| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 4028 | ανθρωπομήνας | [ἀνθρωπομήνας] αν-θρω-πο-μή-νας ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΟΙΚΟΝ. εργασία που αντιστοιχεί στην πλήρη απασχόληση ενός ανθρώπου για ένα(ν) μήνα. Βλ. ανθρωπο-έτος, -ημέρα, -ώρα. [< αγγλ. man-month, 1956] | |
| 4029 | ανθρωπομορφικός | , ή, ό [ἀνθρωπομορφικός] αν-θρω-πο-μορ-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον ανθρωπομορφισμό: ~ή: αντίληψη. Βλ. ανιμιστ-, ζωομορφ-, φετιχιστ-ικός. ● επίρρ.: ανθρωπομορφικά [< γαλλ. anthropomorphique, αγγλ. anthropomorphic] | |
| 4030 | ανθρωπομορφισμός | [ἀνθρωπομορφισμός] αν-θρω-πο-μορ-φι-σμός ουσ. (αρσ.): απόδοση ανθρώπινων ιδιοτήτων και χαρακτηριστικών στο θείο, στη φύση ή σε αντικείμενα· κατ' επέκτ. οι αντίστοιχες ιδιότητες μηχανισμού: ~ (των θεών) στην αρχαία ελληνική μυθολογία. Βλ. ανιμ-, ζωομορφ-, φετιχ-ισμός.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ των ρομποτικών κατασκευών. ΣΥΝ. ανθρωποποίηση (3) [< γαλλ. anthropomorphisme, αγγλ. anthropomorphism] | |
| 4031 | ανθρωπόμορφος | , η, ο [ἀνθρωπόμορφος] αν-θρω-πό-μορ-φος επίθ.: που μοιάζει με άνθρωπο ή έχει τα χαρακτηριστικά του: ~ος: θεός. ~η: κατασκευή/φιγούρα. ~α: ειδώλια/ζώα/όντα. Βλ. ζωόμορφος, -μορφος. ΣΥΝ. ανθρωποειδής ● ΣΥΜΠΛ.: ανθρωπόμορφο τέρας/κτήνος (υβριστ.): άνθρωπος που προκαλεί απέχθεια εξαιτίας των εγκλημάτων που έχει διαπράξει. [< μτγν. ἀνθρωπόμορφος] | |
| 58741 | ανθρωπόπαυση | [ἀνθρωπόπαυση] αν-θρω-πό-παυ-ση ουσ. (θηλ.): περίοδος παύσεως μεγάλου μέρους των ανθρώπινων δραστηριοτήτων κατά την εφαρμογή των μέτρων λόγω πανδημίας κατά την οποία επήλθε μείωση της ατμοσφαιρικής και θαλάσσιας ρύπανσης. [< αγγλ. anthro(po)pause, διαδόθηκε από τους C. Zerefos και συνεργάτες το 2020] | |
| 4033 | ανθρωποπλημμύρα | [ἀνθρωποπλημμύρα] αν-θρω-πο-πλη-μύ-ρα ουσ. (θηλ.): κοσμοπλημμύρα. | |
| 4032 | ανθρωποποίηση | [ἀνθρωποποίηση] αν-θρω-πο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΘΡΩΠ. εξελικτική διαδικασία κατά την οποία ο άνθρωπος απέκτησε τα γνωρίσματα που τον διακρίνουν από τα άλλα πρωτεύοντα θηλαστικά. 2. (καταχρ.) καλλιέργεια των ηθικών κυρ. χαρακτηριστικών που αρμόζουν στον άνθρωπο και κατ' επέκτ. μεταβολή κατάστασης, πράγματος, ώστε να γίνει πιο κατάλληλο, βιώσιμο για τον άνθρωπο: Η ενηλικίωση είναι μια διαδικασία ~ης, κοινωνικοποίησης. Πβ. εκπολιτ-, εξευγεν-ισμός.|| ~ της κοινωνίας/των πόλεων. ΣΥΝ. εξανθρωπισμός ΑΝΤ. απανθρωποποίηση 3. ανθρωπομορφισμός. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. humanisation] | |
