| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 49097 | συρματερός | , ή, ό συρ-μα-τε-ρός επίθ.: που κατασκευάζεται με την τεχνική της συρματερής: ~ός: σταυρός. ~ή: διακόσμηση/πόρπη. Βλ. -ερός. ● Ουσ.: συρματερή (η): (στην κοσμηματοποιία) τεχνική κατά την οποία το υλικό δουλεύεται έτσι ώστε να αποκτήσει τη μορφή λεπτού σύρματος που στρίβεται, για να σχηματίσει περίτεχνες περιελίξεις. ΣΥΝ. φιλιγκράν (1) [< μεσν. συρματερός] | |
| 49098 | συρμάτινος | , η, ο συρ-μά-τι-νος επίθ. & συρματένιος, ια, ιο: που έχει κατασκευαστεί από σύρμα: ~ος: σκελετός (κτιρίου)/συνδετήρας/φράχτης. ~η: βούρτσα/κρεμάστρα/περίφραξη/σχάρα/χορδή. ~ο: καλάθι/καλώδιο/κλουβί/πλέγμα/ράφι/σπιράλ/σφουγγάρι (= σύρμα). [< μεσν. συρμάτινος, συρματένιος, 16ος αι.] | |
| 49099 | συρματόβουρτσα | συρ-μα-τό-βουρ-τσα ουσ. (θηλ.): μηχανική ή απλή βούρτσα με τρίχες από σκληρό υλικό: ~ από ανθρακούχο χάλυβα. Καθαρισμός σκουριάς με ~. [< αγγλ. wire brush] | |
| 49100 | συρματόπλεγμα | συρ-μα-τό-πλεγ-μα ουσ. (ουδ.): συρμάτινο πλέγμα και κατ' επέκτ. η ανάλογη περίφραξη: αγκαθωτό (βλ. κονσερτίνα)/ηλεκτροφόρο ~. ~ ασφαλείας. Έκοψε/πήδηξε/τρύπησε το ~.|| Το ~ του γηπέδου/κτήματος/οικοπέδου/στρατοπέδου. Πβ. σύρμα. [< γερμ. Drahtnetz] | |
| 49101 | συρματόσχοινο | συρ-μα-τό-σχοι-νο ουσ. (ουδ.) & συρματόσκοινο: σχοινί κατασκευασμένο από σύρματα τυλιγμένα μεταξύ τους: ανοξείδωτο/εύκαμπτο/λεπτό/πλαστικοποιημένο/χαλύβδινο ~. ~ απλώματος ρούχων/ασφαλείας. ~ ανελκυστήρα/έλξεων. Βλ. αρτάνη. [< γερμ. Drahtseil] | |
| 49102 | συρματουργία | συρ-μα-τουρ-γί-α ουσ. (θηλ.): τεχνική κατασκευής σύρματος, η αντίστοιχη οργανωμένη μονάδα και ο σχετικός κλάδος. Βλ. -ουργία. | |
| 49103 | συρμάτωση | συρ-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΗΛΕΚΤΡ. σύστημα ηλεκτρικών καλωδίων και γενικότ. η εγκατάστασή τους: εσωτερική ~. Συσκευή ~ης πλαισίων. [< αγγλ. wiring] | |
| 49104 | συρμός | συρ-μός ουσ. (αρσ.) 1. (επίσ.) τρένο: εμπορικός/επιβατικός/τοπικός ~. Ακινητοποίηση/αναχώρηση/άφιξη/διέλευση/εκτροχιασμός ~ού. Πρώτος/τελευταίος ~ της ημέρας. Ο ~ του μετρό/προαστιακού. Πβ. σιδηρόδρομος.|| (παλαιότ.) Ξύλινος ~. ΣΥΝ. αμαξοστοιχία 2. μόδα: ο ~ της εποχής. Δεν συνηθίζει να ακολουθεί τον ~ό. ● ΦΡ.: του συρμού: (για κάτι) που βρίσκεται στη μόδα και είναι συνήθ. χαμηλής ποιότητας: ανέκδοτα/εκφράσεις/μουσική/ρούχα ~ ~. [< πβ. αρχ. συρμός 'ίχνος, θόρυβος, σύρσιμο', γαλλ. train] | |
| 49105 | σύρραξη | σύρ-ρα-ξη ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ένοπλη σύγκρουση ή γενικότ. σφοδρή συμπλοκή: αιματηρή/γενικευμένη/εμφύλια/ένοπλη/παγκόσμια/πυρηνική/στρατιωτική ~. Πολεμικές ~άξεις. ~ μεταξύ κρατών/λαών/οπαδών (ομάδων). Πβ. πόλεμος. [< αρχ. σύρραξις] | |
