Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [49760-49780]

IDΛήμμαΕρμηνεία
49214συχωροχάρτιβλ. συγχωροχάρτι
49215συχωρώβλ. συγχωρώ
49216σφαγέαςσφα-γέ-ας ουσ. (αρσ.) {σφαγ-έα | -είς} 1. (μτφ.) πρόσωπο (κυρ. πολιτικός ή στρατιωτικός) που ευθύνεται για τη θανάτωση μεγάλου συνήθ. αριθμού ανθρώπων: αδίστακτος/αιμοσταγής ~. ~ αμάχων/λαών. ΣΥΝ. μακελάρης 2. εργάτης σφαγείου. Βλ. εκδορέας. ΣΥΝ. σφάχτης (2) [< αρχ. σφαγεύς]
49217σφαγείο[σφαγεῖο] σφα-γεί-ο ουσ. (ουδ.): εγκαταστάσεις σφαγής ζώων: βιομηχανικό/δημοτικό ~. ~ χοίρων (= χοιροσφαγείο).|| (μτφ.) ~ του πολέμου (= σφαγή). Το εστιατόριο αυτό είναι σκέτο ~ (: πολύ ακριβό· πβ φαρμακείο). (ΑΘΛ.) Διαιτησία-~ (: που αδικεί κατάφωρα μια ομάδα). [< αρχ. σφαγεῖο]
49218σφαγήσφα-γή ουσ. (θηλ.) 1. θανάτωση ανθρώπου με αιχμηρό αντικείμενο και γενικότ. με βάρβαρο τρόπο· μαζική εξόντωση: άγρια/ανελέητη/απάνθρωπη/οργανωμένη ~. Εκτεταμένες/μαζικές ~ές. ~ άμαχου πληθυσμού. Θύματα ~ής. ~ές και λεηλασίες. Βλ. ανθρωπο~, γενοκτονία, εθνοκάθαρση. ΣΥΝ. μακελειό 2. (μτφ.) για περιπτώσεις καθολικής αποτυχίας, ήττας ή έντονου ανταγωνισμού: ~ των υποψηφίων στις εξετάσεις. Έγινε ~ στο μάθημα της Φυσικής.|| (στα ομαδικά αθλήματα:) ~ στην κορυφή της βαθμολογίας. ~ από τη διαιτησία (: για άδικες αποφάσεις των διαιτητών). 3. (για ζώο) σφάξιμο: ~ αιγοπροβάτων/αμνοεριφίων/βοοειδών/πουλερικών/χοίρων. Νόμιμη/παράνομη/τελετουργική ~. (για κρέατα) Ημερομηνία/τόπος ~ής. ΣΥΝ. σφαγιασμός (1) ● ΦΡ.: σαν πρόβατο στη σφαγή βλ. πρόβατο [< 1, 3: αρχ. σφαγή]
49219σφαγιάζωσφα-γι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {σφαγία-σα, σφαγιά-στηκε (λόγ.) -σθηκε (μτχ. σφαγιασθ-είς, -είσα, -έν), -σμένος, σφαγιάζ-οντας} (επιτατ.) 1. σφάζω, κατακρεουργώ: Στον πόλεμο βασανίστηκαν και ~στηκαν χιλιάδες άμαχοι. Πβ. αιματοκυλώ, μακελεύω, πετσοκόβω, σκοτώνω.|| ~σαν γουρούνια/πρόβατα. 2. (μτφ.) παραβαίνω, καταπατώ με κατάφωρο τρόπο: ~ δικαιώματα/θεσμούς/ιδανικά/κεκτημένα. [< αρχ. σφαγιάζω ‘προσφέρω θυσία, σφάζω’]
49220σφαγιασμόςσφα-γι-α-σμός ουσ. (αρσ.) 1. σφαγή, σφάξιμο: Ομαδικός ~ αιχμαλώτων/αμάχων. Πβ. αιματοκύλισμα, μακελειό.|| Μαζικός ~ ζώων. 2. (μτφ.) κατάφωρη καταπάτηση, περικοπή: ~ δικαιωμάτων.|| ~ των επιδομάτων/συντάξεων. Πβ. εκμηδένιση, κατακρεούργηση. [< αρχ. σφαγιασμός 'θυσία']
49221σφαγιαστήςσφα-γι-α-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που σφαγιάζει: ~ αμάχων/λαών (= μακελάρης).|| ~ ζώων (= σφαγέας, σφάχτης). [< μτγν. σφαγιαστής]
49222σφαγιαστικός, ή, ό σφα-γι-α-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον σφαγιασμό, τη σφαγή: ~ή: γενοκτονία/μανία.|| (μτφ., στα ομαδικά αθλήματα:) ~ή: διαιτησία (: που αδίκησε κατάφωρα μια ομάδα).