| 4034 | ανθρωποπούλι | [ἀνθρωποπούλι] αν-θρω-πο-πού-λι ουσ. (ουδ.): ΟΡΝΙΘ. κλαψοπούλι. | |
| 57191 | ανθρωπος | χορ-τα-ρι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. χορταρικό}: χόρτα που μπορούν να φαγωθούν: άγρια/αρωματικά/φρέσκα ~. Πίτα ~ών (= χορτόπιτα). Βλ. αντίδι, βλίτο, ζοχοί, καυκαλήθρα, λάπαθο, μυρώνι, ραδίκι, σέσκουλο, σπανάκι. | |
| 4036 | άνθρωπος | [ἄνθρωπος] άν-θρω-πος ουσ. (αρσ.) {ανθρώπ-ου | -ων} & (λαϊκό) άθρωπος 1. ΒΙΟΛ. ον αρσενικού ή θηλυκού γένους, το πιο εξελιγμένο ανάμεσα στα πρωτεύοντα θηλαστικά της Γης, με κύρια γνωρίσματα την όρθια στάση, τη λογική σκέψη και τον έναρθρο λόγο· ο άνθρωπος ως κοινωνικό ον, ως δημιουργός πολιτισμού· (περιληπτ.) το ανθρώπινο γένος, η ανθρωπότητα, συχνά σε σχέση με ορισμένη χρονική περίοδο: ~ και ζώα/τεχνολογία/φύση. Η υγεία/φυσιολογία του ~ου. Για την ασφάλεια/στην υπηρεσία του ~ου. Αλληλεπίδραση ~ου-ηλεκτρονικού υπολογιστή.|| Τα δημιουργήματα/η εξελικτική πορεία/η ιστορία του ~ου.|| Ο ~ της Αναγέννησης.|| (Οι διάφοροι πρόγονοι του σύγχρονου ~ου:) οι πρώτοι ~οι (πβ. αυστραλοπίθηκος, πιθηκ~). Ο ~ των σπηλαίων. Ο επιδέξιος ~ (homo habilis). Ο όρθιος ~ (homo erectus).|| (στον πληθ. το σύνολο των ~ων:) Οι ~οι γερνούν. Βλ. ανθρωπάκι, ανθρωπάκος, ανθρωπάριο, Θε~, προ~, συν~, υπ~, υπερ~, χιον~, χόμο. 2. συγκεκριμένη ανθρώπινη ύπαρξη (συνήθ. ως προς τις ιδιαίτερες σωματικές, πνευματικές, ψυχικές ή άλλες της ιδιότητες), άτομο, πρόσωπο: αισιόδοξος/έξυπνος/κακός/καλός/λογικός/νέος/σκληρός/τίμιος/υγιής/χαρούμενος ~. Θέλω να γίνω καλύτερος ~ (: για τον χαρακτήρα κάποιου). Τι ~ είναι; Γιατί του μιλάς έτσι του ~ου; Νέο κρούσμα του ιού/της νόσου ... σε ~ο. Ερωτεύτηκε λάθος ~ο. Έχω (δικό μου) ~ο στο ... (πβ. έμπιστος). Οι απλοί, καθημερινοί ~οι. Είμαστε πολιτισμένοι ~οι. Δεν πρέπει να χαθούν άλλοι ~οι (= ανθρώπινες ζωές).|| (που διακρίνεται για το ήθος, τα ψυχικά του χαρίσματα:) Πάνω από όλα είναι ~. Αν θέλεις να λέγεσαι ~ ... Αυτός δεν είναι ~ (βλ. αγρι~, απ~, παλι~). Βλ. αχυρ~, φιλ~.|| (με αδυναμίες, πάθη:) Μην ξεχνάς ότι ~ είμαι και εγώ.|| (η προσωπική ζωή σε αντιδιαστολή προς το επάγγελμα, το έργο:) Σαν καλλιτέχνης και σαν ~.|| (επιτατ.) Πού να τρέχω τώρα γέρος ~; Δεν ντρέπεσαι παντρεμένος ~ να ξενυχτάς;|| (για πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες:) Ψάχνω ~ο να βάψει το σπίτι (= κάποιον).|| Δεν συναντήσαμε ~ο (: ψυχή ζώσα). Δεν ήρθε ~ (= κανείς) στην εκδήλωση.|| Ο Θεός έγινε ~ (πβ. ενανθρώπηση). 