| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 49175 | συστημένος | , η, ο συ-στη-μέ-νος επίθ. 1. που αποστέλλεται μέσω ταχυδρομείου και παραδίδεται προσωπικά στον παραλήπτη: ~ος: φάκελος. ~η: αλληλογραφία/αποστολή/επιστολή. ~ο: γράμμα/δέμα.|| (ως ουσ.) Παράδοση ~ων. 2. που τον έχουν συστήσει: ~οι: πελάτες. Πήγε στον γιατρό ~ από φίλο του ασθενή. 3. ΑΘΛ. που φτάνει στον αποδέκτη της με μεγάλη ακρίβεια: ~η: μπαλιά/πάσα/σέντρα. [< γαλλ. recommandé, αγγλ. registered] | |
| 49176 | συστημικός | , ή, ό συ-στη-μι-κός επίθ. & συστεμικός (επιστ.): (κυρ. για αφηρημένες έννοιες) που σχετίζεται με ή επηρεάζει συγκεκριμένο σύστημα: (ΟΙΚΟΝ.) ~ός: κίνδυνος. ~ή: αλλαγή/θεωρία/κρίση/σκέψη/στρατηγική/τράπεζα (: αν καταρρεύσει θα υπάρξουν ευρύτερες συνέπειες για τις υπόλοιπες τράπεζες και για το κράτος). ~ό: μοντέλο/πλαίσιο.|| (ΨΥΧΟΛ.) ~ός: θεραπευτής. ~ή: ανάλυση/αναπαράσταση/(ψυχο)θεραπεία/προσέγγιση/συμβουλευτική.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ή λειτουργική γραμματική.|| (ΒΙΟΧ.) ~ά: ένζυμα (: που λειτουργούν σε όλο το σώμα). ● επίρρ.: συστημικά [< αγγλ. systemic, γαλλ. systémique, περ. 1970. Βλ. systemic risk, 1977] | |
| 49177 | συστήνω | συ-στή-νω ρ. (μτβ.) {σύστη-σα (λόγ.) συν-έστησα, συστή-σει, -θηκε, -μένος, συστήν-οντας} & (σπάν.) συσταίνω 1. γνωρίζω κάποιον σε άλλο πρόσωπο, αναφέροντας το όνομά του, παρουσιάζοντάς τον: Δεν μου έχεις ~σει τη σύζυγό σου. Έχουμε ήδη ~θεί. Να σου ~σω τον ... Βλ. αυτοσυστήνομαι. 2. υποδεικνύω, προτείνω: Σου ~ να διαβάσεις προσεκτικά το βιβλίο. Ο γιατρός μού ~σε να κόψω το κάπνισμα. ΣΥΝ. συνιστώ (2) 3. συγκροτώ, σχηματίζω: ~ εταιρεία/κόμμα/συμμορία. ΣΥΝ. συνιστώ (1) [< αρχ. συνίστημι, γαλλ. recommander] | |
| 49178 | συστοιχία | συ-στοι-χί-α ουσ. (θηλ.) {συστοιχιών} (επιστ.): κάθε σύνολο αλληλοσυνδεόμενων και αλληλεξαρτώμενων στοιχείων με συγκεκριμένη διάταξη για την εκτέλεση λειτουργίας: (ΤΕΧΝΟΛ.) γραμμική ~. ~ ανεμογεννητριών (= αιολικό πάρκο)/δεξαμενών/(σκληρών) δίσκων/ηχείων/κυψελών (καυσίμου)/μικροφώνων/πυραύλων/υπολογιστών.|| (ΗΛΕΚΤΡ.) Φωτοβολταϊκή ~. ~ πυκνωτών/συσσωρευτών (= μπαταρία).|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ες κατευθυνόμενων βλημάτων. [< αρχ. συστοιχία ‘σειρά, ζεύγος αντιπαρατιθέμενων εννοιών, όπως ίσος-άνισος’, αγγλ. range, battery, γαλλ. batterie] | |
| 49179 | συστοιχος | , η, ο σύ-στοι-χος επίθ. (λόγ.): ομόλογος ή αντίστοιχος: (ΑΝΑΤ.) Στο άνω μέρος κάθε ανθρώπινου νεφρού βρίσκεται το ~ο επινεφρίδιο.|| Το αντικείμενο της διατριβής του ήταν ~ο με τις σπουδές του. ● επίρρ.: σύστοιχα & (λογιότ.) συστοίχως ● ΣΥΜΠΛ.: εσωτερικό/σύστοιχο αντικείμενο βλ. αντικείμενο [< αρχ. σύστοιχος] | |
| 58822 | ΣΥΣΤΟΙΧΟΣ | ||
