| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 49157 | συστάδα | συ-στά-δα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): συγκεντρωμένο σύνολο: αμιγής/αραιή/μικτή/πυκνή ~. ~ δέντρων/θάμνων. Δασική ~ (= δασοσυστάδα). || ~ αστεριών/βράχων//νησίδων/νησιών (πβ. σύμπλεγμα)/υφάλων/χωριών. Βλ. δέσμη.|| ~ επιχειρήσεων/υπολογιστών.|| || (ΒΙΟΧ.) ~ DNA. || (ΧΗΜ.) ~ες συμπολυμερών. || (ΣΤΑΤΙΣΤ.) Ανάλυση κατά ~ες (: μέθοδος ομαδοποίησης δεδομένων). [< αρχ. συστάς (βλ. συνίσταμαι) ‘που βρίσκεται μαζί’, πβ. αρχ. συστάδας ἀμπέλους ‘πυκνοφυτεμένα κλήματα’, αγγλ. cluster, γαλλ. ~, 1965] | |
| 49158 | συστάδην | συ-στά-δην επίρρ.: μόνο στη ● ΦΡ.: εκ του συστάδην (αρχαιοπρ.): από πολύ κοντά: αγώνας/αναμέτρηση/μάχη ~ ~ (πβ. στήθος με στήθος, σώμα με σώμα). Βλ. ακροβολισμός.|| Επικοινωνία ~ ~. [< μτγν. συστάδην] | |
| 49159 | συσταλτικός | , ή, ό συ-σταλ-τι-κός επίθ.: που προκαλεί συστολή: (επιστ.) ~ή: δράση. ~ές: πρωτεΐνες (π.χ. μυοσίνη). ~ή ικανότητα ιστού. Πβ. συστολικός. Βλ. αγγειο~, συσταλτός.|| (μτφ.) ~ή: πολιτική (πβ. μετριοπαθής, συγκρατημένη). ΑΝΤ. διασταλτικός ● επίρρ.: συσταλτικά ● ΣΥΜΠΛ.: συσταλτική ερμηνεία: ΝΟΜ. που περιορίζει το πεδίο εφαρμογής του κανόνα: ~ ~ διάταξης. ΑΝΤ. διασταλτική ερμηνεία [< μτγν. συσταλτικός, γαλλ. contractif] | |
| 49160 | συσταλτικότητα | συ-σταλ-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. ικανότητα συστολής: καρδιακή ~. ~ της μήτρας/του μυοκαρδίου/των μυών. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. διασταλτικότητα [< γαλλ. contractilité] | |
| 49161 | συσταλτός | , ή, ό συ-σταλ-τός επίθ. (επιστ.): που έχει την ικανότητα να συστέλλεται: (ΒΙΟΧ.) ~ές πρωτεΐνες. (ΑΝΑΤ.) ~ά: στοιχεία του μυός. Το ~ό μέρος της καρδιάς (= μυοκάρδιο).|| ~ό: καλώδιο. [< γαλλ. contractile] | |
| 49162 | σύσταση | σύ-στα-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. ίδρυση, δημιουργία φορέα, οργανισμού· συνεκδ. τα ίδια τα όργανα ή μέλη τους: ~ δικαστηρίου/επιτροπής/επιχείρησης/ιδρύματος/(ΝΟΜ.) (οριζόντιας) ιδιοκτησίας/κόμματος/κράτους/(καλλιτεχνικής) ομάδας/οργάνου/συλλόγου/συμβουλίου/σωματείου/σώματος/υπηρεσίας/υπουργείου. Άδεια/καταστατικό/σύμβαση ~ης (εταιρείας).|| Αλλαγές στη ~ της ομάδας. Πβ. συγκρότηση, σχηματισμός. Βλ. διάλυση. 2. το σύνολο των στοιχείων από τα οποία αποτελείται κάτι: ~ αίματος/βαφής/εδάφους/μείγματος/νερού/τροφίμων/φαρμάκου/χώματος. Φυσική/χημική ~. Πβ. σύνθεση, υφή. ● συστάσεις (οι) 1. συμβουλές, υποδείξεις: αναγκαίες/αυστηρές/γενικές/ειδικές/επανειλημμένες/ιατρικές ~. ~ των Αρχών/του διευθυντή. ~ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. ~ ασφάλειας. ~ προς το κοινό/τους πολίτες. Απευθύνω/προβαίνω σε ~. Ο διαιτητής έκανε ~ στους παίκτες της ομάδας. Πβ. οδηγία. Βλ. επίπληξη, παρατήρηση. 