| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 49077 | συνωμοτώ | [συνωμοτῶ] συ-νω-μο-τώ ρ. (μτβ.) {συνωμοτ-είς ..., -ώντας | συνωμότ-ησε, -ήσει}: οργανώνω συνωμοσία ή συμμετέχω σε αυτή: ~ κατά του αρχηγού/καθεστώτος/κράτους/πολιτεύματος. ~ούν σε βάρος της πατρίδας. ~ησαν για να ανατρέψουν την κυβέρνηση. Πβ. δολοπλοκώ, μηχανορραφώ, ραδιουργώ, σκευωρώ. ● συνωμοτεί (μτφ.): (για κατάσταση, φαινόμενο, παράγοντα) συμβάλλει στην επιτυχία ή την αποτυχία ενός σχεδίου που έχει θέσει κάποιος: Το Σύμπαν ~ για να πετύχεις αυτό που θέλεις. Κοίτα βροχή έξω, λες και η φύση ~ εναντίον της εκδρομής μας. Όλα ~ούν υπέρ μου. [< γαλλ. conspirer] | |
| 49078 | συνωνυμία | συ-νω-νυ-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. η ύπαρξη κοινού ονόματος ή/και επωνύμου με άλλο πρόσωπο: απλή ~ (: όταν το επώνυμο είναι το ίδιο χωρίς να υπάρχει συγγένεια). Πρόκειται για ~. Οποιαδήποτε ~ είναι εντελώς συμπτωματική. Συνελήφθη λόγω ~ας με καταζητούμενο. 2. ΓΛΩΣΣ. η ιδιότητα δύο ή περισσότερων λέξεων που έχουν ακριβώς ή συνηθέστ. σχεδόν την ίδια σημασία: μερική ~. ~ όρων. Βλ. ταυτοσημία, -ωνυμία. ΑΝΤ. αντωνυμία (2) [< 2: αρχ. συνωνυμία, γαλλ. synonymie, αγγλ. synonymity] | |
| 49079 | συνωνυμικός | , ή, ό συ-νω-νυ-μι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τη συνωνυμία ή το συνώνυμο: ~ή: σχέση. ~ές: δυνατότητες (βλ. ισοδυναμία). ~ά: ζεύγη (π.χ. όρος-βουνό). Βλ. -ωνυμικός. ΑΝΤ. αντωνυμικός (2) ● επίρρ.: συνωνυμικά [< γαλλ. synonymique, αγγλ. synonymic(al)] | |
| 49080 | συνώνυμο | συ-νώ-νυ-μο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ύμου}: ΓΛΩΣΣ. λέξη ή φράση που έχει την ίδια ή συνήθ. σχεδόν την ίδια σημασία με άλλη: Το ~ του "διαρκής" είναι το "συνεχής". Λεξικό ~ύμων-αντωνύμων. Πβ. ταυτόσημα.|| (μτφ.) Σχολείο που θεωρείται ~ο (= ισοδύναμο) της επιτυχίας. Το ξενοδοχείο ... είναι ~ της πολυτέλειας. Βλ. παρά-, περί-φραση. ΑΝΤ. αντώνυμο [< αρχ. τά συνώνυμα, γαλλ. synonyme, αγγλ. synonym] | |
| 49081 | συνώνυμος | , η, ο συ-νώ-νυ-μος επίθ.: ΓΛΩΣΣ. (για λέξη, φράση) που έχει την ίδια ή παραπλήσια σημασία με κάποια άλλη: ~ες: εκφράσεις. Πβ. ταυτόσημος.|| (μτφ.) Η πρόοδος είναι ~η (= ταυτίζεται) με την τεχνολογική εξέλιξη. Βλ. -ώνυμος. ΑΝΤ. αντίθετος (1) [< αρχ. συνώνυμος, γαλλ. synonyme, αγγλ. synonymous] | |
| 49082 | συνωρίδα | συ-νω-ρί-δα ουσ. (θηλ.) & (αρχαιοπρ.) ξυνωρίδα: ΑΡΧ. είδος άρματος το οποίο έσερναν δύο άλογα και κατ' επέκτ. το αντίστοιχο αγώνισμα: ~ πώλων. Βλ. τέθριππο. [< αρχ. συνωρίς] | |