3. για να δηλωθεί ότι κάποιος αναπτύσσει ορισμένη δραστηριότητα, έχει μια ιδιότητα, ανήκει σε κάποιο χώρο ή συχνάζει κάπου: (+ γεν.) ~ της θάλασσας (πβ. ναυτικός)/του θεάτρου (πβ. θεατρ~)/του Θεού (πβ. θρήσκος)/του λαού/της νύχτας/της πιάτσας/του σπιτιού (πβ. σπιτόγατος)/της τέχνης. ~οι της δράσης/του περιθωρίου/του ποδοσφαίρου.|| Δεν είναι ~ που εμπιστεύεται εύκολα κάποιον. 4. πρόσωπο που ανήκει στον κύκλο κάποιου· μέλος, στέλεχος ή υπάλληλος: Είναι ~ του κόμματος/της κυβέρνησης. Πβ. όργανο. ● ΣΥΜΠΛ.: άνθρωποι των γραμμάτων/πνευματικοί άνθρωποι & άνθρωποι του πνεύματος {σπανιότ. στον εν. άνθρωπος}: όσοι ασχολούνται με τα γράμματα, τις επιστήμες ή την τέχνη· διανοούμενοι, λόγιοι: Η εκπομπή φιλοξενεί ~ους των γραμμάτων και των τεχνών. Πβ. διανόηση, ιντελιγκέντσια, πνευματική ηγεσία. Βλ. ταγός.[< γαλλ. les gens de lettres] , άνθρωπος του Νεάντερταλ (homo neanderthalensis): ΑΝΘΡΩΠ. υποείδος του σοφού-νοήμονα ανθρώπου (homo sapiens) που έζησε μεταξύ 100.000-40.000 π.Χ., κυρ. στην Ευρώπη και την Ασία: απολιθωμένο κρανίο του ~ου του ~., ο Υιός του Ανθρώπου/του Θεού: ΘΕΟΛ. ο Χριστός., ανθρώπινος παράγοντας/παράγων βλ. παράγοντας, άνθρωπος-σάντουιτς βλ. σάντουιτς, άνθρωπος της δουλειάς βλ. δουλειά, άνθρωπος του κόσμου βλ. κόσμος, ανώτερος άνθρωπος βλ. ανώτερος, καινός άνθρωπος βλ. καινός, σκεπτόμενος άνθρωπος/σκεπτόμενο ον βλ. σκεπτόμενος, τα ανθρώπινα δικαιώματα/τα δικαιώματα του ανθρώπου βλ. δικαίωμα ● ΦΡ.: άνθρωπέ μου & άνθρωπε του θεού: (συνήθ. σε ερωτήσεις) για να εκφραστεί αγανάκτηση, απορία ή δυσάρεστη συνήθ. έκπληξη: Μα (καλά) τι λες/τι ρωτάς ~ ~; Είσαι/πας καλά ~ ~; Τι θες, ~ ~, τέτοια ώρα; Τι κάνεις εκεί, ~ ~; Μη φωνάζεις έτσι, ~ ~!, από άνθρωπο σε άνθρωπο 1. για ό,τι μεταδίδεται, μεταβιβάζεται από το ένα πρόσωπο στο άλλο. 2. σε σύγκριση: Το DNA διαφέρει ~ ~., γίνομαι άλλος άνθρωπος: αλλάζω εντελώς ως προς τη συμπεριφορά, τον χαρακτήρα ή/και την εξωτερική μου εμφάνιση, συνήθ. προς το καλύτερο: Έχασε είκοσι κιλά και έγινε ~.|| (σπανιότ. προς το χειρότερο:) Μετά το ατύχημα έγινε ~., γίνομαι άνθρωπος/κάνω κάποιον άνθρωπο (μτφ.): αποκτώ ή κάνω κάποιον να αποκτήσει συμπεριφορά κυρ. ή εξωτερική εμφάνιση, όπως ορίζεται από τις κοινωνικές συμβάσεις: Ε, δεν ~εσαι ~ με τίποτα! Κουρεύτηκες και έγινες ~!|| Μην ξεχνάς ότι εγώ σε έκανα ~ο!, ίδε/ιδού ο άνθρωπος: (ΚΔ) (να ο άνθρωπος) (εμφατ.) λέγεται απαξιωτικά για αισχρό άνθρωπο, κυρ. για τις πράξεις του., ο άνθρωπός μου 1. πρόσωπο έμπιστο, συγγενικό ή με το οποίο κάποιος έχει στενές σχέσεις· (ειδικότ.) ο(/η) ερωτικός(/ή) σύντροφος ή ο(/η) σύζυγος: Έχασαν τον ~ό τους. Θα είμαι πάντα ~ σου. 2. το άτομο που θέλει, αναζητά κάποιος: (Δεν) είμαι ~ σου. Αναμφίβολα είναι ~ μας., σαν άνθρωπος: όπως αξίζει, αρμόζει, ταιριάζει στους ανθρώπους ή τους χαρακτηρίζει: Ζει/πέθανε ~ ~ (πβ. αξιοπρεπώς).