Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [4940-4960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4008ανθρωποέτος[ἀνθρωποέτος] αν-θρω-πο-έ-τος ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. μονάδα μέτρησης του έργου που μπορεί να παράγει ο μέσος εργαζόμενος σε ένα έτος. Βλ. ανθρωπο-μήνας, -ώρα. [< αγγλ. man-year, 1916]
4009ανθρωποζωικός, ή, ό [ἀνθρωποζωϊκός] αν-θρω-πο-ζω-ι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. (για περίοδο) που σχετίζεται με την εμφάνιση του ανθρώπου στη Γη: ~ός: αιώνας. [< γαλλ. anthropozoïque, αγγλ. anthropozoic]
4010ανθρωποζωονόσος[ἀνθρωποζωονόσος] αν-θρω-πο-ζω-ο-νό-σος ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. νόσημα που μεταδίδεται από τον άνθρωπο στα ζώα και αντίστροφα. Πβ. ζωονόσος. [< αγγλ. anthropozoonosis]
4011ανθρωποημέρα[ἀνθρωποημέρα] αν-θρω-πο-η-μέ-ρα ουσ. (θηλ.) {ανθρωποημερών, συνήθ. στον πληθ.}: ΟΙΚΟΝ. μονάδα μέτρησης του έργου που ο μέσος εργαζόμενος μπορεί να παράγει σε μια μέρα: ~ες εργασίας. Βλ. ανθρωπο-έτος, -μήνας, -ώρα, εργατοώρα. [< αγγλ. man-day, 1925]
4012ανθρωποθάλασσα[ἀνθρωποθάλασσα] αν-θρω-πο-θά-λασ-σα ουσ. (θηλ.): πολύ μεγάλος αριθμός ανθρώπων, πλήθος: τεράστια ~. Πβ. ανθρωπομάνι, κοσμο-πλημμύρα, -συρροή, λαοθάλασσα. [< γαλλ. marée humaine]
4013ανθρωποθυρίδα[ἀνθρωποθυρίδα] αν-θρω-πο-θυ-ρί-δα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): οπή με επίπεδο καπάκι από όπου εξασφαλίζεται η πρόσβαση σε υπόγεια κατασκευή: ενσωματωμένη ~. ~ες επιθεώρησης/υποβρυχίου/φρεατίων αποχέτευσης. Βλ. καταπακτή, στόμιο. [< γαλλ. trou d'homme]
4014ανθρωποθυσία[ἀνθρωποθυσία] αν-θρω-πο-θυ-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΘΡΗΣΚ. θυσία ανθρώπου για τον εξευμενισμό υπερφυσικής δύναμης: αποτρόπαιες/πανάρχαιες/τελετουργικές ~ες. Βλ. ζωοθυσία. 2. (μτφ.) εξόντωση ανθρώπων, κυρ. για στρατιώτες και άμαχο πληθυσμό που χάνονται άδικα. [< 1: μτγν. ἀνθρωποθυσία]
4015Ανθρωπόκαινο[Ἀνθρωπόκαινο] Αν-θρω-πό-και-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -αίνου} & ανθρωπόκαινος εποχή: ΓΕΩΛ.- ΚΛΙΜΑΤ. η πιο πρόσφατη περίοδος του Τεταρτογενούς η οποία συνδέεται με την ανθρωπογενή συνιστώσα της κλιματικής αλλαγής. Βλ. Ολόκαινο. [< αγγλ. Anthropocene, διαδόθηκε από τον P. J.-Crutzen, περ. 1990, γαλλ. anthropocène, 2000, ιταλ. Antropocene, 2002]
4016ανθρωποκεντρικός, ή, ό [ἀνθρωποκεντρικός] αν-θρω-πο-κε-ντρι-κός επίθ.: που θέτει τον άνθρωπο στο επίκεντρο: ~ός: σχεδιασμός (τεχνολογιών)/χαρακτήρας. ~ή: αντίληψη/θεώρηση (της ζωής)/παιδεία/σκέψη/φιλοσοφία. ~ό: μοντέλο (ανάπτυξης υπηρεσιών). ~ές: αξίες. (σπανιότ. για πρόσ.) ~ συγγραφέας. Πβ. ανθρωπιστικός. Βλ. -κεντρικός. ● επίρρ.: ανθρωποκεντρικά [< γαλλ. anthropocentrique, αγγλ. anthropocentric]
