Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [49660-49680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
49129συσκευασμένος, η, ο συ-σκευ-α-σμέ-νος επίθ.: που έχει συσκευαστεί: ~ο: φορτίο.|| ~ος: χυμός. ~η: τροφή. ~ο: ελαιόλαδο/κρέας/ψωμί. ~α: λαχανικά/φρούτα. Καφές αεροστεγώς ~. Το προϊόν διατίθεται σε ~η μορφή και όχι χύμα. Πβ. τυποποιημένος. ΑΝΤ. ασυσκεύαστος
49130συσκευαστήριοσυ-σκευ-α-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): χώρος συσκευασίας: ~ αγροτικών προϊόντων/νωπών αλιευμάτων. Βλ. τυποποποιητήριο. [< γαλλ. atelier d΄emballage]
49131συσκευαστήςσυ-σκευ-α-στής ουσ. (αρσ.) {(σπάν.) θηλ. συσκευάστρια}: εργαζόμενος που συσκευάζει προϊόντα: ~ές τροφίμων.|| (ως επίθ.) ~τρια: εταιρεία. Βλ. παρασκευαστής, τυποποιητής. [< πβ. μτγν. συσκευαστής 'που προετοιμάζει κάτι μαζί με άλλους']
49132συσκευήσυ-σκευ-ή ουσ. (θηλ.) : ΤΕΧΝΟΛ. σύνολο εξαρτημάτων, μηχανισμών, οργάνων τα οποία τοποθετούνται, συνδέονται και συντονίζονται κατάλληλα για την επιτέλεση λειτουργίας ή την εκτέλεση έργου: αναλογική/ασύρματη/αυτόματη/ενσύρματη/επαγγελματική/επιτραπέζια/ιατρική/τερματική/φορητή/ψηφιακή ~. Έξυπνη/εύχρηστη/οικολογική ~. Ηλεκτρικές/κινητές/οικιακές ~ές. Ηλεκτρονικές συσκευές (: υπολογιστής, τηλεόραση, ψηφιακή κάμερα, ντιβιντί). ~ αναγνώρισης (κλήσης)/(ανα)παραγωγής/ανίχνευσης (καπνού)/αποθήκευσης (δεδομένων· βλ. γιου-ες-μπι)/εγγραφής (ήχου)/ελέγχου (ροής)/εντοπισμού (θέσης)/καθαρισμού/μετατροπής (εικόνας σε ψηφιακό σήμα)/μέτρησης (σακχάρου)/παρακολούθησης/παρασκευής (γιαουρτιού)/πλοήγησης (= τζι πι ες)/(κινητής) τηλεφωνίας/τηλεχειρισμού (= τηλεκοντρόλ). ~ αυτοκινήτου/γραφείου. ~ με μπαταρίες. Αναβάθμιση/ανακύκλωση/εγκατάσταση/τύπος ~ής. Πβ. μηχανή, μηχάνημα. Βλ. γκάτζετ, διαστημο~, μικρο~, πολυ~. ● ΣΥΜΠΛ.: λευκές συσκευές: μεγάλες ηλεκτρικές συσκευές, όπως ψυγεία, κουζίνες, πλυντήρια. [< αγγλ. white goods, 1960] , μαύρες συσκευές: μικρές ηλεκτρικές συσκευές, όπως τηλεοράσεις, βίντεο, DVD, στερεοφωνικά συγκροτήματα., περιφερειακή συσκευή/μονάδα βλ. περιφερειακός, συσκευή κατάδειξης/εισόδου βλ. κατάδειξη [< πβ. μτγν. συσκευή 'σχέδιο, μηχανορραφία, συγκέντρωση', γαλλ. appareil]
49133σύσκεψη