|| ~ ~ κι εγώ έχω ελαττώματα., σαν ένας άνθρωπος: ενωμένοι, όλοι μαζί: Το πλήθος ~ ~ ξεσηκώθηκε και φώναξε., τα λάθη είναι ανθρώπινα/άνθρωποι είμαστε, λάθη κάνουμε & τα λάθη είναι για τους ανθρώπους: για να δηλωθεί ότι ο άνθρωπος έχει ελαττώματα, πάθη: Να θυμάσαι πάντα ότι ~ ~., τι σου είναι ο άνθρωπος!: για να εκφραστεί έκπληξη, θαυμασμός για τα ανθρώπινα έργα ή λόγια ή για να τονιστεί η ασημαντότητα της ανθρώπινης ύπαρξης: ~ ~! Ένα τίποτα. Βλ. τι σου είναι ο κόσμος!, άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε Θεός κελεύει βλ. βουλή, άνθρωπος αγράμματος, ξύλο απελέκητο βλ. απελέκητος, άνθρωπος της οικογένειας βλ. οικογένεια, άνθρωπος των άκρων βλ. άκρο, ενώπιον Θεού και ανθρώπων βλ. ενώπιον, καλέ μου άνθρωπε! βλ. καλός, μια σπιθαμή άνθρωπος βλ. σπιθαμή, ο άνθρωπος για τον άνθρωπο (είναι) λύκος βλ. λύκος, ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση βλ. κατάλληλος [< αρχ. ἄνθρωπος, γαλλ. homme, αγγλ. man, γερμ. Mensch] | |
| 4037 | ανθρωποσοφία | [ἀνθρωποσοφία] αν-θρω-πο-σο-φί-α ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ. φιλοσοφική κίνηση μυστικιστικού χαρακτήρα με αφετηρία χριστιανικές ιδέες, η οποία στηρίζεται στην άποψη ότι η ανθρώπινη διάνοια έχει την ικανότητα να έρθει σε επαφή με ψυχοπνευματικούς κόσμους. Βλ. αποκρυφ-, εσωτερ-, μυστικ-ισμός, θεοσοφία. [< γερμ. Anthroposophie] | |
| 4038 | ανθρωποσφαγή | [ἀνθρωποσφαγή] αν-θρω-πο-σφα-γή ουσ. (θηλ.): πολεμική σύγκρουση με ανυπολόγιστα θύματα και γενικότ. μαζική και βίαιη ανθρωποκτονία: άγρια ~ αμάχων. Η ~ του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Πβ. αιματοκύλισμα, εκατόμβη, μακελειό, σκοτωμός. | |
| 4039 | ανθρωπότητα | [ἀνθρωπότητα] αν-θρω-πό-τη-τα ουσ. (θηλ.): το σύνολο των ανθρώπων σε δεδομένη χρονική στιγμή και γενικότ. το ανθρώπινο γένος: το μέλλον της ~ας. Η επιβίωση/ιστορία/πρόοδος/σωτηρία της ~ας. Για το καλό/προς όφελος της ~ας. Η επιστήμη στην υπηρεσία της ~ας. Απειλή κατά της ~ας. Τα ερωτήματα/προβλήματα που ταλανίζουν την ~. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. κόσμος (2), οικουμένη, υφήλιος ● ΦΡ.: έγκλημα κατά της ανθρωπότητας βλ. έγκλημα [< μτγν. ἀνθρωπότης] | |