| 49106 | συρραπτικός | , ή, ό συρ-ρα-πτι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. (για εργαλείο) που συρράπτει διάφορα υλικά: ~ή: μηχανή/τανάλια. ~ό: μηχάνημα/πιστόλι. ● Ουσ.: συρραπτικό (το): συσκευή που συρράπτει με μικρούς μεταλλικούς συνδετήρες συνήθ. φύλλα χαρτιού: επιτραπέζιο/μεταλλικό ~. ~ γραφείου/χειρός. Βλ. απο~.|| Ηλεκτρικό ~. ~ αέρος. Πβ. καρφωτικό.|| (ΙΑΤΡ.) ~ά δέρματος. [< αγγλ. stapler, περ. 1909, γαλλ.agrafeuse, 1912] | |
| 49107 | συρράπτω | συρ-ρά-πτω ρ. (μτβ.) {συνέρρα-ψα, συρρά-ψει, -φθηκε, -φεί κ. -φθεί, -μμένος} 1. ενώνω με συρραπτικό (μηχάνημα), συνήθ. χαρτιά: ~ έγγραφα. Η συσκευή ~ει μέχρι και είκοσι φύλλα. ~ψε την απόδειξη πάνω στον φάκελο. Τα δύο έντυπα ~φθηκαν μεταξύ τους. Βλ. συνάπτω. 2. (μτφ.) συνενώνω αποσπάσματα, συχνά ασύνδετα ή χωρίς επεξεργασία, σε ενιαίο σύνολο: Οι επιμέρους ιστορίες ~φθηκαν σε ένα κείμενο. Βλ. συνδέω, συνθέτω. 3. (σπάν.-λόγ.) ράβω μαζί: ~ δέρματα/υφάσματα. [< 2, 3: αρχ. συρράπτω] | |
| 49108 | συρραφή | συρ-ρα-φή ουσ. (θηλ.) 1. ένωση συνήθ. φύλλων χαρτιού με συρραπτικό· γενικότ. ράψιμο: ~ εγγράφων/φωτοτυπιών.|| ~ δερμάτων/μονωτικών υλικών. 2. ΙΑΤΡ. κλείσιμο τραύματος ή συνένωση ιστών, συνήθ. με τη χρήση ραμμάτων· συνεκδ. τα ίδια τα ράμματα: λαπαροσκοπική ~. ~ δέρματος/μηνίσκου/μήτρας/τραχήλου.|| Οι ~ές αφαιρούνται μία εβδομάδα μετά την επέμβαση. 3. (μτφ.) σύνθεση ετερόκλιτων συνήθ. στοιχείων ή αποσπασμάτων, που συχνά γίνεται αυθαίρετα ή/και χωρίς επεξεργασία: ~ απόψεων/έργων/κειμένων/σκηνών (πβ. μοντάζ)/φωτογραφιών. Βλ. κολάζ. [< αρχ. συρραφή ‘ράψιμο μαζί’ 2: γαλλ. suture] | |
| 49109 | συρρέω | συρ-ρέ-ω ρ. (αμτβ.) {συνέρρευ-σε, συρρεύ-σει, συρρέ-οντας} (λόγ.) 1. συγκεντρώνομαι σε ένα μέρος μαζί με πολλά άλλα πρόσωπα, συνήθ. για κοινό σκοπό: Οι επισκέπτες ~ουν κατά εκατοντάδες/μαζικά κάθε χρόνο στο νησί. Πλήθος κόσμου ~σε στο γήπεδο/στις εκκλησίες/στις κινηματογραφικές αίθουσες/στην προεκλογική ομιλία. Βλ. συναθροίζομαι. 2. (κυρ. για υγρό) ρέω προς το ίδιο μέρος: Τα νερά διαφόρων χειμάρρων ~σαν στον ποταμό. [< αρχ. συρρέω] | |
| 49110 | σύρριζα | σύρ-ρι-ζα επίρρ. 1. (μτφ.) πάρα πολύ κοντά, ξυστά: Σπίτι χτισμένο ~ στον βράχο/γκρεμό. Η σφαίρα πέρασε ~ (από) δίπλα μου. 2. από ή μέχρι τη ρίζα ή τη βάση: Κουρεύομαι ~ (= γουλί). Κόψιμο δαχτύλου/δέντρου ~. || (μτφ.) Να χτυπήσουμε το κακό/το πρόβλημα ~. [< πβ. μτγν. σύρριζος ‘μαζί με τη ρίζα’, σύρριζα, 18ος αι.] | |
| 49111 | συρρικνώνω | συρ-ρι-κνώ-νω ρ. (μτβ.) {συρρίκνω-σε, συρρικνώ-σει, -θηκε, -θεί, συρρικνών-οντας, συρρικν-ούμενος, συρρικνω-μένος} (λόγ.): περιορίζω, μικραίνω (μέγεθος, ποσότητα): (μτφ.) Το υψηλό κόστος ~ει τα περιθώρια κέρδους. ~θηκαν οι θέσεις εργασίας/πωλήσεις/φυσικοί πόροι. Η οικονομία της χώρας ~θηκε κατά/σε ποσοστό ...%. Διαρκώς ~ούμενο εισόδημα. Πβ. μειώνω.|| (κυριολ.) Τα ρούχα ~θηκαν (: ζάρωσαν, μάζεψαν, μπήκαν) στο πλύσιμο. (ΙΑΤΡ.) Ο καρκινικός όγκος ~θηκε μετά τη χορήγηση του φαρμάκου. Μη ~ούμενο τσιμεντοκονίαμα. ΑΝΤ. αυξάνω, διευρύνω (1) ● Μτχ.: συρρικνωμένος , η, ο: (μτφ.) ~ος: πληθυσμός. ~η: αγορά. ~α: διακαιώματα.|| (κυριολ.) ~οι: καρποί. [< γαλλ. resserrer] | |
