| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 49069 | συνωμοσία | συ-νω-μο-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. σύνολο μυστικών επαφών και παράνομων πράξεων, με σκοπό την ανατροπή της καθιερωμένης τάξης, κυρ. σε στρατιωτικό ή πολιτικό επίπεδο: διεθνής/ιστορική/παγκόσμια/σκοτεινή ~. ~ για τρομοκρατική επίθεση/εναντίον του έθνους. ΣΥΝ. δολοπλοκία, μηχανορραφία, πλεκτάνη 2. (μτφ.) μυστική και δόλια ενέργεια προσώπων σε βάρος άλλου: θύμα ~ας. Καταγγέλλουν ~ σε βάρος του. (προφ.) Σταμάτα να βλέπεις τριγύρω σου ~ες. ΣΥΝ. ραδιουργία ● ΣΥΜΠΛ.: θεωρία (της) συνωμοσίας: σύμφωνα με την οποία πίσω από κάθε ασυνήθιστο και συνήθ. αρνητικό φαινόμενο βρίσκονται δολοπλοκίες μυστικών οργανώσεων ή κυβερνήσεων. [< αγγλ. conspiracy theory, 1909] , (η) συνωμοσία (της) σιωπής βλ. σιωπή [< 1: αρχ. συνωμοσία 2: γαλλ. conspiration] | |
| 49070 | συνωμοσιολογία | συ-νω-μο-σι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): συζήτηση για συνωμοσία ή σενάρια συνωμοσίας: άκρατη ~. Θεωρίες ~ας. Βλ. δαιμονολογία, -λογία. | |
| 49071 | συνωμοσιολογικός | , ή, ό συ-νω-μο-σι-ο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη συνωμοσιολογία: ~ή: αντίληψη/θεωρία. ~ό: κείμενο/σενάριο. | |
| 49072 | συνωμοσιολόγος | συ-νω-μο-σι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που μιλά συνεχώς για σενάρια συνωμοσίας ή τα κατασκευάζει: καχύποπτοι ~οι. Βλ. -λόγος. | |
| 49073 | συνωμοσιολογώ | συ-νω-μο-σι-ο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {-είς}: κάνω συνεχώς λόγο για σενάρια συνωμοσίας: Κινδυνολογεί και ~εί. Βλ. -λογώ. | |
| 49074 | συνωμότης | συ-νω-μό-της ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που συνωμοτεί: δαιμόνιος ~.|| (σπάν., ως επίθ.) ~ες στασιαστές. Πβ. δολοπλόκος, μηχανορράφος, ραδιούργος, σκευωρός. [< αρχ. συνωμότης] | |
| 49075 | συνωμοτικός | , ή, ό συ-νω-μο-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε συνωμοσία ή συνωμότη: ~ός: πυρήνας. ~ή: δράση/θεωρία/κίνηση/ομάδα/σιωπή/τακτική. ~ό: σχέδιο. ~ές: κινήσεις. ~ά σενάρια καταστροφολογίας (πβ. συνωμοσιολογικός).|| (μτφ.) ~ό: βλέμμα/ύφος/χαμόγελο. Βλ. συνθηματικός. ● επίρρ.: συνωμοτικά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς] [< πβ. μτγν. συνωμοτικῶς] | |
| 49076 | συνωμοτικότητα | συ-νω-μο-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) & συνωμοτισμός (ο) (λόγ.): η ιδιότητα του συνωμοτικού: απόλυτη/αυστηρή ~. Βλ. -ότητα, μυστικότητα. | |
| 49077 | συνωμοτώ | [συνωμοτῶ] συ-νω-μο-τώ ρ. (μτβ.) {συνωμοτ-είς ..., -ώντας | συνωμότ-ησε, -ήσει}: οργανώνω συνωμοσία ή συμμετέχω σε αυτή: ~ κατά του αρχηγού/καθεστώτος/κράτους/πολιτεύματος. ~ούν σε βάρος της πατρίδας. ~ησαν για να ανατρέψουν την κυβέρνηση. Πβ. δολοπλοκώ, μηχανορραφώ, ραδιουργώ, σκευωρώ. ● συνωμοτεί (μτφ.): (για κατάσταση, φαινόμενο, παράγοντα) συμβάλλει στην επιτυχία ή την αποτυχία ενός σχεδίου που έχει θέσει κάποιος: Το Σύμπαν ~ για να πετύχεις αυτό που θέλεις. Κοίτα βροχή έξω, λες και η φύση ~ εναντίον της εκδρομής μας. Όλα ~ούν υπέρ μου. [< γαλλ. conspirer] | |
| 49078 | συνωνυμία | συ-νω-νυ-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. η ύπαρξη κοινού ονόματος ή/και επωνύμου με άλλο πρόσωπο: απλή ~ (: όταν το επώνυμο είναι το ίδιο χωρίς να υπάρχει συγγένεια). Πρόκειται για ~. Οποιαδήποτε ~ είναι εντελώς συμπτωματική. Συνελήφθη λόγω ~ας με καταζητούμενο. 2. ΓΛΩΣΣ. η ιδιότητα δύο ή περισσότερων λέξεων που έχουν ακριβώς ή συνηθέστ. σχεδόν την ίδια σημασία: μερική ~. ~ όρων. Βλ. ταυτοσημία, -ωνυμία. ΑΝΤ. αντωνυμία (2) [< 2: αρχ. συνωνυμία, γαλλ. synonymie, αγγλ. synonymity] | |