49223σφάγιοσφά-γι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου | συνηθέστ. στον πληθ.} 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ζώο που έχει σφαγεί ή πρόκειται να σφαγεί με σκοπό την κατανάλωσή του: Βάρος/ποιότητα/σφραγίδα/τεμαχισμός/τμήματα ~ου. Χοιρινό ~ τύπου καρέ. Πβ. σφαχτάρι. 2. ΑΡΧ. ζώο που προσφέρεται σε ζωοθυσία. [< 2: αρχ. σφάγιον]
49224σφαγίτιδασφα-γί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. καθεμιά από τις τέσσερις φλέβες που περνούν ανά ζεύγη από τα δύο πλάγια του τραχήλου: έξω/έσω ~. Βλ. -ίτιδα. [< αρχ. σφαγῖτις]
49225σφαδάζω[σφαδᾴζω] σφα-δά-ζω ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ., σφαδάζ-οντας} (επιτατ.): σπαρταρώ, σπαράζω: ~ει από τον πόνο. Σφάδαζε αιμόφυρτος στο πάτωμα. [< αρχ. σφαδᾴζω]
49226σφάζωσφά-ζω ρ. (μτβ.) {έσφα-ξα, σφά-ξει, -χτηκε (λόγ.) εσφάγη, -χτεί (λόγ.) -γεί, -γμένος, σφάζ-οντας} 1. θανατώνω (άνθρωπο ή ζώο) με αιχμηρό αντικείμενο, συνήθ. μαχαίρι· ειδικότ. φονεύω πλήθος ανθρώπων: ~ ένα αρνί/μια κότα.|| ~χτηκαν πάνω σε καβγά. Βρέθηκε ~γμένος. Πβ. κατακρεουργώ.|| ~χτηκαν πολλοί αιχμάλωτοι. Πβ. σφαγιάζω.|| (προφ.) Φωνάζει σαν να τον ~ουν! (απειλητ.) Αν μάθει τι έκανες, θα σε ~ξει! || (μτφ.) Ο καθηγητής μάς ~ξε στη βαθμολογία (: έβαλε πολύ χαμηλούς βαθμούς). (ΑΘΛ.) Ο διαιτητής ~ξε την ομάδα (: την αδίκησε κατάφωρα). Πβ. κατα~. 2. (προφ.-μτφ.) προκαλώ πόνο, οδύνη: ~ κάποιον με το βλέμμα/τα λόγια. Αισθάνομαι έναν πόνο να μου ~ει τη μέση. Πβ. πληγώνω. ● ΦΡ.: δε(ν) σφάξανε! (εμφατ.-ειρων.): για απόλυτη άρνηση, αποκλείεται: Θες να τον συγχωρήσω μετά από όσα έκανε; ~ ~!, θα τον/τη σφάξω στο γόνατο (εμφατ.-συνήθ. μτφ.): ως απειλή: Όποιος σε πειράξει, θα τον ~ ~!, πού σε πονεί και πού σε σφάζει/κόφτει (προφ.): για άγριο ξυλοφόρτωμα: Τον γράπωσε και ~ ~.|| (μτφ.) Άνοιξε το στόμα του και ~ ~., σφάζω με το βαμβάκι/μπαμπάκι: επιπλήττω ή επικρίνω κάποιον με ευγενικό ή έμμεσο τρόπο: Από τη μια σε ~ει με το βαμβάκι, από την άλλη σου χαμογελάει. Βλ. με το γάντι., σαν να σφάζουν γουρούνι βλ. γουρούνι, σφάξε με αγά μου ν' αγιάσω βλ. αγιάζω [< 1: αρχ. σφάζω]
49227σφαίρα[σφαῖρα] σφαί-ρα ουσ. (θηλ.) 1. βλήμα, βολίδα πυροβόλου όπλου: Σκοτώθηκε/χτυπήθηκε από αδέσποτη ~. Νεκρός από ~. Η ~ βρήκε τον στόχο της/πέρασε ξυστά. Βαλλιστική εξέταση ~ας. Το όπλο έμεινε από ~ες (: τέλειωσαν οι ~ες του).|| (μτφ.) ~ στην καρδιά (: για κάτι επώδυνο). ΣΥΝ. βόλι 2. (μτφ.) πεδίο δράσης: δημόσια/ιδιωτική ~. ~ του ιδεατού. Στη ~ του δυνατού. Ζήτημα που ανήκει στη ~ της αρμοδιότητας/δικαιοδοσίας του υπουργείου. Πβ. τομέας, χώρος.|| Ανήκει στη ~ της φαντασίας (: είναι εξωπραγματικό, ουτοπικό, παράλογο). 3. ΓΕΩΜ. στερεό σώμα στο οποίο τα σημεία της επιφάνειάς του έχουν την ίδια απόσταση από το κέντρο του· γενικότ. οποιοδήποτε στρογγυλό αντικείμενο: ακτίνα ~ας. Γήινη/γυάλινη/κρυστάλλινη (: στη μαντική)/φωτεινή ~.|| (είδος βραβείου) Ασημένια/χρυσή ~ καλύτερου ηθοποιού. 4. {ως επίρρ.} (προφ.