Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [49680-49700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
49149συσσωματώνωσυσ-σω-μα-τώ-νω ρ. (μτβ.) {συσσωμάτω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, συσσωματών-οντας, συσσωματω-μένος, κυρ. μεσοπαθ.} (κυρ. επιστ.): συνενώνω, συμπλέκω στοιχεία, ώστε να δημιουργηθεί συμπαγής μάζα ή ενιαίο σύνολο: Τα σωματίδια γίνονται τοξικά, καθώς ~ουν ρύπους. Τα ιζήματα ~θηκαν και δημιούργησαν βραχώδεις σχηματισμούς. Υπολείμματα ~μένα με μορφή σβόλων.|| (μτφ.) Οι μελέτες ~θηκαν σε έναν τόμο. Βλ. ενσωματώνω, συγχωνεύω. ΑΝΤ. διαχωρίζω [< γαλλ. incorporer]
49150συσσωμάτωσησυσ-σω-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.) 1. (επιστ.) συσσώρευση και ενοποίηση ή συγκόλληση στοιχείων, μονάδων για τη δημιουργία ενιαίου συνόλου ή ομοιόμορφης μάζας: ~ κόκκων/σωματιδίων/υλικών (πβ. σύμφυση).|| (ΧΗΜ.-ΟΡΥΚΤ.) Εξόρυξη και ~ λιγνίτη/λιθάνθρακα (βλ. κροκίδωση). ~ ιζήματος.|| (ΙΑΤΡ.) ~ των αιμοπεταλίων (βλ. θρόμβωση). 2. {συνηθέστ. στον πληθ.} (μτφ.-λόγ.) σύμπραξη δυνάμεων ή συνένωση παραγόντων με σκοπό τη συνοχή ή την επίτευξη κοινού στόχου: επαγγελματικές/κοινωνικές/πολιτικές ~ώσεις. ~ επιχειρήσεων. Βλ. ενσωμάτωση. [< γαλλ. incorporation]
49151σύσσωμος, η, ο σύσ-σω-μος επίθ.: (για σύνολο προσώπων) που εκφράζεται ή ενεργεί ομόφωνα: ~η: αντίδραση/παρουσία/συμμετοχή. ~ (= ολόκληρος) ο πνευματικός κόσμος της χώρας πενθεί την απώλεια του ποιητή. ~η η κοινή γνώμη/πολιτική ηγεσία καταδίκασε το γεγονός. [< μτγν. σύσσωμος 'ενωμένος σε ένα σώμα']
49152συσσωρευμένος, η, ο συσ-σω-ρευ-μέ-νος επίθ.: που έχει συσσωρευτεί: ~ος: θυμός/πλούτος. ~η: αγανάκτηση/γνώση/εμπειρία/ενέργεια/κούραση. ~ο: άγχος/κεφάλαιο (βλ. αποταμιεύω)/λίπος/μίσος. ~οι: ρύποι/τόκοι. ~ες: ζημιές/υποχρεώσεις. ~α: κέρδη/προβλήματα/χρέη. Πβ. μαζεμένος.
