Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [49800-49820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
49269σφηνάκισφη-νά-κι ουσ. (ουδ.): μικρή ποσότητα αλκοολούχου ποτού που σερβίρεται συνήθ. σε νεανικά μπαρ σε πολύ μικρό ποτήρι και πίνεται συνήθ. με μια γουλιά· συνεκδ. το αντίστοιχο ποτήρι: παγωμένο ~. ~ βότκα/τεκίλα. Κατεβάζω/πίνω ένα ~. Στο μαγαζί μάς κέρασαν έναν γύρο ~ια. [< αγγλ. shot, γαλλ. ~, 1965]
49270σφηνοειδής, ής, ές σφη-νο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που έχει τη μορφή ή τα χαρακτηριστικά σφήνας: ~ές: προφίλ (αυτοκινήτου). ~είς: πέτρες. Μαρκαδόρος με ~ή μύτη.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ής: γραφή (: σύστημα γραφής των ανατολικών λαών με σύμβολα σε σχήμα σφήνας).|| (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) ~ής: κόλπος. ~ής: εκτομή. ~ές: οστό (: που βρίσκεται στη βάση του κρανίου). Βλ. -ειδής. [< μτγν. σφηνοειδής, γαλλ. cunéiforme, sphénoïdal, αγγλ. sphenoid(al)]
49271σφήνωμασφή-νω-μα ουσ. (ουδ.) & σφήνωση (η) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σφηνώνω: ~ της λάμας στο ξύλο. ~ των τροφών ανάμεσα στα δόντια. Πβ. μάγκωμα, φρακάρισμα. ΣΥΝ. ενσφήνωση 2. ΟΙΚΟΔ. η τελευταία σειρά από τούβλα σε τοίχο η οποία τοποθετείται λοξά και όχι οριζόντια. [< μτγν. σφήνωσις ‘χρήση σφήνας, έμφραξη’]
49272σφηνώνωσφη-νώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {σφήνω-σα, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος, σφηνών-οντας}: στερεώνω κάτι με σφήνα: ~σε τα παράθυρα, για να μην χτυπούν από τον αέρα.σφηνώνει/σφηνώνεται {κυρ. στον αόρ.}: καρφώνεται ή φρακάρει: Φορτηγό ~θηκε με ιλιγγιώδη ταχύτητα πάνω σε δέντρο. Η σφαίρα ~θηκε στο κεφάλι.|| Το παράθυρο/η πόρτα έχει ~σει από την υγρασία. Πβ. μαγκώνω. ● ΦΡ.: μου σφηνώνεται (κάτι) στο μυαλό/στο κεφάλι (προφ.-μτφ.): μου γίνεται έμμονη ιδέα: ~ ~ η σκέψη ότι ... Όταν της ~θεί κάτι ~, δεν της αλλάζεις γνώμη. ΣΥΝ. μου μπαίνει/καρφώνεται (κάτι) στο μυαλό/κεφάλι (1) [< αρχ. σφηνῶ]
49273σφίγγασφίγ-γα ουσ. (θηλ.) (μετωνυμ.): για δημόσιο συνήθ. πρόσωπο που δεν γνωστοποιεί τις προθέσεις του, κρατά κλειστά τα χαρτιά του: ~ ο εισαγγελέας για την έρευνα λόγω εχεμύθειας. Το παίζει ~ ο προπονητής και, όταν τον ρωτούν, αποφεύγει να απαντήσει. [< αρχ. σφίγξ, γαλλ.-αγγλ. sphinx]