σύ-σκε-ψη ουσ. (θηλ.): επίσημη συνάντηση για ανταλλαγή απόψεων ή/και λήψη αποφάσεων· συνεκδ. τα πρόσωπα που συμμετέχουν σε αυτή: ανοιχτή/άτυπη/δημόσια/διεθνής/διευρυμένη/διμερής/έκτακτη/ενημερωτική/ετήσια/ευρεία/κλειστή/κυβερνητική/πολιτική/συντονιστική/τεχνική/υβριδική/υπηρεσιακή/υπουργική ~. ~ εκπροσώπων/εργαζομένων/στελεχών/σωματείων/φορέων. ~ σε επίπεδο αρχηγών (κομμάτων). ~ κορυφής. ~ με αντικείμενο/υπό την προεδρία του ... Πραγματοποιώ/συγκαλώ ~. Πβ. διαβούλευση, συμβούλιο, (συν)διάσκεψη, συνέλευση. ΣΥΝ. συνεδρίαση ● ΣΥΜΠΛ.: κλήση σύσκεψης: τηλεφωνική συνομιλία στην οποία συμμετέχουν περισσότερα από δύο άτομα από διαφορετικές συσκευές. Πβ. ανοιχτή ακρόαση. Βλ. τηλεδιάσκεψη. [< αγγλ. conference call, 1941] [< πβ. μτγν. σύσκεψις 'προσεκτική εξέταση', γαλλ. conférence, αγγλ. conference]

49134σύσκιος, α, ο σύ-σκι-ος επίθ. (αρχαιοπρ.): σκιερός: ~ο: δάσος. Πβ. βαθύσκιος, κατάσκιος.|| (ως ουσ.) Το ~ο (ενν. μέρος). ΑΝΤ. ηλιόλουστος [< αρχ. σύσκιος]
49135συσκοτίζωσυ-σκο-τί-ζω ρ. (μτβ.) {συσκότι-σα, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, συσκοτίζ-οντας} (λόγ.) 1. (μτφ.) προκαλώ ασάφεια, σύγχυση, θολώνω: Η υπόθεση ~στηκε σκόπιμα (ΑΝΤ. διαλευκαίνω). Συχνά το συναίσθημα ~ει τη σκέψη και την κρίση. Η αινιγματική του στάση ~ει περισσότερο τα πράγματα. 2. δημιουργώ συσκότιση: Κατά τη διάρκεια της προβολής η αίθουσα ~στηκε. ~σμένο: δωμάτιο. ΣΥΝ. σκοτεινιάζω (1) ΑΝΤ. φωταγωγώ [< 1: γαλλ. obscurcir 2: μεσν. συσκοτίζω]
49136συσκότισησυ-σκό-τι-ση ουσ. (θηλ.) & συσκοτισμός (ο) (λόγ.) 1. (μτφ.) δημιουργία ασάφειας, σύγχυσης ή συγκάλυψη στοιχείων: μεθοδευμένη ~. ~ της αλήθειας/του νου/της υπόθεσης. Τακτική ~ης και αποπροσανατολισμού. Πβ. θολούρα. Βλ. μπέρδεμα. 2. σκοτείνιασμα: απότομη/γενική/ολική/πλήρης/υποχρεωτική ~. ~ της αίθουσας/του δρόμου/της πόλης. ~ λόγω διακοπής ρεύματος (πβ. μπλακ άουτ). Σε συνθήκες ~ης. ΑΝΤ. φωτοχυσία [< 1: γαλλ. obscurcissement]
49137σύσπασησύ-σπα-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ακούσια μυϊκή ή νευρική συστολή: έντονη/επώδυνη/παρατεταμένη/περιοδική/σπασμωδική ~. ~άσεις αγγείων/βλεφάρων/κοιλίας/κόλπου/μήτρας/προσώπου/σώματος. ~άσεις τοκετού. Βλ. επιληψία, κράμπα, σπασμός. [< αρχ. σύσπασις, γαλλ. contraction]
49138σύσπαστοσύ-σπα-στο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός με τροχαλίες κυρ. για ανύψωση φορτίων. Πβ. βαρούλκο, παλάγκο, πολύσπαστο. [< μτγν. σύσπαστον]
49139συσπάται[συσπᾶται] συ-σπά-ται ρ. (αμτβ.) {συσπά-στηκε, -σμένος, σπανιότ. στην ενεργ. φωνή συσπ-ά, -ώντας}: υφίσταται σύσπαση: Η καρδιά/ο μυς/το πρόσωπο ~. Το σώμα του ~στηκε από τον πόνο.|| (μτβ.) Το στρες ~ά (: προκαλεί σύσπαση) τις αρτηρίες. [< αρχ. συσπῶ, γαλλ. contracter]
49140συσπειρωμένος, η, ο συ-σπει-ρω-μέ-νος επίθ.: που έχει συσπειρωθεί: (μτφ.) ~ος: λαός. ~η: δράση. ~ο: κόμμα. ~οι: οπαδοί. ~ες: δυνάμεις. Πβ. ενωμένος.|| (κυριολ.) ~ο: ελατήριο.
