Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [49800-49820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
49255σφαχτόσφα-χτό ουσ. (ουδ.) (προφ.): σφάγιο. Πβ. σφαχτάρι.
49256σφέλασφέ-λα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λευκό τυρί με έντονα πικάντικη γεύση, που παρασκευάζεται από πρόβειο και κατσικίσιο γάλα ή μείγμα τους και διατηρείται στην άλμη: ~ Λακωνίας/Μεσσηνίας. Βλ. ΠΟΠ, φέτα.
49257σφένδαμος

σφέν-δα-μος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άμου} & σφένδαμνος (η) & (προφ.) σφενδάμι & σφεντάμι (το): ΒΟΤ. δέντρο ή θάμνος (γένος Acer) με φύλλα σε σχήμα παλάμης, του οποίου το ξύλο χρησιμοποιείται κυρ. στην επιπλοποιία και την κατασκευή μουσικών οργάνων. Βλ. κελεμπέκι. [< μτγν. σφένδαμνος, σφεντάμι, 17ος αι.]

49258σφενδόνησφεν-δό-νη ουσ. (θηλ.) 1. το κοίλο τμήμα του δαχτυλιδιού όπου στερεώνεται η πέτρα του: ελλειψοειδής/περιστρεφόμενη ~. Παράσταση σε ~. 2. (σπάν.-λόγ.) σφεντόνα. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. (σε στάδιο) το κυρτό, πεταλοειδές τμήμα των κερκίδων. Βλ. πέταλο. [< αρχ. σφενδόνη, αγγλ. sphendone]
49259σφενδονίζωσφεν-δο-νί-ζω ρ. (μτβ.) & σφεντονίζω (λαϊκό-λογοτ.) 1. εκσφενδονίζω. 2. ρίχνω με σφεντόνα. [< μτγν. σφενδονίζω]
49260σφεντόνασφε-ντό-να ουσ. (θηλ.) 1. κατασκευή η οποία αποτελείται από λαστιχένιους ιμάντες, στερεωμένους συνήθ. σε διχαλωτό ξύλο, που τεντώνονται και εκσφενδονίζουν πέτρες και χρησίμευε κυρ. παλαιότ. ως παιχνίδι. ΣΥΝ. σφενδόνη (2) 2. {ως επίρρ.} (προφ.-εμφατ.) πάρα πολύ γρήγορα, ταχύτατα: Έφυγε ~. Πβ. σφαίρα.
49261σφετερίζομαισφε-τε-ρί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {σφετερί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, σφετεριζ-όμενος} (επίσ.): ιδιοποιούμαι: ~στηκαν την εξουσία/το έργο (άλλων)/(ξένες) περιουσίες (πβ. καταχρώμαι). Πβ. ληστεύω. ΣΥΝ. νοσφίζομαι, οικειοποιούμαι [< αρχ. σφετερίζομαι]
49262σφετερισμόςσφε-τε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) (επίσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σφετερίζομαι: ~ αρμοδιοτήτων/γης/δικαιωμάτων/εξουσίας/περιουσίας (πβ. κατάχρηση). Πβ. ληστεία. Βλ. -ισμός, κυβερνο~. ΣΥΝ. ιδιοποίηση, νόσφιση, οικειοποίηση [< αρχ. σφετερισμός]
49263σφετεριστήςσφε-τε-ρι-στής ουσ. (αρσ.) , σφετερίστρια (η) : πρόσωπο που σφετερίζεται κάτι: ~ αξιώματος/θέσης/τίτλου. ~ές της δημοκρατίας/ελευθερίας/εξουσίας. Πβ. καταχραστής, ληστής.|| (ως επίθ.) ~ής: ηγέτης. ΣΥΝ. άρπαγας (1) [< αρχ. σφετεριστής]
49264σφετεριστικός, ή, ό σφε-τε-ρι-στι-κός επίθ. (σπάν.-λόγ.): που σχετίζεται με τον σφετερισμό ή τον σφετεριστή: ~ή: δημαγωγία. ● επίρρ.: σφετεριστικά
49265σφήκασφή-κα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. έντομο που ανήκει στα υμενόπτερα (γένος Vespa), με εναλλασσόμενες μαύρες και κίτρινες ραβδώσεις, δηλητηριώδες κεντρί και κοινά χαρακτηριστικά με τη μέλισσα: παρασιτική ~. Τσίμπημα ~ας. [< μεσν. σφήκα]
49266σφηκιάρηςσφη-κιά-ρης ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. μεσαίου μεγέθους αρπακτικό πτηνό (επιστ. ονομασ. Pernis apivorus) που μοιάζει με γερακίνα, ζει σε δάση και τρέφεται με έντομα (κυρίως σφήκες, μέλισσες) και σπανιότ. με μικρά πτηνά και τρωκτικά.
49267σφηκοφωλιάσφη-κο-φω-λιά ουσ. (θηλ.) 1. φωλιά που φτιάχνουν οι σφήκες: ~ από λάσπη.|| (μτφ.) Φόρεμα σε στιλ ~άς (: με πτυχώσεις, σούρες). 2. (μτφ.) κλειστός κύκλος προσώπων που έχουν συνήθ. ύποπτη δράση και ο τόπος συγκέντρωσής τους: Πβ. κύκλωμα.|| ~ εξτρεμιστών/τρομοκρατών. Πβ. άντρο, φιδοφωλιά.
