| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 49228 | σφαιράτος | , η, ο [σφαιρᾶτος] σφαι-ρά-τος επίθ. (προφ.): εξαιρετικά γρήγορος: Έφυγε ~ να προλάβει το τελευταίο τρένο. Πβ. αστραπή, βολίδα, πύραυλος, σφαίρα. Βλ. -άτος. | |
| 49229 | σφαιρικός | , ή, ό σφαι-ρι-κός επίθ. 1. που μοιάζει ή σχετίζεται με τη σφαίρα: ~ός: διακόπτης/θάμνος/καρπός/κρουνός/μαγνήτης/σύνδεσμος. ~ή: βάνα/βελόνα/κεφαλή/φιάλη. ~ό: ρουλεμάν/σχήμα/σώμα. ~οί: φακοί (επαφής).|| (επιστ.) ~ός: κεραυνός. ~ή: άρθρωση (: στη ρομποτική)/αστρονομία (: που έχει ως αντικείμενο τον εντοπισμό της θέσης ουράνιων σωμάτων)/γεωμετρία/εκτροπή/τριγωνομετρία. ~ό: τρίγωνο (: που σχηματίζεται στην επιφάνεια σφαίρας). ~ές: συντεταγμένες. Πβ. στρογγυλός, σφαιροειδής. 2. (μτφ.) που καλύπτει όλες τις πλευρές ενός θέματος, ολόπλευρος: ~ή: ανάπτυξη/αντίληψη/αντιμετώπιση/αξιολόγηση/γνώμη/γνώση/ενημέρωση/θεώρηση/μελέτη/μόρφωση/παιδεία/προσέγγιση (πβ. ολιστική). ~ό: πλαίσιο/σχέδιο. Άκουσε όλες τις απόψεις, για να αποκτήσει ~ή εικόνα του ζητήματος. Πβ. γενικός, συνολικός. ΣΥΝ. ολόπλευρος ● επίρρ.: σφαιρικά & (λόγ.) -ώς [ῶς] [< 1: αρχ. σφαιρικός, γαλλ. sphérique, αγγλ. spheric(al) 2: γαλλ. global] | |
| 49230 | σφαιρικότητα | σφαι-ρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σφαιρικού: ~ της Γης. Πβ. στρογγυλότητα.|| (μτφ.) ~ της γνώσης/του θέματος/της μόρφωσης. Πβ. συνολικότητα. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. sphéricité, αγγλ. sphericity] | |
| 49231 | σφαιρίνη | σφαι-ρί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πρωτεΐνη, βασικό συστατικό της αιμοσφαιρίνης και της μυοσφαιρίνης: άνοση (= ανοσο~)/ανοσοποιητική/εμβρυϊκή/ενδοφλέβια/μονοκλωνική ~. Γ/γ (γάμα) ~. ~ ειδικών αντισωµάτων/θυροξίνης/πλάσματος. Βλ. αιμο~, μυο~, -ίνη. [< αγγλ. globin, γαλλ. globine, 1901] | |
| 49232 | σφαιριστήριο | σφαι-ρι-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.-κυρ. παλαιότ.): αίθουσα αναψυχής με ηλεκτρονικά παιχνίδια και μπιλιάρδο· το ίδιο το μπιλιάρδο: Πβ. μπιλιαρδάδ-, ουφάδ-ικο, ποδοσφαιράκια. Βλ. -τήριο. [< μτγν. σφαιριστήριον 'γήπεδο για μπάλα', ιταλ. biliardo] | |
| 49233 | σφαιριστής | σφαι-ρι-στής ουσ. (αρσ.): ΑΘΛ. επαγγελματίας ή ερασιτέχνης παίκτης μπόουλινγκ, μπιλιάρδου ή κρίκετ. [< μτγν. σφαιριστής 'αυτός που ασχολείται με το παιχνίδι της μπάλας'] | |
| 49234 | σφαιρο- & σφαιρ- | & σφαιρό-: α’ συνθετικό λέξεων που αναφέρονται σε σφαίρα ή στο σχήμα της: σφαιρο-βολία.|| Σφαιρο-ειδής. Σφαιρ-ικός. | |
| 49235 | σφαιροβολία | σφαι-ρο-βο-λί-α ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. αγώνισμα στίβου κατά το οποίο ο αθλητής προσπαθεί να ρίξει σφαίρα συγκεκριμένου μεγέθους σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απόσταση από το σημείο βολής (βαλβίδα): πρωταθλητής στη ~. (Ημι)τελικός/προκριματικός ~ας. ~ ανδρών/γυναικών. Βλ. ακοντισμός, δισκο-, σφυρο-βολία. [< γαλλ. lancer du poids] | |
| 49236 | σφαιροβόλος | σφαι-ρο-βό-λος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΘΛ. αθλητής της σφαιροβολίας. Βλ. ακοντιστής, δισκο-, σφυρο-βόλος. | |
