| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 49169 | συστηματική | συ-στη-μα-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο μελέτης τις μεθόδους ιεραρχικής ταξινόμησης των ζωντανών οργανισμών: ~ ασπονδύλων/σπερματοφύτων. ~ και ταυτοποίηση ιχθύων. [< γαλλ. systématique, αρχές του 20ού αι., γερμ. Systematik] | |
| 49170 | συστηματικός | , ή, ό συ-στη-μα-τι-κός επίθ. 1. που συμβαίνει συνεχώς, συχνά ή κατ' επανάληψη: ~ός: έλεγχος/καθαρισμός. ~ή: βοήθεια/κριτική/παρακολούθηση (μαθημάτων)/παρουσία/συμπεριφορά/συντήρηση/φροντίδα/χρήση. ~ό: ενδιαφέρον.|| ~ή: άρνηση/καταστροφή (περιβάλλοντος)/κριτική/παρενόχληση/υπονόμευση. 2. μεθοδικός, οργανωτικός: (για πρόσ.) ~ός: αναγνώστης (πβ. τακτικός). ~ στη δουλειά/στη σκέψη του.|| ~ός: τρόπος (εργασίας). ~ή: έρευνα/κατάταξη/μελέτη/ταξινόμηση. ~ές: σπουδές. Πέτυχε στις εξετάσεις χάρη στο ~ό της διάβασμα. Πλήρης και ~ός οδηγός με πληροφορίες για την πόλη (βλ. εξαντλητικός). 3. που σχετίζεται με ένα σύστημα: ~ή: ανάλυση/προσέγγιση. ~ές: σχέσεις.|| (επιστ.) ~ή: Θεολογία/Ορυκτολογία. ● επίρρ.: συστηματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: συστηματική νόσος: ΙΑΤΡ. που επιδρά στον οργανισμό ως σύνολο: Ο σακχαρώδης διαβήτης είναι μια ~ ~ με πολλές κλινικές εκδηλώσεις. Βλ. πολυσυστηματικός. [< 3: μτγν. συστηματικός, γαλλ. systématique, αγγλ. systematic] | |
| 49171 | συστηματικότητα | συ-στη-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του συστηματικού, μεθοδικότητα: ~ της εργασίας/έρευνας/σκέψης. Η περιγραφή των δεδομένων έγινε με ~ και σαφήνεια. Βλ. -ότητα, οργανωτικότητα. ΑΝΤ. ακαταστασία (2) | |
| 49172 | συστηματοποιημένος | , η, ο συ-στη-μα-το-ποι-η-μέ-νος επίθ.: που έχει συστηματοποιηθεί: ~η: ανάλυση/γνώση/έρευνα/καταγραφή/προσπάθεια. ~ο: πρόγραμμα/σύνολο/υλικό. Πβ. συστηματικός. ΑΝΤ. ασυστηματοποίητος | |
| 49173 | συστηματοποίηση | συ-στη-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συστηματοποιώ: ~ των αρμοδιοτήτων (των ΟΤΑ)/της γνώσης/της διδασκαλίας/της διά βίου μάθησης. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. systématisation, αγγλ. systematization] | |
| 49174 | συστηματοποιώ | [συστηματοποιῶ] συ-στη-μα-το-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {συστηματοποι-είς ..., -ώντας | συστηματοποί-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: οργανώνω κάτι μεθοδικά, ακολουθώντας ένα σύστημα· γενικότ. κατηγοριοποιώ, ομαδοποιώ: Συγκέντρωσαν και ~ησαν τις πληροφορίες. Θέλει να διευρύνει και να ~ήσει τις γνώσεις του. Τα βιβλία ~ήθηκαν και ταξινομήθηκαν. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. systématiser, αγγλ. systematize] | |