2. παρουσίαση, γνωριμία ενός προσώπου σε άλλο (συνήθ. με αναφορά του ονόματός του ή/και άλλων στοιχείων): Κάνω τις (απαραίτητες) ~. Μόλις έγιναν οι ~, άρχισε η συζήτηση. Δεν χρειάζονται ~ (: για κάποιον που είναι πολύ γνωστός). 3. προφορικές ή γραπτές βεβαιώσεις για τις επαγγελματικές κυρ. ικανότητες ενός προσώπου ή/και γενικότ. για την προσωπικότητά του: απαιτούμενες ~. Διαθέτω/δίνω ~. Ζητείται επιστήμονας/συνεργάτης, ~ απαραίτητες. Πβ. συστατική επιστολή. [< 1,3: γαλλ. recommandation 2: μτγν. σύστασις] ● ΣΥΜΠΛ.: σύσταση και συμμορία βλ. συμμορία ● ΦΡ.: από συστάσεως (λόγ.): από την αρχή, από το ξεκίνημα, από την ίδρυση: Θεσμοί που υπάρχουν ~ ~ του ελληνικού κράτους. [< 1: μτγν. σύστασις, γαλλ. constitution 2: αρχ. ~] | |
| 49163 | συστατικός | , ή, ό συ-στα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη σύσταση: ~ή: ουσία. ~ό: στοιχείο (της δημοκρατίας). ● Ουσ.: συστατικό (το) {κυρ. στον πληθ. συστατικά}: στοιχείο συνόλου, ουσίας, παρασκευάσματος: αναγκαίο/απαραίτητο/βασικό (πβ. πεμπτουσία) ~. Βιολογικά/βλαβερά/δομικά/θρεπτικά/μεταλλαγμένα/οικολογικά/ορυκτά/φυσικά/χημικά ~ά. ~ του αίματος/της βαφής/του εδάφους/καλλυντικού/μείγματος/νερού/των τροφίμων/του φαρμάκου.|| Τα ~ά μιας καλλιτεχνικής δημιουργίας. ● ΣΥΜΠΛ.: μακροθρεπτικά συστατικά βλ. μακροθρεπτικός, μικροθρεπτικά συστατικά βλ. μικροθρεπτικός, συστατική επιστολή βλ. επιστολή [< μτγν. συστατικός, γαλλ. constitutif, constituant] | |
| 49164 | συστεγάζομαι | συ-στε-γά-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {συστεγά-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, συστεγαζ-όμενος} (λόγ.): μοιράζομαι το ίδιο κτίριο ή γενικότ. τον ίδιο χώρο με άλλο ή άλλα πρόσωπα: Στα γραφεία της εταιρείας ~ονται η γραμματεία και το λογιστήριο. Το γυμνάσιο και το λύκειο ~ονται. ~όμενες: επιχειρήσεις/(σχολικές) μονάδες. ~όμενα: φαρμακεία.|| (μτφ.) Διαφορετικές φιλοσοφίες ~στηκαν στο ίδιο κόμμα. Τα δοκίμια θα ~στούν κάτω από τον γενικό τίτλο ... [< αρχ. συστεγάζομαι] | |
| 49165 | συστέγαση | συ-στέ-γα-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): στέγαση στο ίδιο κτίριο ή γενικότ. στον ίδιο χώρο: ~ γραφείων/επιχειρήσεων/ιατρείων/σχολείων/υπηρεσιών. | |
| 49166 | συστέλλω | συ-στέλ-λω ρ. (μτβ.) {συνέστ-ειλε, συστάλ-θηκε (λόγ.) συνεστά-λη, συστα-λεί, συνεσταλμένος, συστέλλ-οντας} (επιστ.): μειώνω τις διαστάσεις, μικραίνω: Η νικοτίνη ~ει τα αιμοφόρα αγγεία. Όταν η ένταση του φωτός αυξάνεται, η κόρη του ματιού ~εται.|| (ΦΥΣ.) Τα σώματα ~ονται με την ελάττωση της θερμοκρασίας. Βλ. μαζεύω, στενεύω, συρρικνώνω. ΑΝΤ. διαστέλλω (1) ● βλ. συνεσταλμένος [< αρχ. συστέλλω, γαλλ. contracter] | |
