| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 49117 | συρταριέρα | συρ-τα-ριέ-ρα ουσ. (θηλ.): έπιπλο με συρτάρια: ξύλινη/τροχήλατη ~. ~ γραφείου. ~-αλλαξιέρα. ~ με καθρέφτη. Βλ. -ιέρα, κομό, σιφονιέρα. | |
| 49118 | συρταροθήκη | συρ-τα-ρο-θή-κη ουσ. (θηλ.): έπιπλο κυρ. γραφείου, μικρή συρόμενη συρταριέρα: ~ πληκτρολογίου. ~ για έγγραφα. Βλ. αρχειο-, χαρτο-θήκη. | |
| 49119 | συρταρωτός | , ή, ό συρ-τα-ρω-τός επίθ.: που σύρεται προς τα μέσα ή προς τα έξω: ~ός: απορροφητήρας/μηχανισμός. ~ή: βάση/ετικέτα/θήκη/πόρτα. ~ό: καπάκι/κρεβάτι. Πβ. συρόμενος, συρτός. ● επίρρ.: συρταρωτά: Το παράθυρο ανοίγει ~. | |
| 49120 | συρτή | συρ-τή ουσ. (θηλ.): (στην ερασιτεχνική αλιεία) αλιευτικό εργαλείο που αποτελείται από μακρύ και συνήθ. διάφανο συρόμενο νήμα με άγκιστρα και ομοίωμα ψαριού στο άκρο του· η αντίστοιχη μέθοδος ψαρέματος: ελαφριά/παράκτια ~. ~ αφρού/βυθού/επιφανείας.|| ~ από κινούμενο σκάφος. Βλ. καθετή, παραγάδι, πεταχτάρι, πετονιά, τσαπαρί. | |
| 49121 | σύρτης | σύρ-της ουσ. (αρσ.): έμβολο ή ράβδος που (απ)ασφαλίζει πόρτα, παράθυρο ή άλλη κατασκευή: ~ ασφαλείας. ~ες οριζόντιας ή κατακόρυφης λειτουργίας. Πβ. αμπάρα, μάνταλο, μπάρα. [< μτγν. σύρτης 'σχοινί για τράβηγμα, γκέμι'] | |
| 49122 | σύρτις | σύρ-τις ουσ. (θηλ.) {σύρτ-εως | -εις, -εων} & σύρτη: υποθαλάσσιο αμμώδες ύψωμα του οποίου ο όγκος και η θέση μεταβάλλονται λόγω των ρευμάτων: επικίνδυνη/κινούμενη ~. ~ βυθού. Πβ. πάγκος. [< αρχ. σύρτις, γαλλ. syrte, αγγλ. syrtis] | |
| 49123 | συρτός | , ή, ό συρ-τός επίθ.: που σύρεται πάνω σε επιφάνεια ή στο έδαφος: ~ή: πόρτα. Πβ. συρόμενος. Βλ. συρταρωτός.|| (μτφ.) ~ή: φωνή (: με παρατεταμένη άρθρωση των λέξεων).|| (ΑΘΛ.) ~ή: πάσα/σέντρα. ~ό: σουτ. Βλ. μακρόσυρτος. ΑΝΤ. ψηλοκρεμαστός. ● Ουσ.: συρτός/συρτό (ο/το): παραδοσιακός κυκλικός χορός: αργός/νησιώτικος ~. ● επίρρ.: συρτά [< μτγν. συρτός 'συρμένος, είδος χορού'] | |
| 49124 | συρφετός | συρ-φε-τός ουσ. (αρσ.) (λόγ.-μειωτ.): όχλος: ετερόκλιτος ~. ~ από παρατρεχάμενους. Πβ. πλέμπα. [< αρχ. συρφετός] | |
| 49125 | σύρω | βλ. σέρνω | |
| 49126 | συσκέπτομαι | συ-σκέ-πτο-μαι ρ. (μτβ.) {συσκέφ-τηκε (λόγ.) -θηκε, συσκεπτ-όμενος} (λόγ.): κάνω σύσκεψη: Το δικαστήριο/συντονιστικό όργανο/υπουργικό συμβούλιο ~εται. Οι τοπικές Αρχές ~ονται, για να αποφασίσουν ... Πβ. διαβουλεύομαι, διασκέπτομαι. ΣΥΝ. συνεδριάζω [< μτγν. συσκέπτομαι 'εξετάζω, παρατηρώ μαζί'] | |