| 11233 | ΣΥΣΤΗΜΕΝΟ | γράμ-μα ουσ. (ουδ.) {γράμμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. κάθε σύμβολο του συστήματος γραφής μιας γλώσσας που παριστάνει έναν ή περισσότερους φθόγγους: άτονο/τονισμένο ~. Κεφαλαία (= μεγάλα)/πεζά (= μικρά, βλ. μικρογράμματος) ~ατα. Τα ~ατα του αλφάβητου (βλ. σύμφωνο, φωνήεν). Αντιστοίχιση/σειρά/σύμπλεγμα (πβ. δίψηφο)/συνδυασμός ~άτων. Το αρχικό ~ ονόματος (πβ. μονόγραμμα). Κωδικός που αποτελείται από ~ατα και αριθμούς (πβ. αλφαριθμητικός). Πβ. γράφημα. Βλ. σημαίνον.|| (συνήθ. στην ΤΥΠΟΓΡ.) Πρώτο ~ (= αρχίγραμμα). Έντονα/μαύρα/όρθια/πλάγια/υπογραμμισμένα ~ατα (= στοιχεία, χαρακτήρες). Αυτοκόλλητα ~ατα (βλ. λετρασέτ). Μέγεθος/μορφοποίηση/τύπος ~άτων (βλ. γραμματοσειρά). Διάστημα μεταξύ των ~άτων.|| (γραφικός χαρακτήρας:) ~ατα με ουρές (= καλλιγραφικά). Δεν βγάζω/δεν καταλαβαίνω τα ~ατά σου (βλ. κολλυβογράμματα). Κάνει ωραία/στρογγυλά ~ατα.|| Τα ~ατα μιας ταινίας/μιας τηλεοπτικής εκπομπής (: τίτλοι ή υπότιτλοι· βλ. ζενερίκ). Βλ. εικονό-, ιδεό-, ολό-γραμμα. 2. επιστολή: ανώνυμο/απειλητικό/αποχαιρετιστήριο/ενημερωτικό/ερωτικό/ευχαριστήριο/προσωπικό/συγκινητικό/συγχαρητήριο/συλλυπητήριο/χειρόγραφο ~. Aπλό/επείγον/συστημένο ~. ~ από/για/προς/σε κάποιον. Aποστολέας/παραλήπτης του ~ατος. Γράφω/διαβάζω/δίνω/έχω/παίρνω/στέλνω/ταχυδρομώ (ένα) ~. Απαντώ σε ένα ~. Ρίχνω το ~ στο γραμματοκιβώτιο. ● γράμματα (τα) 1. η λογοτεχνία και κατ' επέκτ. οι ανθρωπιστικές κυρ. επιστήμες: κλασικά (: αρχαία ελληνική και λατινική γραμματεία, γραμματολογία)/νεοελληνικά ~. Άνθιση/πόλη των ~άτων. Η γιορτή των ~άτων (: των τριών Ιεραρχών). Η εμφάνιση/προσφορά ενός συγγραφέα στα ~. Διακρίθηκε στον χώρο των ~άτων. 2. γραφή και ανάγνωση και κατ' επέκτ. γνώσεις, σπουδές: Δεν ξέρει (πολλά) ~ (= είναι αγράμματος, αναλφάβητος).|| Τα πρώτα ~ (: στοιχειώδης εκπαίδευση). Έχει έφεση/κλίση στα ~. ● Υποκ.: γραμματάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: Γράμματα και Τέχνες: πνευματικός πολιτισμός: βραβείο/κέντρο/λέσχη/σύνδεσμος/σχολή ~άτων και ~ών. Εθνικό αριστείο/Τάξη ~άτων και ~ών της Ακαδημίας Αθηνών. Προσωπικότητα των ~άτων και των ~ών., κενό/νεκρό γράμμα (μτφ.): (συνήθ. για αρχή, θεσμό, νόμο) που δεν εφαρμόζεται στην πράξη: Αρκετές από τις διακηρύξεις για τα δικαιώματα του παιδιού παραμένουν ~ ~. Βλ. ανενεργός. [< γαλλ. lettre morte] , το γράμμα/ (και) το πνεύμα του νόμου (μτφ.): η διατύπωση και όχι η ουσία του: Απόφαση σύμφωνη με ~ ~. Είναι προσκολλημένος στο ~ ~. Ακολουθώ/επιβάλλω/παρακάμπτω/τηρώ ~ ~., άνθρωποι των γραμμάτων/πνευματικοί άνθρωποι βλ. άνθρωπος, ανοιχτή επιστολή βλ. επιστολή, εγκύκλιος παιδεία/εγκύκλιες σπουδές/εγκύκλια γράμματα βλ. εγκύκλιος, Ιερά Γράμματα βλ. ιερός, ψιλά γράμματα βλ. ψιλός ● ΦΡ.: (γράφω κάτι/κάτι γράφεται) με χρυσά γράμματα (στην ιστορία) & με ολόχρυσα γράμματα: για πρόσωπο ή γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό που αξίζει να μείνει στη μνήμη: Το όνομά του γράφτηκε με ~ ~ στις δέλτους/σελίδες της ιστορίας των Ολυμπιακών Αγώνων. Πβ. χρυσές σελίδες., βουλωμένο γράμμα διαβάζεις (προφ.): σε περιπτώσεις που κάποιος έχει διαίσθηση, αντιλαμβάνεται κάτι, χωρίς να έχει τα απαραίτητα στοιχεία: Καλά πώς το κατάλαβες; ~ ~! Βλ. ψυχανεμίζομαι., δεν (τα) παίρνει τα γράμματα & τα παίρνει τα γράμματα (προφ.): είναι κακός/καλός μαθητής στο σχολείο., κατά γράμμα: πιστά, με συνέπεια και ακρίβεια: Ακολούθησε ~ ~ τις οδηγίες/τις συμβουλές/τις υποδείξεις μου. Εκτελώ ~ ~ μια διαταγή/μια εντολή. Ερμηνεύω/εφαρμόζω ~ ~ τον νόμο/μια συμφωνία. Το πρόγραμμα της προπόνησης πρέπει να τηρείται ~ ~ (= σχολαστικά). Η λέξη ... σημαίνει ~ ~ ... Πβ. επακριβώς.|| (ως επίθ.) ~ ~ μετάφραση (= κατά λέξη, ακριβής. Πβ. αυτολεξεί)., κορόνα (ή) γράμματα: διαδικασία κατά την οποία κάποιος ρίχνει ψηλά ένα κέρμα, για να αποφασίσει τυχαία ανάμεσα σε δύο εναλλακτικές δυνατότητες· το αντίστοιχο τυχερό παιχνίδι: Να το παίξουμε/να ρίξουμε ~ ~, για να αποφασίσουμε ποια ταινία θα δούμε., παίζω κάτι κορόνα (ή) γράμματα: αφήνω ή επιλέγω κάτι στην τύχη, ρισκάρω: ~ ~ τη ζωή μου/την καριέρα μου/το κεφάλι μου/το μέλλον μου. Πβ. ριψοκινδυνεύω., (τώρα στα γεράματα), μάθε γέρο γράμματα βλ. γεράματα, μ' όποιον δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις βλ. δάσκαλος, δασκάλα [< αρχ. γράμμα] | |
| 49175 | συστημένος | , η, ο συ-στη-μέ-νος επίθ. 1. που αποστέλλεται μέσω ταχυδρομείου και παραδίδεται προσωπικά στον παραλήπτη: ~ος: φάκελος. ~η: αλληλογραφία/αποστολή/επιστολή. ~ο: γράμμα/δέμα.|| (ως ουσ.) Παράδοση ~ων. 2. που τον έχουν συστήσει: ~οι: πελάτες. Πήγε στον γιατρό ~ από φίλο του ασθενή. 3. ΑΘΛ. που φτάνει στον αποδέκτη της με μεγάλη ακρίβεια: ~η: μπαλιά/πάσα/σέντρα. [< γαλλ. recommandé, αγγλ. registered] | |
