Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [49720-49740]

IDΛήμμαΕρμηνεία
49188συσφίγγωσυ-σφίγ-γω ρ. (μτβ.) {σύσφι-ξα (λόγ.) συνέσφι-ξα, συσφί-ξει, -χτηκε (λόγ.) συσφί-χθηκε, -χτεί (λόγ.) -χθεί, συσφίγγ-οντας, (σπάν.-λόγ.) συνεσφι-γμένος} 1. (μτφ.) ενισχύω (δεσμούς): Οι δύο ομόλογοι υπουργοί ενδιαφέρονται να ~ξουν τις διπλωματικές σχέσεις των κρατών τους. Πβ. ισχυροποιώ. 2. σφίγγω δυνατά ή μαζί: ~ξε τις βίδες με κλειδί. ~χθηκαν οι αρμοί της κατασκευής.συσφίγγει: (για προϊόν αισθητικής) εμποδίζει τη χαλάρωση, προσδίδει ελαστικότητα: Κρέμα που ~ την επιδερμίδα/τους πόρους. Πβ. τσιτώνω. ● ΣΥΜΠΛ.: συνεσφιγμένο μέτωπο βλ. μέτωπο [< 1: γαλλ. resserrer 2: μτγν. συσφίγγω]
49189συσφιγκτήραςσυ-σφι-γκτή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο ή εξάρτημα σύσφιξης ή συγκράτησης αντικειμένων: ~ ασφαλείας. Βλ. μέγγενη, -τήρας. [< πβ. μτγν. συσφιγκτήρ ‘στενός χιτώνας’]
49190συσφικτικός, ή, ό συ-σφι-κτι-κός επίθ. & συσφιγκτικός: (κυρ. για προϊόν αισθητικής) που προκαλεί σύσφιξη: ~ή: δράση/θεραπεία/μάσκα. ~ό: γαλάκτωμα. Κρέμα (προσώπου/σώματος) με ~ές ιδιότητες.|| ~ό αίσθημα βάρους στον θώρακα. ● επίρρ.: συσφικτικά
49191σύσφιξησύ-σφι-ξη ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) σύσφιγξη 1. (μτφ.) ενίσχυση, ενδυνάμωση δεσμού: ~ της (πολιτικής/οικονομικής) συνεργασίας/των (διμερών) σχέσεων. 2. (στην αισθητική) αντιμετώπιση και καταπολέμηση της χαλάρωσης: ~ των γλουτών/της επιδερμίδας/της κοιλιάς/των μυών/του προσώπου/του στήθους/του σώματος. Θεραπεία/κρέμα/μάσκα/μηχάνημα/ορός ~ης. Βλ. ανόρθωση. 3. δυνατό σφίξιμο: (ΤΕΧΝΟΛ.) μηχανική ~. ~ της βίδας/του κοχλία. Δακτύλιος/εργαλείο (π.χ. αερόκλειδο)/ιμάντας ~ης.|| Κορδόνι ~ης κουκούλας. [< μτγν. σύσφιγξις 1: γαλλ. resserrement]
49192συσχετίζωσυ-σχε-τί-ζω ρ. (μτβ.) {συσχέτι-σα, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, συσχετιζ-όμενος, -οντας}: συνδέω στοιχεία, σχετίζω· συγκρίνω: ~ αποδείξεις/δεδομένα/ευρήματα/παράγοντες. Ο ομιλητής ~σε το κείμενο με την εποχή της συγγραφής του. Τα δύο γεγονότα ~ονται άμεσα μεταξύ τους. Τα συμπτώματα της πάθησης ~στηκαν με τη χρήση του φαρμάκου. Οι πληροφορίες ~στηκαν και ταξινομήθηκαν σε κατηγορίες. Πβ. συναρτώ, συνδυάζω. Βλ. παραλληλίζω. ● Μτχ.: συσχετισμένος , η, ο: ~ες: διαδικασίες/δραστηριότητες/ομάδες/τιμές. ~α: αρχεία/δείγματα/πεδία. Κλάδος άμεσα ~ με την εξέλιξη της τεχνολογίας (πβ. συνυφασμένος). ΑΝΤ. ασυσχέτιστος
49193συσχετικός, ή, ό συ-σχε-τι-κός επίθ. 1. ΓΡΑΜΜ. για αντωνυμίες ή επιρρήματα που βρίσκονται σε αντιστοιχία μεταξύ τους: ~ές αντωνυμίες (: ερωτηματικές, αόριστες, δεικτικές, αναφορικές). ~ά επιρρήματα (: ερωτηματικά, αόριστα, δεικτικά, αναφορικά). 2. που συνδέει, συσχετίζει στοιχεία μεταξύ τους: ~ός: πίνακας. ~ή: ικανότητα/μνήμη. ~ό: σύστημα (εννοιών). Βλ. συγκριτικός. [< γαλλ. corrélatif]
