| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 49029 | συντρίβω | συ-ντρί-βω ρ. (μτβ.) {σύντρι-ψε (λόγ.) συνέτρι-ψε, συντρί-ψει, -φτηκε κ. -φθηκε (λόγ.) συνετρίβη, συνετρίβησαν, συντριβεί κ. συντρι-φτεί, (λόγ.) συντετριμμένος, συντρίβ-οντας} (λόγ.) 1. (μτφ.) κατατροπώνω, εξολοθρεύω ή διαλύω ψυχικά: Η Εθνική Ομάδα ποδοσφαίρου ~ψε τους αντιπάλους της με 5-0. Ο αθλητής ~ψε το παγκόσμιο ρεκόρ. Ο στρατός ~ψε τις ξένες δυνάμεις. Έχει ως στόχο να ~ψει τους εχθρούς του. Πβ. εκμηδενίζω, κατανικώ, κατα~.|| Ο χωρισμός τους τον ~ψε. Πβ. καταρρακώνω. 2. καταστρέφω ολοσχερώς, συνθλίβω: Το δέντρο ~ψε τη στέγη του σπιτιού. Συνετρίβη αεροπλάνο/ελικόπτερο σε βουνοπλαγιά.|| Ο βόας ~ει (= θρυμματίζει) τα κόκαλα της λείας του. ΣΥΝ. κατακομματιάζω, σμπαραλιάζω (1), τσακίζω (1) ● βλ. συντετριμμένος [< 2: αρχ. συντρίβω] | |
| 49030 | σύντριμμα | σύ-ντριμ-μα ουσ. (ουδ.) {συντρίμμ-ατος} (επίσ.) 1. θρύψαλο από συντρίμμια: ~ατα του ναυαγίου. 2. ΟΙΚΟΔ. ψιλό χαλίκι, γαρμπίλι: πλυμένο ~. [< πβ. αρχ. σύντριμμα ‘κάταγμα, συμφορά, καταστροφή’] | |
| 49031 | συντρίμμια | συ-ντρίμ-μια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. συντρίμμι} 1. μικροσκοπικά κομμάτια, θραύσματα από κάτι που έχει συντριβεί, ερείπια: ~ αυτοκινήτου/ελικοπτέρου/κτιρίου. Ο πόλεμος άφησε πίσω του μόνο ~. Εντοπίστηκαν σε βουνοπλαγιά τα ~ του αεροσκάφους. Ανασύρθηκε ζωντανή από τα ~ του σεισμού (βλ. χάλασμα).|| (μτφ.) Όνειρα/σχέδια που έγιναν ~. Πβ. θρύψαλο, σμπαράλια. 2. (μτφ., για πρόσ.) που έχει υποστεί ψυχική συντριβή, εξουθένωση: Την εγκατέλειψε και την έκανε ~. Ύστερα από την αποτυχία του ήταν σωστό συντρίμμι. Πβ. κουρέλι, ράκος. | |
| 49032 | συντριπτικός | , ή, ό συ-ντρι-πτι-κός επίθ. (επιτατ.): που είναι ανώτερος όλων ή που προκαλεί συντριβή: ~ός: αριθμός/όγκος. ~ή: επικράτηση/επιτυχία/νίκη (= κατά κράτος)/πλειονότητα/πλειοψηφία/υπεροπλία/υπεροχή. ~ό: αποτέλεσμα/προβάδισμα.|| ~ές: αποδείξεις. ~ά: επιχειρήματα/στοιχεία. Πβ. αδιάσειστος, ακλόνητος.|| Σε ~ό βαθμό/ποσοστό.|| ~ή: ήττα (πβ. παταγώδης αποτυχία). ~ό: πλήγμα/χτύπημα. ~ές: απώλειες. Πβ. καταστροφικός, ολέθριος. ● επίρρ.: συντριπτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: συντριπτικό κάταγμα: ΙΑΤΡ. κατά το οποίο το οστό έχει σπάσει σε δύο ή περισσότερα μικρά κομμάτια: ~ ~ κλείδας/κνήμης/λεκάνης/περόνης. [< μεσν. συντριπτικός] | |