49153συσσώρευσησυσ-σώ-ρευ-ση ουσ. (θηλ.): μάζεμα, συγκέντρωση, συνήθ. μεγάλης ποσότητας: σταδιακή ~. ~ αγαθών/αλάτων (σε οστά)/γνώσεων (βλ. απόκτηση)/ενέργειας/θερμότητας/λίπους/πληροφοριών/προβλημάτων/ρύπων (βλ. βιο~)/σκόνης/τοξικών/τοξινών/υγρού/ύλης.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ κερδών/κεφαλαίου/πλούτου/χρέους. Βλ. υπερ~, ECTS. ΣΥΝ. επισώρευση, σώρευση [< γαλλ. accumulation]
49154συσσωρευτήςσυσ-σω-ρευ-τής ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡ. μπαταρία ή κάθε συσκευή αποθήκευσης και απόδοσης ενέργειας: άδειος/αλκαλικός/βιομηχανικός/ενσωματωμένος/επαναφορτιζόμενος/ηλεκτρικός/υδραυλικός ~. ~ θερμότητας (= θερμο~)/μολύβδου. ~ ιόντων (λιθίου)/κλειστού τύπου. Συστοιχία ~ών. ~ ρεύματος του φορητού Η/Υ. Πβ. αποταμιευτής. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλιακός συλλέκτης βλ. συλλέκτης [< γαλλ. accumulateur]
49155συσσωρευτικός, ή, ό συσ-σω-ρευ-τι-κός επίθ.: που είναι το αποτέλεσμα συσσώρευσης στοιχείων: ~ή: αύξηση/διαδικασία/δράση/επίδραση. ~ό: αποτέλεσμα. ~ές: βλάβες/επιπτώσεις.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ή: απόδοση (επένδυσης)/κίνηση (δείκτη). ~ό: έλλειμμα. Πβ. συγκεντρωτικός. Βλ. αθροιστικός. ΣΥΝ. σωρευτικός ● επίρρ.: συσσωρευτικά [< αγγλ. (ac)cumulative]
49156συσσωρεύωσυσ-σω-ρεύ-ω ρ. (μτβ.) {συσσώρευ-σα, συσσωρεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -μένος, -οντας}: μαζεύω, συγκεντρώνω συνήθ. πληθώρα στοιχείων: Έχει ~σει μεγάλη εμπειρία από τα ταξίδια του. Δουλεύει ασταμάτητα, για να ~σει υλικά αγαθά (βλ. αποκτώ). Το λίπος ~εται σε διάφορα σημεία του ανθρώπινου σώματος. Ο αγροτικός πληθυσμός έχει ~τεί στα αστικά κέντρα. Μεγάλος φόρτος εργασίας ~τηκε όσο έλειπε από το γραφείο. Τα λύματα ~τηκαν στον πυθμένα της λίμνης. Βλ. αθροίζω. ΣΥΝ. επισωρεύω, σωρεύω [< μτγν. συσσωρεύω, γαλλ. accumuler]
49157συστάδασυ-στά-δα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): συγκεντρωμένο σύνολο: αμιγής/αραιή/μικτή/πυκνή ~. ~ δέντρων/θάμνων. Δασική ~ (= δασοσυστάδα). || ~ αστεριών/βράχων//νησίδων/νησιών (πβ. σύμπλεγμα)/υφάλων/χωριών. Βλ. δέσμη.|| ~ επιχειρήσεων/υπολογιστών.|| || (ΒΙΟΧ.) ~ DNA. || (ΧΗΜ.) ~ες συμπολυμερών. || (ΣΤΑΤΙΣΤ.) Ανάλυση κατά ~ες (: μέθοδος ομαδοποίησης δεδομένων). [< αρχ. συστάς (βλ. συνίσταμαι) ‘που βρίσκεται μαζί’, πβ. αρχ. συστάδας ἀμπέλους ‘πυκνοφυτεμένα κλήματα’, αγγλ. cluster, γαλλ. ~, 1965]
49158συστάδηνσυ-στά-δην επίρρ.: μόνο στη ● ΦΡ.: εκ του συστάδην (αρχαιοπρ.): από πολύ κοντά: αγώνας/αναμέτρηση/μάχη ~ ~ (πβ. στήθος με στήθος, σώμα με σώμα). Βλ. ακροβολισμός.|| Επικοινωνία ~ ~. [< μτγν. συστάδην]