49194συσχέτισησυ-σχέ-τι-ση ουσ. (θηλ.) & συσχετισμός (ο) 1. σύνδεση στοιχείων ή/και σύγκρισή τους: άμεση/έμμεση/λογική ~. Αιτιολογική/σημασιολογική/χρονική ~. ~ γεγονότων/δεδομένων/λέξεων/παραγόντων/πληροφοριών. ~ διατροφικών συνηθειών και παχυσαρκίας. Πβ. συνδυασμός. Βλ. αλληλο~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Μοντέλο οντοτήτων-~ίσεων (: διαγραμματική αναπαράσταση της δομής μιας βάσης δεδομένων). ΑΝΤ. αποσύνδεση (2) 2. ΣΤΑΤΙΣΤ. βαθμός αλληλεξάρτησης δύο ή περισσοτέρων μεταβλητών: αρνητική/γραμμική/θετική ~. Συντελεστής ~ης. [< γαλλ. corrélation, αγγλ. correlation]
49195συσχετίσιμος, η, ο συ-σχε-τί-σι-μος επίθ. (επιστ.): που μπορεί να συσχετιστεί (με κάτι): ~α: στοιχεία. Βλ. -ιμος. [< αγγλ. correlatable]
49196συσχετιστικός, ή, ό συ-σχε-τι-στι-κός επίθ. (επιστ.): που αναφέρεται στη συσχέτιση ή συντελεί σε αυτή: ~ή: ανάλυση/έρευνα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: μνήμη. ~ά: δίκτυα. Πβ. συνδυαστικός. [< γαλλ. corrélationnel, 1951, αγγλ. correlational, 1952]
49197συφερτικός, ή, ό βλ. συμφερτικός
49198σύφιλησύ-φι-λη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χρόνιο αφροδίσιο νόσημα που επιφέρει ανατομικές και δερματικές βλάβες: Η ~ προκαλείται από το βακτήριο ωχρά σπειροχαίτη. Τα τρία στάδια της ~ης. Πβ. μαλαφράντζα. Βλ. τρεπόνημα. [< γαλλ. syphilis]
49199συφιλιδικός, ή, ό συ-φι-λι-δι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη σύφιλη: ~ό: έλκος. ● Ουσ.: συφιλιδικός, συφιλιδική (ο/η): ασθενής που πάσχει από σύφιλη. [< γαλλ. syphilitique]
49200συφοριασμένος, η, ο συ-φο-ρια-σμέ-νος επίθ. (λαϊκό): κακότυχος, δυστυχισμένος. Πβ. δύσμοιρος, κακορίζικος, μίζερος.
49201συχαρίκιασυ-χα-ρί-κια ουσ. (ουδ.) (τα) & συγχαρίκια (λαϊκό) 1. συγχαρητήρια. 2. ευχάριστα νέα ή συνεκδ. φιλοδώρημα που δίνεται σε αυτόν που τα ανακοινώνει: Έδωσε/έφερε/πήρε τα ~. [< μεσν. συγχαρίκια]
49202συχνάσυ-χνά επίρρ. {συγκρ. συχν-ότερα, υπερθ. -ότατα}: κατ' επανάληψη, τακτικά ή σε ορισμένα χρονικά διαστήματα: αρκετά/πολύ ~. Με ρωτάει ~ αν ... Το στρες ευθύνεται ~ (: πολλές φορές) για ενοχλήσεις στο στήθος. Να μου τηλεφωνείς όσο πιο ~ μπορείς. -Πόσο ~ πηγαίνεις στο γυμναστήριο; ΑΝΤ. πού και πού ● ΦΡ.: συχνά πυκνά & (σπάν.) πυκνά συχνά: ανά τακτά χρονικά διαστήματα: ~ ~ ερχόταν να μας δει. Μας επισκεπτόταν ~ ~. [< αρχ. συχνά]
49203συχνάζωσυ-χνά-ζω ρ. (αμτβ.) {κυρ. στον ενεστ. κ. παρατ.}: πηγαίνω συχνά (κάπου): Θέρετρο όπου ~ει πολύς κόσμος. Πού ~εις (: ποιο είναι το στέκι σου); [< μτγν. συχνάζω, γαλλ. frequenter]
49204συχνάκιςσυ-χνά-κις επίρρ. (αρχαιοπρ.): συχνά. Βλ. -άκις. [< αρχ. συχνάκις]
49205συχνο- & συχν-: α΄ συνθετικό που δηλώνει κάτι που γίνεται συχνά: ~βλέπω/~κοιτάζω/~περνώ/~πηγαίνω/~ρωτώ.|| Συχν-ουρία.
49206συχνόμετροσυ-χνό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο μέτρησης της συχνότητας των περιοδικών σημάτων: ψηφιακό ~. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. fréquencemètre, 1907]
49207συχνός, ή, ό συ-χνός επίθ.: που συμβαίνει ή εμφανίζεται συχνά: ~ός: λόγος (διαφωνίας). ~ή: αιτία/ερώτηση/κατανάλωση (φρούτων και λαχανικών)/μορφή (άνοιας)/πάθηση/χρήση (αντιβιοτικών). ~ό: λάθος/πρόβλημα/φαινόμενο. ~ές: επισκέψεις. ~ά: δρομολόγια (= πυκνά)/συμπτώματα.|| (για πρόσ., τακτικός, σταθερός, ΑΝΤ. αραιός) ~ός: επισκέπτης/πελάτης (πβ. θαμώνας). ~οί: ταξιδιώτες/χρήστες. ΑΝΤ. σπάνιος (2) [< αρχ. συχνός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.