| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 49109 | συρρέω | συρ-ρέ-ω ρ. (αμτβ.) {συνέρρευ-σε, συρρεύ-σει, συρρέ-οντας} (λόγ.) 1. συγκεντρώνομαι σε ένα μέρος μαζί με πολλά άλλα πρόσωπα, συνήθ. για κοινό σκοπό: Οι επισκέπτες ~ουν κατά εκατοντάδες/μαζικά κάθε χρόνο στο νησί. Πλήθος κόσμου ~σε στο γήπεδο/στις εκκλησίες/στις κινηματογραφικές αίθουσες/στην προεκλογική ομιλία. Βλ. συναθροίζομαι. 2. (κυρ. για υγρό) ρέω προς το ίδιο μέρος: Τα νερά διαφόρων χειμάρρων ~σαν στον ποταμό. [< αρχ. συρρέω] | |
| 49110 | σύρριζα | σύρ-ρι-ζα επίρρ. 1. (μτφ.) πάρα πολύ κοντά, ξυστά: Σπίτι χτισμένο ~ στον βράχο/γκρεμό. Η σφαίρα πέρασε ~ (από) δίπλα μου. 2. από ή μέχρι τη ρίζα ή τη βάση: Κουρεύομαι ~ (= γουλί). Κόψιμο δαχτύλου/δέντρου ~. || (μτφ.) Να χτυπήσουμε το κακό/το πρόβλημα ~. [< πβ. μτγν. σύρριζος ‘μαζί με τη ρίζα’, σύρριζα, 18ος αι.] | |
| 49111 | συρρικνώνω | συρ-ρι-κνώ-νω ρ. (μτβ.) {συρρίκνω-σε, συρρικνώ-σει, -θηκε, -θεί, συρρικνών-οντας, συρρικν-ούμενος, συρρικνω-μένος} (λόγ.): περιορίζω, μικραίνω (μέγεθος, ποσότητα): (μτφ.) Το υψηλό κόστος ~ει τα περιθώρια κέρδους. ~θηκαν οι θέσεις εργασίας/πωλήσεις/φυσικοί πόροι. Η οικονομία της χώρας ~θηκε κατά/σε ποσοστό ...%. Διαρκώς ~ούμενο εισόδημα. Πβ. μειώνω.|| (κυριολ.) Τα ρούχα ~θηκαν (: ζάρωσαν, μάζεψαν, μπήκαν) στο πλύσιμο. (ΙΑΤΡ.) Ο καρκινικός όγκος ~θηκε μετά τη χορήγηση του φαρμάκου. Μη ~ούμενο τσιμεντοκονίαμα. ΑΝΤ. αυξάνω, διευρύνω (1) ● Μτχ.: συρρικνωμένος , η, ο: (μτφ.) ~ος: πληθυσμός. ~η: αγορά. ~α: διακαιώματα.|| (κυριολ.) ~οι: καρποί. [< γαλλ. resserrer] | |
| 49112 | συρρίκνωση | συρ-ρί-κνω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): περιορισμός, σμίκρυνση: (μτφ.) γλωσσική/εδαφική/οικονομική/πιστωτική/πληθυσμιακή ~. ~ της αγοράς/της αξίας (των συναλλαγών)/των αρμοδιοτήτων/του εισοδήματος/των ζημιών/του κράτους/της παραγωγής/των πωλήσεων/των συνόρων. Πβ. μείωση.|| (κυριολ.) ~ του δέρματος (: ζάρωμα)/του (καρκινικού) όγκου. ΑΝΤ. διεύρυνση (1) | |
| 49113 | συρροή | συρ-ρο-ή ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. συγκέντρωση, συσσώρευση: μαζική ~. ~ κόσμου (= κοσμο~)/πλήθους/τουριστών. Βλ. προσέλευση.|| ~ κρουσμάτων (γρίπης). 2. ροή υδάτων στο ίδιο σημείο. ● ΦΡ.: κατά συρροή(ν): ΝΟΜ. για συστηματική και κατά συνήθεια διάπραξη αδικημάτων ή εγκλημάτων: ανθρωποκτονία/απάτη/κλοπή/ληστεία ~ ~. ~ ~ δολοφόνος (= σίριαλ κίλερ). Πβ. κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα. Βλ. κατ' επανάληψη. [< 2. μτγν. συρροή] | |
