| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 49249 | σφαλιστός | , ή, ό σφα-λι-στός επίθ. & (σπάν.) σφαλιχτός (λαϊκό-λογοτ.): που έχει κλείσει ερμητικά, σφαλισμένος: ~ή: πόρτα. ~ά: παντζούρια/παραθυρόφυλλα.|| ~ά: μάτια/στόματα. ΑΝΤ. ανοιχτός (1) ● επίρρ.: σφαλιστά [< μεσν. σφαλιστός] | |
| 49250 | σφάλλω | σφάλ-λω ρ. (αμτβ.) {παρατ. έσφαλλα, αόρ. έσφαλα, σφάλει, εσφαλμένος, σφάλλ-οντας} (λόγ.): διαπράττω σφάλμα, λάθος: ~ει στις εκτιμήσεις του. Αναγνωρίζω ότι έσφαλα (= έφταιξα) και θα υποστώ τις συνέπειες. Ο καθένας μπορεί, άθελά του, να σφάλει. Πβ. αστοχώ, λαθεύω, πέφτω έξω. ● βλ. εσφαλμένος [< αρχ. σφάλλω] | |
| 49251 | σφάλμα | σφάλ-μα ουσ. (ουδ.) {σφάλμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. λάθος ή παράπτωμα: ασυγχώρητο/βαρύ/ηθικό/θανάσιμο/κρίσιμο/μοιραίο/ολέθριο/σοβαρό/στρατηγικό/σύνηθες/τραγικό ~. (ειδικότ.) Γενετικό/γλωσσικό (βλ. σολοικισμός)/ιατρικό/λογιστικό/νομικό/ορθογραφικό/πολιτικό/στατιστικό/συντακτικό (= ασυνταξία)/τυπογραφικό ~. Ήταν μεγάλο ~ να ... Αναγνώρισε/διόρθωσε/κατάλαβε/ομολόγησε/παραδέχτηκε/πλήρωσε το ~ του. Υπέπεσε σε ~. Η τραγωδία οφείλεται σε ανθρώπινο ~ (= φταίξιμο). Πβ. ατόπημα, ολίσθημα. Βλ. υπαιτιότητα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ δικτύου/προγράμματος/(φόρτωσης) σελίδας/σύνδεσης/συστήματος. Αναφορά ~ατος. Εσωτερικό ~ διακομιστή. Παρουσιάστηκε ~ κατά την ενέργεια ... 2. ΜΑΘ. -ΣΤΑΤΙΣΤ. διαφορά, απόκλιση μεταξύ υπολογισμένης και πραγματικής τιμής: απόλυτο/συστηματικό/σχετικό/τυχαίο ~. Θεωρία ~άτων. ● ΣΥΜΠΛ.: ανάλυση λαθών/σφαλμάτων βλ. ανάλυση, κωδικός σφάλματος βλ. κωδικός, μήνυμα λάθους/σφάλματος βλ. μήνυμα, περιθώριο σφάλματος/λάθους βλ. περιθώριο [< 1: αρχ. σφάλμα, αγγλ. error 2: γαλλ. erreur] | |
| 49252 | σφάξιμο | σφά-ξι-μο ουσ. (ουδ.): θανάτωση ανθρώπου ή ζώου (συνήθ. με αιχμηρό αντικείμενο): ~ βοοειδών/κόκορα/κριαριών/προβάτων/χοίρων. ~ του αρνιού/κατσικιού για το πασχαλινό τραπέζι/την Κυριακή του Πάσχα.|| (σπανιότ. για μαζική σφαγή) ~ αιχμαλώτων/αμάχων. Πβ. μακελειό.|| (μτφ.-προφ.) (Κάποιος) θέλει/χρειάζεται ~ (: αξίζει να τιμωρηθεί σκληρά για κάτι). ΣΥΝ. σφαγή (3), σφαγιασμός (1) [< σφάξιμον, 17ος αι.] | |
| 49253 | σφαχτάρι | σφα-χτά-ρι ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (λαϊκό-λογοτ.): σφάγιο. Πβ. σφαχτό. | |
