| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 49234 | σφαιρο- & σφαιρ- | & σφαιρό-: α’ συνθετικό λέξεων που αναφέρονται σε σφαίρα ή στο σχήμα της: σφαιρο-βολία.|| Σφαιρο-ειδής. Σφαιρ-ικός. | |
| 49235 | σφαιροβολία | σφαι-ρο-βο-λί-α ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. αγώνισμα στίβου κατά το οποίο ο αθλητής προσπαθεί να ρίξει σφαίρα συγκεκριμένου μεγέθους σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απόσταση από το σημείο βολής (βαλβίδα): πρωταθλητής στη ~. (Ημι)τελικός/προκριματικός ~ας. ~ ανδρών/γυναικών. Βλ. ακοντισμός, δισκο-, σφυρο-βολία. [< γαλλ. lancer du poids] | |
| 49236 | σφαιροβόλος | σφαι-ρο-βό-λος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΘΛ. αθλητής της σφαιροβολίας. Βλ. ακοντιστής, δισκο-, σφυρο-βόλος. | |
| 49237 | σφαιροειδής | , ής, ές σφαι-ρο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που έχει σχήμα σφαίρας· σχεδόν σφαιρικός: ~ής: καρπός. ~ής: άρθρωση. ~ή: σωματίδια. Πβ. στρογγυλός. Βλ. -ειδής. [< αρχ. σφαιροειδής, γαλλ. sphéroïdal, αγγλ. spheroid(al)] | |
| 49238 | σφαιροκυττάρωση | σφαι-ρο-κυτ-τά-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μορφή αιμολυτικής αναιμίας που χαρακτηρίζεται από την παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων σφαιροειδούς σχήματος: κληρονομική ~. [< αγγλ. spherocytosis, 1933] | |
| 49240 | σφαιρωτός | , ή, ό σφαι-ρω-τός επίθ.: ΑΣΤΡΟΝ. κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: σφαιρωτό (αστρικό) σμήνος: ΑΣΤΡΟΝ. μεγάλο σύμπλεγμα αστέρων το οποίο έχει σφαιρικό σχήμα και περιστρέφεται ως δορυφόρος γύρω από το κέντρο γαλαξία. [< αγγλ. globular cluster, 1785] | |
| 49241 | σφάκα | σφά-κα ουσ. (θηλ.) (κυρ. στην Κρήτη): ΒΟΤ. πικροδάφνη. [< μεσν. σφάκα < αρχ. σφάκος] | |
| 49242 | σφαλάγγι | σφα-λάγ-γι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΖΩΟΛ. φαλάγγι: μαύρο ~ (= μαρμάγκα). [< μεσν. σφαλάγγι(ν)] | |
| 49243 | σφαλερίτης | σφα-λε-ρί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ορυκτό του ψευδάργυρου που περιέχει θείο και αποτελεί το κύριο μετάλλευμά του. Βλ. -ίτης2. [< γερμ. Sphalerit] | |
| 49244 | σφαλερός | , ή, ό σφα-λε-ρός επίθ. (λόγ.-κυρ. λογοτ.): εσφαλμένος, λανθασμένος: ~ή: εντύπωση. Βλ. -ερός. ΑΝΤ. άσφαλτος ● επίρρ.: σφαλερά [< αρχ. σφαλερός ‘ολισθηρός, αναξιόπιστος’] | |
| 49245 | σφαλερότητα | σφα-λε-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σφαλερού. Βλ. -ότητα. | |
| 49246 | σφαλιάρα | σφα-λιά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. χτύπημα κυρ. στο πρόσωπο, το κεφάλι ή το σβέρκο, φάπα: γερή/δυνατή/σβουριχτή/χοντρή ~. Του έριξε/τράβηξε μια ξεγυρισμένη ~. Έπεσαν ~ες (: έπεσε ξύλο). Πβ. καρπαζιά, μπούφλα, ράπισμα.|| (μτφ.) Άνθρωπος/παιδιά της ~ας (: που γίνονται αντικείμενο κοροϊδίας). Ιδέα για ~ες (: που δεν αξίζει· πβ. για τα μπάζα). 2. (μτφ.) πλήγμα: Η ήττα ήταν μια ηχηρή ~ για την ομάδα. Έχει αντέξει, παρά τις ~ες (: κατραπακιές) που έχει φάει. Πβ. κόλαφος. ΣΥΝ. χαστούκι (2) ● Υποκ.: σφαλιαρίτσα (η) [< ιταλ. sfaglio + -άρα] | |