| 49114 | σύρσιμο | σύρ-σι-μο ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) σούρσιμο: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σέρνω: ~ της καρέκλας (στο πάτωμα)/του ποδιού (κατά τη βάδιση)/του φιδιού (στο έδαφος). Απότομο φρενάρισμα και ~ στην άσφαλτο.|| (ειδικότ., για υπολογιστή) ~ του ποντικιού με το δεξί κουμπί πατημένο. Μεταφορά αρχείου με ~ και απόθεση. [< αγγλ. drag(ging)] | |
| 49115 | συρτάκι | συρ-τά-κι ουσ. (ουδ.): ελληνικός λαϊκός χορός κατά τον οποίο οι χορευτές σχηματίζουν γραμμή ή κύκλο πιασμένοι από τον ώμο και χορεύουν σε επιταχυνόμενο ρυθμό: Το ~,παραλλαγή του χασάπικου, δημιουργήθηκε για τις ανάγκες της ταινίας «Αλέξης Ζορμπάς». [< συρτός· πβ. αγγλ. sirtaki & syrtaki, 1964, γαλλ. sirtaki, περ. 1965, ιταλ. ~, 1965, γερμ. Sirtaki] | |
| 49116 | συρτάρι | συρ-τά-ρι ουσ. (ουδ.) {συρταρ-ιού}: ενσωματωμένη θήκη σε έπιπλο που σύρεται προς τα έξω για τοποθέτηση ή φύλαξη πραγμάτων: ~ βιβλιοθήκης/γραφείου/επίπλου/κομοδίνου/ντουλάπας. Άδειο/γεμάτο/μυστικό ~. Κλειδιά ~ιού. Aνοίγω/κλείνω/(ξε)κλειδώνω το ~. Το ~ έχει φρακάρει. Γράμματα κρυμμένα στο ~. Μην ψάχνεις τα ~ια μου. Άφησα/ξέχασα ανοιχτό το ~. Τα βιβλία μου είναι στο τρίτο ~ του γραφείου. Πάρε τα μαχαιροπίρουνα από το ~ της κουζίνας.|| ~ του υπολογιστή. Αφαιρούμενο ~ για σκληρό δίσκο.|| Θερμαινόμενο ~ (= θερμοθάλαμος). ● Υποκ.: συρταράκι (το) ● ΦΡ.: βγαίνει από το συρτάρι: σε περιπτώσεις που κάτι επανέρχεται σε χρήση ή λειτουργία: Έκθεση/μελέτη/νομοσχέδιο που ~ ~. Όρος/πρόταση που βγήκε ~ για τις διαπραγματεύσεις., βρίσκεται/είναι/μπαίνει στο συρτάρι: σε περιπτώσεις που κάτι παραμερίζεται ή παύει, συνήθ. προσωρινά, να λειτουργεί ή να απασχολεί κάποιον: Έρευνα/νόμος που ~ ~. [< μεσν. συρτάριον < αρχ. συρτός] | |
| 49117 | συρταριέρα | συρ-τα-ριέ-ρα ουσ. (θηλ.): έπιπλο με συρτάρια: ξύλινη/τροχήλατη ~. ~ γραφείου. ~-αλλαξιέρα. ~ με καθρέφτη. Βλ. -ιέρα, κομό, σιφονιέρα. | |
| 49118 | συρταροθήκη | συρ-τα-ρο-θή-κη ουσ. (θηλ.): έπιπλο κυρ. γραφείου, μικρή συρόμενη συρταριέρα: ~ πληκτρολογίου. ~ για έγγραφα. Βλ. αρχειο-, χαρτο-θήκη. | |
| 49119 | συρταρωτός | , ή, ό συρ-τα-ρω-τός επίθ.: που σύρεται προς τα μέσα ή προς τα έξω: ~ός: απορροφητήρας/μηχανισμός. ~ή: βάση/ετικέτα/θήκη/πόρτα. ~ό: καπάκι/κρεβάτι. Πβ. συρόμενος, συρτός. ● επίρρ.: συρταρωτά: Το παράθυρο ανοίγει ~. | |
| 49120 | συρτή | συρ-τή ουσ. (θηλ.): (στην ερασιτεχνική αλιεία) αλιευτικό εργαλείο που αποτελείται από μακρύ και συνήθ. διάφανο συρόμενο νήμα με άγκιστρα και ομοίωμα ψαριού στο άκρο του· η αντίστοιχη μέθοδος ψαρέματος: ελαφριά/παράκτια ~. ~ αφρού/βυθού/επιφανείας.|| ~ από κινούμενο σκάφος. Βλ. καθετή, παραγάδι, πεταχτάρι, πετονιά, τσαπαρί. | |
| 49121 | σύρτης | σύρ-της ουσ. (αρσ.): έμβολο ή ράβδος που (απ)ασφαλίζει πόρτα, παράθυρο ή άλλη κατασκευή: ~ ασφαλείας. ~ες οριζόντιας ή κατακόρυφης λειτουργίας. Πβ. αμπάρα, μάνταλο, μπάρα. [< μτγν. σύρτης 'σχοινί για τράβηγμα, γκέμι'] | |