| 49180 | συστολή | συ-στο-λή ουσ. (θηλ.) 1. μείωση των διαστάσεων ενός σώματος: (ΦΥΣ.) ~ μετάλλων. ~ αερίων/στερεών/υγρών.|| (ΟΙΚΟΔ.) Αρμοί ~ής. ΑΝΤ. διαστολή (1) 2. ΙΑΤΡ. σύσπαση μυός ή οργάνου του σώματος: ~ της καρδιάς/της κόρης του οφθαλμού (βλ. μύση)/της μήτρας. Ισοκινητική/ισομετρική/ισοτονική/κολπική/μυϊκή ~. Έκτακτες κοιλιακές ~ές (: μεταξύ δύο φυσιολογικών). 3. (λόγ.) ντροπαλότητα, ντροπή: φυσική ~. [< 1: μτγν. συστολή, γαλλ. contraction 2: γαλλ. contraction, γαλλ.-αγγλ. systole 3: γαλλ. retenue] | |
| 49181 | συστολικός | , ή, ό συ-στο-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη συστολή: (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) ~ή: δυσλειτουργία/υπέρταση. ~ό: φύσημα. ~ή λειτουργία της αριστερής κοιλίας. ~ή καρδιακή ανεπάρκεια. Πβ. συσταλτικός. Βλ. συσταλτός.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ό: ταυ. ~ές: διατάξεις/συστοιχίες. ΑΝΤ. διαστολικός ● ΣΥΜΠΛ.: συστολική πίεση & (προφ.) μεγάλη πίεση: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που ασκεί το αίμα στα τοιχώματα των αρτηριών κατά τη συστολή της καρδιάς. ΑΝΤ. διαστολική πίεση [< γαλλ. systolique, αγγλ. systolic] | |
| 49182 | συστολοδιαστολή | συ-στο-λο-δι-α-στο-λή ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΦΥΣ. -ΜΗΧΑΝ. εναλλαγή συστολής και διαστολής: θερμικές/θερμοκρασιακές ~ές. ~ επιφάνειας/υλικού. Αρμοί ~ής. Ρωγμές λόγω ~ών ή δονήσεων. | |
| 49183 | συστρατεύομαι | συ-στρα-τεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {συστρατεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -μένος | σπάν. στην ενεργ. φωνή συστρατεύω} (λόγ.): αφιερώνομαι από κοινού στην υπηρεσία σκοπού, ιδεολογίας: Όλοι ~ονται στον αγώνα για την προστασία του περιβάλλοντος/κατά της κοινωνικής αδικίας. Πβ. συμπαρατάσσομαι.|| (μτβ.) Στόχος που συσπειρώνει και ~ει όλους τους φορείς σε συλλογική δράση. [< αρχ. συστρατεύομαι ‘πραγματοποιώ κοινή εκστρατεία’] | |
| 49184 | συστράτευση | συ-στρά-τευ-ση ουσ. (θηλ.): συνένωση ατόμων ή δυνάμεων προς επίτευξη κοινού στόχου: εθνική/καθολική/κοινή/κοινωνική/λαϊκή/πολιτική ~. ~ πολιτών/στελεχών/φορέων. Παγκόσμια ~ για αποστολή βοήθειας. Πβ. συμπαράταξη. | |
| 49185 | συστρατιώτης | συ-στρα-τι-ώ-της ουσ. (αρσ.) 1. στρατιώτης που υπηρετεί στην ίδια μονάδα ή κατά το ίδιο χρονικό διάστημα με άλλον· σπανιότ. συμπολεμιστής: Ήμασταν φίλοι και ~ες στα τεθωρακισμένα.|| ~ες στο μέτωπο. 2. (μτφ.) αυτός που συστρατεύεται με άλλον ή άλλους: ~ες σε αγώνα/έργο/προσπάθεια. Πβ. συναγωνιστής. Βλ. σύντροφος. [< 1: αρχ. συστρατιώτης] | |
| 49186 | συστρέφω | συ-στρέ-φω ρ. (μτβ.) {συνέστρε-ψα, συστρά-φηκε κ. συνεστρά-φη, συστρα-φεί, συνεστρα-μμένος, συστρέφ-οντας} (λόγ.): στρέφω κάτι γύρω από άξονα, στρίβω: Τα φύλλα ~ονται. ~μμένο: καλώδιο/σύρμα. Πβ. κουλουριάζω, τυλίγω.|| (μτφ.) Η διήγηση ~εται (: περιστρέφεται) γύρω από την κεντρική ηρωίδα. Βλ. συνεστραμμένος. [< αρχ. συστρέφω] | |
| 49187 | συστροφή | συ-στρο-φή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συστρέφω: ~ καλωδίων/σύρματος/φύλλων (= καρούλιασμα). Πβ. στρίψιμο.|| (ΙΑΤΡ.) ~ εντέρου/κύστης/όρχεως/στομάχου/ωοθήκης.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ αστέρων (πβ. αστρικό σμήνος). [< αρχ. συστροφή] | |