| 49033 | συντροφεύω | συ-ντρο-φεύ-ω ρ. (μτβ.) {συντρόφευ-σε (προφ.) συντρόφε-ψε, συντροφεύ-σει (προφ.) συντροφέ-ψει, συντροφεύ-οντας, -μένος} : κάνω παρέα σε κάποιον, τον συνοδεύω ή κάνω τα ίδια πράγματα μαζί του: ~ει τον αδελφό του στο διάβασμα. Δεν έχω κανέναν να με ~ψει στις βόλτες μου. Πβ. συνοδεύω.|| (μτφ.) Η ευχή μου να σε ~ει πάντα. Την τραγουδίστρια θα ~ψει (= ακομπανιάρει) επί σκηνής ο μουσικός ... Ένα βιβλίο την ~σε στο πολύωρο ταξίδι της. Πβ. ακολουθώ. [< μεσν. συντροφεύω] | |
| 49034 | συντρόφι | συ-ντρό-φι ουσ. (ουδ.) (αργκό) : σύντροφος, φίλος. | |
| 49035 | συντροφιά | συ-ντρο-φιά ουσ. (θηλ.) 1. στενή επαφή, συναναστροφή μεταξύ προσώπων: Θα μου κάνεις/κρατήσεις ~; Δεν έχω κανέναν για ~. Πβ. συγχρωτισμός.|| Οικόσιτα ζώα ~ιάς.|| (ως επίρρ.) Πάμε στα μαγαζιά ~ (: μαζί); ~ με ένα βιβλίο.|| Αντρική/γυναικεία/ερωτική/πληρωμένη ~ (βλ. κονσομασιόν). 2. φιλική παρέα ή κύκλος προσώπων που συναντιούνται για κοινή δραστηριότητα: καλή/νεανική/παιδική/φιλική/χαρούμενη ~. ~ συναδέλφων/συνομηλίκων. Τα παιδιά πηγαίνουν ~ιές ~ιές να πουν τα κάλαντα. Πβ. ομήγυρη.|| Θεατρική/λογοτεχνική/μουσική/φιλολογική ~. [< μεσν. συντροφιά, γαλλ. compagnie] | |
| 49036 | συντροφία | συ-ντρο-φί-α ουσ. (θηλ.): μορφή οικονομικής και εμπορικής συνεργασίας. ΣΥΝ. ΣΙΑ1 (1) [< μτγν. συντροφία 'συναναστροφή', γαλλ. compagnie] | |
| 49037 | συντροφιαστός | , ή, ό συ-ντρο-φια-στός επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): που είναι παρέα με κάποιον. Βλ. ζευγαρωτός. ● επίρρ.: συντροφιαστά | |
| 49038 | συντροφικός | , ή, ό συ-ντρο-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον σύντροφο ή τη συντροφικότητα: ~ή: αλληλεγγύη/ατμόσφαιρα/συζήτηση. ~ό: κλίμα/πνεύμα. ~οί: χαιρετισμοί.|| ~ή: ζωή. ~ές: σχέσεις. Βλ. ενδο~, συζυγικός. ● επίρρ.: συντροφικά ● ΣΥΜΠΛ.: συντροφικά μαχαιρώματα βλ. μαχαίρωμα [< μεσν. συντροφικός, αγγλ. syntrophic] | |
| 49039 | συντροφικότητα | συ-ντρο-φι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα και τα χαρακτηριστικά της συντροφικής σχέσης, τα αισθήματα κατανόησης, συμπάθειας, συνεργασίας: ανάγκη/κλίμα ~ας. ~ μεταξύ μελών (ομάδας)/συζύγων/φίλων. Πβ. αλληλεγγύη, αλληλοβοήθεια, αλληλοϋποστήριξη. Βλ. -ότητα. | |
| 49040 | σύντροφος | σύ-ντρο-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -όφου} 1. πρόσωπο που συνδέεται με κάποιον με στενή συναισθηματική σχέση: ερωτικός/περιστασιακός/πιστός/σεξουαλικός ~. Πβ. εραστής.|| Ο ~ της ζωής της. Πβ. σύζυγος.|| Αχώριστοι ~οι. Πβ. φίλος. 2. {θηλ. συντρόφισσα} πρόσωπο που συνδέεται με άλλο λόγω κοινών, συνήθ. πολιτικών, αγώνων· (κυρ. παλαιότ.) ως προσφώνηση μεταξύ μελών και υποστηρικτών κομμουνιστικών και σοσιαλιστικών κομμάτων: ~ και συναγωνιστής. (συχνά σε έναρξη πολιτικού λόγου) ~οι και συντρόφισσες! 3. (μτφ.) για κάτι που δεν αποχωρίζεται κάποιος ή για κατάσταση, συνήθεια που τον χαρακτηρίζει: Το διάβασμα είναι ο ιδανικός ~ στις διακοπές μου. Ζει με μοναδικό ~ο το σκυλί του (βλ. συνοδός). Οι ατυχίες αποτελούν τον μόνιμο ~ό του. [< πβ. αρχ. σύντροφος 'αναθρεμμένος μαζί', γαλλ. compagnon] | |
