Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [49780-49800]

IDΛήμμαΕρμηνεία
49234σφαιρο- & σφαιρ-& σφαιρό-: α’ συνθετικό λέξεων που αναφέρονται σε σφαίρα ή στο σχήμα της: σφαιρο-βολία.|| Σφαιρο-ειδής. Σφαιρ-ικός.
49235σφαιροβολίασφαι-ρο-βο-λί-α ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. αγώνισμα στίβου κατά το οποίο ο αθλητής προσπαθεί να ρίξει σφαίρα συγκεκριμένου μεγέθους σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απόσταση από το σημείο βολής (βαλβίδα): πρωταθλητής στη ~. (Ημι)τελικός/προκριματικός ~ας. ~ ανδρών/γυναικών. Βλ. ακοντισμός, δισκο-, σφυρο-βολία. [< γαλλ. lancer du poids]
49236σφαιροβόλοςσφαι-ρο-βό-λος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΘΛ. αθλητής της σφαιροβολίας. Βλ. ακοντιστής, δισκο-, σφυρο-βόλος.
49237σφαιροειδής, ής, ές σφαι-ρο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που έχει σχήμα σφαίρας· σχεδόν σφαιρικός: ~ής: καρπός. ~ής: άρθρωση. ~ή: σωματίδια. Πβ. στρογγυλός. Βλ. -ειδής. [< αρχ. σφαιροειδής, γαλλ. sphéroïdal, αγγλ. spheroid(al)]
49238σφαιροκυττάρωσησφαι-ρο-κυτ-τά-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μορφή αιμολυτικής αναιμίας που χαρακτηρίζεται από την παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων σφαιροειδούς σχήματος: κληρονομική ~. [< αγγλ. spherocytosis, 1933]
49240σφαιρωτός, ή, ό σφαι-ρω-τός επίθ.: ΑΣΤΡΟΝ. κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: σφαιρωτό (αστρικό) σμήνος: ΑΣΤΡΟΝ. μεγάλο σύμπλεγμα αστέρων το οποίο έχει σφαιρικό σχήμα και περιστρέφεται ως δορυφόρος γύρω από το κέντρο γαλαξία. [< αγγλ. globular cluster, 1785]
49241σφάκασφά-κα ουσ. (θηλ.) (κυρ. στην Κρήτη): ΒΟΤ. πικροδάφνη. [< μεσν. σφάκα < αρχ. σφάκος]
49242σφαλάγγι

σφα-λάγ-γι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΖΩΟΛ. φαλάγγι: μαύρο ~ (= μαρμάγκα). [< μεσν. σφαλάγγι(ν)]