| 49254 | σφάχτης | σφά-χτης ουσ. (αρσ.) (προφ.) 1. ξαφνικός, οξύς και δυνατός πόνος, συνήθ. σε πλευρά, μέση, κοιλιά ή πλάτη: Μ’ έπιασε ~. Βλ. τσίμπημα. ΣΥΝ. σουβλιά (1) 2. (σπάν.) σφαγέας. Πβ. μακελάρης, σφαγιαστής. [< μεσν. σφάχτης] | |
| 49255 | σφαχτό | σφα-χτό ουσ. (ουδ.) (προφ.): σφάγιο. Πβ. σφαχτάρι. | |
| 49256 | σφέλα | σφέ-λα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λευκό τυρί με έντονα πικάντικη γεύση, που παρασκευάζεται από πρόβειο και κατσικίσιο γάλα ή μείγμα τους και διατηρείται στην άλμη: ~ Λακωνίας/Μεσσηνίας. Βλ. ΠΟΠ, φέτα. | |
| 49257 | σφένδαμος | σφέν-δα-μος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άμου} & σφένδαμνος (η) & (προφ.) σφενδάμι & σφεντάμι (το): ΒΟΤ. δέντρο ή θάμνος (γένος Acer) με φύλλα σε σχήμα παλάμης, του οποίου το ξύλο χρησιμοποιείται κυρ. στην επιπλοποιία και την κατασκευή μουσικών οργάνων. Βλ. κελεμπέκι. [< μτγν. σφένδαμνος, σφεντάμι, 17ος αι.] | |
| 49258 | σφενδόνη | σφεν-δό-νη ουσ. (θηλ.) 1. το κοίλο τμήμα του δαχτυλιδιού όπου στερεώνεται η πέτρα του: ελλειψοειδής/περιστρεφόμενη ~. Παράσταση σε ~. 2. (σπάν.-λόγ.) σφεντόνα. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. (σε στάδιο) το κυρτό, πεταλοειδές τμήμα των κερκίδων. Βλ. πέταλο. [< αρχ. σφενδόνη, αγγλ. sphendone] | |
| 49259 | σφενδονίζω | σφεν-δο-νί-ζω ρ. (μτβ.) & σφεντονίζω (λαϊκό-λογοτ.) 1. εκσφενδονίζω. 2. ρίχνω με σφεντόνα. [< μτγν. σφενδονίζω] | |
| 49260 | σφεντόνα | σφε-ντό-να ουσ. (θηλ.) 1. κατασκευή η οποία αποτελείται από λαστιχένιους ιμάντες, στερεωμένους συνήθ. σε διχαλωτό ξύλο, που τεντώνονται και εκσφενδονίζουν πέτρες και χρησίμευε κυρ. παλαιότ. ως παιχνίδι. ΣΥΝ. σφενδόνη (2) 2. {ως επίρρ.} (προφ.-εμφατ.) πάρα πολύ γρήγορα, ταχύτατα: Έφυγε ~. Πβ. σφαίρα. | |
| 49261 | σφετερίζομαι | σφε-τε-ρί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {σφετερί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, σφετεριζ-όμενος} (επίσ.): ιδιοποιούμαι: ~στηκαν την εξουσία/το έργο (άλλων)/(ξένες) περιουσίες (πβ. καταχρώμαι). Πβ. ληστεύω. ΣΥΝ. νοσφίζομαι, οικειοποιούμαι [< αρχ. σφετερίζομαι] | |
| 49262 | σφετερισμός | σφε-τε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) (επίσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σφετερίζομαι: ~ αρμοδιοτήτων/γης/δικαιωμάτων/εξουσίας/περιουσίας (πβ. κατάχρηση). Πβ. ληστεία. Βλ. -ισμός, κυβερνο~. ΣΥΝ. ιδιοποίηση, νόσφιση, οικειοποίηση [< αρχ. σφετερισμός] | |
