| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 49037 | συντροφιαστός | , ή, ό συ-ντρο-φια-στός επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): που είναι παρέα με κάποιον. Βλ. ζευγαρωτός. ● επίρρ.: συντροφιαστά | |
| 49038 | συντροφικός | , ή, ό συ-ντρο-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον σύντροφο ή τη συντροφικότητα: ~ή: αλληλεγγύη/ατμόσφαιρα/συζήτηση. ~ό: κλίμα/πνεύμα. ~οί: χαιρετισμοί.|| ~ή: ζωή. ~ές: σχέσεις. Βλ. ενδο~, συζυγικός. ● επίρρ.: συντροφικά ● ΣΥΜΠΛ.: συντροφικά μαχαιρώματα βλ. μαχαίρωμα [< μεσν. συντροφικός, αγγλ. syntrophic] | |
| 49039 | συντροφικότητα | συ-ντρο-φι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα και τα χαρακτηριστικά της συντροφικής σχέσης, τα αισθήματα κατανόησης, συμπάθειας, συνεργασίας: ανάγκη/κλίμα ~ας. ~ μεταξύ μελών (ομάδας)/συζύγων/φίλων. Πβ. αλληλεγγύη, αλληλοβοήθεια, αλληλοϋποστήριξη. Βλ. -ότητα. | |
| 49040 | σύντροφος | σύ-ντρο-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -όφου} 1. πρόσωπο που συνδέεται με κάποιον με στενή συναισθηματική σχέση: ερωτικός/περιστασιακός/πιστός/σεξουαλικός ~. Πβ. εραστής.|| Ο ~ της ζωής της. Πβ. σύζυγος.|| Αχώριστοι ~οι. Πβ. φίλος. 2. {θηλ. συντρόφισσα} πρόσωπο που συνδέεται με άλλο λόγω κοινών, συνήθ. πολιτικών, αγώνων· (κυρ. παλαιότ.) ως προσφώνηση μεταξύ μελών και υποστηρικτών κομμουνιστικών και σοσιαλιστικών κομμάτων: ~ και συναγωνιστής. (συχνά σε έναρξη πολιτικού λόγου) ~οι και συντρόφισσες! 3. (μτφ.) για κάτι που δεν αποχωρίζεται κάποιος ή για κατάσταση, συνήθεια που τον χαρακτηρίζει: Το διάβασμα είναι ο ιδανικός ~ στις διακοπές μου. Ζει με μοναδικό ~ο το σκυλί του (βλ. συνοδός). Οι ατυχίες αποτελούν τον μόνιμο ~ό του. [< πβ. αρχ. σύντροφος 'αναθρεμμένος μαζί', γαλλ. compagnon] | |
| 49041 | συντρώγω | συ-ντρώ-γω ρ. (μτβ.) {συνέφαγ-α} (επίσ.): γευματίζω μαζί με άλλο πρόσωπο: Μετά τη λήξη του συνεδρίου οι σύνεδροι ~αν σε τοπικό εστιατόριο. [< μεσν. συντρώγω] | |
| 49042 | συντυχαίνω | συ-ντυ-χαί-νω ρ. (μτβ.) {συνέτυχ-ε, συντύχ-ει, συντυχαίν-οντας} (λαϊκό- λογοτ.): συναντώ, συνήθ. τυχαία: Λες να έχουμε ~ει ξανά; Πβ. πετυχαίνω, συναπαντώ.|| Κοίτα που ~ε (: συνέβη συμπτωματικά) να ταξιδεύουμε μαζί. [< μεσν. συντυχάνω] | |
| 49043 | συντυχία | συ-ντυ-χί-α ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό-λογοτ.) συντυχιά : τυχαία αντάμωση ή σύμπτωση. Πβ. συναπάντημα. [< αρχ. συντυχία] | |
| 49044 | συνυπαίτιος | , α, ο συ-νυ-παί-τι-ος επίθ. (κυρ. ΝΟΜ.): (για πρόσ.) που είναι υπαίτιος (για κάτι) μαζί με άλλον ή άλλους: ~ σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος. Πβ. συν-αίτιος, -υπεύθυνος. [< γαλλ. complice] | |
| 49045 | συνυπαιτιότητα | συ-νυ-παι-τι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. η ιδιότητα του συνυπαίτιου: ~ θύματος/παθόντος. ~ (συν)οδηγού σε τροχαίο ατύχημα. Μερίδιο/ποσοστό ~ας. Πβ. συν-αιτιότητα, -υπευθυνότητα. [< γαλλ. complicité] | |
| 49046 | συνύπαρξη | συ-νύ-παρ-ξη ουσ. (θηλ.): ταυτόχρονη ύπαρξη προσώπων, πραγμάτων, καταστάσεων (σε συγκεκριμένο χώρο ή χρόνο): αρμονική/προβληματική ~ ζευγαριού. Ειρηνική ~ κρατών/λαών/πολιτισμών. ~ διαφορετικών αντιλήψεων/απόψεων. ~ του παλιού με το νέο/του κλασικού με το μοντέρνο. Πβ. γειτνίαση, συμβίωση. [< μτγν. συνύπαρξις, γαλλ. coexistence] | |
| 49047 | συνυπάρχω | συ-νυ-πάρ-χω ρ. (αμτβ.) {συνυπήρ-ξε, συνυπάρ-ξει}: υπάρχω ταυτόχρονα με κάποιον ή κάτι άλλο (σε συγκεκριμένο χώρο ή χρόνο)· συμβιώνω: Στην ομάδα ~ουν πολλές διαφορετικές αντιλήψεις/απόψεις/τάσεις. Στη μουσική του το μοντέρνο ~ει αρμονικά με το παραδοσιακό. Κράτη που ~ουν ειρηνικά.|| Είναι δύσκολο να ~ξουμε μέσα στο ίδιο σπίτι. [< αρχ. συνυπάρχω] | |