| 49167 | σύστεμ | σύ-στεμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: πόιντ σύστεμ & (σπάν.) πόιντ σίστεμ: σύστημα ελέγχου συμπεριφοράς οδηγών σύμφωνα με το οποίο οι οδηγοί τροχοφόρων για κάθε παράβαση συγκεντρώνουν ορισμένους πόντους, οι οποίοι αν υπερβούν το επιτρεπτό όριο, μπορεί να οδηγήσουν και σε αφαίρεση της άδειας. Πβ. ΣΕΣΟ. Βλ. πρόστιμο. [< αγγλ. point system] , σταρ σύστεμ (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): δίκτυο προβολής προσωπικοτήτων του καλλιτεχνικού κυρ. χώρου και κατ' επέκτ. το σύνολο των διασημοτήτων που προωθούνται από αυτό: διεθνές/εγχώριο/λαμπερό/χολιγουντιανό ~. [< αγγλ. star system] | |
| 40831 | συστήθηκαν | πλει-στά-κις επίρρ. (αρχαιοπρ.): πάρα πολλές φορές. Πβ. μυριάκις, πολλάκις. Βλ. -άκις. [< αρχ. πλειστάκις] | |
| 49168 | σύστημα | σύ-στη-μα ουσ. (ουδ.) {συστήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. σύνολο οργάνων, μηχανισμών ή μεθόδων, τεχνικών για την εξυπηρέτηση συγκεκριμένου σκοπού, λειτουργίας: ~ ανακύκλωσης/αξιολόγησης/ασφάλισης/αυτοκινήτου/αυτοματισμού/δασοπυρόσβεσης/διδασκαλίας/έκδοσης (εισιτηρίων)/εκμάθησης (ξένων γλωσσών)/ελέγχου/εξαερισμού/εξετάσεων/επικοινωνίας/έρευνας/ηχείων/ήχου (= ηχητικό ~, ηχο~)/(κεντρικής) θέρμανσης/κρατήσεων/μετάδοσης/μέτρησης/οργάνωσης/παρακολούθησης/πέδησης/πληροφόρησης/πληρωμής/πλοήγησης/ποτίσματος/πρόγνωσης/πρόνοιας/προσγείωσης (αεροπλάνου)/πυρανίχνευσης/πυρόσβεσης/συναγερμού/φωτισμού. ~ εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. ~ (έγκαιρης) προειδοποίησης (για φυσικές καταστροφές). Εθνικό ~ Υγείας (ΕΣΥ). Αμυντικό/αποχετευτικό/δικαστικό/δορυφορικό/εμπορικό/επαναστατικό/ηλεκτρονικό/ιατρικό/οικιακό/οπλικό/σωφρονιστικό/υδραυλικό/ψηφιακό ~. Βλ. ευρω~, πολυ~. 2. ΠΟΛΙΤ. (ειδικότ.) η μορφή οργάνωσης και διακυβέρνησης ενός κράτους, μιας κοινωνίας: δημοκρατικό/δικαιικό/καπιταλιστικό/κοινοβουλευτικό/κομμουνιστικό/οικονομικό/παγκόσμιο/ποινικό/πολιτειακό/πολιτικό/σοσιαλιστικό/συγκεντρωτικό/φασιστικό ~. 3. μεθοδικότητα: Δουλεύει με ~. Έχει ~ στον τρόπο με τον οποίο κάνει την έρευνα. 4. ΙΑΤΡ. σύνολο οργάνων ή ιστών με λειτουργική ή/και ανατομική σύνδεση μεταξύ τους, που εκτελούν συγκεκριμένες λειτουργίες στους ζωντανούς οργανισμούς: αγγειακό/ενδοκρινικό/ερειστικό/κινητήριο/μυϊκό/ουρογεννητικό ~. Βλ. φωτο~. 5. ΑΘΛ. ο τρόπος με τον οποίο παρατάσσεται και αγωνίζεται μια ομάδα: αμυντικό/επιθετικό ~. (στο μπάσκετ) ~ ζώνης/μαν του μαν. ~ 4-4-2/4-3-3/5-3-2 (: στο ποδόσφαιρο, με βάση τον αριθμό των παικτών στην αμυντική, μεσαία και επιθετική γραμμή). 