Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [49680-49700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
49137σύσπασησύ-σπα-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ακούσια μυϊκή ή νευρική συστολή: έντονη/επώδυνη/παρατεταμένη/περιοδική/σπασμωδική ~. ~άσεις αγγείων/βλεφάρων/κοιλίας/κόλπου/μήτρας/προσώπου/σώματος. ~άσεις τοκετού. Βλ. επιληψία, κράμπα, σπασμός. [< αρχ. σύσπασις, γαλλ. contraction]
49138σύσπαστοσύ-σπα-στο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός με τροχαλίες κυρ. για ανύψωση φορτίων. Πβ. βαρούλκο, παλάγκο, πολύσπαστο. [< μτγν. σύσπαστον]
49139συσπάται[συσπᾶται] συ-σπά-ται ρ. (αμτβ.) {συσπά-στηκε, -σμένος, σπανιότ. στην ενεργ. φωνή συσπ-ά, -ώντας}: υφίσταται σύσπαση: Η καρδιά/ο μυς/το πρόσωπο ~. Το σώμα του ~στηκε από τον πόνο.|| (μτβ.) Το στρες ~ά (: προκαλεί σύσπαση) τις αρτηρίες. [< αρχ. συσπῶ, γαλλ. contracter]
49140συσπειρωμένος, η, ο συ-σπει-ρω-μέ-νος επίθ.: που έχει συσπειρωθεί: (μτφ.) ~ος: λαός. ~η: δράση. ~ο: κόμμα. ~οι: οπαδοί. ~ες: δυνάμεις. Πβ. ενωμένος.|| (κυριολ.) ~ο: ελατήριο.
49141συσπειρώνωσυ-σπει-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {συσπείρω-σε, -θηκε, -μένος, συσπειρών-οντας} 1. (μτφ.) συγκεντρώνω και ενώνω άτομα σε κοινή δράση γύρω από μια ιδέα ή έναν σκοπό: Το κόμμα ~σε τους ψηφοφόρους του ενόψει των εκλογών. Η ομάδα ~σε γύρω της το φίλαθλο κοινό. Τα συνδικάτα ~θηκαν, για να προασπίσουν τα δικαιώματά τους. Βλ. συστρατεύομαι. 2. (λόγ.) μαζεύω, συμπιέζω: ~ ελατήριο. [< πβ. μτγν. συσπειροῦμαι ‘περιτυλίγομαι’]
49142συσπείρωσησυ-σπεί-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) κινητοποίηση, συγκέντρωση και συνεργασία προσώπων για την επίτευξη ενός στόχου: μαζική/υψηλή/χαμηλή ~. Αγωνιστική/δημοκρατική/εθνική/κοινωνική/κομματική/λαϊκή/πολιτική/συνδικαλιστική/ταξική ~. ~ κλάδου/νεολαίας. ~ δυνάμεων/εργαζομένων/καλλιτεχνών/οργανώσεων/σωματείων/φιλάθλων/φοιτητών/φορέων. ~ πολιτών για τη διάσωση του περιβάλλοντος. Πόλος ~ης. Κάλεσμα/μήνυμα ~ης των ψηφοφόρων του κόμματος. Βλ. συστράτευση. ΑΝΤ. αποσυσπείρωση 2. ΓΥΜΝ. θέση του κορμού στο έδαφος, με στήριξη στα χέρια και στα δάχτυλα των ποδιών: Κατά τη ~ τα γόνατα λυγίζουν προς το στήθος. 3. (λόγ.-κυριολ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συσπειρώνω, συμπίεση: ~ ελατηρίου.