| 4040 | ανθρωποφαγία | [ἀνθρωποφαγία] αν-θρω-πο-φα-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. (για πρωτόγονους λαούς) η πρακτική του κανιβαλισμού: τελετουργική ~. ~ες και ανθρωποθυσίες. Βλ. -φαγία. 2. (μτφ.) υπερβολική σκληρότητα, ωμότητα: πολιτική/τηλεοπτική ~. Πβ. αγρι-, βαρβαρ-, φρικαλε-ότητα, θηρι-, κτην-ωδία. [< 1: αρχ. ἀνθρωποφαγία, γαλλ. anthropophagie, αγγλ. anthropophagy] | |
| 4041 | ανθρωποφάγος | , ος/α, ο [ἀνθρωποφάγος] αν-θρω-πο-φά-γος επίθ. & ανθρωποφαγικός 1. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από απανθρωπιά και σκληρότητα: ~ος/~α: διάθεση. ~ο: περιβάλλον/(κοινωνικό) σύστημα. ~α: ένστικτα (ΣΥΝ. ζωώδη, κτηνώδη). Πβ. άγριος, αιμοβόρος, θηριώδης, κανιβαλικός, ωμός. 2. που τρώει ανθρώπινο κρέας: ~ος: (λευκός) καρχαρίας. ~οι: ιθαγενείς. ~α: θηρία. Βλ. σαρκοφάγος, -φάγος. ● Ουσ.: ανθρωποφάγος (ο): (συνήθ. για μέλος πρωτόγονης φυλής) κανίβαλος. [< 2: αρχ. ἀνθρωποφάγος, γαλλ. anthropophage, αγγλ. anthropophagous] | |
| 4042 | ανθρωποφοβία | [ἀνθρωποφοβία] αν-θρω-πο-φο-βί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. παθολογικός φόβος και άγχος κατά τη συναναστροφή με ανθρώπους. Βλ. -φοβία. 2. συνειδητή αποφυγή των κοινωνικών επαφών: ~ και απομόνωση/αποξένωση. Πβ. ακοινωνησία, αντικοινωνικότητα. Βλ. μισανθρωπία. [< γαλλ. anthropophobie, αγγλ. anthropophobia] | |
| 4043 | ανθρωποώρα | [ἀνθρωποώρα] αν-θρω-πο-ώ-ρα ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΟΙΚΟΝ. εργατοώρα. Βλ. ανθρωπο-έτος, -ημέρα, -μήνας. [< αγγλ. man-hour, 1912] | |
| 4044 | ανθρωπωνύμιο | [ἀνθρωπωνύμιο] αν-θρω-πω-νύ-μι-ο ουσ. (ουδ.): ΓΛΩΣΣ. όνομα προσώπου, βαφτιστικό, επώνυμο ή ψευδώνυμο. Βλ. τόφαλος, -ωνύμιο. [< γαλλ. anthroponyme, αγγλ. anthroponym, 1954] | |
| 4045 | ανθυγιεινός | , ή, ό [ἀνθυγιεινός] αν-θυ-γι-ει-νός επίθ.: που βλάπτει την υγεία: ~ή: διατροφή (: κακή)/ζωή. ~ό: κλίμα/περιβάλλον. ~ές: συνήθειες (= βλαβερές)/τροφές. Επίδομα ~ής εργασίας. Βλ. βλαπτικός,. ΑΝΤ. υγιεινός ● επίρρ.: ανθυγιεινά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: βαρέα και ανθυγιεινά (επαγγέλματα) (επίσ.) & (σπάν.) βαριά και ανθυγιεινά: όσα είναι επιβλαβή για την υγεία του εργαζομένου: (απο)χαρακτηρισμός/ασφάλιση των ~έων και ~ών ~ων. Ένταξη στα ~ ~. [< γαλλ. insalubre] | |
| 4046 | ανθυγιεινότητα | [ἀνθυγιεινότητα] αν-θυ-γι-ει-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ανθυγιεινού: αναγνώριση/μέτρα για τη μείωση της ~ας ενός επαγγέλματος. ~ και επικινδυνότητα των χώρων εργασίας. Βλ. νοσηρότητα. ΑΝΤ. υγιεινότητα [< γαλλ. insalubrité] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