωρισμός τους τον ~ψε. Πβ. καταρρακώνω. 2. καταστρέφω ολοσχερώς, συνθλίβω: Το δέντρο ~ψε τη στέγη του σπιτιού. Συνετρίβη αεροπλάνο/ελικόπτερο σε βουνοπλαγιά.|| Ο βόας ~ει (= θρυμματίζει) τα κόκαλα της λείας του. ΣΥΝ. κατακομματιάζω, σμπαραλιάζω (1), τσακίζω (1) ● βλ. συντετριμμένος [< 2: αρχ. συντρίβω] | |
| 49030 | σύντριμμα | σύ-ντριμ-μα ουσ. (ουδ.) {συντρίμμ-ατος} (επίσ.) 1. θρύψαλο από συντρίμμια: ~ατα του ναυαγίου. 2. ΟΙΚΟΔ. ψιλό χαλίκι, γαρμπίλι: πλυμένο ~. [< πβ. αρχ. σύντριμμα ‘κάταγμα, συμφορά, καταστροφή’] | |
| 49031 | συντρίμμια | συ-ντρίμ-μια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. συντρίμμι} 1. μικροσκοπικά κομμάτια, θραύσματα από κάτι που έχει συντριβεί, ερείπια: ~ αυτοκινήτου/ελικοπτέρου/κτιρίου. Ο πόλεμος άφησε πίσω του μόνο ~. Εντοπίστηκαν σε βουνοπλαγιά τα ~ του αεροσκάφους. Ανασύρθηκε ζωντανή από τα ~ του σεισμού (βλ. χάλασμα).|| (μτφ.) Όνειρα/σχέδια που έγιναν ~. Πβ. θρύψαλο, σμπαράλια. 2. (μτφ., για πρόσ.) που έχει υποστεί ψυχική συντριβή, εξουθένωση: Την εγκατέλειψε και την έκανε ~. Ύστερα από την αποτυχία του ήταν σωστό συντρίμμι. Πβ. κουρέλι, ράκος. | |
| 49032 | συντριπτικός | , ή, ό συ-ντρι-πτι-κός επίθ. (επιτατ.): που είναι ανώτερος όλων ή που προκαλεί συντριβή: ~ός: αριθμός/όγκος. ~ή: επικράτηση/επιτυχία/νίκη (= κατά κράτος)/πλειονότητα/πλειοψηφία/υπεροπλία/υπεροχή. ~ό: αποτέλεσμα/προβάδισμα.|| ~ές: αποδείξεις. ~ά: επιχειρήματα/στοιχεία. Πβ. αδιάσειστος, ακλόνητος.|| Σε ~ό βαθμό/ποσοστό.|| ~ή: ήττα (πβ. παταγώδης αποτυχία). ~ό: πλήγμα/χτύπημα. ~ές: απώλειες. Πβ. καταστροφικός, ολέθριος. ● επίρρ.: συντριπτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: συντριπτικό κάταγμα: ΙΑΤΡ. κατά το οποίο το οστό έχει σπάσει σε δύο ή περισσότερα μικρά κομμάτια: ~ ~ κλείδας/κνήμης/λεκάνης/περόνης. [< μεσν. συντριπτικός] | |
| 49033 | συντροφεύω | συ-ντρο-φεύ-ω ρ. (μτβ.) {συντρόφευ-σε (προφ.) συντρόφε-ψε, συντροφεύ-σει (προφ.) συντροφέ-ψει, συντροφεύ-οντας, -μένος} : κάνω παρέα σε κάποιον, τον συνοδεύω ή κάνω τα ίδια πράγματα μαζί του: ~ει τον αδελφό του στο διάβασμα. Δεν έχω κανέναν να με ~ψει στις βόλτες μου. Πβ. συνοδεύω.|| (μτφ.) Η ευχή μου να σε ~ει πάντα. Την τραγουδίστρια θα ~ψει (= ακομπανιάρει) επί σκηνής ο μουσικός ... Ένα βιβλίο την ~σε στο πολύωρο ταξίδι της. Πβ. ακολουθώ. [< μεσν. συντροφεύω] | |
| 49034 | συντρόφι | συ-ντρό-φι ουσ. (ουδ.) (αργκό) : σύντροφος, φίλος. | |
| 49035 | συντροφιά | συ-ντρο-φιά ουσ. (θηλ.) 1. στενή επαφή, συναναστροφή μεταξύ προσώπων: Θα μου κάνεις/κρατήσεις ~; Δεν έχω κανέναν για ~. Πβ. συγχρωτισμός.|| Οικόσιτα ζώα ~ιάς.|| (ως επίρρ.) Πάμε στα μαγαζιά ~ (: μαζί); ~ με ένα βιβλίο.|| Αντρική/γυναικεία/ερωτική/πληρωμένη ~ (βλ. κονσομασιόν). 2. φιλική παρέα ή κύκλος προσώπων που συναντιούνται για κοινή δραστηριότητα: καλή/νεανική/παιδική/φιλική/χαρούμενη ~. ~ συναδέλφων/συνομηλίκων. Τα παιδιά πηγαίνουν ~ιές ~ιές να πουν τα κάλαντα. Πβ. ομήγυρη.|| Θεατρική/λογοτεχνική/μουσική/φιλολογική ~. [< μεσν. συντροφιά, γαλλ. compagnie] | |
| 49036 | συντροφία | συ-ντρο-φί-α ουσ. (θηλ.): μορφή οικονομικής και εμπορικής συνεργασίας. ΣΥΝ. ΣΙΑ1 (1) [< μτγν. συντροφία 'συναναστροφή', γαλλ. compagnie] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