| 49176 | συστημικός | , ή, ό συ-στη-μι-κός επίθ. & συστεμικός (επιστ.): (κυρ. για αφηρημένες έννοιες) που σχετίζεται με ή επηρεάζει συγκεκριμένο σύστημα: (ΟΙΚΟΝ.) ~ός: κίνδυνος. ~ή: αλλαγή/θεωρία/κρίση/σκέψη/στρατηγική/τράπεζα (: αν καταρρεύσει θα υπάρξουν ευρύτερες συνέπειες για τις υπόλοιπες τράπεζες και για το κράτος). ~ό: μοντέλο/πλαίσιο.|| (ΨΥΧΟΛ.) ~ός: θεραπευτής. ~ή: ανάλυση/αναπαράσταση/(ψυχο)θεραπεία/προσέγγιση/συμβουλευτική.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ή λειτουργική γραμματική.|| (ΒΙΟΧ.) ~ά: ένζυμα (: που λειτουργούν σε όλο το σώμα). ● επίρρ.: συστημικά [< αγγλ. systemic, γαλλ. systémique, περ. 1970. Βλ. systemic risk, 1977] | |
| 49177 | συστήνω | συ-στή-νω ρ. (μτβ.) {σύστη-σα (λόγ.) συν-έστησα, συστή-σει, -θηκε, -μένος, συστήν-οντας} & (σπάν.) συσταίνω 1. γνωρίζω κάποιον σε άλλο πρόσωπο, αναφέροντας το όνομά του, παρουσιάζοντάς τον: Δεν μου έχεις ~σει τη σύζυγό σου. Έχουμε ήδη ~θεί. Να σου ~σω τον ... Βλ. αυτοσυστήνομαι. 2. υποδεικνύω, προτείνω: Σου ~ να διαβάσεις προσεκτικά το βιβλίο. Ο γιατρός μού ~σε να κόψω το κάπνισμα. ΣΥΝ. συνιστώ (2) 3. συγκροτώ, σχηματίζω: ~ εταιρεία/κόμμα/συμμορία. ΣΥΝ. συνιστώ (1) [< αρχ. συνίστημι, γαλλ. recommander] | |
| 49178 | συστοιχία | συ-στοι-χί-α ουσ. (θηλ.) {συστοιχιών} (επιστ.): κάθε σύνολο αλληλοσυνδεόμενων και αλληλεξαρτώμενων στοιχείων με συγκεκριμένη διάταξη για την εκτέλεση λειτουργίας: (ΤΕΧΝΟΛ.) γραμμική ~. ~ ανεμογεννητριών (= αιολικό πάρκο)/δεξαμενών/(σκληρών) δίσκων/ηχείων/κυψελών (καυσίμου)/μικροφώνων/πυραύλων/υπολογιστών.|| (ΗΛΕΚΤΡ.) Φωτοβολταϊκή ~. ~ πυκνωτών/συσσωρευτών (= μπαταρία).|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ες κατευθυνόμενων βλημάτων. [< αρχ. συστοιχία ‘σειρά, ζεύγος αντιπαρατιθέμενων εννοιών, όπως ίσος-άνισος’, αγγλ. range, battery, γαλλ. batterie] | |
| 49179 | σύστοιχώ | , η, ο σύ-στοι-χος επίθ. (λόγ.): ομόλογος ή αντίστοιχος: (ΑΝΑΤ.) Στο άνω μέρος κάθε ανθρώπινου νεφρού βρίσκεται το ~ο επινεφρίδιο.|| Το αντικείμενο της διατριβής του ήταν ~ο με τις σπουδές του. ● επίρρ.: σύστοιχα & (λογιότ.) συστοίχως ● ΣΥΜΠΛ.: εσωτερικό/σύστοιχο αντικείμενο βλ. αντικείμενο [< αρχ. σύστοιχος] | |
| 49180 | συστολή | συ-στο-λή ουσ. (θηλ.) 1. μείωση των διαστάσεων ενός σώματος: (ΦΥΣ.) ~ μετάλλων. ~ αερίων/στερεών/υγρών.|| (ΟΙΚΟΔ.) Αρμοί ~ής. ΑΝΤ. διαστολή (1) 2. ΙΑΤΡ. σύσπαση μυός ή οργάνου του σώματος: ~ της καρδιάς/της κόρης του οφθαλμού (βλ. μύση)/της μήτρας. Ισοκινητική/ισομετρική/ισοτονική/κολπική/μυϊκή ~. Έκτακτες κοιλιακές ~ές (: μεταξύ δύο φυσιολογικών). 3. (λόγ.) ντροπαλότητα, ντροπή: φυσική ~. [< 1: μτγν. συστολή, γαλλ. contraction 2: γαλλ. contraction, γαλλ.-αγγλ. systole 3: γαλλ. retenue] | |