6. τρόπος συμπεριφοράς που επαναλαμβάνεται, συνήθεια: Το έχει ~ να λέει ψέματα. 7. σύνολο στοιχείων και εννοιών που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και αλληλεξάρτηση: ~ γραφής. Κλιτικό/μορφολογικό/(πολυ)τονικό/φωνολογικό ~ (μιας γλώσσας). Η γλώσσα αποτελεί ένα ~ σημείων (πβ. κώδικας).|| (για κατηγοριοποίηση μεγεθών:) Κρυσταλλικό/μετρικό/ταξινομικό ~.|| (ΜΑΘ.) ~ εξισώσεων. 8. (σε τυχερά παιχνίδια) τυποποιημένη μέθοδος που βασίζεται σε συνδυασμούς αριθμών: μεταβλητό ~. ~ προπό/λόττο. 9. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) η υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, το κατεστημένο: Αντιμάχεται/υπηρετεί το ~. Έχει ενταχθεί στο ~. Είναι άνθρωπος/παιδί του ~ατος. 10. ΦΙΛΟΣ. ενιαίο, οργανωμένο και ολοκληρωμένο σύνολο γνώσεων, ιδεών και αρχών: εγελιανό ~. ~ αξιών. ● Υποκ.: συστηματάκι (το): κυρ. στις σημ. 5,8. ● ΣΥΜΠΛ.: ανάλυση συστημάτων (συνήθ. με κεφαλ. τα αρχικά Α, Σ): ΠΛΗΡΟΦ. μελέτη και προσδιορισμός των συστατικών μερών μιας δραστηριότητας, διαδικασίας, μεθόδου ή τεχνικής, που αποσκοπεί στον καθορισμό του ρόλου και των βασικών της στόχων, καθώς και στην ανάπτυξη υπολογιστικών εφαρμογών για την επίτευξή τους: ~ ~ τεχνολογίας. Σχεδιασμός και ~ ~. Βλ. μοντελοποίηση. [< αγγλ. systems analysis, 1950] , δυναμικά συστήματα: ΜΑΘ. φυσικά φαινόμενα και διεργασίες που περιγράφονται από συστήματα διαφορικών εξισώσεων των οποίων η ανεξάρτητη μεταβλητή είναι ο χρόνος: χαοτικά ~ ~ (βλ. φαινόμενο της πεταλούδας). [< αγγλ. dynamic(al) systems] , ακροφωνικό σύστημα βλ. ακροφωνικός, αναπνευστικό σύστημα βλ. αναπνευστικός, ανοσοποιητικό (σύστημα) βλ. ανοσοποιητικός, αρχείο συστήματος βλ. αρχείο, αστρικό σύστημα βλ. αστρικός, Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών βλ. γεωγραφικός, δεκαδικό σύστημα βλ. δεκαδικός, Διεθνές Σύστημα Μονάδων βλ. διεθνής, δυαδικό σύστημα (αρίθμησης) βλ. δυαδικός, εκλογικό σύστημα βλ. εκλογικός, εκπαιδευτικό σύστημα βλ. εκπαιδευτικός, έμπειρα συστήματα βλ. έμπειρος, ενεργητικά/θερμικά ηλιακά συστήματα βλ. ενεργητικός, ηλιακό σύστημα βλ. ηλιακός, θερμοδυναμικό σύστημα βλ. θερμοδυναμικός, κυκλοφορικό σύστημα βλ. κυκλοφορικός, λειτουργικό (σύστημα) βλ. λειτουργικός, μεταιχμιακό σύστημα (του εγκεφάλου) βλ. μεταιχμιακός, νευρικό σύστημα βλ. νευρικός, νομισματικό σύστημα βλ. νομισματικός, οικοδομικό σύστημα βλ. οικοδομικός, οικονομικό σύστημα βλ. οικονομικός, ουροποιητικό σύστημα βλ. ουροποιητικός, παθητικά ηλιακά συστήματα