| 49079 | συνωνυμικός | , ή, ό συ-νω-νυ-μι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τη συνωνυμία ή το συνώνυμο: ~ή: σχέση. ~ές: δυνατότητες (βλ. ισοδυναμία). ~ά: ζεύγη (π.χ. όρος-βουνό). Βλ. -ωνυμικός. ΑΝΤ. αντωνυμικός (2) ● επίρρ.: συνωνυμικά [< γαλλ. synonymique, αγγλ. synonymic(al)] | |
| 49080 | συνώνυμο | συ-νώ-νυ-μο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ύμου}: ΓΛΩΣΣ. λέξη ή φράση που έχει την ίδια ή συνήθ. σχεδόν την ίδια σημασία με άλλη: Το ~ του "διαρκής" είναι το "συνεχής". Λεξικό ~ύμων-αντωνύμων. Πβ. ταυτόσημα.|| (μτφ.) Σχολείο που θεωρείται ~ο (= ισοδύναμο) της επιτυχίας. Το ξενοδοχείο ... είναι ~ της πολυτέλειας. Βλ. παρά-, περί-φραση. ΑΝΤ. αντώνυμο [< αρχ. τά συνώνυμα, γαλλ. synonyme, αγγλ. synonym] | |
| 49081 | συνώνυμος | , η, ο συ-νώ-νυ-μος επίθ.: ΓΛΩΣΣ. (για λέξη, φράση) που έχει την ίδια ή παραπλήσια σημασία με κάποια άλλη: ~ες: εκφράσεις. Πβ. ταυτόσημος.|| (μτφ.) Η πρόοδος είναι ~η (= ταυτίζεται) με την τεχνολογική εξέλιξη. Βλ. -ώνυμος. ΑΝΤ. αντίθετος (1) [< αρχ. συνώνυμος, γαλλ. synonyme, αγγλ. synonymous] | |
| 49082 | συνωρίδα | συ-νω-ρί-δα ουσ. (θηλ.) & (αρχαιοπρ.) ξυνωρίδα: ΑΡΧ. είδος άρματος το οποίο έσερναν δύο άλογα και κατ' επέκτ. το αντίστοιχο αγώνισμα: ~ πώλων. Βλ. τέθριππο. [< αρχ. συνωρίς] | |
| 49083 | συνωστίζομαι | συ-νω-στί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {συνωστί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, συνωστιζ-όμενος}: στριμώχνομαι μεταξύ άλλων ανθρώπων (που συχνά σπρώχνονται): ~ μέσα στο μετρό/μπροστά στο ταμείο/στη στάση του λεωφορείου. Πλήθος κόσμου ~εται για να παρακολουθήσει την ταινία. Οι καταναλωτές ~ονται (= παστώνονται) στα μαγαζιά για τις εκπτώσεις. Εκατοντάδες επιβάτες ~στηκαν στο πλοίο. ~όμενοι (όρθιοι) σε πάρτι/πλατείες. Πβ. στοιβάζομαι. Βλ. διαγκωνίζομαι.|| (μτφ.) Χιλιάδες υποψήφιοι ~ονται για λίγες θέσεις εργασίας. ΣΥΝ. συνωθούμαι [< γαλλ. se bousculer] | |
| 49084 | συνωστισμός | συ-νω-στι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συνωστίζομαι: κυκλοφοριακός ~ (πβ. μποτιλιάρισμα, πήξιμο, συμφόρηση). ~ επικρατεί στο γήπεδο/λιμάνι/μετρό. Έξω από το εκδοτήριο εισιτηρίων γινόταν ~ (από πλήθος κόσμου). Χάθηκε για λίγο στον ~ό.|| (μτφ.) ~ υποψηφίων (για μία θέση). ~ στην κορυφή της βαθμολογίας. Πβ. αδιαχώρητο, πολυκοσμία, πάστωμα, στρίμωγμα, στριμωξίδι. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. bousculade] | |
| 49085 | σύξυλος | , η, ο σύ-ξυ-λος επίθ.: στη ● ΦΡ.: αφήνω (κάποιον/κάτι) σύξυλο/μένω σύξυλος & παρατάω (κάποιον) σύξυλο: όταν κάποιος μένει ακίνητος και άφωνος, κυρ. εξαιτίας αιφνιδιασμού ή επειδή τον άφησαν εντελώς μόνο, αβοήθητο: Όταν έμαθε το τραγικό νέο, έμεινε ~ (πβ. έμεινα κάγκελο, κόκαλο).|| (επιτατ.) Την άφησε ~η με δύο παιδιά. [< σύξυλος, 17ος αι.] | |
| 49086 | συριακός | , ή, ό συ-ρι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Συρία ή/και τους Σύρ(ι)ους. | |
| 49087 | συριανός | , ή, ό συ-ρια-νός επίθ.: που σχετίζεται με τη Σύρο ή/και τους Συριανούς. Βλ. -ιανός. | |
| 49088 | Συριανός, Συριανή | Συ-ρι-α-νός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Σύρο. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