49159συσταλτικός, ή, ό συ-σταλ-τι-κός επίθ.: που προκαλεί συστολή: (επιστ.) ~ή: δράση. ~ές: πρωτεΐνες (π.χ. μυοσίνη). ~ή ικανότητα ιστού. Πβ. συστολικός. Βλ. αγγειο~, συσταλτός.|| (μτφ.) ~ή: πολιτική (πβ. μετριοπαθής, συγκρατημένη). ΑΝΤ. διασταλτικός ● επίρρ.: συσταλτικά ● ΣΥΜΠΛ.: συσταλτική ερμηνεία: ΝΟΜ. που περιορίζει το πεδίο εφαρμογής του κανόνα: ~ ~ διάταξης. ΑΝΤ. διασταλτική ερμηνεία [< μτγν. συσταλτικός, γαλλ. contractif]
49160συσταλτικότητασυ-σταλ-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. ικανότητα συστολής: καρδιακή ~. ~ της μήτρας/του μυοκαρδίου/των μυών. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. διασταλτικότητα [< γαλλ. contractilité]
49161συσταλτός, ή, ό συ-σταλ-τός επίθ. (επιστ.): που έχει την ικανότητα να συστέλλεται: (ΒΙΟΧ.) ~ές πρωτεΐνες. (ΑΝΑΤ.) ~ά: στοιχεία του μυός. Το ~ό μέρος της καρδιάς (= μυοκάρδιο).|| ~ό: καλώδιο. [< γαλλ. contractile]
49162σύστασησύ-στα-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. ίδρυση, δημιουργία φορέα, οργανισμού· συνεκδ. τα ίδια τα όργανα ή μέλη τους: ~ δικαστηρίου/επιτροπής/επιχείρησης/ιδρύματος/(ΝΟΜ.) (οριζόντιας) ιδιοκτησίας/κόμματος/κράτους/(καλλιτεχνικής) ομάδας/οργάνου/συλλόγου/συμβουλίου/σωματείου/σώματος/υπηρεσίας/υπουργείου. Άδεια/καταστατικό/σύμβαση ~ης (εταιρείας).|| Αλλαγές στη ~ της ομάδας. Πβ. συγκρότηση, σχηματισμός. Βλ. διάλυση. 2. το σύνολο των στοιχείων από τα οποία αποτελείται κάτι: ~ αίματος/βαφής/εδάφους/μείγματος/νερού/τροφίμων/φαρμάκου/χώματος. Φυσική/χημική ~. Πβ. σύνθεση, υφή.συστάσεις (οι) 1. συμβουλές, υποδείξεις: αναγκαίες/αυστηρές/γενικές/ειδικές/επανειλημμένες/ιατρικές ~. ~ των Αρχών/του διευθυντή. ~ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. ~ ασφάλειας. ~ προς το κοινό/τους πολίτες. Απευθύνω/προβαίνω σε ~. Ο διαιτητής έκανε ~ στους παίκτες της ομάδας. Πβ. οδηγία. Βλ. επίπληξη, παρατήρηση. 2. παρουσίαση, γνωριμία ενός προσώπου σε άλλο (συνήθ. με αναφορά του ονόματός του ή/και άλλων στοιχείων): Κάνω τις (απαραίτητες) ~. Μόλις έγιναν οι ~, άρχισε η συζήτηση. Δεν χρειάζονται ~ (: για κάποιον που είναι πολύ γνωστός). 3. προφορικές ή γραπτές βεβαιώσεις για τις επαγγελματικές κυρ. ικανότητες ενός προσώπου ή/και γενικότ. για την προσωπικότητά του: απαιτούμενες ~. Διαθέτω/δίνω ~. Ζητείται επιστήμονας/συνεργάτης, ~ απαραίτητες. Πβ. συστατική επιστολή. [< 1,3: γαλλ. recommandation 2: μτγν. σύστασις] ● ΣΥΜΠΛ.: σύσταση και συμμορία βλ. συμμορία ● ΦΡ.: από συστάσεως (λόγ.): από την αρχή, από το ξεκίνημα, από την ίδρυση: Θεσμοί που υπάρχουν ~ ~ του ελληνικού κράτους. [< 1: μτγν. σύστασις, γαλλ. constitution 2: αρχ. ~]