| 49181 | συστολικός | , ή, ό συ-στο-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη συστολή: (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) ~ή: δυσλειτουργία/υπέρταση. ~ό: φύσημα. ~ή λειτουργία της αριστερής κοιλίας. ~ή καρδιακή ανεπάρκεια. Πβ. συσταλτικός. Βλ. συσταλτός.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ό: ταυ. ~ές: διατάξεις/συστοιχίες. ΑΝΤ. διαστολικός ● ΣΥΜΠΛ.: συστολική πίεση & (προφ.) μεγάλη πίεση: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που ασκεί το αίμα στα τοιχώματα των αρτηριών κατά τη συστολή της καρδιάς. ΑΝΤ. διαστολική πίεση [< γαλλ. systolique, αγγλ. systolic] | |
| 49182 | συστολοδιαστολή | συ-στο-λο-δι-α-στο-λή ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΦΥΣ. -ΜΗΧΑΝ. εναλλαγή συστολής και διαστολής: θερμικές/θερμοκρασιακές ~ές. ~ επιφάνειας/υλικού. Αρμοί ~ής. Ρωγμές λόγω ~ών ή δονήσεων. | |
| 49183 | συστρατεύομαι | συ-στρα-τεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {συστρατεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -μένος | σπάν. στην ενεργ. φωνή συστρατεύω} (λόγ.): αφιερώνομαι από κοινού στην υπηρεσία σκοπού, ιδεολογίας: Όλοι ~ονται στον αγώνα για την προστασία του περιβάλλοντος/κατά της κοινωνικής αδικίας. Πβ. συμπαρατάσσομαι.|| (μτβ.) Στόχος που συσπειρώνει και ~ει όλους τους φορείς σε συλλογική δράση. [< αρχ. συστρατεύομαι ‘πραγματοποιώ κοινή εκστρατεία’] | |
| 49184 | συστράτευση | συ-στρά-τευ-ση ουσ. (θηλ.): συνένωση ατόμων ή δυνάμεων προς επίτευξη κοινού στόχου: εθνική/καθολική/κοινή/κοινωνική/λαϊκή/πολιτική ~. ~ πολιτών/στελεχών/φορέων. Παγκόσμια ~ για αποστολή βοήθειας. Πβ. συμπαράταξη. | |
| 49185 | συστρατιώτης | συ-στρα-τι-ώ-της ουσ. (αρσ.) 1. στρατιώτης που υπηρετεί στην ίδια μονάδα ή κατά το ίδιο χρονικό διάστημα με άλλον· σπανιότ. συμπολεμιστής: Ήμασταν φίλοι και ~ες στα τεθωρακισμένα.|| ~ες στο μέτωπο. 2. (μτφ.) αυτός που συστρατεύεται με άλλον ή άλλους: ~ες σε αγώνα/έργο/προσπάθεια. Πβ. συναγωνιστής. Βλ. σύντροφος. [< 1: αρχ. συστρατιώτης] | |
| 49186 | συστρέφω | συ-στρέ-φω ρ. (μτβ.) {συνέστρε-ψα, συστρά-φηκε κ. συνεστρά-φη, συστρα-φεί, συνεστρα-μμένος, συστρέφ-οντας} (λόγ.): στρέφω κάτι γύρω από άξονα, στρίβω: Τα φύλλα ~ονται. ~μμένο: καλώδιο/σύρμα. Πβ. κουλουριάζω, τυλίγω.|| (μτφ.) Η διήγηση ~εται (: περιστρέφεται) γύρω από την κεντρική ηρωίδα. Βλ. συνεστραμμένος. [< αρχ. συστρέφω] | |
| 49187 | συστροφή | συ-στρο-φή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συστρέφω: ~ καλωδίων/σύρματος/φύλλων (= καρούλιασμα). Πβ. στρίψιμο.|| (ΙΑΤΡ.) ~ εντέρου/κύστης/όρχεως/στομάχου/ωοθήκης.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ αστέρων (πβ. αστρικό σμήνος). [< αρχ. συστροφή] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