| 49041 | συντρώγω | συ-ντρώ-γω ρ. (μτβ.) {συνέφαγ-α} (επίσ.): γευματίζω μαζί με άλλο πρόσωπο: Μετά τη λήξη του συνεδρίου οι σύνεδροι ~αν σε τοπικό εστιατόριο. [< μεσν. συντρώγω] | |
| 49042 | συντυχαίνω | συ-ντυ-χαί-νω ρ. (μτβ.) {συνέτυχ-ε, συντύχ-ει, συντυχαίν-οντας} (λαϊκό- λογοτ.): συναντώ, συνήθ. τυχαία: Λες να έχουμε ~ει ξανά; Πβ. πετυχαίνω, συναπαντώ.|| Κοίτα που ~ε (: συνέβη συμπτωματικά) να ταξιδεύουμε μαζί. [< μεσν. συντυχάνω] | |
| 49043 | συντυχία | συ-ντυ-χί-α ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό-λογοτ.) συντυχιά : τυχαία αντάμωση ή σύμπτωση. Πβ. συναπάντημα. [< αρχ. συντυχία] | |
| 49044 | συνυπαίτιος | , α, ο συ-νυ-παί-τι-ος επίθ. (κυρ. ΝΟΜ.): (για πρόσ.) που είναι υπαίτιος (για κάτι) μαζί με άλλον ή άλλους: ~ σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος. Πβ. συν-αίτιος, -υπεύθυνος. [< γαλλ. complice] | |
| 49045 | συνυπαιτιότητα | συ-νυ-παι-τι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. η ιδιότητα του συνυπαίτιου: ~ θύματος/παθόντος. ~ (συν)οδηγού σε τροχαίο ατύχημα. Μερίδιο/ποσοστό ~ας. Πβ. συν-αιτιότητα, -υπευθυνότητα. [< γαλλ. complicité] | |
| 49046 | συνύπαρξη | συ-νύ-παρ-ξη ουσ. (θηλ.): ταυτόχρονη ύπαρξη προσώπων, πραγμάτων, καταστάσεων (σε συγκεκριμένο χώρο ή χρόνο): αρμονική/προβληματική ~ ζευγαριού. Ειρηνική ~ κρατών/λαών/πολιτισμών. ~ διαφορετικών αντιλήψεων/απόψεων. ~ του παλιού με το νέο/του κλασικού με το μοντέρνο. Πβ. γειτνίαση, συμβίωση. [< μτγν. συνύπαρξις, γαλλ. coexistence] | |
| 49047 | συνυπάρχω | συ-νυ-πάρ-χω ρ. (αμτβ.) {συνυπήρ-ξε, συνυπάρ-ξει}: υπάρχω ταυτόχρονα με κάποιον ή κάτι άλλο (σε συγκεκριμένο χώρο ή χρόνο)· συμβιώνω: Στην ομάδα ~ουν πολλές διαφορετικές αντιλήψεις/απόψεις/τάσεις. Στη μουσική του το μοντέρνο ~ει αρμονικά με το παραδοσιακό. Κράτη που ~ουν ειρηνικά.|| Είναι δύσκολο να ~ξουμε μέσα στο ίδιο σπίτι. [< αρχ. συνυπάρχω] | |
| 49048 | συνυπεύθυνος | , η, ο συ-νυ-πεύ-θυ-νος επίθ./ουσ.: (για πρόσ.) υπεύθυνος για κάτι μαζί με άλλον ή άλλους: ηθικά ~. Νιώθει ~η για το πρόβλημα.|| (ΝΟΜ.) ~οι σε περίπτωση εκχώρησης ή μεταβίβασης περιουσιακού στοιχείου/τροχαίου. Πβ. συν(υπ)αίτιος.|| Επιστημονικός ~. Είναι ~η σε θέματα σύνταξης του περιοδικού. (ως επίθ.) ~ος: καθηγητής/φορέας. Πβ. συναρμόδιος. [< μεσν. συνυπεύθυνος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