49163συστατικός, ή, ό συ-στα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη σύσταση: ~ή: ουσία. ~ό: στοιχείο (της δημοκρατίας). ● Ουσ.: συστατικό (το) {κυρ. στον πληθ. συστατικά}: στοιχείο συνόλου, ουσίας, παρασκευάσματος: αναγκαίο/απαραίτητο/βασικό (πβ. πεμπτουσία) ~. Βιολογικά/βλαβερά/δομικά/θρεπτικά/μεταλλαγμένα/οικολογικά/ορυκτά/φυσικά/χημικά ~ά. ~ του αίματος/της βαφής/του εδάφους/καλλυντικού/μείγματος/νερού/των τροφίμων/του φαρμάκου.|| Τα ~ά μιας καλλιτεχνικής δημιουργίας. ● ΣΥΜΠΛ.: μακροθρεπτικά συστατικά βλ. μακροθρεπτικός, μικροθρεπτικά συστατικά βλ. μικροθρεπτικός, συστατική επιστολή βλ. επιστολή [< μτγν. συστατικός, γαλλ. constitutif, constituant]
49164συστεγάζομαισυ-στε-γά-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {συστεγά-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, συστεγαζ-όμενος} (λόγ.): μοιράζομαι το ίδιο κτίριο ή γενικότ. τον ίδιο χώρο με άλλο ή άλλα πρόσωπα: Στα γραφεία της εταιρείας ~ονται η γραμματεία και το λογιστήριο. Το γυμνάσιο και το λύκειο ~ονται. ~όμενες: επιχειρήσεις/(σχολικές) μονάδες. ~όμενα: φαρμακεία.|| (μτφ.) Διαφορετικές φιλοσοφίες ~στηκαν στο ίδιο κόμμα. Τα δοκίμια θα ~στούν κάτω από τον γενικό τίτλο ... [< αρχ. συστεγάζομαι]
49165συστέγασησυ-στέ-γα-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): στέγαση στο ίδιο κτίριο ή γενικότ. στον ίδιο χώρο: ~ γραφείων/επιχειρήσεων/ιατρείων/σχολείων/υπηρεσιών.
49166συστέλλωσυ-στέλ-λω ρ. (μτβ.) {συνέστ-ειλε, συστάλ-θηκε (λόγ.) συνεστά-λη, συστα-λεί, συνεσταλμένος, συστέλλ-οντας} (επιστ.): μειώνω τις διαστάσεις, μικραίνω: Η νικοτίνη ~ει τα αιμοφόρα αγγεία. Όταν η ένταση του φωτός αυξάνεται, η κόρη του ματιού ~εται.|| (ΦΥΣ.) Τα σώματα ~ονται με την ελάττωση της θερμοκρασίας. Βλ. μαζεύω, στενεύω, συρρικνώνω. ΑΝΤ. διαστέλλω (1) ● βλ. συνεσταλμένος [< αρχ. συστέλλω, γαλλ. contracter]
49167σύστεμσύ-στεμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: πόιντ σύστεμ & (σπάν.) πόιντ σίστεμ: σύστημα ελέγχου συμπεριφοράς οδηγών σύμφωνα με το οποίο οι οδηγοί τροχοφόρων για κάθε παράβαση συγκεντρώνουν ορισμένους πόντους, οι οποίοι αν υπερβούν το επιτρεπτό όριο, μπορεί να οδηγήσουν και σε αφαίρεση της άδειας. Πβ. ΣΕΣΟ. Βλ. πρόστιμο. [< αγγλ. point system] , σταρ σύστεμ (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): δίκτυο προβολής προσωπικοτήτων του καλλιτεχνικού κυρ. χώρου και κατ' επέκτ. το σύνολο των διασημοτήτων που προωθούνται από αυτό: διεθνές/εγχώριο/λαμπερό/χολιγουντιανό ~. [< αγγλ. star system]
