| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 4017 | ανθρωποκεντρισμός | [ἀνθρωποκεντρισμός] αν-θρω-πο-κε-ντρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. & ανθρωποκεντρικότητα (η): η τάση να ερμηνεύεται ο κόσμος και να οργανώνεται η ανθρώπινη πράξη με σημείο αναφοράς τον άνθρωπο: ο ~ του Διαφωτισμού. ~ στην ψυχολογία. Βλ. εθνοκεντρισμός. 2. ΦΙΛΟΣ. θεωρία που υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος είναι η μόνη ή η υπέρτατη αξία, το κέντρο και ο σκοπός του Σύμπαντος. Βλ. ανθρωπ-, βιοκεντρ-, θεοκρατ-, ουμαν-ισμός. [< γαλλ. anthropocentrisme, 1907, αγγλ. anthropocentrism, 1909] | |
| 4018 | ανθρωποκτονία | [ἀνθρωποκτονία] αν-θρω-πο-κτο-νί-α ουσ. (θηλ.) {ανθρωποκτονιών}: ΝΟΜ. βίαιη αφαίρεση της ζωής ανθρώπου: ~ από αμέλεια/από πρόθεση/κατά συρροή. Απόπειρα ~ας. Ηθική/φυσική αυτουργία/συνέργεια σε ~. (Ποινική) δίωξη/κάθειρξη/κατηγορία για ~. Διαπράττω ~. Καταδικάστηκε για ~. Βλ. -κτονία. ΣΥΝ. δολοφονία (1), φονικό, φόνος [< μτγν. ἀνθρωποκτονία, γαλλ. homicide] | |
| 4019 | ανθρωποκτόνος | , ος/α, ο [ἀνθρωποκτόνος] αν-θρω-πο-κτό-νος επίθ.: ΝΟΜ. που αναφέρεται στην ανθρωποκτονία: ~ος: δόλος/σκοπός. ~ος/α: δράση/πρόθεση. ● Ουσ.: ανθρωποκτόνος (ο/η): πρόσωπο που διέπραξε φόνο. Βλ. -κτόνος. [< αρχ. ἀνθρωποκτόνος] | |
| 4020 | ανθρωποκυνηγητό | [ἀνθρωποκυνηγητό] αν-θρω-πο-κυ-νη-γη-τό ουσ. (ουδ.): οργανωμένη αναζήτηση ή και καταδίωξη κυρ. κακοποιού ή εγκληματία με στόχο τη σύλληψή του: ανελέητο ~. ~ σε βάρος καταζητούμενων/υπόπτων. Η αστυνομία εξαπέλυσε άγριο ~ για τον εντοπισμό των ληστών. [< γαλλ. chasse à l' homme] | |
| 4021 | ανθρωπολογία | [ἀνθρωπολογία] αν-θρω-πο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α) 1. ΑΝΘΡΩΠ. επιστήμη που μελετά το ανθρώπινο είδος και ειδικότ. τα φυσικά του χαρακτηριστικά, την προέλευση, την κατανομή του σε φυλές, τις περιβαλλοντικές και κοινωνικές σχέσεις του και τον πολιτισμό του: αστική/δομική/εξελικτική/ιατρική/ιστορική/οικολογική (: εξετάζει τη σχέση κοινωνίας και περιβάλλοντος)/οικονομική (: μελετά τη σχέση ανθρώπου και οικονομικού συστήματος)/παιδαγωγική/πολιτική (: ερευνά το φαινόμενο της πολιτικής εξουσίας)/συμβολική/φιλοσοφική (: διερευνά την ουσία του ανθρώπου, τη θέση του στο Σύμπαν, τη συμπεριφορά του στο περιβάλλον) ~. (H) ~ της εκπαίδευσης/των φύλων/του χορού. Βλ. -λογία, παλαιο~. 