| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 49194 | συσχέτιση | συ-σχέ-τι-ση ουσ. (θηλ.) & συσχετισμός (ο) 1. σύνδεση στοιχείων ή/και σύγκρισή τους: άμεση/έμμεση/λογική ~. Αιτιολογική/σημασιολογική/χρονική ~. ~ γεγονότων/δεδομένων/λέξεων/παραγόντων/πληροφοριών. ~ διατροφικών συνηθειών και παχυσαρκίας. Πβ. συνδυασμός. Βλ. αλληλο~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Μοντέλο οντοτήτων-~ίσεων (: διαγραμματική αναπαράσταση της δομής μιας βάσης δεδομένων). ΑΝΤ. αποσύνδεση (2) 2. ΣΤΑΤΙΣΤ. βαθμός αλληλεξάρτησης δύο ή περισσοτέρων μεταβλητών: αρνητική/γραμμική/θετική ~. Συντελεστής ~ης. [< γαλλ. corrélation, αγγλ. correlation] | |
| 49195 | συσχετίσιμος | , η, ο συ-σχε-τί-σι-μος επίθ. (επιστ.): που μπορεί να συσχετιστεί (με κάτι): ~α: στοιχεία. Βλ. -ιμος. [< αγγλ. correlatable] | |
| 49196 | συσχετιστικός | , ή, ό συ-σχε-τι-στι-κός επίθ. (επιστ.): που αναφέρεται στη συσχέτιση ή συντελεί σε αυτή: ~ή: ανάλυση/έρευνα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: μνήμη. ~ά: δίκτυα. Πβ. συνδυαστικός. [< γαλλ. corrélationnel, 1951, αγγλ. correlational, 1952] | |
| 49197 | συφερτικός | , ή, ό βλ. συμφερτικός | |
| 49198 | σύφιλη | σύ-φι-λη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χρόνιο αφροδίσιο νόσημα που επιφέρει ανατομικές και δερματικές βλάβες: Η ~ προκαλείται από το βακτήριο ωχρά σπειροχαίτη. Τα τρία στάδια της ~ης. Πβ. μαλαφράντζα. Βλ. τρεπόνημα. [< γαλλ. syphilis] | |
| 49199 | συφιλιδικός | , ή, ό συ-φι-λι-δι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη σύφιλη: ~ό: έλκος. ● Ουσ.: συφιλιδικός, συφιλιδική (ο/η): ασθενής που πάσχει από σύφιλη. [< γαλλ. syphilitique] | |
| 49200 | συφοριασμένος | , η, ο συ-φο-ρια-σμέ-νος επίθ. (λαϊκό): κακότυχος, δυστυχισμένος. Πβ. δύσμοιρος, κακορίζικος, μίζερος. | |
| 49201 | συχαρίκια | συ-χα-ρί-κια ουσ. (ουδ.) (τα) & συγχαρίκια (λαϊκό) 1. συγχαρητήρια. 2. ευχάριστα νέα ή συνεκδ. φιλοδώρημα που δίνεται σε αυτόν που τα ανακοινώνει: Έδωσε/έφερε/πήρε τα ~. [< μεσν. συγχαρίκια] | |
| 49202 | συχνά | συ-χνά επίρρ. {συγκρ. συχν-ότερα, υπερθ. -ότατα}: κατ' επανάληψη, τακτικά ή σε ορισμένα χρονικά διαστήματα: αρκετά/πολύ ~. Με ρωτάει ~ αν ... Το στρες ευθύνεται ~ (: πολλές φορές) για ενοχλήσεις στο στήθος. Να μου τηλεφωνείς όσο πιο ~ μπορείς. -Πόσο ~ πηγαίνεις στο γυμναστήριο; ΑΝΤ. πού και πού ● ΦΡ.: συχνά πυκνά & (σπάν.) πυκνά συχνά: ανά τακτά χρονικά διαστήματα: ~ ~ ερχόταν να μας δει. Μας επισκεπτόταν ~ ~. [< αρχ. συχνά] | |
| 49203 | συχνάζω | συ-χνά-ζω ρ. (αμτβ.) {κυρ. στον ενεστ. κ. παρατ.}: πηγαίνω συχνά (κάπου): Θέρετρο όπου ~ει πολύς κόσμος. Πού ~εις (: ποιο είναι το στέκι σου); [< μτγν. συχνάζω, γαλλ. frequenter] | |
| 49204 | συχνάκις | συ-χνά-κις επίρρ. (αρχαιοπρ.): συχνά. Βλ. -άκις. [< αρχ. συχνάκις] | |
| 49205 | συχνο- & συχν- | : α΄ συνθετικό που δηλώνει κάτι που γίνεται συχνά: ~βλέπω/~κοιτάζω/~περνώ/~πηγαίνω/~ρωτώ.|| Συχν-ουρία. | |
| 49206 | συχνόμετρο | συ-χνό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο μέτρησης της συχνότητας των περιοδικών σημάτων: ψηφιακό ~. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. fréquencemètre, 1907] | |