| 49263 | σφετεριστής | σφε-τε-ρι-στής ουσ. (αρσ.) , σφετερίστρια (η) : πρόσωπο που σφετερίζεται κάτι: ~ αξιώματος/θέσης/τίτλου. ~ές της δημοκρατίας/ελευθερίας/εξουσίας. Πβ. καταχραστής, ληστής.|| (ως επίθ.) ~ής: ηγέτης. ΣΥΝ. άρπαγας (1) [< αρχ. σφετεριστής] | |
| 49264 | σφετεριστικός | , ή, ό σφε-τε-ρι-στι-κός επίθ. (σπάν.-λόγ.): που σχετίζεται με τον σφετερισμό ή τον σφετεριστή: ~ή: δημαγωγία. ● επίρρ.: σφετεριστικά | |
| 49265 | σφήκα | σφή-κα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. έντομο που ανήκει στα υμενόπτερα (γένος Vespa), με εναλλασσόμενες μαύρες και κίτρινες ραβδώσεις, δηλητηριώδες κεντρί και κοινά χαρακτηριστικά με τη μέλισσα: παρασιτική ~. Τσίμπημα ~ας. [< μεσν. σφήκα] | |
| 49266 | σφηκιάρης | σφη-κιά-ρης ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. μεσαίου μεγέθους αρπακτικό πτηνό (επιστ. ονομασ. Pernis apivorus) που μοιάζει με γερακίνα, ζει σε δάση και τρέφεται με έντομα (κυρίως σφήκες, μέλισσες) και σπανιότ. με μικρά πτηνά και τρωκτικά. | |
| 49267 | σφηκοφωλιά | σφη-κο-φω-λιά ουσ. (θηλ.) 1. φωλιά που φτιάχνουν οι σφήκες: ~ από λάσπη.|| (μτφ.) Φόρεμα σε στιλ ~άς (: με πτυχώσεις, σούρες). 2. (μτφ.) κλειστός κύκλος προσώπων που έχουν συνήθ. ύποπτη δράση και ο τόπος συγκέντρωσής τους: Πβ. κύκλωμα.|| ~ εξτρεμιστών/τρομοκρατών. Πβ. άντρο, φιδοφωλιά. | |
| 49268 | σφήνα | σφή-να ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) καθετί που παρεμβάλλεται σε κανονική δραστηριότητα, διαδικασία, διακόπτοντας την εξέλιξη ή τη συνοχή της: διαφημιστικές ~ες (: που προβάλλονται εμβόλιμα κατά τη διάρκεια εκπομπής). Μπαίνω ~ (σε διαμάχη, συζήτηση). Ο παίκτης μπήκε ~ στην άμυνα της αντίπαλης ομάδας.|| Το νέο προϊόν εμφανίστηκε ως ~ στην αγορά (ανάμεσα στις γνωστές μάρκες).|| (στην οδήγηση, ξαφνική και χωρίς προειδοποίηση αλλαγή λωρίδας κυκλοφορίας:) Το ατύχημα προκλήθηκε από τις επικίνδυνες ~ες του οδηγού. 2. μικρό κομμάτι κυρ. ξύλου ή μετάλλου με σχήμα πρίσματος, το στενό άκρο του οποίου τοποθετείται ανάμεσα σε σώματα για στερέωση, διαχωρισμό ή σύσφιξη: ~ ασφαλείας/μηχανής/τζαμιού/τροχαλίας. Πλαστική/σιδερένια ~. Το τραπέζι χρειάζεται μια ~, για να μην κουνιέται. Βάλε ~ες στα παράθυρα, να μην χτυπάνε από τον αέρα. Ελαστικές ~ες τροχών (πβ. τάκος1). 3. ΟΡΥΚΤ. (προφ.) τιτανίτης. [< μεσν. σφήνα < αρχ. σφήν 3: γαλλ. sphène, αγγλ. sphene] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