2. ΘΕΟΛ. τομέας της χριστιανικής θεολογίας που εξετάζει τη γένεση, τη φύση και το μέλλον του ανθρώπου σε σχέση με τον Θεό: ορθόδοξη/πατερική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνική ανθρωπολογία: επιστημονικός κλάδος που μελετά τις δομές των απλών, μη βιομηχανικών, πολιτισμών και κοινωνιών. ΣΥΝ. εθνολογία, πολιτισμική ανθρωπολογία & πολιτιστική ανθρωπολογία: εξετάζει τους ανθρώπινους πολιτισμούς με μεγαλύτερη έμφαση στις κοινωνικές δομές, τη γλώσσα, τους νόμους, την πολιτική, τη θρησκεία, την τέχνη και την τεχνολογία. [< αγγλ. cultural anthropology, γαλλ. anthropologie culturelle] , φυσική ανθρωπολογία: ερευνά την καταγωγή, τις ποικιλίες και την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους. Βλ. ανθρωπομετρία. ΣΥΝ. ανθρωποβιολογία [< γαλλ. anthropologie physique] [< γερμ. Anthropologie, γαλλ. anthropologie] | |
| 4022 | ανθρωπολογικός | , ή, ό [ἀνθρωπολογικός] αν-θρω-πο-λο-γι-κός επίθ.: ΑΝΘΡΩΠ. που έχει σχέση με την ανθρωπολογία: ~ός: τύπος (λ.χ. ο άνθρωπος των σπηλαίων)/χαρακτήρας (π.χ. της Ορθοδοξίας). ~ό: μουσείο. ~ές: σπουδές.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ή γλωσσολογία (πβ. εθνογλωσσολογία). ● επίρρ.: ανθρωπολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. anthropologique, αγγλ. anthropologic] | |
| 4023 | ανθρωπολόγος | [ἀνθρωπολόγος] αν-θρω-πο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΝΘΡΩΠ. επιστήμονας που έχει ειδικευτεί στην ανθρωπολογία: κοινωνικός ~. Βλ. -λόγος. [< αρχ. ἀνθρωπολόγος 'αυτός που μιλά για ανθρώπους', γαλλ. anthropologue, αγγλ. anthropologist] | |
| 4024 | ανθρωπολόι | [ἀνθρωπολόι] αν-θρω-πο-λό-ι ουσ. (ουδ.) {χωρ. άλλους τ., περιληπτ.} (προφ.-(κυρ.) μειωτ.): ανθρωπομάνι. | |
| 4025 | ανθρωπομάνι | [ἀνθρωπομάνι] αν-θρω-πο-μά-νι ουσ. (ουδ.) {χωρ. άλλους τ., περιληπτ.} (προφ.-(κυρ.) μειωτ.): μεγάλος αριθμός ανθρώπων: ζωηρό/πολύβουο ~.ΣΥΝ. ανθρωπολόι. Πβ. ανθρωπο-, λαο-θάλασσα, κοσμο-πλημμύρα, -συρροή. Βλ. -μάνι. | |
| 4026 | ανθρωπομετρία | [ἀνθρωπομετρία] αν-θρω-πο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΑΝΘΡΩΠ. καταγραφή και συσχέτιση των διαστάσεων των μερών του ανθρώπινου σώματος για επιστημονικές μελέτες και ποικίλες πρακτικές εφαρμογές (σχεδίαση ενδυμάτων ή αυτοκινήτων, ταυτοποίηση πτώματος): εργονομία-~. Πβ. σωματομετρία. Βλ. βιομετρία, παλαιοανθρωπολογία, φυσική ανθρωπολογία, -μετρία. [< γαλλ. anthropométrie, αγγλ. anthropometry] | |
| 4027 | ανθρωπομετρικός | , ή, ό [ἀνθρωπομετρικός] αν-θρω-πο-με-τρι-κός επίθ.: ΑΝΘΡΩΠ. που σχετίζεται με την ανθρωπομετρία: ~ή: κλίμακα. ~ές διαστάσεις/μετρήσεις (π.χ. δείκτες βάρους/μάζας σώματος). Ανατομικά καθίσματα κατασκευασμένα με βάση ~ά στοιχεία/χαρακτηριστικά. Πβ. σωματομετρικός. [< γαλλ. anthropométrique, αγγλ. anthropometric] | |
| 4028 | ανθρωπομήνας | [ἀνθρωπομήνας] αν-θρω-πο-μή-νας ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΟΙΚΟΝ. εργασία που αντιστοιχεί στην πλήρη απασχόληση ενός ανθρώπου για ένα(ν) μήνα. Βλ. ανθρωπο-έτος, -ημέρα, -ώρα. [< αγγλ. man-month, 1956] | |