49143συσπειρωτικός, ή, ό συ-σπει-ρω-τι-κός επίθ.: που στοχεύει ή συντελεί στη συσπείρωση: ~ή: κίνηση/πολιτική. Η ομιλία του υπήρξε ~ή για τα μέλη του κόμματος.|| (ΓΥΜΝ.) ~ή: εκκίνηση. Άλμα με ~ή τεχνική. ● επίρρ.: συσπειρωτικά
49144σύσπορος, η, ο σύ-σπο-ρος επίθ. (λόγ.): που δεν του έχουν αφαιρεθεί οι σπόροι, μαζί με τους σπόρους: ~ος: χυμός (ντομάτας). ~ο: βαμβάκι. [< πβ. μτγν. σύσπορος 'σπαρμένος μαζί']
49145συσπουδαστήςσυ-σπου-δα-στής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): σπουδαστής που κάνει τις σπουδές του μαζί με άλλον ή άλλους στην ίδια σχολή την ίδια χρονική περίοδο. Βλ. συμφοιτητής. [< μεσν. συσπουδαστής ΄συνεργός, βοηθός΄, γαλλ. condisciple]
49146συσσιτιάρχηςσυσ-σι-τι-άρ-χης ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. υπαξιωματικός ή στρατιώτης υπεύθυνος για την παροχή διατροφής (συσσίτιο) στη στρατιωτική του μονάδα. Βλ. -άρχης. [< γαλλ. caporal d'ordinaire]
49147συσσίτιοσυσ-σί-τι-ο ουσ. (ουδ.) {συσσιτί-ου}: φαγητό που μαγειρεύεται σε μεγάλη ποσότητα, για να μοιραστεί δωρεάν σε πλήθος ανθρώπων: ενοριακό/καθημερινό/λαϊκό/πρωινό/σχολικό/φοιτητικό ~. ~ απόρων/αστέγων. Τα ~α της Εκκλησίας. Σιτίζονται σε ~α. Οι κρατούμενοι απέχουν από το ~.|| (ΣΤΡΑΤ.) Το ~ των φαντάρων (: το φαγητό τους). Πβ. σιτηρέσιο.|| (ΙΣΤ.) Κατοχικό ~. [< αρχ. συσσίτιον ‘κοινό ή δημόσιο γεύμα, τραπεζαρία’]
49148συσσωμάτωμασυσ-σω-μά-τω-μα ουσ. (ουδ.) {συσσωματώμ-ατα}: ΧΗΜ. ομάδα ατόμων, ιόντων ή μορίων που είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους: εδαφικά/κρυσταλλικά ~ατα. ~ ινών/κόκκων. ~ατα βιομάζας (: μορφή καύσιμης ύλης από υπολείμματα ξύλου· πβ. πέλετ, σύμπηκτα).
49149συσσωματώνωσυσ-σω-μα-τώ-νω ρ. (μτβ.) {συσσωμάτω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, συσσωματών-οντας, συσσωματω-μένος, κυρ. μεσοπαθ.} (κυρ. επιστ.): συνενώνω, συμπλέκω στοιχεία, ώστε να δημιουργηθεί συμπαγής μάζα ή ενιαίο σύνολο: Τα σωματίδια γίνονται τοξικά, καθώς ~ουν ρύπους. Τα ιζήματα ~θηκαν και δημιούργησαν βραχώδεις σχηματισμούς. Υπολείμματα ~μένα με μορφή σβόλων.|| (μτφ.) Οι μελέτες ~θηκαν σε έναν τόμο. Βλ. ενσωματώνω, συγχωνεύω. ΑΝΤ. διαχωρίζω [< γαλλ. incorporer]
49150συσσωμάτωσησυσ-σω-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.) 1. (επιστ.) συσσώρευση και ενοποίηση ή συγκόλληση στοιχείων, μονάδων για τη δημιουργία ενιαίου συνόλου ή ομοιόμορφης μάζας: ~ κόκκων/σωματιδίων/υλικών (πβ. σύμφυση).|| (ΧΗΜ.-ΟΡΥΚΤ.) Εξόρυξη και ~ λιγνίτη/λιθάνθρακα (βλ. κροκίδωση). ~ ιζήματος.|| (ΙΑΤΡ.) ~ των αιμοπεταλίων (βλ. θρόμβωση). 2. {συνηθέστ. στον πληθ.} (μτφ.-λόγ.) σύμπραξη δυνάμεων ή συνένωση παραγόντων με σκοπό τη συνοχή ή την επίτευξη κοινού στόχου: επαγγελματικές/κοινωνικές/πολιτικές ~ώσεις. ~ επιχειρήσεων. Βλ. ενσωμάτωση. [< γαλλ. incorporation]
49151σύσσωμος, η, ο σύσ-σω-μος επίθ.: (για σύνολο προσώπων) που εκφράζεται ή ενεργεί ομόφωνα: ~η: αντίδραση/παρουσία/συμμετοχή. ~ (= ολόκληρος) ο πνευματικός κόσμος της χώρας πενθεί την απώλεια του ποιητή. ~η η κοινή γνώμη/πολιτική ηγεσία καταδίκασε το γεγονός. [< μτγν. σύσσωμος 'ενωμένος σε ένα σώμα']
49152συσσωρευμένος, η, ο συσ-σω-ρευ-μέ-νος επίθ.: που έχει συσσωρευτεί: ~ος: θυμός/πλούτος. ~η: αγανάκτηση/γνώση/εμπειρία/ενέργεια/κούραση. ~ο: άγχος/κεφάλαιο (βλ. αποταμιεύω)/λίπος/μίσος. ~οι: ρύποι/τόκοι. ~ες: ζημιές/υποχρεώσεις. ~α: κέρδη/προβλήματα/χρέη. Πβ. μαζεμένος.