| 49112 | συρρίκνωση | συρ-ρί-κνω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): περιορισμός, σμίκρυνση: (μτφ.) γλωσσική/εδαφική/οικονομική/πιστωτική/πληθυσμιακή ~. ~ της αγοράς/της αξίας (των συναλλαγών)/των αρμοδιοτήτων/του εισοδήματος/των ζημιών/του κράτους/της παραγωγής/των πωλήσεων/των συνόρων. Πβ. μείωση.|| (κυριολ.) ~ του δέρματος (: ζάρωμα)/του (καρκινικού) όγκου. ΑΝΤ. διεύρυνση (1) | |
| 49113 | συρροή | συρ-ρο-ή ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. συγκέντρωση, συσσώρευση: μαζική ~. ~ κόσμου (= κοσμο~)/πλήθους/τουριστών. Βλ. προσέλευση.|| ~ κρουσμάτων (γρίπης). 2. ροή υδάτων στο ίδιο σημείο. ● ΦΡ.: κατά συρροή(ν): ΝΟΜ. για συστηματική και κατά συνήθεια διάπραξη αδικημάτων ή εγκλημάτων: ανθρωποκτονία/απάτη/κλοπή/ληστεία ~ ~. ~ ~ δολοφόνος (= σίριαλ κίλερ). Πβ. κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα. Βλ. κατ' επανάληψη. [< 2. μτγν. συρροή] | |
| 49114 | σύρσιμο | σύρ-σι-μο ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) σούρσιμο: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σέρνω: ~ της καρέκλας (στο πάτωμα)/του ποδιού (κατά τη βάδιση)/του φιδιού (στο έδαφος). Απότομο φρενάρισμα και ~ στην άσφαλτο.|| (ειδικότ., για υπολογιστή) ~ του ποντικιού με το δεξί κουμπί πατημένο. Μεταφορά αρχείου με ~ και απόθεση. [< αγγλ. drag(ging)] | |
| 49115 | συρτάκι | συρ-τά-κι ουσ. (ουδ.): ελληνικός λαϊκός χορός κατά τον οποίο οι χορευτές σχηματίζουν γραμμή ή κύκλο πιασμένοι από τον ώμο και χορεύουν σε επιταχυνόμενο ρυθμό: Το ~,παραλλαγή του χασάπικου, δημιουργήθηκε για τις ανάγκες της ταινίας «Αλέξης Ζορμπάς». [< συρτός· πβ. αγγλ. sirtaki & syrtaki, 1964, γαλλ. sirtaki, περ. 1965, ιταλ. ~, 1965, γερμ. Sirtaki] | |
| 49116 | συρτάρι | συρ-τά-ρι ουσ. (ουδ.) {συρταρ-ιού}: ενσωματωμένη θήκη σε έπιπλο που σύρεται προς τα έξω για τοποθέτηση ή φύλαξη πραγμάτων: ~ βιβλιοθήκης/γραφείου/επίπλου/κομοδίνου/ντουλάπας. Άδειο/γεμάτο/μυστικό ~. Κλειδιά ~ιού. Aνοίγω/κλείνω/(ξε)κλειδώνω το ~. Το ~ έχει φρακάρει. Γράμματα κρυμμένα στο ~. Μην ψάχνεις τα ~ια μου. Άφησα/ξέχασα ανοιχτό το ~. Τα βιβλία μου είναι στο τρίτο ~ του γραφείου. Πάρε τα μαχαιροπίρουνα από το ~ της κουζίνας.|| ~ του υπολογιστή. Αφαιρούμενο ~ για σκληρό δίσκο.|| Θερμαινόμενο ~ (= θερμοθάλαμος). ● Υποκ.: συρταράκι (το) ● ΦΡ.: βγαίνει από το συρτάρι: σε περιπτώσεις που κάτι επανέρχεται σε χρήση ή λειτουργία: Έκθεση/μελέτη/νομοσχέδιο που ~ ~. Όρος/πρόταση που βγήκε ~ για τις διαπραγματεύσεις., βρίσκεται/είναι/μπαίνει στο συρτάρι: σε περιπτώσεις που κάτι παραμερίζεται ή παύει, συνήθ. προσωρινά, να λειτουργεί ή να απασχολεί κάποιον: Έρευνα/νόμος που ~ ~. [< μεσν. συρτάριον < αρχ. συρτός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