| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 49057 | συνυποδηλώνει | συ-νυ-πο-δη-λώ-νει ρ. (μτβ.) {συνυποδηλώ-σει}: ΓΛΩΣΣ. (για λέξη ή φράση) φέρει ορισμένη προσωπική, συγκινησιακή, συναισθηματική σημασία, εκτός από τη δηλωτική: Ο τίτλος του κειμένου ~ φανατισμό. ΣΥΝ. συνδηλώνει [< γαλλ. connoter] | |
| 49058 | συνυποδήλωση | συ-νυ-πο-δή-λω-ση ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. προσωπική, συγκινησιακή ή συναισθηματική σημασία που υποδηλώνει μία λέξη ή φράση, ανεξάρτητα από τη βασική της σημασία: αρνητική/ειρωνική/θετική ~. Λέξη φορτισμένη με ~ώσεις. ΣΥΝ. συμπαραδήλωση, συνδήλωση, υποδήλωση (2) ΑΝΤ. δήλωση (3) [< γαλλ. connotation] | |
| 49059 | συνυποδηλωτικός | , ή, ό συ-νυ-πο-δη-λω-τι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που συνυποδηλώνει κάτι: ~ός: λόγος. ~ή: σημασία. ~ό: επίπεδο. Η ~ή λειτουργία/χρήση της γλώσσας. Βλ. υπαινικτικός. ΣΥΝ. συνδηλωτικός ΑΝΤ. δηλωτικός ● επίρρ.: συνυποδηλωτικά [< γαλλ. connotatif] | |
| 49060 | συνυπολογίζω | συ-νυ-πο-λο-γί-ζω ρ. (μτβ.) {συνυπολόγι-σα, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, συνυπολογίζ-οντας, -όμενος, συνυπολογι-σμένος}: υπολογίζω, λαμβάνοντας υπόψη δύο ή περισσότερα πράγματα: ~ τις επιπτώσεις/τους κινδύνους/τους παράγοντες/τις παραμέτρους. Στα έξοδα ~εται και η ετήσια έκτακτη εισφορά. Δεν ~στηκε το γεγονός ότι ... Πβ. προσμετρώ, προσυπολογίζω, συμπεριλαμβάνω, συναριθμώ, συνεκτιμώ. [< γερμ. zusammenrechnen] | |
| 49061 | συνυπολογισμός | συ-νυ-πο-λο-γι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του συνυπολογίζω: ~ ζημίας και κέρδους. ~ χρόνου ασφάλισης σε φορέα ξένου κράτους. ~ του κόστους συντήρησης στο κόστος κατασκευής του έργου. Πβ. προσμέτρηση, συμπερίληψη, συναρίθμηση, συνεκτίμηση. Βλ. -ισμός. | |
| 49062 | συνυποσχετικό | συ-νυ-πο-σχε-τι-κό ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων μερών, με την οποία αναλαμβάνουν αμοιβαίες υποχρεώσεις: ~ παραπομπής (σε διαιτησία)/προσφυγής. Οι δύο χώρες συνυπέγραψαν ~ με θέμα ... Βλ. συμβιβασμός. [< γαλλ. compromis] | |
| 49063 | συνυποψήφιος | , α, ο συ-νυ-πο-ψή-φι-ος επίθ.: υποψήφιος μαζί με άλλον ή άλλους: ~οι: βουλευτές. Είναι ~ για το αξίωμα/το βραβείο/τη θέση/την προεδρία. (ως ουσ.) Επικράτησε των ~ίων του. Πβ. ανθυποψήφιος. Βλ. αντίπαλος.|| ~ες ταινίες για όσκαρ. | |
| 49064 | συνυποψηφιότητα | συ-νυ-πο-ψη-φι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): υποψηφιότητα μαζί με άλλο ή άλλα πρόσωπα: Σε περίπτωση ~ας, κριτήριο επιλογής είναι ...|| ~ των δύο χωρών για τη διοργάνωση των αγώνων. | |
| 49065 | συνυφάδα | βλ. συννυφάδα | |
| 49066 | συνυφαίνω | συ-νυ-φαί-νω ρ. (μτβ.) {συνύφα-νε, συνυφά-νθηκε, -σμένος, συνυφαίν-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): συνδέω σε στενή σχέση στοιχεία συνήθ. ετερόκλιτα, διαπλέκω: ~ τη θεωρία με την πράξη/το παλιό με το καινούργιο/την πραγματικότητα με τη μυθοπλασία. Πολιτισμός άρρηκτα ~σμένος με την παράδοση. Κίνδυνοι ~σμένοι με την επιχειρηματική δραστηριότητα. Βλ. συνταιριάζω.|| Η λέξη έχει συνυφανθεί στο μυαλό της με δυσάρεστες αναμνήσεις. Πβ. συσχετίζω. [< αρχ. συνυφαίνω ‘υφαίνω μαζί, εξυφαίνω’, αγγλ. interweave] | |