49168σύστημασύ-στη-μα ουσ. (ουδ.) {συστήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. σύνολο οργάνων, μηχανισμών ή μεθόδων, τεχνικών για την εξυπηρέτηση συγκεκριμένου σκοπού, λειτουργίας: ~ ανακύκλωσης/αξιολόγησης/ασφάλισης/αυτοκινήτου/αυτοματισμού/δασοπυρόσβεσης/διδασκαλίας/έκδοσης (εισιτηρίων)/εκμάθησης (ξένων γλωσσών)/ελέγχου/εξαερισμού/εξετάσεων/επικοινωνίας/έρευνας/ηχείων/ήχου (= ηχητικό ~, ηχο~)/(κεντρικής) θέρμανσης/κρατήσεων/μετάδοσης/μέτρησης/οργάνωσης/παρακολούθησης/πέδησης/πληροφόρησης/πληρωμής/πλοήγησης/ποτίσματος/πρόγνωσης/πρόνοιας/προσγείωσης (αεροπλάνου)/πυρανίχνευσης/πυρόσβεσης/συναγερμού/φωτισμού. ~ εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. ~ (έγκαιρης) προειδοποίησης (για φυσικές καταστροφές). Εθνικό ~ Υγείας (ΕΣΥ). Αμυντικό/αποχετευτικό/δικαστικό/δορυφορικό/εμπορικό/επαναστατικό/ηλεκτρονικό/ιατρικό/οικιακό/οπλικό/σωφρονιστικό/υδραυλικό/ψηφιακό ~. Βλ. ευρω~, πολυ~. 2. ΠΟΛΙΤ. (ειδικότ.) η μορφή οργάνωσης και διακυβέρνησης ενός κράτους, μιας κοινωνίας: δημοκρατικό/δικαιικό/καπιταλιστικό/κοινοβουλευτικό/κομμουνιστικό/οικονομικό/παγκόσμιο/ποινικό/πολιτειακό/πολιτικό/σοσιαλιστικό/συγκεντρωτικό/φασιστικό ~. 3. μεθοδικότητα: Δουλεύει με ~. Έχει ~ στον τρόπο με τον οποίο κάνει την έρευνα. 4. ΙΑΤΡ. σύνολο οργάνων ή ιστών με λειτουργική ή/και ανατομική σύνδεση μεταξύ τους, που εκτελούν συγκεκριμένες λειτουργίες στους ζωντανούς οργανισμούς: αγγειακό/ενδοκρινικό/ερειστικό/κινητήριο/μυϊκό/ουρογεννητικό ~. Βλ. φωτο~. 5. ΑΘΛ. ο τρόπος με τον οποίο παρατάσσεται και αγωνίζεται μια ομάδα: αμυντικό/επιθετικό ~. (στο μπάσκετ) ~ ζώνης/μαν του μαν. ~ 4-4-2/4-3-3/5-3-2 (: στο ποδόσφαιρο, με βάση τον αριθμό των παικτών στην αμυντική, μεσαία και επιθετική γραμμή). 6. τρόπος συμπεριφοράς που επαναλαμβάνεται, συνήθεια: Το έχει ~ να λέει ψέματα. 7. σύνολο στοιχείων και εννοιών που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και αλληλεξάρτηση: ~ γραφής. Κλιτικό/μορφολογικό/(πολυ)τονικό/φωνολογικό ~ (μιας γλώσσας). Η γλώσσα αποτελεί ένα ~ σημείων (πβ. κώδικας).|| (για κατηγοριοποίηση μεγεθών:) Κρυσταλλικό/μετρικό/ταξινομικό ~.|| (ΜΑΘ.) ~ εξισώσεων. 8. (σε τυχερά παιχνίδια) τυποποιημένη μέθοδος που βασίζεται σε συνδυασμούς αριθμών: μεταβλητό ~. ~ προπό/λόττο. 9. