Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [49580-49600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
49049συνυπευθυνότητασυ-νυ-πευ-θυ-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): από κοινού ευθύνη δύο ή περισσότερων προσώπων: κοινωνική ~. ~ των αρμοδίων/εμπλεκομένων/πολιτών. Βλ. συναρμοδιότητα.|| (ΝΟΜ.) (κυρ. σε περίπτωση ατυχήματος) ~ οδηγού και επιβάτη. Πρόστιμο ~ας. Πβ. συν(υπ)αιτιότητα. Βλ. -ότητα.
49050συνυπηρέτησησυ-νυ-πη-ρέ-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συνυπηρετώ: υποχρεωτική ~. Αίτηση/βεβαίωση/δικαίωμα/μονάδες/μόρια ~ης. ~ εκπαιδευτικών/στρατιωτικών/συζύγων/(δημοσίων) υπαλλήλων. Απόσπαση/μετάθεση για ~. Βλ. εντοπιότητα.
49051συνυπηρετώ[συνυπηρετῶ] συ-νυ-πη-ρε-τώ ρ. (αμτβ.) {-είς ..., μτχ. συνυπηρετούντες | συνυπηρέτ-ησε}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. εργάζομαι συνήθ. ως δημόσιος υπάλληλος ή εκπληρώνω τη στρατιωτική μου θητεία μαζί με άλλον ή άλλους: ~ούν στο ίδιο σχολείο/στρατόπεδο. ~ με τη σύζυγό μου. [< πβ. αρχ. συνυπηρετῶ ‘βοηθώ μαζί’]
49052συνυποβάλλωσυ-νυ-πο-βάλ-λω ρ. (μτβ.) {συνυπ-έβαλα, συνυπο-βάλει, -βλήθηκε (λόγ. μτχ. συνυποβληθ-είς, -είσα, -έν), -βληθεί, συνυποβάλλ-οντας, -όμενος}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. καταθέτω έγγραφο μαζί με άλλα, συνήθ. σε αρμόδιο πρόσωπο ή επίσημη Αρχή: Με την αίτηση ~ονται και τα απαραίτητα δικαιολογητικά. Μαζί με το πρωτότυπο πρέπει να ~βληθούν και δύο αντίγραφα. ~όμενα: έγγραφα. Πβ. επισυνάπτω. [< μτγν. συνυποβάλλω ‘υποβάλλω μαζί’]
49053συνυποβολήσυ-νυ-πο-βο-λή ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του συνυποβάλλω: ~ βεβαίωσης/δικαιολογητικών/έκθεσης (αξιολόγησης)/πιστοποιητικών/υπεύθυνης δήλωσης (μαζί με άλλο έγγραφο).
49054συνυπογραφήσυ-νυ-πο-γρα-φή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): υπογραφή εγγράφου, κειμένου από κοινού με άλλο πρόσωπο: ~ διατάγματος/μνημονίου/συμβολαίου/ψηφίσματος. ~ του σχεδίου από τις δύο ηγεσίες. ~ των συναρμόδιων υπουργών. Πβ. προσυπογραφή.
49055συνυπογράφωσυ-νυ-πο-γρά-φω ρ. (μτβ.) {συνυπέγρα-ψα, συνυπογρά-φηκε (λόγ.) συνυπεγράφη, συνυπογράφ-ων, συνυπογεγρα-μμένος} 1. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. υπογράφω από κοινού με άλλον ή άλλους: ~ την αίτηση/ανακοίνωση/το άρθρο/τη δήλωση/το έγγραφο/την επιστολή (διαμαρτυρίας)/το κείμενο/την πρόταση/το σενάριο. Την επερώτηση ~ουν οι βουλευτές ... Το αφιέρωμα του περιοδικού ~ουν οι ... Οι συναρμόδιοι υπουργοί ~ψαν το μνημόνιο συνεργασίας. Η απόφαση ~φηκε από όλα τα μέλη της επιτροπής. Πβ. προσυπογράφω. 2. (σπανιότ.-μτφ.) συμφωνώ, εγκρίνω: ~ τις απόψεις σου και επαυξάνω. [< 1: μτγν. συνυπογράφω]
49056συνυπογράφων, ουσα, ον συ-νυ-πο-γρά-φων επίθ.: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. (για πρόσ.) που συνυπογράφει ένα κείμενο: ~οντες: βουλευτές/φορείς. Τα ~οντα μέρη της παρούσας συμφωνίας. ● Ουσ.: συνυπογράφων, συνυπογράφουσα (ο/η): αυτός που συνυπογράφει στο τέλος εντύπου, κειμένου: Ο ~ το παρόν άρθρο/καταστατικό ... Οι κάτωθι ~οντες ... Βλ. αιτών, βεβαιών, δηλών. [< μτχ. εν. του ρ. συνυπογράφω]
49057συνυποδηλώνεισυ-νυ-πο-δη-λώ-νει ρ. (μτβ.) {συνυποδηλώ-σει}: ΓΛΩΣΣ. (για λέξη ή φράση) φέρει ορισμένη προσωπική, συγκινησιακή, συναισθηματική σημασία, εκτός από τη δηλωτική: Ο τίτλος του κειμένου ~ φανατισμό. ΣΥΝ. συνδηλώνει [< γαλλ. connoter]