| 49188 | συσφίγγω | συ-σφίγ-γω ρ. (μτβ.) {σύσφι-ξα (λόγ.) συνέσφι-ξα, συσφί-ξει, -χτηκε (λόγ.) συσφί-χθηκε, -χτεί (λόγ.) -χθεί, συσφίγγ-οντας, (σπάν.-λόγ.) συνεσφι-γμένος} 1. (μτφ.) ενισχύω (δεσμούς): Οι δύο ομόλογοι υπουργοί ενδιαφέρονται να ~ξουν τις διπλωματικές σχέσεις των κρατών τους. Πβ. ισχυροποιώ. 2. σφίγγω δυνατά ή μαζί: ~ξε τις βίδες με κλειδί. ~χθηκαν οι αρμοί της κατασκευής. ● συσφίγγει: (για προϊόν αισθητικής) εμποδίζει τη χαλάρωση, προσδίδει ελαστικότητα: Κρέμα που ~ την επιδερμίδα/τους πόρους. Πβ. τσιτώνω. ● ΣΥΜΠΛ.: συνεσφιγμένο μέτωπο βλ. μέτωπο [< 1: γαλλ. resserrer 2: μτγν. συσφίγγω] | |
| 49189 | συσφιγκτήρας | συ-σφι-γκτή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο ή εξάρτημα σύσφιξης ή συγκράτησης αντικειμένων: ~ ασφαλείας. Βλ. μέγγενη, -τήρας. [< πβ. μτγν. συσφιγκτήρ ‘στενός χιτώνας’] | |
| 49190 | συσφικτικός | , ή, ό συ-σφι-κτι-κός επίθ. & συσφιγκτικός: (κυρ. για προϊόν αισθητικής) που προκαλεί σύσφιξη: ~ή: δράση/θεραπεία/μάσκα. ~ό: γαλάκτωμα. Κρέμα (προσώπου/σώματος) με ~ές ιδιότητες.|| ~ό αίσθημα βάρους στον θώρακα. ● επίρρ.: συσφικτικά | |
| 49191 | σύσφιξη | σύ-σφι-ξη ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) σύσφιγξη 1. (μτφ.) ενίσχυση, ενδυνάμωση δεσμού: ~ της (πολιτικής/οικονομικής) συνεργασίας/των (διμερών) σχέσεων. 2. (στην αισθητική) αντιμετώπιση και καταπολέμηση της χαλάρωσης: ~ των γλουτών/της επιδερμίδας/της κοιλιάς/των μυών/του προσώπου/του στήθους/του σώματος. Θεραπεία/κρέμα/μάσκα/μηχάνημα/ορός ~ης. Βλ. ανόρθωση. 3. δυνατό σφίξιμο: (ΤΕΧΝΟΛ.) μηχανική ~. ~ της βίδας/του κοχλία. Δακτύλιος/εργαλείο (π.χ. αερόκλειδο)/ιμάντας ~ης.|| Κορδόνι ~ης κουκούλας. [< μτγν. σύσφιγξις 1: γαλλ. resserrement] | |
| 49192 | συσχετίζω | συ-σχε-τί-ζω ρ. (μτβ.) {συσχέτι-σα, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, συσχετιζ-όμενος, -οντας}: συνδέω στοιχεία, σχετίζω· συγκρίνω: ~ αποδείξεις/δεδομένα/ευρήματα/παράγοντες. Ο ομιλητής ~σε το κείμενο με την εποχή της συγγραφής του. Τα δύο γεγονότα ~ονται άμεσα μεταξύ τους. Τα συμπτώματα της πάθησης ~στηκαν με τη χρήση του φαρμάκου. Οι πληροφορίες ~στηκαν και ταξινομήθηκαν σε κατηγορίες. Πβ. συναρτώ, συνδυάζω. Βλ. παραλληλίζω. ● Μτχ.: συσχετισμένος , η, ο: ~ες: διαδικασίες/δραστηριότητες/ομάδες/τιμές. ~α: αρχεία/δείγματα/πεδία. Κλάδος άμεσα ~ με την εξέλιξη της τεχνολογίας (πβ. συνυφασμένος). ΑΝΤ. ασυσχέτιστος | |
| 49193 | συσχετικός | , ή, ό συ-σχε-τι-κός επίθ. 1. ΓΡΑΜΜ. για αντωνυμίες ή επιρρήματα που βρίσκονται σε αντιστοιχία μεταξύ τους: ~ές αντωνυμίες (: ερωτηματικές, αόριστες, δεικτικές, αναφορικές). ~ά επιρρήματα (: ερωτηματικά, αόριστα, δεικτικά, αναφορικά). 2. που συνδέει, συσχετίζει στοιχεία μεταξύ τους: ~ός: πίνακας. ~ή: ικανότητα/μνήμη. ~ό: σύστημα (εννοιών). Βλ. συγκριτικός. [< γαλλ. corrélatif] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