βλ. παθητικός, παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα βλ. παρασυμπαθητικός, πεπτικό σύστημα βλ. πεπτικός, Περιοδικός Πίνακας (των Στοιχείων) βλ. περιοδικός, πλανητικό σύστημα βλ. πλανητικός, πληροφοριακό σύστημα βλ. πληροφοριακός, συμπαθητικό νευρικό σύστημα βλ. συμπαθητικός, σύστημα αναφοράς βλ. αναφορά, σύστημα αντιεμπλοκής (κατά την πέδηση) βλ. αντιεμπλοκή, σύστημα διαχείρισης βάσης δεδομένων βλ. διαχείριση, σύστημα διεύθυνσης βλ. διεύθυνση, σύστημα προστασίας βλ. προστασία, συστήματα ασφαλείας βλ. ασφάλεια, τραπεζικό σύστημα βλ. τραπεζικός, τυφλό σύστημα βλ. τυφλός, ψυχογενετικό σύστημα βλ. ψυχογενετικός ● ΦΡ.: εκ συστήματος/κατά σύστημα (λόγ.): συστηματικά: Εκμεταλλεύεται ~ ~ τους πελάτες του., σύστημα/γραφή Μπράιγ: (για τυφλούς) που χρησιμοποιεί ανάγλυφα τυπογραφικά στοιχεία, ώστε να επιτρέπει την ανάγνωση με την αφή· ανάγλυφη γραφή. [< αρχ. σύστημα, γερμ. System, γαλλ. système, αγγλ. system] | |
| 49169 | συστηματική | συ-στη-μα-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο μελέτης τις μεθόδους ιεραρχικής ταξινόμησης των ζωντανών οργανισμών: ~ ασπονδύλων/σπερματοφύτων. ~ και ταυτοποίηση ιχθύων. [< γαλλ. systématique, αρχές του 20ού αι., γερμ. Systematik] | |
| 49170 | συστηματικός | , ή, ό συ-στη-μα-τι-κός επίθ. 1. που συμβαίνει συνεχώς, συχνά ή κατ' επανάληψη: ~ός: έλεγχος/καθαρισμός. ~ή: βοήθεια/κριτική/παρακολούθηση (μαθημάτων)/παρουσία/συμπεριφορά/συντήρηση/φροντίδα/χρήση. ~ό: ενδιαφέρον.|| ~ή: άρνηση/καταστροφή (περιβάλλοντος)/κριτική/παρενόχληση/υπονόμευση. 2. μεθοδικός, οργανωτικός: (για πρόσ.) ~ός: αναγνώστης (πβ. τακτικός). ~ στη δουλειά/στη σκέψη του.|| ~ός: τρόπος (εργασίας). ~ή: έρευνα/κατάταξη/μελέτη/ταξινόμηση. ~ές: σπουδές. Πέτυχε στις εξετάσεις χάρη στο ~ό της διάβασμα. Πλήρης και ~ός οδηγός με πληροφορίες για την πόλη (βλ. εξαντλητικός). 3. που σχετίζεται με ένα σύστημα: ~ή: ανάλυση/προσέγγιση. ~ές: σχέσεις.|| (επιστ.) ~ή: Θεολογία/Ορυκτολογία. ● επίρρ.: συστηματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: συστηματική νόσος: ΙΑΤΡ. που επιδρά στον οργανισμό ως σύνολο: Ο σακχαρώδης διαβήτης είναι μια ~ ~ με πολλές κλινικές εκδηλώσεις. Βλ. πολυσυστηματικός. [< 3: μτγν. συστηματικός, γαλλ. systématique, αγγλ. systematic] | |
| 49171 | συστηματικότητα | συ-στη-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του συστηματικού, μεθοδικότητα: ~ της εργασίας/έρευνας/σκέψης. Η περιγραφή των δεδομένων έγινε με ~ και σαφήνεια. Βλ. -ότητα, οργανωτικότητα. ΑΝΤ. ακαταστασία (2) | |
| 49172 | συστηματοποιημένος | , η, ο συ-στη-μα-το-ποι-η-μέ-νος επίθ.: που έχει συστηματοποιηθεί: ~η: ανάλυση/γνώση/έρευνα/καταγραφή/προσπάθεια. ~ο: πρόγραμμα/σύνολο/υλικό. Πβ. συστηματικός. ΑΝΤ. ασυστηματοποίητος | |