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) η υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, το κατεστημένο: Αντιμάχεται/υπηρετεί το ~. Έχει ενταχθεί στο ~. Είναι άνθρωπος/παιδί του ~ατος. 10. ΦΙΛΟΣ. ενιαίο, οργανωμένο και ολοκληρωμένο σύνολο γνώσεων, ιδεών και αρχών: εγελιανό ~. ~ αξιών. ● Υποκ.: συστηματάκι (το): κυρ. στις σημ. 5,8. ● ΣΥΜΠΛ.: ανάλυση συστημάτων (συνήθ. με κεφαλ. τα αρχικά Α, Σ): ΠΛΗΡΟΦ. μελέτη και προσδιορισμός των συστατικών μερών μιας δραστηριότητας, διαδικασίας, μεθόδου ή τεχνικής, που αποσκοπεί στον καθορισμό του ρόλου και των βασικών της στόχων, καθώς και στην ανάπτυξη υπολογιστικών εφαρμογών για την επίτευξή τους: ~ ~ τεχνολογίας. Σχεδιασμός και ~ ~. Βλ. μοντελοποίηση. [< αγγλ. systems analysis, 1950] , δυναμικά συστήματα: ΜΑΘ. φυσικά φαινόμενα και διεργασίες που περιγράφονται από συστήματα διαφορικών εξισώσεων των οποίων η ανεξάρτητη μεταβλητή είναι ο χρόνος: χαοτικά ~ ~ (βλ. φαινόμενο της πεταλούδας). [< αγγλ. dynamic(al) systems] , ακροφωνικό σύστημα βλ. ακροφωνικός, αναπνευστικό σύστημα βλ. αναπνευστικός, ανοσοποιητικό (σύστημα) βλ. ανοσοποιητικός, αρχείο συστήματος βλ. αρχείο, αστρικό σύστημα βλ. αστρικός, Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών βλ. γεωγραφικός, δεκαδικό σύστημα βλ. δεκαδικός, Διεθνές Σύστημα Μονάδων βλ. διεθνής, δυαδικό σύστημα (αρίθμησης) βλ. δυαδικός, εκλογικό σύστημα βλ. εκλογικός, εκπαιδευτικό σύστημα βλ. εκπαιδευτικός, έμπειρα συστήματα βλ. έμπειρος, ενεργητικά/θερμικά ηλιακά συστήματα βλ. ενεργητικός, ηλιακό σύστημα βλ. ηλιακός, θερμοδυναμικό σύστημα βλ. θερμοδυναμικός, κυκλοφορικό σύστημα βλ. κυκλοφορικός, λειτουργικό (σύστημα) βλ. λειτουργικός, μεταιχμιακό σύστημα (του εγκεφάλου) βλ. μεταιχμιακός, νευρικό σύστημα βλ. νευρικός, νομισματικό σύστημα βλ. νομισματικός, οικοδομικό σύστημα βλ. οικοδομικός, οικονομικό σύστημα βλ. οικονομικός, ουροποιητικό σύστημα βλ. ουροποιητικός, παθητικά ηλιακά συστήματα βλ. παθητικός, παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα βλ. παρασυμπαθητικός, πεπτικό σύστημα βλ. πεπτικός, Περιοδικός Πίνακας (των Στοιχείων) βλ. περιοδικός, πλανητικό σύστημα βλ. πλανητικός, πληροφοριακό σύστημα βλ. πληροφοριακός, συμπαθητικό νευρικό σύστημα βλ. συμπαθητικός, σύστημα αναφοράς βλ. αναφορά, σύστημα αντιεμπλοκής (κατά την πέδηση) βλ. αντιεμπλοκή, σύστημα διαχείρισης βάσης δεδομένων βλ. διαχείριση, σύστημα διεύθυνσης βλ. διεύθυνση, σύστημα προστασίας βλ. προστασία, συστήματα ασφαλείας βλ. ασφάλεια, τραπεζικό σύστημα βλ. τραπεζικός, τυφλό σύστημα βλ. τυφλός, ψυχογενετικό σύστημα βλ. ψυχογενετικός ● ΦΡ.: εκ συστήματος/κατά σύστημα (λόγ.): συστηματικά: Εκμεταλλεύεται ~ ~ τους πελάτες του., σύστημα/γραφή Μπράιγ: (για τυφλούς) που χρησιμοποιεί ανάγλυφα τυπογραφικά στοιχεία, ώστε να επιτρέπει την ανάγνωση με την αφή· ανάγλυφη γραφή. [< αρχ. σύστημα, γερμ. System, γαλλ. système, αγγλ. system]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.