Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [49620-49640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
49089σύριγγασύ-ριγ-γα ουσ. (θηλ.) 1. όργανο για έγχυση φαρμακευτικού υγρού στο σώμα ή για τη λήψη υγρών από αυτό, που αποτελείται από έναν κυλινδρικό σωλήνα με εσωτερικό έμβολο και βελόνα στην άκρη του: αποστειρωμένη/πλαστική/χρησιμοποιημένη ~. ~ μιας χρήσης. Πβ. ένεση.|| (συνήθ. για χρήστες ναρκωτικών) Βρέθηκε νεκρός με τη ~ στο χέρι. 2. ΜΟΥΣ. -ΑΡΧ. πνευστό όργανο από καλάμια διαφορετικού μεγέθους, τοποθετημένα παράλληλα μεταξύ τους και δεμένα συνήθ. με κερί: η ~ του Πάνα. Βλ. αυλός. [< 1: γαλλ. seringue 2: αρχ. σῦριγξ]
49090συρίγγιοσυ-ρίγ-γι-ο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. πόρος μεταξύ οργάνων ή μεταξύ οργάνου και της επιφάνειας του δέρματος, από τον οποίο μεταφέρονται υγρά (π.χ. πύον) λόγω παθολογικής κατάστασης: ορθοκολπικό/ορθοκυστικό/παγκρεατικό/περιεδρικό/τραχειοοισοφαγικό ~. Βλ. απόστημα, διαπύηση. ΣΥΝ. φίστουλα (2) [< πβ. μτγν. συρίγγιον 'καλαμάκι', γαλλ. fistule]
49091συριγγομυελίασυ-ριγ-γο-μυ-ε-λί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χρόνια εκφυλιστική πάθηση που χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση κοιλοτήτων γεμάτων με υγρό στο κέντρο του νωτιαίου μυελού. [< γαλλ. syringomyélie, αγγλ. syringomyelia]
49092συριγγώδης, ης, ες συ-ριγ-γώ-δης επίθ. {συριγγώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΙΑΤΡ. που έχει τη μορφή συριγγίου: ~ης: πόρος. Βλ. -ώδης. [< μτγν. συριγγώδης, γαλλ. fistuleux]
49093συριγμόςσυ-ριγ-μός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) & (σπάν.) σύριγμα (το): συριστικός ήχος: ~ της αναπνοής. Βήχας με ~ό.|| ~ αέρα/ατμού/σειρήνας/φιδιού. Πβ. σφύριγμα. [< αρχ. συριγμός]
49094συρίζεισυ-ρί-ζει ρ. (αμτβ.) {σύριξε} (λόγ.) : παράγει συριστικό ήχο: ~ ελαφρά όταν κοιμάται. (ΙΑΤΡ.) συρίττουσα αναπνοή. Πβ. σφυρίζω. [< αρχ. συρίζω]
49095συριστικός, ή, ό συ-ρι-στι-κός επίθ.: (για ήχο) όμοιος με σφύριγμα: ~ή: φωνή. Πβ. σφυριχτός.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ά: σύμφωνα (σ, ζ). [< γαλλ. sibilant, πβ. μτγν. συριστικός 'σχετικός με το σουραύλι']