49153συσσώρευσησυσ-σώ-ρευ-ση ουσ. (θηλ.): μάζεμα, συγκέντρωση, συνήθ. μεγάλης ποσότητας: σταδιακή ~. ~ αγαθών/αλάτων (σε οστά)/γνώσεων (βλ. απόκτηση)/ενέργειας/θερμότητας/λίπους/πληροφοριών/προβλημάτων/ρύπων (βλ. βιο~)/σκόνης/τοξικών/τοξινών/υγρού/ύλης.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ κερδών/κεφαλαίου/πλούτου/χρέους. Βλ. υπερ~, ECTS. ΣΥΝ. επισώρευση, σώρευση [< γαλλ. accumulation]
49154συσσωρευτήςσυσ-σω-ρευ-τής ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡ. μπαταρία ή κάθε συσκευή αποθήκευσης και απόδοσης ενέργειας: άδειος/αλκαλικός/βιομηχανικός/ενσωματωμένος/επαναφορτιζόμενος/ηλεκτρικός/υδραυλικός ~. ~ θερμότητας (= θερμο~)/μολύβδου. ~ ιόντων (λιθίου)/κλειστού τύπου. Συστοιχία ~ών. ~ ρεύματος του φορητού Η/Υ. Πβ. αποταμιευτής. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλιακός συλλέκτης βλ. συλλέκτης [< γαλλ. accumulateur]
49155συσσωρευτικός, ή, ό συσ-σω-ρευ-τι-κός επίθ.: που είναι το αποτέλεσμα συσσώρευσης στοιχείων: ~ή: αύξηση/διαδικασία/δράση/επίδραση. ~ό: αποτέλεσμα. ~ές: βλάβες/επιπτώσεις.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ή: απόδοση (επένδυσης)/κίνηση (δείκτη). ~ό: έλλειμμα. Πβ. συγκεντρωτικός. Βλ. αθροιστικός. ΣΥΝ. σωρευτικός ● επίρρ.: συσσωρευτικά [< αγγλ. (ac)cumulative]
49156συσσωρεύωσυσ-σω-ρεύ-ω ρ. (μτβ.) {συσσώρευ-σα, συσσωρεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -μένος, -οντας}: μαζεύω, συγκεντρώνω συνήθ. πληθώρα στοιχείων: Έχει ~σει μεγάλη εμπειρία από τα ταξίδια του. Δουλεύει ασταμάτητα, για να ~σει υλικά αγαθά (βλ. αποκτώ). Το λίπος ~εται σε διάφορα σημεία του ανθρώπινου σώματος. Ο αγροτικός πληθυσμός έχει ~τεί στα αστικά κέντρα. Μεγάλος φόρτος εργασίας ~τηκε όσο έλειπε από το γραφείο. Τα λύματα ~τηκαν στον πυθμένα της λίμνης. Βλ. αθροίζω. ΣΥΝ. επισωρεύω, σωρεύω [< μτγν. συσσωρεύω, γαλλ. accumuler]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.