| 49048 | συνυπεύθυνος | , η, ο συ-νυ-πεύ-θυ-νος επίθ./ουσ.: (για πρόσ.) υπεύθυνος για κάτι μαζί με άλλον ή άλλους: ηθικά ~. Νιώθει ~η για το πρόβλημα.|| (ΝΟΜ.) ~οι σε περίπτωση εκχώρησης ή μεταβίβασης περιουσιακού στοιχείου/τροχαίου. Πβ. συν(υπ)αίτιος.|| Επιστημονικός ~. Είναι ~η σε θέματα σύνταξης του περιοδικού. (ως επίθ.) ~ος: καθηγητής/φορέας. Πβ. συναρμόδιος. [< μεσν. συνυπεύθυνος] | |
| 49049 | συνυπευθυνότητα | συ-νυ-πευ-θυ-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): από κοινού ευθύνη δύο ή περισσότερων προσώπων: κοινωνική ~. ~ των αρμοδίων/εμπλεκομένων/πολιτών. Βλ. συναρμοδιότητα.|| (ΝΟΜ.) (κυρ. σε περίπτωση ατυχήματος) ~ οδηγού και επιβάτη. Πρόστιμο ~ας. Πβ. συν(υπ)αιτιότητα. Βλ. -ότητα. | |
| 49050 | συνυπηρέτηση | συ-νυ-πη-ρέ-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συνυπηρετώ: υποχρεωτική ~. Αίτηση/βεβαίωση/δικαίωμα/μονάδες/μόρια ~ης. ~ εκπαιδευτικών/στρατιωτικών/συζύγων/(δημοσίων) υπαλλήλων. Απόσπαση/μετάθεση για ~. Βλ. εντοπιότητα. | |
| 49051 | συνυπηρετώ | [συνυπηρετῶ] συ-νυ-πη-ρε-τώ ρ. (αμτβ.) {-είς ..., μτχ. συνυπηρετούντες | συνυπηρέτ-ησε}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. εργάζομαι συνήθ. ως δημόσιος υπάλληλος ή εκπληρώνω τη στρατιωτική μου θητεία μαζί με άλλον ή άλλους: ~ούν στο ίδιο σχολείο/στρατόπεδο. ~ με τη σύζυγό μου. [< πβ. αρχ. συνυπηρετῶ ‘βοηθώ μαζί’] | |
| 49052 | συνυποβάλλω | συ-νυ-πο-βάλ-λω ρ. (μτβ.) {συνυπ-έβαλα, συνυπο-βάλει, -βλήθηκε (λόγ. μτχ. συνυποβληθ-είς, -είσα, -έν), -βληθεί, συνυποβάλλ-οντας, -όμενος}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. καταθέτω έγγραφο μαζί με άλλα, συνήθ. σε αρμόδιο πρόσωπο ή επίσημη Αρχή: Με την αίτηση ~ονται και τα απαραίτητα δικαιολογητικά. Μαζί με το πρωτότυπο πρέπει να ~βληθούν και δύο αντίγραφα. ~όμενα: έγγραφα. Πβ. επισυνάπτω. [< μτγν. συνυποβάλλω ‘υποβάλλω μαζί’] | |
| 49053 | συνυποβολή | συ-νυ-πο-βο-λή ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του συνυποβάλλω: ~ βεβαίωσης/δικαιολογητικών/έκθεσης (αξιολόγησης)/πιστοποιητικών/υπεύθυνης δήλωσης (μαζί με άλλο έγγραφο). | |
| 49054 | συνυπογραφή | συ-νυ-πο-γρα-φή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): υπογραφή εγγράφου, κειμένου από κοινού με άλλο πρόσωπο: ~ διατάγματος/μνημονίου/συμβολαίου/ψηφίσματος. ~ του σχεδίου από τις δύο ηγεσίες. ~ των συναρμόδιων υπουργών. Πβ. προσυπογραφή. | |
| 49055 | συνυπογράφω | συ-νυ-πο-γρά-φω ρ. (μτβ.) {συνυπέγρα-ψα, συνυπογρά-φηκε (λόγ.) συνυπεγράφη, συνυπογράφ-ων, συνυπογεγρα-μμένος} 1. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. υπογράφω από κοινού με άλλον ή άλλους: ~ την αίτηση/ανακοίνωση/το άρθρο/τη δήλωση/το έγγραφο/την επιστολή (διαμαρτυρίας)/το κείμενο/την πρόταση/το σενάριο. Την επερώτηση ~ουν οι βουλευτές ... Το αφιέρωμα του περιοδικού ~ουν οι ... Οι συναρμόδιοι υπουργοί ~ψαν το μνημόνιο συνεργασίας. Η απόφαση ~φηκε από όλα τα μέλη της επιτροπής. Πβ. προσυπογράφω. 2. (σπανιότ.-μτφ.) συμφωνώ, εγκρίνω: ~ τις απόψεις σου και επαυξάνω. [< 1: μτγν. συνυπογράφω] | |
| 49056 | συνυπογράφων | , ουσα, ον συ-νυ-πο-γρά-φων επίθ.: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. (για πρόσ.) που συνυπογράφει ένα κείμενο: ~οντες: βουλευτές/φορείς. Τα ~οντα μέρη της παρούσας συμφωνίας. ● Ουσ.: συνυπογράφων, συνυπογράφουσα (ο/η): αυτός που συνυπογράφει στο τέλος εντύπου, κειμένου: Ο ~ το παρόν άρθρο/καταστατικό ... Οι κάτωθι ~οντες ... Βλ. αιτών, βεβαιών, δηλών. [< μτχ. εν. του ρ. συνυπογράφω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