| 49207 | συχνός | , ή, ό συ-χνός επίθ.: που συμβαίνει ή εμφανίζεται συχνά: ~ός: λόγος (διαφωνίας). ~ή: αιτία/ερώτηση/κατανάλωση (φρούτων και λαχανικών)/μορφή (άνοιας)/πάθηση/χρήση (αντιβιοτικών). ~ό: λάθος/πρόβλημα/φαινόμενο. ~ές: επισκέψεις. ~ά: δρομολόγια (= πυκνά)/συμπτώματα.|| (για πρόσ., τακτικός, σταθερός, ΑΝΤ. αραιός) ~ός: επισκέπτης/πελάτης (πβ. θαμώνας). ~οί: ταξιδιώτες/χρήστες. ΑΝΤ. σπάνιος (2) [< αρχ. συχνός] | |
| 49208 | συχνότητα | συ-χνό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. συχνή επανάληψη ενέργειας, γεγονότος και ο αριθμός των αντίστοιχων περιπτώσεων σε ορισμένο χρονικό διάστημα: αθροιστική/αραιή/μέτρια ~. Διπλάσια ~ από ό,τι/σε σύγκριση με … ~ αϋπνίας/δρομολογίων/εμφάνισης (μιας νόσου)/κυκλοφορίας (των λεωφορείων)/μαθημάτων/συμπτωμάτων/συναντήσεων (ομάδας)/χρήσης. ~ επισκέψεων σε ιστοσελίδα. Αύξηση/μείωση της ~ας των κρουσμάτων (μιας ασθένειας). Πβ. πυκνότητα.|| (ΙΑΤΡ.) Καρδιακή ~ (: ο αριθμός των καρδιακών παλμών ανά λεπτό).|| (ΦΥΣ., ο αριθμός επανάληψης περιοδικής κίνησης σώματος σε δεδομένη χρονική μονάδα:) Υψηλή/χαμηλή ~. ~ ήχου. 2. ΦΥΣ. μήκος ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων στα οποία εκπέμπουν ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί ή κινητά τηλέφωνα: Η εκπομπή βγαίνει/εκπέμπει στη ~ ... Μπάντα ~ήτων. Βλ. -ότητα, ιδιο~, ραδιο~. ● ΣΥΜΠΛ.: απόκριση συχνότητας: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. η αποτελεσματικότητα κυκλώματος, συσκευής ή ακουστικού κυρ. συστήματος (π.χ. ενός ενισχυτή) να επεξεργάζεται ή/και να μεταδίδει τα σήματα που λαμβάνει· συνεκδ. το αντίστοιχο γράφημα. [< αγγλ. frequency response, 1926] , ακουστική συχνότητα βλ. ακουστικός, αναπήδηση συχνότητας βλ. αναπήδηση, ζώνη συχνοτήτων βλ. ζώνη ● ΦΡ.: στην ίδια/σε διαφορετική(/άλλη) συχνότητα (μτφ.): για να δηλωθεί συμφωνία ή αντίθεση αντίστοιχα: Βρισκόμαστε/είμαστε στην ίδια ~ (: έχουμε τις ίδιες απόψεις, συνήθειες, κοινούς στόχους). Πβ. συμφωνώ.|| Εκπέμπουμε σε διαφορετική ~. Πβ. διαφοροποιούμαι. ΣΥΝ. στο ίδιο/σε διαφορετικό (/άλλο) μήκος κύματος [< μεσν. συχνότης, γαλλ. fréquence] | |
| 49209 | συχνοτικός | , ή, ό συ-χνο-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με τη συχνότητα: ~ή: απόκριση συστήματος (= απόκριση συχνότητας). ~ό: εύρος/πεδίο/περιεχόμενο (σήµατος)/φάσμα. | |
| 49210 | συχνουρία | συ-χνου-ρί-α ουσ. (θηλ.) & συχνοουρία: ΙΑΤΡ. διαταραχή του ουροποιητικού συστήματος που χαρακτηρίζεται από αυξημένη συχνότητα ούρησης: γεροντική/ημερήσια/νυχτερινή ~. Βλ. -ουρία. [< γαλλ. sychnurie] | |
| 49211 | συχνόχρηστος | , η, ο συ-χνό-χρη-στος επίθ. (σπάν.): που χρησιμοποιείται συχνά: ~ες: λέξεις/φράσεις. Βλ. εύχρηστος. | |
| 49212 | συχωριανός | βλ. συγχωριανός | |
| 49213 | συχώριο | συ-χώ-ριο ουσ. (ουδ.) (οικ.) & (λαϊκό) σχώριο: συγχώρεση από αμαρτίες. Κυρ. στη ● ΦΡ.: μπουκιά και συχώριο βλ. μπουκιά [< μεσν. συγχώριον] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