| 49083 | συνωστίζομαι | συ-νω-στί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {συνωστί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, συνωστιζ-όμενος}: στριμώχνομαι μεταξύ άλλων ανθρώπων (που συχνά σπρώχνονται): ~ μέσα στο μετρό/μπροστά στο ταμείο/στη στάση του λεωφορείου. Πλήθος κόσμου ~εται για να παρακολουθήσει την ταινία. Οι καταναλωτές ~ονται (= παστώνονται) στα μαγαζιά για τις εκπτώσεις. Εκατοντάδες επιβάτες ~στηκαν στο πλοίο. ~όμενοι (όρθιοι) σε πάρτι/πλατείες. Πβ. στοιβάζομαι. Βλ. διαγκωνίζομαι.|| (μτφ.) Χιλιάδες υποψήφιοι ~ονται για λίγες θέσεις εργασίας. ΣΥΝ. συνωθούμαι [< γαλλ. se bousculer] | |
| 49084 | συνωστισμός | συ-νω-στι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συνωστίζομαι: κυκλοφοριακός ~ (πβ. μποτιλιάρισμα, πήξιμο, συμφόρηση). ~ επικρατεί στο γήπεδο/λιμάνι/μετρό. Έξω από το εκδοτήριο εισιτηρίων γινόταν ~ (από πλήθος κόσμου). Χάθηκε για λίγο στον ~ό.|| (μτφ.) ~ υποψηφίων (για μία θέση). ~ στην κορυφή της βαθμολογίας. Πβ. αδιαχώρητο, πολυκοσμία, πάστωμα, στρίμωγμα, στριμωξίδι. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. bousculade] | |
| 49085 | σύξυλος | , η, ο σύ-ξυ-λος επίθ.: στη ● ΦΡ.: αφήνω (κάποιον/κάτι) σύξυλο/μένω σύξυλος & παρατάω (κάποιον) σύξυλο: όταν κάποιος μένει ακίνητος και άφωνος, κυρ. εξαιτίας αιφνιδιασμού ή επειδή τον άφησαν εντελώς μόνο, αβοήθητο: Όταν έμαθε το τραγικό νέο, έμεινε ~ (πβ. έμεινα κάγκελο, κόκαλο).|| (επιτατ.) Την άφησε ~η με δύο παιδιά. [< σύξυλος, 17ος αι.] | |
| 49086 | συριακός | , ή, ό συ-ρι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Συρία ή/και τους Σύρ(ι)ους. | |
| 49087 | συριανός | , ή, ό συ-ρια-νός επίθ.: που σχετίζεται με τη Σύρο ή/και τους Συριανούς. Βλ. -ιανός. | |
| 49088 | Συριανός, Συριανή | Συ-ρι-α-νός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Σύρο. | |
| 49089 | σύριγγα | σύ-ριγ-γα ουσ. (θηλ.) 1. όργανο για έγχυση φαρμακευτικού υγρού στο σώμα ή για τη λήψη υγρών από αυτό, που αποτελείται από έναν κυλινδρικό σωλήνα με εσωτερικό έμβολο και βελόνα στην άκρη του: αποστειρωμένη/πλαστική/χρησιμοποιημένη ~. ~ μιας χρήσης. Πβ. ένεση.|| (συνήθ. για χρήστες ναρκωτικών) Βρέθηκε νεκρός με τη ~ στο χέρι. 2. ΜΟΥΣ. -ΑΡΧ. πνευστό όργανο από καλάμια διαφορετικού μεγέθους, τοποθετημένα παράλληλα μεταξύ τους και δεμένα συνήθ. με κερί: η ~ του Πάνα. Βλ. αυλός. [< 1: γαλλ. seringue 2: αρχ. σῦριγξ] | |