4017ανθρωποκεντρισμός[ἀνθρωποκεντρισμός] αν-θρω-πο-κε-ντρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. & ανθρωποκεντρικότητα (η): η τάση να ερμηνεύεται ο κόσμος και να οργανώνεται η ανθρώπινη πράξη με σημείο αναφοράς τον άνθρωπο: ο ~ του Διαφωτισμού. ~ στην ψυχολογία. Βλ. εθνοκεντρισμός. 2. ΦΙΛΟΣ. θεωρία που υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος είναι η μόνη ή η υπέρτατη αξία, το κέντρο και ο σκοπός του Σύμπαντος. Βλ. ανθρωπ-, βιοκεντρ-, θεοκρατ-, ουμαν-ισμός. [< γαλλ. anthropocentrisme, 1907, αγγλ. anthropocentrism, 1909]
4018ανθρωποκτονία[ἀνθρωποκτονία] αν-θρω-πο-κτο-νί-α ουσ. (θηλ.) {ανθρωποκτονιών}: ΝΟΜ. βίαιη αφαίρεση της ζωής ανθρώπου: ~ από αμέλεια/από πρόθεση/κατά συρροή. Απόπειρα ~ας. Ηθική/φυσική αυτουργία/συνέργεια σε ~. (Ποινική) δίωξη/κάθειρξη/κατηγορία για ~. Διαπράττω ~. Καταδικάστηκε για ~. Βλ. -κτονία. ΣΥΝ. δολοφονία (1), φονικό, φόνος [< μτγν. ἀνθρωποκτονία, γαλλ. homicide]
4019ανθρωποκτόνος, ος/α, ο [ἀνθρωποκτόνος] αν-θρω-πο-κτό-νος επίθ.: ΝΟΜ. που αναφέρεται στην ανθρωποκτονία: ~ος: δόλος/σκοπός. ~ος/α: δράση/πρόθεση. ● Ουσ.: ανθρωποκτόνος (ο/η): πρόσωπο που διέπραξε φόνο. Βλ. -κτόνος. [< αρχ. ἀνθρωποκτόνος]
4020ανθρωποκυνηγητό[ἀνθρωποκυνηγητό] αν-θρω-πο-κυ-νη-γη-τό ουσ. (ουδ.): οργανωμένη αναζήτηση ή και καταδίωξη κυρ. κακοποιού ή εγκληματία με στόχο τη σύλληψή του: ανελέητο ~. ~ σε βάρος καταζητούμενων/υπόπτων. Η αστυνομία εξαπέλυσε άγριο ~ για τον εντοπισμό των ληστών. [< γαλλ. chasse à l' homme]
4021ανθρωπολογία[ἀνθρωπολογία] αν-θρω-πο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α) 1. ΑΝΘΡΩΠ. επιστήμη που μελετά το ανθρώπινο είδος και ειδικότ. τα φυσικά του χαρακτηριστικά, την προέλευση, την κατανομή του σε φυλές, τις περιβαλλοντικές και κοινωνικές σχέσεις του και τον πολιτισμό του: αστική/δομική/εξελικτική/ιατρική/ιστορική/οικολογική (: εξετάζει τη σχέση κοινωνίας και περιβάλλοντος)/οικονομική (: μελετά τη σχέση ανθρώπου και οικονομικού συστήματος)/παιδαγωγική/πολιτική (: ερευνά το φαινόμενο της πολιτικής εξουσίας)/συμβολική/φιλοσοφική (: διερευνά την ουσία του ανθρώπου, τη θέση του στο Σύμπαν, τη συμπεριφορά του στο περιβάλλον) ~. (H) ~ της εκπαίδευσης/των φύλων/του χορού. Βλ. -λογία, παλαιο~. 