49141συσπειρώνωσυ-σπει-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {συσπείρω-σε, -θηκε, -μένος, συσπειρών-οντας} 1. (μτφ.) συγκεντρώνω και ενώνω άτομα σε κοινή δράση γύρω από μια ιδέα ή έναν σκοπό: Το κόμμα ~σε τους ψηφοφόρους του ενόψει των εκλογών. Η ομάδα ~σε γύρω της το φίλαθλο κοινό. Τα συνδικάτα ~θηκαν, για να προασπίσουν τα δικαιώματά τους. Βλ. συστρατεύομαι. 2. (λόγ.) μαζεύω, συμπιέζω: ~ ελατήριο. [< πβ. μτγν. συσπειροῦμαι ‘περιτυλίγομαι’]
49142συσπείρωσησυ-σπεί-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) κινητοποίηση, συγκέντρωση και συνεργασία προσώπων για την επίτευξη ενός στόχου: μαζική/υψηλή/χαμηλή ~. Αγωνιστική/δημοκρατική/εθνική/κοινωνική/κομματική/λαϊκή/πολιτική/συνδικαλιστική/ταξική ~. ~ κλάδου/νεολαίας. ~ δυνάμεων/εργαζομένων/καλλιτεχνών/οργανώσεων/σωματείων/φιλάθλων/φοιτητών/φορέων. ~ πολιτών για τη διάσωση του περιβάλλοντος. Πόλος ~ης. Κάλεσμα/μήνυμα ~ης των ψηφοφόρων του κόμματος. Βλ. συστράτευση. ΑΝΤ. αποσυσπείρωση 2. ΓΥΜΝ. θέση του κορμού στο έδαφος, με στήριξη στα χέρια και στα δάχτυλα των ποδιών: Κατά τη ~ τα γόνατα λυγίζουν προς το στήθος. 3. (λόγ.-κυριολ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συσπειρώνω, συμπίεση: ~ ελατηρίου.
49143συσπειρωτικός, ή, ό συ-σπει-ρω-τι-κός επίθ.: που στοχεύει ή συντελεί στη συσπείρωση: ~ή: κίνηση/πολιτική. Η ομιλία του υπήρξε ~ή για τα μέλη του κόμματος.|| (ΓΥΜΝ.) ~ή: εκκίνηση. Άλμα με ~ή τεχνική. ● επίρρ.: συσπειρωτικά
49144σύσπορος, η, ο σύ-σπο-ρος επίθ. (λόγ.): που δεν του έχουν αφαιρεθεί οι σπόροι, μαζί με τους σπόρους: ~ος: χυμός (ντομάτας). ~ο: βαμβάκι. [< πβ. μτγν. σύσπορος 'σπαρμένος μαζί']
49145συσπουδαστήςσυ-σπου-δα-στής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): σπουδαστής που κάνει τις σπουδές του μαζί με άλλον ή άλλους στην ίδια σχολή την ίδια χρονική περίοδο. Βλ. συμφοιτητής. [< μεσν. συσπουδαστής ΄συνεργός, βοηθός΄, γαλλ. condisciple]
49146συσσιτιάρχηςσυσ-σι-τι-άρ-χης ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. υπαξιωματικός ή στρατιώτης υπεύθυνος για την παροχή διατροφής (συσσίτιο) στη στρατιωτική του μονάδα. Βλ. -άρχης. [< γαλλ. caporal d'ordinaire]
49147συσσίτιοσυσ-σί-τι-ο ουσ. (ουδ.) {συσσιτί-ου}: φαγητό που μαγειρεύεται σε μεγάλη ποσότητα, για να μοιραστεί δωρεάν σε πλήθος ανθρώπων: ενοριακό/καθημερινό/λαϊκό/πρωινό/σχολικό/φοιτητικό ~. ~ απόρων/αστέγων. Τα ~α της Εκκλησίας. Σιτίζονται σε ~α. Οι κρατούμενοι απέχουν από το ~.|| (ΣΤΡΑΤ.) Το ~ των φαντάρων (: το φαγητό τους). Πβ. σιτηρέσιο.|| (ΙΣΤ.) Κατοχικό ~. [< αρχ. συσσίτιον ‘κοινό ή δημόσιο γεύμα, τραπεζαρία’]
49148συσσωμάτωμασυσ-σω-μά-τω-μα ουσ. (ουδ.) {συσσωματώμ-ατα}: ΧΗΜ. ομάδα ατόμων, ιόντων ή μορίων που είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους: εδαφικά/κρυσταλλικά ~ατα. ~ ινών/κόκκων. ~ατα βιομάζας (: μορφή καύσιμης ύλης από υπολείμματα ξύλου· πβ. πέλετ, σύμπηκτα).

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.