| 49127 | συσκευάζω | συ-σκευ-ά-ζω ρ. (μτβ.) {συσκεύα-σα, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, συσκευάζ-οντας} ΣΥΝ. σκευάζω 1. τακτοποιώ ένα ή περισσότερα αντικείμενα σε κουτί ή κιβώτιο ή/και το τυλίγω συνήθ. για αποθήκευση ή ασφαλή μεταφορά: ~σε τα προσωπικά του είδη για τη μετακόμιση. Πβ. αμπαλάρω, πακετάρω, περιτυλίγω. ΑΝΤ. αποσυσκευάζω 2. (ειδικότ., για βιομηχανία, βιοτεχνία) τοποθετώ ειδικό περίβλημα σε προϊόν για τη διατήρηση και διάθεσή του στην αγορά: Η εταιρεία επεξεργάζεται και ~ει ξηρούς καρπούς. Το ελαιόλαδο ~εται σε δοχεία των πέντε λίτρων. Πβ. τυποποιώ. [< αρχ. συσκευάζω ‘(για αποσκευές) ετοιμάζω, προετοιμάζω’] | |
| 49128 | συσκευασία | συ-σκευ-α-σί-α ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συσκευάζω· συνεκδ. το υλικό μέσα στο οποίο συσκευάζεται το προϊόν ή/και το ίδιο το προϊόν: ανακυκλώσιμη/αντιστατική/ασηπτική/ατομική/βιομηχανική/γυάλινη/διάφανη/οικολογική/πλαστική/πολλαπλή (= πολυ~)/πολυτελής/χάρτινη ~. ~ μπλίστερ/τετραπάκ. ~ του ενός λίτρου. ~ καλλυντικών/ποτών/τροφίμων/φαρμάκων. Κιβώτιο/κουτί/σακούλα ~ας. Μηχανήματα/ταινίες ~ας. Πβ. αμπαλάρισμα, περιτύλιγμα. ΑΝΤ. αποσυσκευασία ● ΣΥΜΠΛ.: αεροστεγής συσκευασία βλ. αεροστεγής, οικονομική συσκευασία βλ. οικονομικός, συσκευασία δώρου βλ. δώρο [< πβ. αρχ. συσκευασία '(προ)ετοιμασία', γαλλ. emballage, αγγλ. packing] | |
| 49129 | συσκευασμένος | , η, ο συ-σκευ-α-σμέ-νος επίθ.: που έχει συσκευαστεί: ~ο: φορτίο.|| ~ος: χυμός. ~η: τροφή. ~ο: ελαιόλαδο/κρέας/ψωμί. ~α: λαχανικά/φρούτα. Καφές αεροστεγώς ~. Το προϊόν διατίθεται σε ~η μορφή και όχι χύμα. Πβ. τυποποιημένος. ΑΝΤ. ασυσκεύαστος | |
| 49130 | συσκευαστήριο | συ-σκευ-α-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): χώρος συσκευασίας: ~ αγροτικών προϊόντων/νωπών αλιευμάτων. Βλ. τυποποποιητήριο. [< γαλλ. atelier d΄emballage] | |
| 49131 | συσκευαστής | συ-σκευ-α-στής ουσ. (αρσ.) {(σπάν.) θηλ. συσκευάστρια}: εργαζόμενος που συσκευάζει προϊόντα: ~ές τροφίμων.|| (ως επίθ.) ~τρια: εταιρεία. Βλ. παρασκευαστής, τυποποιητής. [< πβ. μτγν. συσκευαστής 'που προετοιμάζει κάτι μαζί με άλλους'] | |
| 49132 | συσκευή | συ-σκευ-ή ουσ. (θηλ.) : ΤΕΧΝΟΛ. σύνολο εξαρτημάτων, μηχανισμών, οργάνων τα οποία τοποθετούνται, συνδέονται και συντονίζονται κατάλληλα για την επιτέλεση λειτουργίας ή την εκτέλεση έργου: αναλογική/ασύρματη/αυτόματη/ενσύρματη/επαγγελματική/επιτραπέζια/ιατρική/τερματική/φορητή/ψηφιακή ~. Έξυπνη/εύχρηστη/οικολογική ~. Ηλεκτρικές/κινητές/οικιακές ~ές. Ηλεκτρονικές συσκευές (: υπολογιστής, τηλεόραση, ψηφιακή κάμερα, ντιβιντί). ~ αναγνώρισης (κλήσης)/(ανα)παραγωγής/ανίχνευσης (καπνού)/αποθήκευσης (δεδομένων· βλ. γιου-ες-μπι)/εγγραφής (ήχου)/ελέγχου (ροής)/εντοπισμού (θέσης)/καθαρισμού/μετατροπής (εικόνας σε ψηφιακό σήμα)/μέτρησης (σακχάρου)/παρακολούθησης/παρασκευής (γιαουρτιού)/πλοήγησης (= τζι πι