| 49067 | συνύφανση | συ-νύ-φαν-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) στενή σύνδεση, αλληλεξάρτηση: αρμονική/οργανική ~. ~ κωμικού και τραγικού (στοιχείου)/λόγου και εικόνας. Βλ. σύνθεση. 2. (σπάν.) πλέξιμο διαφορετικών υλικών: ~ δύο υφασμάτων. [< πβ. αρχ. συνύφανσις ‘ύφανση από κοινού’] | |
| 49068 | συνωθούμαι | [συνωθοῦμαι] συ-νω-θού-μαι ρ. (αμτβ.) {συνωθ-ούνται ... | συνωθή-θηκαν} (επίσ.): συνωστίζομαι: Το πλήθος ~είται γύρω της. Μπροστά στο μνημείο ~ούνται τουρίστες. Πβ. διαγκωνίζ-, στοιβάζ-, στριμώχν-ομαι. [< αρχ. συνωθοῦμαι] | |
| 49069 | συνωμοσία | συ-νω-μο-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. σύνολο μυστικών επαφών και παράνομων πράξεων, με σκοπό την ανατροπή της καθιερωμένης τάξης, κυρ. σε στρατιωτικό ή πολιτικό επίπεδο: διεθνής/ιστορική/παγκόσμια/σκοτεινή ~. ~ για τρομοκρατική επίθεση/εναντίον του έθνους. ΣΥΝ. δολοπλοκία, μηχανορραφία, πλεκτάνη 2. (μτφ.) μυστική και δόλια ενέργεια προσώπων σε βάρος άλλου: θύμα ~ας. Καταγγέλλουν ~ σε βάρος του. (προφ.) Σταμάτα να βλέπεις τριγύρω σου ~ες. ΣΥΝ. ραδιουργία ● ΣΥΜΠΛ.: θεωρία (της) συνωμοσίας: σύμφωνα με την οποία πίσω από κάθε ασυνήθιστο και συνήθ. αρνητικό φαινόμενο βρίσκονται δολοπλοκίες μυστικών οργανώσεων ή κυβερνήσεων. [< αγγλ. conspiracy theory, 1909] , (η) συνωμοσία (της) σιωπής βλ. σιωπή [< 1: αρχ. συνωμοσία 2: γαλλ. conspiration] | |
| 49070 | συνωμοσιολογία | συ-νω-μο-σι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): συζήτηση για συνωμοσία ή σενάρια συνωμοσίας: άκρατη ~. Θεωρίες ~ας. Βλ. δαιμονολογία, -λογία. | |
| 49071 | συνωμοσιολογικός | , ή, ό συ-νω-μο-σι-ο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη συνωμοσιολογία: ~ή: αντίληψη/θεωρία. ~ό: κείμενο/σενάριο. | |
| 49072 | συνωμοσιολόγος | συ-νω-μο-σι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που μιλά συνεχώς για σενάρια συνωμοσίας ή τα κατασκευάζει: καχύποπτοι ~οι. Βλ. -λόγος. | |
| 49073 | συνωμοσιολογώ | συ-νω-μο-σι-ο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {-είς}: κάνω συνεχώς λόγο για σενάρια συνωμοσίας: Κινδυνολογεί και ~εί. Βλ. -λογώ. | |
| 49074 | συνωμότης | συ-νω-μό-της ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που συνωμοτεί: δαιμόνιος ~.|| (σπάν., ως επίθ.) ~ες στασιαστές. Πβ. δολοπλόκος, μηχανορράφος, ραδιούργος, σκευωρός. [< αρχ. συνωμότης] | |
| 49075 | συνωμοτικός | , ή, ό συ-νω-μο-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε συνωμοσία ή συνωμότη: ~ός: πυρήνας. ~ή: δράση/θεωρία/κίνηση/ομάδα/σιωπή/τακτική. ~ό: σχέδιο. ~ές: κινήσεις. ~ά σενάρια καταστροφολογίας (πβ. συνωμοσιολογικός).|| (μτφ.) ~ό: βλέμμα/ύφος/χαμόγελο. Βλ. συνθηματικός. ● επίρρ.: συνωμοτικά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς] [< πβ. μτγν. συνωμοτικῶς] | |
| 49076 | συνωμοτικότητα | συ-νω-μο-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) & συνωμοτισμός (ο) (λόγ.): η ιδιότητα του συνωμοτικού: απόλυτη/αυστηρή ~. Βλ. -ότητα, μυστικότητα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