49274σφίγγωσφίγ-γω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έσφι-ξα, σφί-ξει, -χτηκα, -χτεί, -γμένος, σφίγγ-οντας} 1. κρατώ, πιάνω ή αγκαλιάζω με δύναμη: ~ξε τα παιδιά στην αγκαλιά της. Μου ~ξε τον λαιμό και κόντεψε να με πνίξει. 2. τραβώ ή στρίβω κάτι, για να δεθεί ή να βιδώσει καλά αντίστοιχα: ~ τη θηλιά/τον κόμπο/τα κορδόνια. ~ξε γερά το σχοινί της βάρκας. ΑΝΤ. λύνω.|| ~ τη βίδα/τη βρύση/το παξιμάδι (ΑΝΤ. ξεβιδώνω). ΑΝΤ. λασκάρω (1), ξεσφίγγω, χαλαρώνω (2) 3. γίνομαι σφριγηλός: Με τη γυμναστική/το μασάζ έχω ~ξει. Με αυτές τις ασκήσεις ~ει το σώμα. Πβ. συ~.σφίγγει 1. γίνεται πηχτός, πυκνός, στερεός: ~ το τσιμέντο. Ανακατεύουμε τη σάλτσα, μέχρι να ~ξει. 2. (συνήθ. για ρούχα) πιέζει, στενεύει: Τον ~ η ζώνη/το παντελόνι του. Με ~ουν τα παπούτσια. 3. (μτφ.) (για δυσάρεστη ή ανεπιθύμητη κατάσταση) εντείνεται, επιτείνεται: ~ ο κλοιός (της ύφεσης). ~ουν οι έλεγχοι/τα πράγματα. ● Παθ.: σφίγγομαι 1. πιέζομαι: Το μωρό ~εται, για να ενεργηθεί.|| (μτφ.) ~εται η καρδιά μου (= ραγίζει, στενοχωριέμαι) με το κατάντημά του. 2. (μτφ.) συγκρατούμαι: ~χτηκα, για να μη μιλήσω. ● ΦΡ.: και πού να σφίξουν/να πιάσουν οι ζέστες! (ειρων.): σε περιπτώσεις που η συμπεριφορά κάποιου φαίνεται γελοία, παράλογη, αλλοπρόσαλλη: Τι ρούχα είναι αυτά που φοράει! ~ ~!, σφίγγω τη γροθιά & τις γροθιές: κλείνω την παλάμη με δύναμη: Οι αντίπαλοι έσφιξαν τις γροθιές, έτοιμοι να παλέψουν.|| (σε ένδειξη αποφασιστικότητας, διαμαρτυρίας, ενθουσιασμού) Έσφιγγε τις γροθιές του θυμωμένος., σφίγγω το ζωνάρι (μου) (προφ.): ελαττώνω τα έξοδά μου, κάνω οικονομία· κατ' επεκτ. περιορίζομαι ή ζορίζομαι: Θα σφίξουμε τα ζωνάρια μας και θα τον βγάλουμε τον μήνα. Ανεβαίνει η τιμή του πετρελαίου και σφίγγουν τα ζωνάρια., σφίγγω το στόμα/τα δόντια/τα χείλη: προσπαθώ να κρύψω έντονα αρνητικά συναισθήματα., σφίγγω το χέρι κάποιου & σφίγγουμε τα χέρια: κάνω χειραψία με κάποιον, κυρ. ως χειρονομία φιλίας ή σύναψης συμφωνίας: Μου έσφιξε θερμά το χέρι.|| Οι αντιμαχόμενες πλευρές/οι αντίπαλοι έσφιξαν τα χέρια. Πβ. δίνω τα χέρια., κάνω πέτρα την καρδιά (μου)/κάνω την καρδιά (μου) πέτρα βλ. πέτρα, σφίγγουν οι κώλοι βλ. κώλος, σφίγγουν/πλακώνουν/πιάνουν οι ζέστες/τα κρύα βλ. ζέστη, σφίγγω/τραβώ/μαζεύω τα λουριά βλ. λουρί [< αρχ. σφίγγω]
49275σφιγκτήραςσφι-γκτή-ρας ουσ. (αρσ.) 1. ΑΝΑΤ. σύνολο μυών που συστέλλουν ή κλείνουν κοιλότητα ή πόρο του σώματος: οισοφαγικός/πρωκτικός ~. ~ της ουρήθρας/του πυλωρού/του στόματος. Πβ. δακτύλιος.|| Τεχνητός ~.|| (ως επίθ.) ~ μυς των βλεφάρων. 2. ΤΕΧΝΟΛ. κάθε εργαλείο, όργανο που σφίγγει ή/και συγκρατεί αντικείμενα: κωνικός/μεταλλικός ~. Πλαστικοί ~ες. ~ στερέωσης. ~ καλωδίου/συρματόσχοινου/σωλήνα. Πβ. μέγγενη, συ~. Βλ. εντατήρας, -τήρας. 3. ΖΩΟΛ. κατηγορία τροπικών φιδιών (π.χ. βόας, πύθωνας), τα οποία σκοτώνουν τα θύματά τους περισφίγγοντάς τα μέχρι θανάτου. [< μτγν. σφιγκτήρ 1: γαλλ.-αγλλ. sphincter]