| 49237 | σφαιροειδής | , ής, ές σφαι-ρο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που έχει σχήμα σφαίρας· σχεδόν σφαιρικός: ~ής: καρπός. ~ής: άρθρωση. ~ή: σωματίδια. Πβ. στρογγυλός. Βλ. -ειδής. [< αρχ. σφαιροειδής, γαλλ. sphéroïdal, αγγλ. spheroid(al)] | |
| 49238 | σφαιροκυττάρωση | σφαι-ρο-κυτ-τά-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μορφή αιμολυτικής αναιμίας που χαρακτηρίζεται από την παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων σφαιροειδούς σχήματος: κληρονομική ~. [< αγγλ. spherocytosis, 1933] | |
| 49240 | σφαιρωτός | , ή, ό σφαι-ρω-τός επίθ.: ΑΣΤΡΟΝ. κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: σφαιρωτό (αστρικό) σμήνος: ΑΣΤΡΟΝ. μεγάλο σύμπλεγμα αστέρων το οποίο έχει σφαιρικό σχήμα και περιστρέφεται ως δορυφόρος γύρω από το κέντρο γαλαξία. [< αγγλ. globular cluster, 1785] | |
| 49241 | σφάκα | σφά-κα ουσ. (θηλ.) (κυρ. στην Κρήτη): ΒΟΤ. πικροδάφνη. [< μεσν. σφάκα < αρχ. σφάκος] | |
| 49242 | σφαλάγγι | σφα-λάγ-γι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΖΩΟΛ. φαλάγγι: μαύρο ~ (= μαρμάγκα). [< μεσν. σφαλάγγι(ν)] | |
| 49243 | σφαλερίτης | σφα-λε-ρί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ορυκτό του ψευδάργυρου που περιέχει θείο και αποτελεί το κύριο μετάλλευμά του. Βλ. -ίτης2. [< γερμ. Sphalerit] | |
| 49244 | σφαλερός | , ή, ό σφα-λε-ρός επίθ. (λόγ.-κυρ. λογοτ.): εσφαλμένος, λανθασμένος: ~ή: εντύπωση. Βλ. -ερός. ΑΝΤ. άσφαλτος ● επίρρ.: σφαλερά [< αρχ. σφαλερός ‘ολισθηρός, αναξιόπιστος’] | |
| 49245 | σφαλερότητα | σφα-λε-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σφαλερού. Βλ. -ότητα. | |
| 49246 | σφαλιάρα | σφα-λιά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. χτύπημα κυρ. στο πρόσωπο, το κεφάλι ή το σβέρκο, φάπα: γερή/δυνατή/σβουριχτή/χοντρή ~. Του έριξε/τράβηξε μια ξεγυρισμένη ~. Έπεσαν ~ες (: έπεσε ξύλο). Πβ. καρπαζιά, μπούφλα, ράπισμα.|| (μτφ.) Άνθρωπος/παιδιά της ~ας (: που γίνονται αντικείμενο κοροϊδίας). Ιδέα για ~ες (: που δεν αξίζει· πβ. για τα μπάζα). 2. (μτφ.) πλήγμα: Η ήττα ήταν μια ηχηρή ~ για την ομάδα. Έχει αντέξει, παρά τις ~ες (: κατραπακιές) που έχει φάει. Πβ. κόλαφος. ΣΥΝ. χαστούκι (2) ● Υποκ.: σφαλιαρίτσα (η) [< ιταλ. sfaglio + -άρα] | |
| 49247 | σφαλιαρίζω | σφα-λια-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {σφαλιάρι-σα} (οικ.): δίνω σφαλιάρα: Τον ~σε δυνατά για την κουβέντα που ξεστόμισε. Πβ. καρπαζώνω, ραπίζω. ΣΥΝ. χαστουκίζω [< ιταλ. sfagliare] | |
| 49248 | σφαλίζω | σφα-λί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σφάλι-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, σφαλίζ-οντας} (λαϊκό-λογοτ.): κλείνω ερμητικά, κλειδώνω: ~ τα παντζούρια/την πόρτα. Καλά ~σμένα παράθυρα. Πβ. ασφαλίζω, μανταλώνω. ΑΝΤ. ανοίγω.|| ~σε τα βλέφαρά του και κοιμήθηκε. ~σε τα μάτια του στα ογδόντα του χρόνια (: πέθανε).|| Το συρτάρι έχει ~σει λόγω αχρησίας. ΣΥΝ. αμπαρώνω [< μεσν. σφαλίζω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