| 49122 | σύρτις | σύρ-τις ουσ. (θηλ.) {σύρτ-εως | -εις, -εων} & σύρτη: υποθαλάσσιο αμμώδες ύψωμα του οποίου ο όγκος και η θέση μεταβάλλονται λόγω των ρευμάτων: επικίνδυνη/κινούμενη ~. ~ βυθού. Πβ. πάγκος. [< αρχ. σύρτις, γαλλ. syrte, αγγλ. syrtis] | |
| 49123 | συρτός | , ή, ό συρ-τός επίθ.: που σύρεται πάνω σε επιφάνεια ή στο έδαφος: ~ή: πόρτα. Πβ. συρόμενος. Βλ. συρταρωτός.|| (μτφ.) ~ή: φωνή (: με παρατεταμένη άρθρωση των λέξεων).|| (ΑΘΛ.) ~ή: πάσα/σέντρα. ~ό: σουτ. Βλ. μακρόσυρτος. ΑΝΤ. ψηλοκρεμαστός. ● Ουσ.: συρτός/συρτό (ο/το): παραδοσιακός κυκλικός χορός: αργός/νησιώτικος ~. ● επίρρ.: συρτά [< μτγν. συρτός 'συρμένος, είδος χορού'] | |
| 49124 | συρφετός | συρ-φε-τός ουσ. (αρσ.) (λόγ.-μειωτ.): όχλος: ετερόκλιτος ~. ~ από παρατρεχάμενους. Πβ. πλέμπα. [< αρχ. συρφετός] | |
| 49125 | σύρω | βλ. σέρνω | |
| 49126 | συσκέπτομαι | συ-σκέ-πτο-μαι ρ. (μτβ.) {συσκέφ-τηκε (λόγ.) -θηκε, συσκεπτ-όμενος} (λόγ.): κάνω σύσκεψη: Το δικαστήριο/συντονιστικό όργανο/υπουργικό συμβούλιο ~εται. Οι τοπικές Αρχές ~ονται, για να αποφασίσουν ... Πβ. διαβουλεύομαι, διασκέπτομαι. ΣΥΝ. συνεδριάζω [< μτγν. συσκέπτομαι 'εξετάζω, παρατηρώ μαζί'] | |
| 49127 | συσκευάζω | συ-σκευ-ά-ζω ρ. (μτβ.) {συσκεύα-σα, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, συσκευάζ-οντας} ΣΥΝ. σκευάζω 1. τακτοποιώ ένα ή περισσότερα αντικείμενα σε κουτί ή κιβώτιο ή/και το τυλίγω συνήθ. για αποθήκευση ή ασφαλή μεταφορά: ~σε τα προσωπικά του είδη για τη μετακόμιση. Πβ. αμπαλάρω, πακετάρω, περιτυλίγω. ΑΝΤ. αποσυσκευάζω 2. (ειδικότ., για βιομηχανία, βιοτεχνία) τοποθετώ ειδικό περίβλημα σε προϊόν για τη διατήρηση και διάθεσή του στην αγορά: Η εταιρεία επεξεργάζεται και ~ει ξηρούς καρπούς. Το ελαιόλαδο ~εται σε δοχεία των πέντε λίτρων. Πβ. τυποποιώ. [< αρχ. συσκευάζω ‘(για αποσκευές) ετοιμάζω, προετοιμάζω’] | |
| 49128 | συσκευασία | συ-σκευ-α-σί-α ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συσκευάζω· συνεκδ. το υλικό μέσα στο οποίο συσκευάζεται το προϊόν ή/και το ίδιο το προϊόν: ανακυκλώσιμη/αντιστατική/ασηπτική/ατομική/βιομηχανική/γυάλινη/διάφανη/οικολογική/πλαστική/πολλαπλή (= πολυ~)/πολυτελής/χάρτινη ~. ~ μπλίστερ/τετραπάκ. ~ του ενός λίτρου. ~ καλλυντικών/ποτών/τροφίμων/φαρμάκων. Κιβώτιο/κουτί/σακούλα ~ας. Μηχανήματα/ταινίες ~ας. Πβ. αμπαλάρισμα, περιτύλιγμα. ΑΝΤ. αποσυσκευασία ● ΣΥΜΠΛ.: αεροστεγής συσκευασία βλ. αεροστεγής, οικονομική συσκευασία βλ. οικονομικός, συσκευασία δώρου βλ. δώρο [< πβ. αρχ. συσκευασία '(προ)ετοιμασία', γαλλ. emballage, αγγλ. packing] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