49058συνυποδήλωσησυ-νυ-πο-δή-λω-ση ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. προσωπική, συγκινησιακή ή συναισθηματική σημασία που υποδηλώνει μία λέξη ή φράση, ανεξάρτητα από τη βασική της σημασία: αρνητική/ειρωνική/θετική ~. Λέξη φορτισμένη με ~ώσεις. ΣΥΝ. συμπαραδήλωση, συνδήλωση, υποδήλωση (2) ΑΝΤ. δήλωση (3) [< γαλλ. connotation]
49059συνυποδηλωτικός, ή, ό συ-νυ-πο-δη-λω-τι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που συνυποδηλώνει κάτι: ~ός: λόγος. ~ή: σημασία. ~ό: επίπεδο. Η ~ή λειτουργία/χρήση της γλώσσας. Βλ. υπαινικτικός. ΣΥΝ. συνδηλωτικός ΑΝΤ. δηλωτικός ● επίρρ.: συνυποδηλωτικά [< γαλλ. connotatif]
49060συνυπολογίζωσυ-νυ-πο-λο-γί-ζω ρ. (μτβ.) {συνυπολόγι-σα, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, συνυπολογίζ-οντας, -όμενος, συνυπολογι-σμένος}: υπολογίζω, λαμβάνοντας υπόψη δύο ή περισσότερα πράγματα: ~ τις επιπτώσεις/τους κινδύνους/τους παράγοντες/τις παραμέτρους. Στα έξοδα ~εται και η ετήσια έκτακτη εισφορά. Δεν ~στηκε το γεγονός ότι ... Πβ. προσμετρώ, προσυπολογίζω, συμπεριλαμβάνω, συναριθμώ, συνεκτιμώ. [< γερμ. zusammenrechnen]
49061συνυπολογισμόςσυ-νυ-πο-λο-γι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του συνυπολογίζω: ~ ζημίας και κέρδους. ~ χρόνου ασφάλισης σε φορέα ξένου κράτους. ~ του κόστους συντήρησης στο κόστος κατασκευής του έργου. Πβ. προσμέτρηση, συμπερίληψη, συναρίθμηση, συνεκτίμηση. Βλ. -ισμός.
49062συνυποσχετικόσυ-νυ-πο-σχε-τι-κό ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων μερών, με την οποία αναλαμβάνουν αμοιβαίες υποχρεώσεις: ~ παραπομπής (σε διαιτησία)/προσφυγής. Οι δύο χώρες συνυπέγραψαν ~ με θέμα ... Βλ. συμβιβασμός. [< γαλλ. compromis]
49063συνυποψήφιος, α, ο συ-νυ-πο-ψή-φι-ος επίθ.: υποψήφιος μαζί με άλλον ή άλλους: ~οι: βουλευτές. Είναι ~ για το αξίωμα/το βραβείο/τη θέση/την προεδρία. (ως ουσ.) Επικράτησε των ~ίων του. Πβ. ανθυποψήφιος. Βλ. αντίπαλος.|| ~ες ταινίες για όσκαρ.
49064συνυποψηφιότητασυ-νυ-πο-ψη-φι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): υποψηφιότητα μαζί με άλλο ή άλλα πρόσωπα: Σε περίπτωση ~ας, κριτήριο επιλογής είναι ...|| ~ των δύο χωρών για τη διοργάνωση των αγώνων.
49065συνυφάδαβλ. συννυφάδα
49066συνυφαίνωσυ-νυ-φαί-νω ρ. (μτβ.) {συνύφα-νε, συνυφά-νθηκε, -σμένος, συνυφαίν-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): συνδέω σε στενή σχέση στοιχεία συνήθ. ετερόκλιτα, διαπλέκω: ~ τη θεωρία με την πράξη/το παλιό με το καινούργιο/την πραγματικότητα με τη μυθοπλασία. Πολιτισμός άρρηκτα ~σμένος με την παράδοση. Κίνδυνοι ~σμένοι με την επιχειρηματική δραστηριότητα. Βλ. συνταιριάζω.|| Η λέξη έχει συνυφανθεί στο μυαλό της με δυσάρεστες αναμνήσεις. Πβ. συσχετίζω. [< αρχ. συνυφαίνω ‘υφαίνω μαζί, εξυφαίνω’, αγγλ. interweave]
49067συνύφανσησυ-νύ-φαν-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) στενή σύνδεση, αλληλεξάρτηση: αρμονική/οργανική ~. ~ κωμικού και τραγικού (στοιχείου)/λόγου και εικόνας. Βλ. σύνθεση. 2. (σπάν.) πλέξιμο διαφορετικών υλικών: ~ δύο υφασμάτων. [< πβ. αρχ. συνύφανσις ‘ύφανση από κοινού’]
49068συνωθούμαι[συνωθοῦμαι] συ-νω-θού-μαι ρ. (αμτβ.) {συνωθ-ούνται ... | συνωθή-θηκαν} (επίσ.): συνωστίζομαι: Το πλήθος ~είται γύρω της. Μπροστά στο μνημείο ~ούνται τουρίστες. Πβ. διαγκωνίζ-, στοιβάζ-, στριμώχν-ομαι. [< αρχ. συνωθοῦμαι]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.