ες)/(κινητής) τηλεφωνίας/τηλεχειρισμού (= τηλεκοντρόλ). ~ αυτοκινήτου/γραφείου. ~ με μπαταρίες. Αναβάθμιση/ανακύκλωση/εγκατάσταση/τύπος ~ής. Πβ. μηχανή, μηχάνημα. Βλ. γκάτζετ, διαστημο~, μικρο~, πολυ~. ● ΣΥΜΠΛ.: λευκές συσκευές: μεγάλες ηλεκτρικές συσκευές, όπως ψυγεία, κουζίνες, πλυντήρια. [< αγγλ. white goods, 1960] , μαύρες συσκευές: μικρές ηλεκτρικές συσκευές, όπως τηλεοράσεις, βίντεο, DVD, στερεοφωνικά συγκροτήματα., περιφερειακή συσκευή/μονάδα βλ. περιφερειακός, συσκευή κατάδειξης/εισόδου βλ. κατάδειξη [< πβ. μτγν. συσκευή 'σχέδιο, μηχανορραφία, συγκέντρωση', γαλλ. appareil] | |
| 49133 | σύσκεψη | σύ-σκε-ψη ουσ. (θηλ.): επίσημη συνάντηση για ανταλλαγή απόψεων ή/και λήψη αποφάσεων· συνεκδ. τα πρόσωπα που συμμετέχουν σε αυτή: ανοιχτή/άτυπη/δημόσια/διεθνής/διευρυμένη/διμερής/έκτακτη/ενημερωτική/ετήσια/ευρεία/κλειστή/κυβερνητική/πολιτική/συντονιστική/τεχνική/υβριδική/υπηρεσιακή/υπουργική ~. ~ εκπροσώπων/εργαζομένων/στελεχών/σωματείων/φορέων. ~ σε επίπεδο αρχηγών (κομμάτων). ~ κορυφής. ~ με αντικείμενο/υπό την προεδρία του ... Πραγματοποιώ/συγκαλώ ~. Πβ. διαβούλευση, συμβούλιο, (συν)διάσκεψη, συνέλευση. ΣΥΝ. συνεδρίαση ● ΣΥΜΠΛ.: κλήση σύσκεψης: τηλεφωνική συνομιλία στην οποία συμμετέχουν περισσότερα από δύο άτομα από διαφορετικές συσκευές. Πβ. ανοιχτή ακρόαση. Βλ. τηλεδιάσκεψη. [< αγγλ. conference call, 1941] [< πβ. μτγν. σύσκεψις 'προσεκτική εξέταση', γαλλ. conférence, αγγλ. conference] | |
| 49134 | σύσκιος | , α, ο σύ-σκι-ος επίθ. (αρχαιοπρ.): σκιερός: ~ο: δάσος. Πβ. βαθύσκιος, κατάσκιος.|| (ως ουσ.) Το ~ο (ενν. μέρος). ΑΝΤ. ηλιόλουστος [< αρχ. σύσκιος] | |
| 49135 | συσκοτίζω | συ-σκο-τί-ζω ρ. (μτβ.) {συσκότι-σα, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, συσκοτίζ-οντας} (λόγ.) 1. (μτφ.) προκαλώ ασάφεια, σύγχυση, θολώνω: Η υπόθεση ~στηκε σκόπιμα (ΑΝΤ. διαλευκαίνω). Συχνά το συναίσθημα ~ει τη σκέψη και την κρίση. Η αινιγματική του στάση ~ει περισσότερο τα πράγματα. 2. δημιουργώ συσκότιση: Κατά τη διάρκεια της προβολής η αίθουσα ~στηκε. ~σμένο: δωμάτιο. ΣΥΝ. σκοτεινιάζω (1) ΑΝΤ. φωταγωγώ [< 1: γαλλ. obscurcir 2: μεσν. συσκοτίζω] | |
| 49136 | συσκότιση | συ-σκό-τι-ση ουσ. (θηλ.) & συσκοτισμός (ο) (λόγ.) 1. (μτφ.) δημιουργία ασάφειας, σύγχυσης ή συγκάλυψη στοιχείων: μεθοδευμένη ~. ~ της αλήθειας/του νου/της υπόθεσης. Τακτική ~ης και αποπροσανατολισμού. Πβ. θολούρα. Βλ. μπέρδεμα. 2. σκοτείνιασμα: απότομη/γενική/ολική/πλήρης/υποχρεωτική ~. ~ της αίθουσας/του δρόμου/της πόλης. ~ λόγω διακοπής ρεύματος (πβ. μπλακ άουτ). Σε συνθήκες ~ης. ΑΝΤ. φωτοχυσία [< 1: γαλλ. obscurcissement] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