| 49247 | σφαλιαρίζω | σφα-λια-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {σφαλιάρι-σα} (οικ.): δίνω σφαλιάρα: Τον ~σε δυνατά για την κουβέντα που ξεστόμισε. Πβ. καρπαζώνω, ραπίζω. ΣΥΝ. χαστουκίζω [< ιταλ. sfagliare] | |
| 49248 | σφαλίζω | σφα-λί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σφάλι-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, σφαλίζ-οντας} (λαϊκό-λογοτ.): κλείνω ερμητικά, κλειδώνω: ~ τα παντζούρια/την πόρτα. Καλά ~σμένα παράθυρα. Πβ. ασφαλίζω, μανταλώνω. ΑΝΤ. ανοίγω.|| ~σε τα βλέφαρά του και κοιμήθηκε. ~σε τα μάτια του στα ογδόντα του χρόνια (: πέθανε).|| Το συρτάρι έχει ~σει λόγω αχρησίας. ΣΥΝ. αμπαρώνω [< μεσν. σφαλίζω] | |
| 49249 | σφαλιστός | , ή, ό σφα-λι-στός επίθ. & (σπάν.) σφαλιχτός (λαϊκό-λογοτ.): που έχει κλείσει ερμητικά, σφαλισμένος: ~ή: πόρτα. ~ά: παντζούρια/παραθυρόφυλλα.|| ~ά: μάτια/στόματα. ΑΝΤ. ανοιχτός (1) ● επίρρ.: σφαλιστά [< μεσν. σφαλιστός] | |
| 49250 | σφάλλω | σφάλ-λω ρ. (αμτβ.) {παρατ. έσφαλλα, αόρ. έσφαλα, σφάλει, εσφαλμένος, σφάλλ-οντας} (λόγ.): διαπράττω σφάλμα, λάθος: ~ει στις εκτιμήσεις του. Αναγνωρίζω ότι έσφαλα (= έφταιξα) και θα υποστώ τις συνέπειες. Ο καθένας μπορεί, άθελά του, να σφάλει. Πβ. αστοχώ, λαθεύω, πέφτω έξω. ● βλ. εσφαλμένος [< αρχ. σφάλλω] | |
| 49251 | σφάλμα | σφάλ-μα ουσ. (ουδ.) {σφάλμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. λάθος ή παράπτωμα: ασυγχώρητο/βαρύ/ηθικό/θανάσιμο/κρίσιμο/μοιραίο/ολέθριο/σοβαρό/στρατηγικό/σύνηθες/τραγικό ~. (ειδικότ.) Γενετικό/γλωσσικό (βλ. σολοικισμός)/ιατρικό/λογιστικό/νομικό/ορθογραφικό/πολιτικό/στατιστικό/συντακτικό (= ασυνταξία)/τυπογραφικό ~. Ήταν μεγάλο ~ να ... Αναγνώρισε/διόρθωσε/κατάλαβε/ομολόγησε/παραδέχτηκε/πλήρωσε το ~ του. Υπέπεσε σε ~. Η τραγωδία οφείλεται σε ανθρώπινο ~ (= φταίξιμο). Πβ. ατόπημα, ολίσθημα. Βλ. υπαιτιότητα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ δικτύου/προγράμματος/(φόρτωσης) σελίδας/σύνδεσης/συστήματος. Αναφορά ~ατος. Εσωτερικό ~ διακομιστή. Παρουσιάστηκε ~ κατά την ενέργεια ... 2. ΜΑΘ. -ΣΤΑΤΙΣΤ. διαφορά, απόκλιση μεταξύ υπολογισμένης και πραγματικής τιμής: απόλυτο/συστηματικό/σχετικό/τυχαίο ~. Θεωρία ~άτων. ● ΣΥΜΠΛ.: ανάλυση λαθών/σφαλμάτων βλ. ανάλυση, κωδικός σφάλματος βλ. κωδικός, μήνυμα λάθους/σφάλματος βλ. μήνυμα, περιθώριο σφάλματος/λάθους βλ. περιθώριο [< 1: αρχ. σφάλμα, αγγλ. error 2: γαλλ. erreur] | |
| 49252 | σφάξιμο | σφά-ξι-μο ουσ. (ουδ.): θανάτωση ανθρώπου ή ζώου (συνήθ. με αιχμηρό αντικείμενο): ~ βοοειδών/κόκορα/κριαριών/προβάτων/χοίρων. ~ του αρνιού/κατσικιού για το πασχαλινό τραπέζι/την Κυριακή του Πάσχα.|| (σπανιότ. για μαζική σφαγή) ~ αιχμαλώτων/αμάχων. Πβ. μακελειό.|| (μτφ.-προφ.) (Κάποιος) θέλει/χρειάζεται ~ (: αξίζει να τιμωρηθεί σκληρά για κάτι). ΣΥΝ. σφαγή (3), σφαγιασμός (1) [< σφάξιμον, 17ος αι.] | |
| 49253 | σφαχτάρι | σφα-χτά-ρι ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (λαϊκό-λογοτ.): σφάγιο. Πβ. σφαχτό. | |
| 49254 | σφάχτης | σφά-χτης ουσ. (αρσ.) (προφ.) 1. ξαφνικός, οξύς και δυνατός πόνος, συνήθ. σε πλευρά, μέση, κοιλιά ή πλάτη: Μ’ έπιασε ~. Βλ. τσίμπημα. ΣΥΝ. σουβλιά (1) 2. (σπάν.) σφαγέας. Πβ. μακελάρης, σφαγιαστής. [< μεσν. σφάχτης] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