49276σφιγμένος, η, ο σφιγ-μέ-νος επίθ. 1. που έχει σφιχτεί, δεθεί ή περιστραφεί με δύναμη: ~η: βίδα/ζώνη. ~ο: καπάκι.|| ~η: γροθιά. ~οι: μύες (= τεταμένοι). Δύσκαμπτοι και ~οι ώμοι. Πβ. σφιχτός. 2. (μτφ.-προφ., για πρόσ.) επιφυλακτικός, συγκρατημένος: Στην παράσταση εμφανίστηκε ~ λόγω άγχους. Η ομάδα έπαιζε ~η. Πβ. κουμπωμένος, μαζεμένος.|| (κατ' επέκτ.) ~ο: χαμόγελο. ΑΝΤ. ακομπλεξάριστος, χαλαρός (2) 3. (μτφ.-προφ.) που υφίσταται πίεση κυρ. ψυχολογική: Είναι ~ οικονομικά αυτή την εποχή. Πβ. στριμωγμένος.|| Παρακολουθούσε τις δραματικές εξελίξεις με ~η καρδιά/~ο στομάχι. ● επίρρ.: σφιγμένα
49277σφίξιμο

σφί-ξι-μο ουσ. (ουδ.) 1. έντονη σωματική ενόχληση ή ψυχολογική πίεση που δημιουργεί δυσφορία: μυϊκό ~. ~ στο ισχίο/στον μηρό/στους προσαγωγούς. (ΙΑΤΡ.) ~ των δοντιών (= βρυγμός).|| ~ στην καρδιά/στον λαιμό/στην ψυχή (πβ. κόμπος, βλ. πλάκωμα). Αισθάνθηκε ένα ξαφνικό ~ στο στήθος.|| Οικονομικό ~ (πβ. ζόρισμα, πρεσάρισμα, στρίμωγμα). 2. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σφίγγω: ~ της βίδας/του κοχλία/του παξιμαδιού. ~ με πένσα. Βλ. σύσφιξη. ΑΝΤ. λασκάρισμα 3. δυνατό κράτημα, πιάσιμο: ~ των χεριών (: ως χαιρετισμός ή για κλείσιμο συμφωνίας). 4. επιφυλακτικότητα ή αμηχανία: ~ επικρατεί στις αγορές λόγω αύξησης των τιμών. Πβ. κούμπωμα, μούδιασμα. 5. (σπάν.) πήξη: ~ της ζύμης. [< μεσν. σφίξιμον]

49278σφιχταγκαλιάζωσφι-χτα-γκα-λιά-ζω ρ. (μτβ.) {σφιχταγκάλια-σα, -στηκε, -σμένος} 1. αγκαλιάζω κάποιον ή κάτι σφιχτά: ~σε το παιδί της και το φίλησε θερμά. Ανυπομονώ να ~σω τους γονείς μου. ~σμένο: ζευγάρι.|| (μτφ.-επιτατ.) Η ομάδα ~σε την πρόκριση. 2. (μτφ.-λογοτ.) πιέζω έντονα, περικυκλώνω ή τυλίγω: Την έχει ~σει η απελπισία. Πβ. ζώνω.|| Η παραλία ~ει το λιμάνι (πβ. περικλείω).
49279σφιχταγκάλιασμασφι-χτα-γκά-λια-σμα ουσ. (ουδ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σφιχταγκαλιάζω: ~ εραστών/φίλων.|| (μτφ.) ~ θρησκείας και κράτους. 2. (μτφ.) έντονη πίεση ή περικύκλωση: ασφυκτικό ~.
49280σφίχτηςσφί-χτης ουσ. (αρσ.) (αργκό): υπερβολικά γυμνασμένος, μυώδης άντρας. Πβ. μποντιμπιλντεράς, μπρατσωμένος, φουσκωτός.
49281σφιχτοδεμένος, η, ο σφι-χτο-δε-μέ-νος επίθ. 1. (μτφ.) που έχει αναπτύξει ισχυρούς δεσμούς ή παρουσιάζει συνοχή: ~η: οικογένεια/ομάδα (πβ. συμπαγής)/παρέα.|| ~η: αφήγηση/δομή (βλ. συγκροτημένος)/πλοκή/σκηνοθεσία. ~ο: κείμενο/σενάριο. Πβ. συνεκτικός. 2. γεροδεμένος, σφριγηλός: ~ο: κορμί. Πβ. γραμμωμένος. ΑΝΤ. πλαδαρός 3. που έχει δεθεί σφιχτά: ~ος: κόμπος. ~η: γραβάτα. ΑΝΤ. χαλαρός (1)
49282σφιχτοδένωσφι-χτο-δέ-νω ρ. (μτβ.) {σφιχτόδε-σα, -θηκε, -μένος}: δένω σφιχτά: ~σε τη σακούλα (των σκουπιδιών).|| (μτφ.-λογοτ.) Παράδοση που ~ει το χθες με το σήμερα.