2. ΘΕΟΛ. τομέας της χριστιανικής θεολογίας που εξετάζει τη γένεση, τη φύση και το μέλλον του ανθρώπου σε σχέση με τον Θεό: ορθόδοξη/πατερική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνική ανθρωπολογία: επιστημονικός κλάδος που μελετά τις δομές των απλών, μη βιομηχανικών, πολιτισμών και κοινωνιών. ΣΥΝ. εθνολογία, πολιτισμική ανθρωπολογία & πολιτιστική ανθρωπολογία: εξετάζει τους ανθρώπινους πολιτισμούς με μεγαλύτερη έμφαση στις κοινωνικές δομές, τη γλώσσα, τους νόμους, την πολιτική, τη θρησκεία, την τέχνη και την τεχνολογία. [< αγγλ. cultural anthropology, γαλλ. anthropologie culturelle] , φυσική ανθρωπολογία: ερευνά την καταγωγή, τις ποικιλίες και την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους. Βλ. ανθρωπομετρία. ΣΥΝ. ανθρωποβιολογία [< γαλλ. anthropologie physique] [< γερμ. Anthropologie, γαλλ. anthropologie]
4022ανθρωπολογικός, ή, ό [ἀνθρωπολογικός] αν-θρω-πο-λο-γι-κός επίθ.: ΑΝΘΡΩΠ. που έχει σχέση με την ανθρωπολογία: ~ός: τύπος (λ.χ. ο άνθρωπος των σπηλαίων)/χαρακτήρας (π.χ. της Ορθοδοξίας). ~ό: μουσείο. ~ές: σπουδές.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ή γλωσσολογία (πβ. εθνογλωσσολογία). ● επίρρ.: ανθρωπολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. anthropologique, αγγλ. anthropologic]
4023ανθρωπολόγος[ἀνθρωπολόγος] αν-θρω-πο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΝΘΡΩΠ. επιστήμονας που έχει ειδικευτεί στην ανθρωπολογία: κοινωνικός ~. Βλ. -λόγος. [< αρχ. ἀνθρωπολόγος 'αυτός που μιλά για ανθρώπους', γαλλ. anthropologue, αγγλ. anthropologist]
4024ανθρωπολόι[ἀνθρωπολόι] αν-θρω-πο-λό-ι ουσ. (ουδ.) {χωρ. άλλους τ., περιληπτ.} (προφ.-(κυρ.) μειωτ.): ανθρωπομάνι.
4025ανθρωπομάνι[ἀνθρωπομάνι] αν-θρω-πο-μά-νι ουσ. (ουδ.) {χωρ. άλλους τ., περιληπτ.} (προφ.-(κυρ.) μειωτ.): μεγάλος αριθμός ανθρώπων: ζωηρό/πολύβουο ~.ΣΥΝ. ανθρωπολόι. Πβ. ανθρωπο-, λαο-θάλασσα, κοσμο-πλημμύρα, -συρροή. Βλ. -μάνι.
4026ανθρωπομετρία[ἀνθρωπομετρία] αν-θρω-πο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΑΝΘΡΩΠ. καταγραφή και συσχέτιση των διαστάσεων των μερών του ανθρώπινου σώματος για επιστημονικές μελέτες και ποικίλες πρακτικές εφαρμογές (σχεδίαση ενδυμάτων ή αυτοκινήτων, ταυτοποίηση πτώματος): εργονομία-~. Πβ. σωματομετρία. Βλ. βιομετρία, παλαιοανθρωπολογία, φυσική ανθρωπολογία, -μετρία. [< γαλλ. anthropométrie, αγγλ. anthropometry]
4027ανθρωπομετρικός, ή, ό [ἀνθρωπομετρικός] αν-θρω-πο-με-τρι-κός επίθ.: ΑΝΘΡΩΠ. που σχετίζεται με την ανθρωπομετρία: ~ή: κλίμακα. ~ές διαστάσεις/μετρήσεις (π.χ. δείκτες βάρους/μάζας σώματος). Ανατομικά καθίσματα κατασκευασμένα με βάση ~ά στοιχεία/χαρακτηριστικά. Πβ. σωματομετρικός. [< γαλλ. anthropométrique, αγγλ. anthropometric]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.