49096σύρμασύρ-μα ουσ. (ουδ.) {σύρμ-ατος | -ατα} 1. λεπτό, εύκαμπτο, μεταλλικό νήμα: αγκαθωτό/ανοξείδωτο/γαλβανισμένο/πλαστικοποιημένο/χάλκινο ~. Ατσάλινο/χαλύβδινο ~ (= ατσαλόσυρμα). Δένω/στερεώνω κάτι με ~. ~ περίφραξης (= συρματόπλεγμα).|| (ΗΛΕΚΤΡ., αγωγός ηλεκτρικού ρεύματος:) Γυμνό/ηλεκτροφόρο/μονωμένο ~ (= καλώδιο). Ο χαρταετός μπλέχτηκε στα ~ατα της ΔΕΗ. (προφ.) Στην άλλη άκρη του ~ατος (: της τηλεφωνικής γραμμής) βρίσκεται ο ... 2. συρμάτινο σφουγγάρι για τον καθαρισμό κυρ. οικιακών σκευών: ~ για κατσαρόλες/κουζίνα/νεροχύτη/πάτωμα/τηγάνι. Λεπτό/χοντρό ~. Τρίβω με ~. 3. ΜΑΓΕΙΡ. συρμάτινο χτυπητήρι: Ανακατέψτε τα αβγά/το μείγμα με ~. ● Υποκ.: συρματάκι (το) ● ΦΡ.: πέφτει σύρμα (αργκό): ως προειδοποίηση σε πρόσωπο που συνήθ. παρανομεί, για να μη γίνει αντιληπτό: Μόλις έπεσε το ~ πως πλησιάζει η Αστυνομία, οι κλέφτες εξαφανίστηκαν.|| Αν πέσει ~ (= μαθευτεί) ότι ...|| (ως επιφών., συνθηματικά:) ~ (: πρόσεχε), κάποιος έρχεται! [< 1: μεσν. σύρμα]
49097συρματερός, ή, ό συρ-μα-τε-ρός επίθ.: που κατασκευάζεται με την τεχνική της συρματερής: ~ός: σταυρός. ~ή: διακόσμηση/πόρπη. Βλ. -ερός. ● Ουσ.: συρματερή (η): (στην κοσμηματοποιία) τεχνική κατά την οποία το υλικό δουλεύεται έτσι ώστε να αποκτήσει τη μορφή λεπτού σύρματος που στρίβεται, για να σχηματίσει περίτεχνες περιελίξεις. ΣΥΝ. φιλιγκράν (1) [< μεσν. συρματερός]
49098συρμάτινος

, η, ο συρ-μά-τι-νος επίθ. & συρματένιος, ια, ιο: που έχει κατασκευαστεί από σύρμα: ~ος: σκελετός (κτιρίου)/συνδετήρας/φράχτης. ~η: βούρτσα/κρεμάστρα/περίφραξη/σχάρα/χορδή. ~ο: καλάθι/καλώδιο/κλουβί/πλέγμα/ράφι/σπιράλ/σφουγγάρι (= σύρμα). [< μεσν. συρμάτινος, συρματένιος, 16ος αι.]

49099συρματόβουρτσασυρ-μα-τό-βουρ-τσα ουσ. (θηλ.): μηχανική ή απλή βούρτσα με τρίχες από σκληρό υλικό: ~ από ανθρακούχο χάλυβα. Καθαρισμός σκουριάς με ~. [< αγγλ. wire brush]
49100συρματόπλεγμασυρ-μα-τό-πλεγ-μα ουσ. (ουδ.): συρμάτινο πλέγμα και κατ' επέκτ. η ανάλογη περίφραξη: αγκαθωτό (βλ. κονσερτίνα)/ηλεκτροφόρο ~. ~ ασφαλείας. Έκοψε/πήδηξε/τρύπησε το ~.|| Το ~ του γηπέδου/κτήματος/οικοπέδου/στρατοπέδου. Πβ. σύρμα. [< γερμ. Drahtnetz]
49101συρματόσχοινοσυρ-μα-τό-σχοι-νο ουσ. (ουδ.) & συρματόσκοινο: σχοινί κατασκευασμένο από σύρματα τυλιγμένα μεταξύ τους: ανοξείδωτο/εύκαμπτο/λεπτό/πλαστικοποιημένο/χαλύβδινο ~. ~ απλώματος ρούχων/ασφαλείας. ~ ανελκυστήρα/έλξεων. Βλ. αρτάνη. [< γερμ. Drahtseil]
49102συρματουργίασυρ-μα-τουρ-γί-α ουσ. (θηλ.): τεχνική κατασκευής σύρματος, η αντίστοιχη οργανωμένη μονάδα και ο σχετικός κλάδος. Βλ. -ουργία.