49283σφιχτός, ή, ό σφι-χτός επίθ. 1. που σφίγγει, είναι σφιγμένος ή έχει σφίξει: ~ός: εναγκαλισμός. ~ή: παλάμη/χειραψία.|| ~ή: ζώνη. ~ό: παντελόνι. ~ά: κορδόνια/παπούτσια. Πβ. εφαρμοστός, στενός.|| ~ός: κόμπος. ΑΝΤ. χαλαρός.|| ~ή: βίδα. Πβ. σφιγμένος. ΑΝΤ. λάσκος.|| ~ή: ζύμη/σάλτσα. ~ό: αβγό (βλ. μελάτο). ~ή: άμυνα (ομάδας). ~ή: πλέξη. Βλ. αραιός.|| ~ό: κορμί. ~οί: κοιλιακοί (μυες). Πβ. γεροδεμένος, σφριγηλός. ΑΝΤ. πλαδαρός. 2. που δεν κάνει σπατάλες: Είναι ~ στα έξοδα λόγω άλλων υποχρεώσεων/λόγω τσιγκουνιάς. Πβ. φειδωλός.|| ~ή: (οικονομική) περίοδος/πολιτική. ~ός (προβλέπεται να) είναι ο νέος προϋπολογισμός. ΣΥΝ. σφιχτοχέρης ΑΝΤ. ανοιχτοχέρης, γενναιόδωρος (1), σπάταλος (1) ● επίρρ.: σφιχτά [< μεσν. σφικτός]
49284σφιχτοχέρηςσφι-χτο-χέ-ρης ουσ. (αρσ.) {σφιχτοχέρηδες | θηλ. σφιχτοχέρα} (προφ.): τσιγκούνης: Έχει τη φήμη του ~η. Πβ. φιλάργυρος.|| (ως επίθ.) ~ης: τύπος. ΣΥΝ. σφιχτός (2), τσιφούτης ΑΝΤ. απλοχέρης (1), γαλαντόμος, σκορποχέρης, σπάταλος (1), χουβαρντάς
49285σφόδρασφό-δρα επίρρ. (λόγ.): υπερβολικά, σε μεγάλο βαθμό: Eίναι ~ ενοχλημένος/ερωτευμένος. Τον επέκριναν ~ (= έντονα) για τη στάση του. [< αρχ. σφόδρα]
49286σφοδρός, ή, ό σφο-δρός επίθ.: ιδιαίτερα ορμητικός, με μεγάλη δύναμη, ένταση: ~ός: ανταγωνισμός (πβ. άγριος)/έρωτας/σεισμός. ~ή: αντιπαράθεση/έκρηξη/επίθεση/επιθυμία/ήττα/θαλασσοταραχή/θύελλα/καταιγίδα (= έντονη)/κριτική (= αιχμηρή, οξεία)/μάχη/σύγκρουση. ~ό: πάθος/πλήγμα/χτύπημα. ~οί: άνεμοι/βομβαρδισμοί. ~ές: αντιδράσεις/δηλώσεις/κατηγορίες. ~ά: πυρά. ~ό κύμα κακοκαιρίας πλήττει ... Πβ. βίαιος, ραγδαίος.|| (για πρόσ.) ~ός: αντίπαλος (πβ. ισχυρός, σκληρός)/επικριτής/πολέμιος. ΑΝΤ. ήπιος (1) ● επίρρ.: σφοδρά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. σφοδρός]
49287σφοδρότητασφο-δρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πολύ μεγάλη ένταση, ορμητικότητα: Η ~ της αντίδρασης/της κρίσης/του φαινομένου. Επιτέθηκε με ~ κατά του ... Οι συγκρούσεις συνεχίζονται με αμείωτη ~. Πβ. βιαιότ-, δριμύτ-ητα, ορμή. Βλ. -ότητα. [< αρχ. σφοδρότης]
49288σφολιάτασφο-λιά-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. αφράτη ζύμη που παρασκευάζεται κυρ. από αλεύρι και φυτικά λιπαρά και μπορεί να χωριστεί σε λεπτά φύλλα, αφού ψηθεί: γαλλική/κατεψυγμένη/σπιτική/φρέσκια ~. ~ βουτύρου. Ρολό ~ας. Ανοίγω/απλώνω/βουτυρώνω/στρώνω τη ~. Κρέας τυλιγμένο σε ~. Βλ. βολοβάν, κουρού, κρούστα. ● Υποκ.: σφολιατάκι (το) [< ιταλ. sfogliata]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.