| 4029 | ανθρωπομορφικός | , ή, ό [ἀνθρωπομορφικός] αν-θρω-πο-μορ-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον ανθρωπομορφισμό: ~ή: αντίληψη. Βλ. ανιμιστ-, ζωομορφ-, φετιχιστ-ικός. ● επίρρ.: ανθρωπομορφικά [< γαλλ. anthropomorphique, αγγλ. anthropomorphic] | |
| 4030 | ανθρωπομορφισμός | [ἀνθρωπομορφισμός] αν-θρω-πο-μορ-φι-σμός ουσ. (αρσ.): απόδοση ανθρώπινων ιδιοτήτων και χαρακτηριστικών στο θείο, στη φύση ή σε αντικείμενα· κατ' επέκτ. οι αντίστοιχες ιδιότητες μηχανισμού: ~ (των θεών) στην αρχαία ελληνική μυθολογία. Βλ. ανιμ-, ζωομορφ-, φετιχ-ισμός.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ των ρομποτικών κατασκευών. ΣΥΝ. ανθρωποποίηση (3) [< γαλλ. anthropomorphisme, αγγλ. anthropomorphism] | |
| 4031 | ανθρωπόμορφος | , η, ο [ἀνθρωπόμορφος] αν-θρω-πό-μορ-φος επίθ.: που μοιάζει με άνθρωπο ή έχει τα χαρακτηριστικά του: ~ος: θεός. ~η: κατασκευή/φιγούρα. ~α: ειδώλια/ζώα/όντα. Βλ. ζωόμορφος, -μορφος. ΣΥΝ. ανθρωποειδής ● ΣΥΜΠΛ.: ανθρωπόμορφο τέρας/κτήνος (υβριστ.): άνθρωπος που προκαλεί απέχθεια εξαιτίας των εγκλημάτων που έχει διαπράξει. [< μτγν. ἀνθρωπόμορφος] | |
| 58741 | ανθρωπόπαυση | [ἀνθρωπόπαυση] αν-θρω-πό-παυ-ση ουσ. (θηλ.): περίοδος παύσεως μεγάλου μέρους των ανθρώπινων δραστηριοτήτων κατά την εφαρμογή των μέτρων λόγω πανδημίας κατά την οποία επήλθε μείωση της ατμοσφαιρικής και θαλάσσιας ρύπανσης. [< αγγλ. anthro(po)pause, διαδόθηκε από τους C. Zerefos και συνεργάτες το 2020] | |
| 4033 | ανθρωποπλημμύρα | [ἀνθρωποπλημμύρα] αν-θρω-πο-πλη-μύ-ρα ουσ. (θηλ.): κοσμοπλημμύρα. | |
| 4032 | ανθρωποποίηση | [ἀνθρωποποίηση] αν-θρω-πο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΘΡΩΠ. εξελικτική διαδικασία κατά την οποία ο άνθρωπος απέκτησε τα γνωρίσματα που τον διακρίνουν από τα άλλα πρωτεύοντα θηλαστικά. 2. (καταχρ.) καλλιέργεια των ηθικών κυρ. χαρακτηριστικών που αρμόζουν στον άνθρωπο και κατ' επέκτ. μεταβολή κατάστασης, πράγματος, ώστε να γίνει πιο κατάλληλο, βιώσιμο για τον άνθρωπο: Η ενηλικίωση είναι μια διαδικασία ~ης, κοινωνικοποίησης. Πβ. εκπολιτ-, εξευγεν-ισμός.|| ~ της κοινωνίας/των πόλεων. ΣΥΝ. εξανθρωπισμός ΑΝΤ. απανθρωποποίηση 3. ανθρωπομορφισμός. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. humanisation] | |
| 4034 | ανθρωποπούλι | [ἀνθρωποπούλι] αν-θρω-πο-πού-λι ουσ. (ουδ.): ΟΡΝΙΘ. κλαψοπούλι. | |
| 57191 | ανθρωπος | χορ-τα-ρι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. χορταρικό}: χόρτα που μπορούν να φαγωθούν: άγρια/αρωματικά/φρέσκα ~. Πίτα ~ών (= χορτόπιτα). Βλ. αντίδι, βλίτο, ζοχοί, καυκαλήθρα, λάπαθο, μυρώνι, ραδίκι, σέσκουλο, σπανάκι. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