-μτφ.) πάρα πολύ γρήγορα, ταχύτατα: Πέρασε/πετάχτηκε ~. Τρέξε ~ να φέρεις τον γιατρό. Ήρθε ~ να με βοηθήσει. Πβ. σφαιράτος, πύραυλος.|| Το αυτοκίνητό του πάει ~. ΣΥΝ. αστραπή (2), βολίδα (2) 5. ΑΘΛ. σφαιρικό μεταλλικό όργανο που χρησιμοποιείται στο αγώνισμα της σφαιροβολίας και συνεκδ. το ίδιο το αγώνισμα του στίβου: ρίψη ~ας. Αγωνίζεται/προπονείται στη ~. ● Υποκ.: σφαιρίδιο (το) (λόγ.): Βλ. -ίδιο, μικρο-, χρωμο-σφαιρίδια. ● ΣΥΜΠΛ.: ουράνια σφαίρα βλ. ουράνιος, σφαίρα/ζώνη επιρροής βλ. επιρροή, υδρόγειος (σφαίρα) βλ. υδρόγειος ● ΦΡ.: ούτε με σφαίρες! (προφ.): σε καμία περίπτωση, με τίποτα: Δεν δέχομαι να βγω μαζί του, ~ ~! ΣΥΝ. επ' ουδενί, με κανέναν τρόπο., (κάτι) ανήκει/κινείται στη σφαίρα της φαντασίας βλ. φαντασία [< αρχ. σφαῖρα ‘μπάλα, σφαιρικό σώμα’, γαλλ. sphère, αγγλ. sphere]
49228σφαιράτος, η, ο [σφαιρᾶτος] σφαι-ρά-τος επίθ. (προφ.): εξαιρετικά γρήγορος: Έφυγε ~ να προλάβει το τελευταίο τρένο. Πβ. αστραπή, βολίδα, πύραυλος, σφαίρα. Βλ. -άτος.
49229σφαιρικός, ή, ό σφαι-ρι-κός επίθ. 1. που μοιάζει ή σχετίζεται με τη σφαίρα: ~ός: διακόπτης/θάμνος/καρπός/κρουνός/μαγνήτης/σύνδεσμος. ~ή: βάνα/βελόνα/κεφαλή/φιάλη. ~ό: ρουλεμάν/σχήμα/σώμα. ~οί: φακοί (επαφής).|| (επιστ.) ~ός: κεραυνός. ~ή: άρθρωση (: στη ρομποτική)/αστρονομία (: που έχει ως αντικείμενο τον εντοπισμό της θέσης ουράνιων σωμάτων)/γεωμετρία/εκτροπή/τριγωνομετρία. ~ό: τρίγωνο (: που σχηματίζεται στην επιφάνεια σφαίρας). ~ές: συντεταγμένες. Πβ. στρογγυλός, σφαιροειδής. 2. (μτφ.) που καλύπτει όλες τις πλευρές ενός θέματος, ολόπλευρος: ~ή: ανάπτυξη/αντίληψη/αντιμετώπιση/αξιολόγηση/γνώμη/γνώση/ενημέρωση/θεώρηση/μελέτη/μόρφωση/παιδεία/προσέγγιση (πβ. ολιστική). ~ό: πλαίσιο/σχέδιο. Άκουσε όλες τις απόψεις, για να αποκτήσει ~ή εικόνα του ζητήματος. Πβ. γενικός, συνολικός. ΣΥΝ. ολόπλευρος ● επίρρ.: σφαιρικά & (λόγ.) -ώς [ῶς] [< 1: αρχ. σφαιρικός, γαλλ. sphérique, αγγλ. spheric(al) 2: γαλλ. global]
49230σφαιρικότητασφαι-ρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σφαιρικού: ~ της Γης. Πβ. στρογγυλότητα.|| (μτφ.) ~ της γνώσης/του θέματος/της μόρφωσης. Πβ. συνολικότητα. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. sphéricité, αγγλ. sphericity]
49231σφαιρίνησφαι-ρί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πρωτεΐνη, βασικό συστατικό της αιμοσφαιρίνης και της μυοσφαιρίνης: άνοση (= ανοσο~)/ανοσοποιητική/εμβρυϊκή/ενδοφλέβια/μονοκλωνική ~. Γ/γ (γάμα) ~. ~ ειδικών αντισωµάτων/θυροξίνης/πλάσματος. Βλ. αιμο~, μυο~, -ίνη. [< αγγλ. globin, γαλλ. globine, 1901]
49232σφαιριστήριοσφαι-ρι-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.-κυρ. παλαιότ.): αίθουσα αναψυχής με ηλεκτρονικά παιχνίδια και μπιλιάρδο· το ίδιο το μπιλιάρδο: Πβ. μπιλιαρδάδ-, ουφάδ-ικο, ποδοσφαιράκια. Βλ. -τήριο. [< μτγν. σφαιριστήριον 'γήπεδο για μπάλα', ιταλ. biliardo]
49233σφαιριστήςσφαι-ρι-στής ουσ. (αρσ.): ΑΘΛ. επαγγελματίας ή ερασιτέχνης παίκτης μπόουλινγκ, μπιλιάρδου ή κρίκετ. [< μτγν. σφαιριστής 'αυτός που ασχολείται με το παιχνίδι της μπάλας']

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.