| 49173 | συστηματοποίηση | συ-στη-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συστηματοποιώ: ~ των αρμοδιοτήτων (των ΟΤΑ)/της γνώσης/της διδασκαλίας/της διά βίου μάθησης. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. systématisation, αγγλ. systematization] | |
| 49174 | συστηματοποιώ | [συστηματοποιῶ] συ-στη-μα-το-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {συστηματοποι-είς ..., -ώντας | συστηματοποί-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: οργανώνω κάτι μεθοδικά, ακολουθώντας ένα σύστημα· γενικότ. κατηγοριοποιώ, ομαδοποιώ: Συγκέντρωσαν και ~ησαν τις πληροφορίες. Θέλει να διευρύνει και να ~ήσει τις γνώσεις του. Τα βιβλία ~ήθηκαν και ταξινομήθηκαν. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. systématiser, αγγλ. systematize] | |
| 11233 | ΣΥΣΤΗΜΕΝΟ | γράμ-μα ουσ. (ουδ.) {γράμμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. κάθε σύμβολο του συστήματος γραφής μιας γλώσσας που παριστάνει έναν ή περισσότερους φθόγγους: άτονο/τονισμένο ~. Κεφαλαία (= μεγάλα)/πεζά (= μικρά, βλ. μικρογράμματος) ~ατα. Τα ~ατα του αλφάβητου (βλ. σύμφωνο, φωνήεν). Αντιστοίχιση/σειρά/σύμπλεγμα (πβ. δίψηφο)/συνδυασμός ~άτων. Το αρχικό ~ ονόματος (πβ. μονόγραμμα). Κωδικός που αποτελείται από ~ατα και αριθμούς (πβ. αλφαριθμητικός). Πβ. γράφημα. Βλ. σημαίνον.|| (συνήθ. στην ΤΥΠΟΓΡ.) Πρώτο ~ (= αρχίγραμμα). Έντονα/μαύρα/όρθια/πλάγια/υπογραμμισμένα ~ατα (= στοιχεία, χαρακτήρες). Αυτοκόλλητα ~ατα (βλ. λετρασέτ). Μέγεθος/μορφοποίηση/τύπος ~άτων (βλ. γραμματοσειρά). Διάστημα μεταξύ των ~άτων.|| (γραφικός χαρακτήρας:) ~ατα με ουρές (= καλλιγραφικά). Δεν βγάζω/δεν καταλαβαίνω τα ~ατά σου (βλ. κολλυβογράμματα). Κάνει ωραία/στρογγυλά ~ατα.|| Τα ~ατα μιας ταινίας/μιας τηλεοπτικής εκπομπής (: τίτλοι ή υπότιτλοι· βλ. ζενερίκ). Βλ. εικονό-, ιδεό-, ολό-γραμμα. 2. επιστολή: ανώνυμο/απειλητικό/αποχαιρετιστήριο/ενημερωτικό/ερωτικό/ευχαριστήριο/προσωπικό/συγκινητικό/συγχαρητήριο/συλλυπητήριο/χειρόγραφο ~. Aπλό/επείγον/συστημένο ~. ~ από/για/προς/σε κάποιον. Aποστολέας/παραλήπτης του ~ατος. Γράφω/διαβάζω/δίνω/έχω/παίρνω/στέλνω/ταχυδρομώ (ένα) ~. Απαντώ σε ένα ~. Ρίχνω το ~ στο γραμματοκιβώτιο. ● γράμματα (τα) 1. η λογοτεχνία και κατ' επέκτ. οι ανθρωπιστικές κυρ. επιστήμες: κλασικά (: αρχαία ελληνική και λατινική γραμματεία, γραμματολογία)/νεοελληνικά ~. Άνθιση/πόλη των ~άτων. Η γιορτή των ~άτων (: των τριών Ιεραρχών). Η εμφάνιση/προσφορά ενός συγγραφέα στα ~. Διακρίθηκε στον χώρο των ~άτων. 2. γραφή και ανάγνωση και κατ' επέκτ. γνώσεις, σπουδές: Δεν ξέρει (πολλά) ~ (= είναι αγράμματος, αναλφάβητος).