| 49090 | συρίγγιο | συ-ρίγ-γι-ο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. πόρος μεταξύ οργάνων ή μεταξύ οργάνου και της επιφάνειας του δέρματος, από τον οποίο μεταφέρονται υγρά (π.χ. πύον) λόγω παθολογικής κατάστασης: ορθοκολπικό/ορθοκυστικό/παγκρεατικό/περιεδρικό/τραχειοοισοφαγικό ~. Βλ. απόστημα, διαπύηση. ΣΥΝ. φίστουλα (2) [< πβ. μτγν. συρίγγιον 'καλαμάκι', γαλλ. fistule] | |
| 49091 | συριγγομυελία | συ-ριγ-γο-μυ-ε-λί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χρόνια εκφυλιστική πάθηση που χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση κοιλοτήτων γεμάτων με υγρό στο κέντρο του νωτιαίου μυελού. [< γαλλ. syringomyélie, αγγλ. syringomyelia] | |
| 49092 | συριγγώδης | , ης, ες συ-ριγ-γώ-δης επίθ. {συριγγώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΙΑΤΡ. που έχει τη μορφή συριγγίου: ~ης: πόρος. Βλ. -ώδης. [< μτγν. συριγγώδης, γαλλ. fistuleux] | |
| 49093 | συριγμός | συ-ριγ-μός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) & (σπάν.) σύριγμα (το): συριστικός ήχος: ~ της αναπνοής. Βήχας με ~ό.|| ~ αέρα/ατμού/σειρήνας/φιδιού. Πβ. σφύριγμα. [< αρχ. συριγμός] | |
| 49094 | συρίζει | συ-ρί-ζει ρ. (αμτβ.) {σύριξε} (λόγ.) : παράγει συριστικό ήχο: ~ ελαφρά όταν κοιμάται. (ΙΑΤΡ.) συρίττουσα αναπνοή. Πβ. σφυρίζω. [< αρχ. συρίζω] | |
| 49095 | συριστικός | , ή, ό συ-ρι-στι-κός επίθ.: (για ήχο) όμοιος με σφύριγμα: ~ή: φωνή. Πβ. σφυριχτός.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ά: σύμφωνα (σ, ζ). [< γαλλ. sibilant, πβ. μτγν. συριστικός 'σχετικός με το σουραύλι'] | |
| 49096 | σύρμα | σύρ-μα ουσ. (ουδ.) {σύρμ-ατος | -ατα} 1. λεπτό, εύκαμπτο, μεταλλικό νήμα: αγκαθωτό/ανοξείδωτο/γαλβανισμένο/πλαστικοποιημένο/χάλκινο ~. Ατσάλινο/χαλύβδινο ~ (= ατσαλόσυρμα). Δένω/στερεώνω κάτι με ~. ~ περίφραξης (= συρματόπλεγμα).|| (ΗΛΕΚΤΡ., αγωγός ηλεκτρικού ρεύματος:) Γυμνό/ηλεκτροφόρο/μονωμένο ~ (= καλώδιο). Ο χαρταετός μπλέχτηκε στα ~ατα της ΔΕΗ. (προφ.) Στην άλλη άκρη του ~ατος (: της τηλεφωνικής γραμμής) βρίσκεται ο ... 2. συρμάτινο σφουγγάρι για τον καθαρισμό κυρ. οικιακών σκευών: ~ για κατσαρόλες/κουζίνα/νεροχύτη/πάτωμα/τηγάνι. Λεπτό/χοντρό ~. Τρίβω με ~. 3. ΜΑΓΕΙΡ. συρμάτινο χτυπητήρι: Ανακατέψτε τα αβγά/το μείγμα με ~. ● Υποκ.: συρματάκι (το) ● ΦΡ.: πέφτει σύρμα (αργκό): ως προειδοποίηση σε πρόσωπο που συνήθ. παρανομεί, για να μη γίνει αντιληπτό: Μόλις έπεσε το ~ πως πλησιάζει η Αστυνομία, οι κλέφτες εξαφανίστηκαν.|| Αν πέσει ~ (= μαθευτεί) ότι ...|| (ως επιφών., συνθηματικά:) ~ (: πρόσεχε), κάποιος έρχεται! [< 1: μεσν. σύρμα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