49243σφαλερίτηςσφα-λε-ρί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ορυκτό του ψευδάργυρου που περιέχει θείο και αποτελεί το κύριο μετάλλευμά του. Βλ. -ίτης2. [< γερμ. Sphalerit]
49244σφαλερός, ή, ό σφα-λε-ρός επίθ. (λόγ.-κυρ. λογοτ.): εσφαλμένος, λανθασμένος: ~ή: εντύπωση. Βλ. -ερός. ΑΝΤ. άσφαλτος ● επίρρ.: σφαλερά [< αρχ. σφαλερός ‘ολισθηρός, αναξιόπιστος’]
49245σφαλερότητασφα-λε-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σφαλερού. Βλ. -ότητα.
49246σφαλιάρασφα-λιά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. χτύπημα κυρ. στο πρόσωπο, το κεφάλι ή το σβέρκο, φάπα: γερή/δυνατή/σβουριχτή/χοντρή ~. Του έριξε/τράβηξε μια ξεγυρισμένη ~. Έπεσαν ~ες (: έπεσε ξύλο). Πβ. καρπαζιά, μπούφλα, ράπισμα.|| (μτφ.) Άνθρωπος/παιδιά της ~ας (: που γίνονται αντικείμενο κοροϊδίας). Ιδέα για ~ες (: που δεν αξίζει· πβ. για τα μπάζα). 2. (μτφ.) πλήγμα: Η ήττα ήταν μια ηχηρή ~ για την ομάδα. Έχει αντέξει, παρά τις ~ες (: κατραπακιές) που έχει φάει. Πβ. κόλαφος. ΣΥΝ. χαστούκι (2) ● Υποκ.: σφαλιαρίτσα (η) [< ιταλ. sfaglio + -άρα]
49247σφαλιαρίζωσφα-λια-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {σφαλιάρι-σα} (οικ.): δίνω σφαλιάρα: Τον ~σε δυνατά για την κουβέντα που ξεστόμισε. Πβ. καρπαζώνω, ραπίζω. ΣΥΝ. χαστουκίζω [< ιταλ. sfagliare]
49248σφαλίζωσφα-λί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σφάλι-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, σφαλίζ-οντας} (λαϊκό-λογοτ.): κλείνω ερμητικά, κλειδώνω: ~ τα παντζούρια/την πόρτα. Καλά ~σμένα παράθυρα. Πβ. ασφαλίζω, μανταλώνω. ΑΝΤ. ανοίγω.|| ~σε τα βλέφαρά του και κοιμήθηκε. ~σε τα μάτια του στα ογδόντα του χρόνια (: πέθανε).|| Το συρτάρι έχει ~σει λόγω αχρησίας. ΣΥΝ. αμπαρώνω [< μεσν. σφαλίζω]
49249σφαλιστός, ή, ό σφα-λι-στός επίθ. & (σπάν.) σφαλιχτός (λαϊκό-λογοτ.): που έχει κλείσει ερμητικά, σφαλισμένος: ~ή: πόρτα. ~ά: παντζούρια/παραθυρόφυλλα.|| ~ά: μάτια/στόματα. ΑΝΤ. ανοιχτός (1) ● επίρρ.: σφαλιστά [< μεσν. σφαλιστός]
49250σφάλλωσφάλ-λω ρ. (αμτβ.) {παρατ. έσφαλλα, αόρ. έσφαλα, σφάλει, εσφαλμένος, σφάλλ-οντας} (λόγ.): διαπράττω σφάλμα, λάθος: ~ει στις εκτιμήσεις του. Αναγνωρίζω ότι έσφαλα (= έφταιξα) και θα υποστώ τις συνέπειες. Ο καθένας μπορεί, άθελά του, να σφάλει. Πβ. αστοχώ, λαθεύω, πέφτω έξω. ● βλ. εσφαλμένος [< αρχ. σφάλλω]
49251σφάλμασφάλ-μα ουσ. (ουδ.) {σφάλμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. λάθος ή παράπτωμα: ασυγχώρητο/βαρύ/ηθικό/θανάσιμο/κρίσιμο/μοιραίο/ολέθριο/σοβαρό/στρατηγικό/σύνηθες/τραγικό ~. (ειδικότ.) Γενετικό/γλωσσικό (βλ. σολοικισμός)/ιατρικό/λογιστικό/νομικό/ορθογραφικό/πολιτικό/στατιστικό/συντακτικό (= ασυνταξία)/τυπογραφικό ~. Ήταν μεγάλο ~ να ... Αναγνώρισε/διόρθωσε/κατάλαβε/ομολόγησε/παραδέχτηκε/πλήρωσε το ~ του. Υπέπεσε σε ~. Η τραγωδία οφείλεται σε ανθρώπινο ~ (= φταίξιμο). Πβ. ατόπημα, ολίσθημα. Βλ. υπαιτιότητα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ δικτύου/προγράμματος/(φόρτωσης) σελίδας/σύνδεσης/συστήματος. Αναφορά ~ατος. Εσωτερικό ~ διακομιστή. Παρουσιάστηκε ~ κατά την ενέργεια ... 2. ΜΑΘ. -ΣΤΑΤΙΣΤ. διαφορά, απόκλιση μεταξύ υπολογισμένης και πραγματικής τιμής: απόλυτο/συστηματικό/σχετικό/τυχαίο ~. Θεωρία ~άτων. ● ΣΥΜΠΛ.: ανάλυση λαθών/σφαλμάτων βλ. ανάλυση, κωδικός σφάλματος βλ. κωδικός, μήνυμα λάθους/σφάλματος βλ. μήνυμα, περιθώριο σφάλματος/λάθους βλ. περιθώριο [< 1: αρχ. σφάλμα, αγγλ. error 2: γαλλ. erreur]
49252σφάξιμο

σφά-ξι-μο ουσ. (ουδ.): θανάτωση ανθρώπου ή ζώου (συνήθ. με αιχμηρό αντικείμενο): ~ βοοειδών/κόκορα/κριαριών/προβάτων/χοίρων. ~ του αρνιού/κατσικιού για το πασχαλινό τραπέζι/την Κυριακή του Πάσχα.|| (σπανιότ. για μαζική σφαγή) ~ αιχμαλώτων/αμάχων. Πβ. μακελειό.|| (μτφ.-προφ.) (Κάποιος) θέλει/χρειάζεται ~ (: αξίζει να τιμωρηθεί σκληρά για κάτι). ΣΥΝ. σφαγή (3), σφαγιασμός (1) [< σφάξιμον, 17ος αι.]

49253σφαχτάρισφα-χτά-ρι ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (λαϊκό-λογοτ.): σφάγιο. Πβ. σφαχτό.
49254σφάχτηςσφά-χτης ουσ. (αρσ.) (προφ.) 1. ξαφνικός, οξύς και δυνατός πόνος, συνήθ. σε πλευρά, μέση, κοιλιά ή πλάτη: Μ’ έπιασε ~. Βλ. τσίμπημα. ΣΥΝ. σουβλιά (1) 2. (σπάν.) σφαγέας. Πβ. μακελάρης, σφαγιαστής. [< μεσν. σφάχτης]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.