|| Τα πρώτα ~ (: στοιχειώδης εκπαίδευση). Έχει έφεση/κλίση στα ~. ● Υποκ.: γραμματάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: Γράμματα και Τέχνες: πνευματικός πολιτισμός: βραβείο/κέντρο/λέσχη/σύνδεσμος/σχολή ~άτων και ~ών. Εθνικό αριστείο/Τάξη ~άτων και ~ών της Ακαδημίας Αθηνών. Προσωπικότητα των ~άτων και των ~ών., κενό/νεκρό γράμμα (μτφ.): (συνήθ. για αρχή, θεσμό, νόμο) που δεν εφαρμόζεται στην πράξη: Αρκετές από τις διακηρύξεις για τα δικαιώματα του παιδιού παραμένουν ~ ~. Βλ. ανενεργός. [< γαλλ. lettre morte] , το γράμμα/ (και) το πνεύμα του νόμου (μτφ.): η διατύπωση και όχι η ουσία του: Απόφαση σύμφωνη με ~ ~. Είναι προσκολλημένος στο ~ ~. Ακολουθώ/επιβάλλω/παρακάμπτω/τηρώ ~ ~., άνθρωποι των γραμμάτων/πνευματικοί άνθρωποι βλ. άνθρωπος, ανοιχτή επιστολή βλ. επιστολή, εγκύκλιος παιδεία/εγκύκλιες σπουδές/εγκύκλια γράμματα βλ. εγκύκλιος, Ιερά Γράμματα βλ. ιερός, ψιλά γράμματα βλ. ψιλός ● ΦΡ.: (γράφω κάτι/κάτι γράφεται) με χρυσά γράμματα (στην ιστορία) & με ολόχρυσα γράμματα: για πρόσωπο ή γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό που αξίζει να μείνει στη μνήμη: Το όνομά του γράφτηκε με ~ ~ στις δέλτους/σελίδες της ιστορίας των Ολυμπιακών Αγώνων. Πβ. χρυσές σελίδες., βουλωμένο γράμμα διαβάζεις (προφ.): σε περιπτώσεις που κάποιος έχει διαίσθηση, αντιλαμβάνεται κάτι, χωρίς να έχει τα απαραίτητα στοιχεία: Καλά πώς το κατάλαβες; ~ ~! Βλ. ψυχανεμίζομαι., δεν (τα) παίρνει τα γράμματα & τα παίρνει τα γράμματα (προφ.): είναι κακός/καλός μαθητής στο σχολείο., κατά γράμμα: πιστά, με συνέπεια και ακρίβεια: Ακολούθησε ~ ~ τις οδηγίες/τις συμβουλές/τις υποδείξεις μου. Εκτελώ ~ ~ μια διαταγή/μια εντολή. Ερμηνεύω/εφαρμόζω ~ ~ τον νόμο/μια συμφωνία. Το πρόγραμμα της προπόνησης πρέπει να τηρείται ~ ~ (= σχολαστικά). Η λέξη ... σημαίνει ~ ~ ... Πβ. επακριβώς.|| (ως επίθ.) ~ ~ μετάφραση (= κατά λέξη, ακριβής. Πβ. αυτολεξεί)., κορόνα (ή) γράμματα: διαδικασία κατά την οποία κάποιος ρίχνει ψηλά ένα κέρμα, για να αποφασίσει τυχαία ανάμεσα σε δύο εναλλακτικές δυνατότητες· το αντίστοιχο τυχερό παιχνίδι: Να το παίξουμε/να ρίξουμε ~ ~, για να αποφασίσουμε ποια ταινία θα δούμε., παίζω κάτι κορόνα (ή) γράμματα: αφήνω ή επιλέγω κάτι στην τύχη, ρισκάρω: ~ ~ τη ζωή μου/την καριέρα μου/το κεφάλι μου/το μέλλον μου. Πβ. ριψοκινδυνεύω., (τώρα στα γεράματα), μάθε γέρο γράμματα βλ. γεράματα, μ' όποιον δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις βλ. δάσκαλος, δασκάλα [< αρχ. γράμμα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