49103συρμάτωσησυρ-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΗΛΕΚΤΡ. σύστημα ηλεκτρικών καλωδίων και γενικότ. η εγκατάστασή τους: εσωτερική ~. Συσκευή ~ης πλαισίων. [< αγγλ. wiring]
49104συρμόςσυρ-μός ουσ. (αρσ.) 1. (επίσ.) τρένο: εμπορικός/επιβατικός/τοπικός ~. Ακινητοποίηση/αναχώρηση/άφιξη/διέλευση/εκτροχιασμός ~ού. Πρώτος/τελευταίος ~ της ημέρας. Ο ~ του μετρό/προαστιακού. Πβ. σιδηρόδρομος.|| (παλαιότ.) Ξύλινος ~. ΣΥΝ. αμαξοστοιχία 2. μόδα: ο ~ της εποχής. Δεν συνηθίζει να ακολουθεί τον ~ό. ● ΦΡ.: του συρμού: (για κάτι) που βρίσκεται στη μόδα και είναι συνήθ. χαμηλής ποιότητας: ανέκδοτα/εκφράσεις/μουσική/ρούχα ~ ~. [< πβ. αρχ. συρμός 'ίχνος, θόρυβος, σύρσιμο', γαλλ. train]
49105σύρραξησύρ-ρα-ξη ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ένοπλη σύγκρουση ή γενικότ. σφοδρή συμπλοκή: αιματηρή/γενικευμένη/εμφύλια/ένοπλη/παγκόσμια/πυρηνική/στρατιωτική ~. Πολεμικές ~άξεις. ~ μεταξύ κρατών/λαών/οπαδών (ομάδων). Πβ. πόλεμος. [< αρχ. σύρραξις]
49106συρραπτικός, ή, ό συρ-ρα-πτι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. (για εργαλείο) που συρράπτει διάφορα υλικά: ~ή: μηχανή/τανάλια. ~ό: μηχάνημα/πιστόλι. ● Ουσ.: συρραπτικό (το): συσκευή που συρράπτει με μικρούς μεταλλικούς συνδετήρες συνήθ. φύλλα χαρτιού: επιτραπέζιο/μεταλλικό ~. ~ γραφείου/χειρός. Βλ. απο~.|| Ηλεκτρικό ~. ~ αέρος. Πβ. καρφωτικό.|| (ΙΑΤΡ.) ~ά δέρματος. [< αγγλ. stapler, περ. 1909, γαλλ.agrafeuse, 1912]
49107συρράπτωσυρ-ρά-πτω ρ. (μτβ.) {συνέρρα-ψα, συρρά-ψει, -φθηκε, -φεί κ. -φθεί, -μμένος} 1. ενώνω με συρραπτικό (μηχάνημα), συνήθ. χαρτιά: ~ έγγραφα. Η συσκευή ~ει μέχρι και είκοσι φύλλα. ~ψε την απόδειξη πάνω στον φάκελο. Τα δύο έντυπα ~φθηκαν μεταξύ τους. Βλ. συνάπτω. 2. (μτφ.) συνενώνω αποσπάσματα, συχνά ασύνδετα ή χωρίς επεξεργασία, σε ενιαίο σύνολο: Οι επιμέρους ιστορίες ~φθηκαν σε ένα κείμενο. Βλ. συνδέω, συνθέτω. 3. (σπάν.-λόγ.) ράβω μαζί: ~ δέρματα/υφάσματα. [< 2, 3: αρχ. συρράπτω]
49108συρραφήσυρ-ρα-φή ουσ. (θηλ.) 1. ένωση συνήθ. φύλλων χαρτιού με συρραπτικό· γενικότ. ράψιμο: ~ εγγράφων/φωτοτυπιών.|| ~ δερμάτων/μονωτικών υλικών. 2. ΙΑΤΡ. κλείσιμο τραύματος ή συνένωση ιστών, συνήθ. με τη χρήση ραμμάτων· συνεκδ. τα ίδια τα ράμματα: λαπαροσκοπική ~. ~ δέρματος/μηνίσκου/μήτρας/τραχήλου.|| Οι ~ές αφαιρούνται μία εβδομάδα μετά την επέμβαση. 3. (μτφ.) σύνθεση ετερόκλιτων συνήθ. στοιχείων ή αποσπασμάτων, που συχνά γίνεται αυθαίρετα ή/και χωρίς επεξεργασία: ~ απόψεων/έργων/κειμένων/σκηνών (πβ. μοντάζ)/φωτογραφιών. Βλ. κολάζ. [< αρχ. συρραφή ‘ράψιμο μαζί’ 2: γαλλ. suture]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.