49268σφήνασφή-να ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) καθετί που παρεμβάλλεται σε κανονική δραστηριότητα, διαδικασία, διακόπτοντας την εξέλιξη ή τη συνοχή της: διαφημιστικές ~ες (: που προβάλλονται εμβόλιμα κατά τη διάρκεια εκπομπής). Μπαίνω ~ (σε διαμάχη, συζήτηση). Ο παίκτης μπήκε ~ στην άμυνα της αντίπαλης ομάδας.|| Το νέο προϊόν εμφανίστηκε ως ~ στην αγορά (ανάμεσα στις γνωστές μάρκες).|| (στην οδήγηση, ξαφνική και χωρίς προειδοποίηση αλλαγή λωρίδας κυκλοφορίας:) Το ατύχημα προκλήθηκε από τις επικίνδυνες ~ες του οδηγού. 2. μικρό κομμάτι κυρ. ξύλου ή μετάλλου με σχήμα πρίσματος, το στενό άκρο του οποίου τοποθετείται ανάμεσα σε σώματα για στερέωση, διαχωρισμό ή σύσφιξη: ~ ασφαλείας/μηχανής/τζαμιού/τροχαλίας. Πλαστική/σιδερένια ~. Το τραπέζι χρειάζεται μια ~, για να μην κουνιέται. Βάλε ~ες στα παράθυρα, να μην χτυπάνε από τον αέρα. Ελαστικές ~ες τροχών (πβ. τάκος1). 3. ΟΡΥΚΤ. (προφ.) τιτανίτης. [< μεσν. σφήνα < αρχ. σφήν 3: γαλλ. sphène, αγγλ. sphene]
49269σφηνάκισφη-νά-κι ουσ. (ουδ.): μικρή ποσότητα αλκοολούχου ποτού που σερβίρεται συνήθ. σε νεανικά μπαρ σε πολύ μικρό ποτήρι και πίνεται συνήθ. με μια γουλιά· συνεκδ. το αντίστοιχο ποτήρι: παγωμένο ~. ~ βότκα/τεκίλα. Κατεβάζω/πίνω ένα ~. Στο μαγαζί μάς κέρασαν έναν γύρο ~ια. [< αγγλ. shot, γαλλ. ~, 1965]
49270σφηνοειδής, ής, ές σφη-νο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που έχει τη μορφή ή τα χαρακτηριστικά σφήνας: ~ές: προφίλ (αυτοκινήτου). ~είς: πέτρες. Μαρκαδόρος με ~ή μύτη.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ής: γραφή (: σύστημα γραφής των ανατολικών λαών με σύμβολα σε σχήμα σφήνας).|| (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) ~ής: κόλπος. ~ής: εκτομή. ~ές: οστό (: που βρίσκεται στη βάση του κρανίου). Βλ. -ειδής. [< μτγν. σφηνοειδής, γαλλ. cunéiforme, sphénoïdal, αγγλ. sphenoid(al)]
49271σφήνωμασφή-νω-μα ουσ. (ουδ.) & σφήνωση (η) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σφηνώνω: ~ της λάμας στο ξύλο. ~ των τροφών ανάμεσα στα δόντια. Πβ. μάγκωμα, φρακάρισμα. ΣΥΝ. ενσφήνωση 2. ΟΙΚΟΔ. η τελευταία σειρά από τούβλα σε τοίχο η οποία τοποθετείται λοξά και όχι οριζόντια. [< μτγν. σφήνωσις ‘χρήση σφήνας, έμφραξη’]
49272σφηνώνωσφη-νώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {σφήνω-σα, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος, σφηνών-οντας}: στερεώνω κάτι με σφήνα: ~σε τα παράθυρα, για να μην χτυπούν από τον αέρα.σφηνώνει/σφηνώνεται {κυρ. στον αόρ.}: καρφώνεται ή φρακάρει: Φορτηγό ~θηκε με ιλιγγιώδη ταχύτητα πάνω σε δέντρο. Η σφαίρα ~θηκε στο κεφάλι.|| Το παράθυρο/η πόρτα έχει ~σει από την υγρασία. Πβ. μαγκώνω. ● ΦΡ.: μου σφηνώνεται (κάτι) στο μυαλό/στο κεφάλι (προφ.-μτφ.): μου γίνεται έμμονη ιδέα: ~ ~ η σκέψη ότι ... Όταν της ~θεί κάτι ~, δεν της αλλάζεις γνώμη. ΣΥΝ. μου μπαίνει/καρφώνεται (κάτι) στο μυαλό/κεφάλι (1) [< αρχ. σφηνῶ]
49273σφίγγασφίγ-γα ουσ. (θηλ.) (μετωνυμ.): για δημόσιο συνήθ. πρόσωπο που δεν γνωστοποιεί τις προθέσεις του, κρατά κλειστά τα χαρτιά του: ~ ο εισαγγελέας για την έρευνα λόγω εχεμύθειας. Το παίζει ~ ο προπονητής και, όταν τον ρωτούν, αποφεύγει να απαντήσει. [< αρχ. σφίγξ, γαλλ.-αγγλ. sphinx]
49274σφίγγωσφίγ-γω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έσφι-ξα, σφί-ξει, -χτηκα, -χτεί, -γμένος, σφίγγ-οντας} 1. κρατώ, πιάνω ή αγκαλιάζω με δύναμη: ~ξε τα παιδιά στην αγκαλιά της. Μου ~ξε τον λαιμό και κόντεψε να με πνίξει. 2. τραβώ ή στρίβω κάτι, για να δεθεί ή να βιδώσει καλά αντίστοιχα: ~ τη θηλιά/τον κόμπο/τα κορδόνια. ~ξε γερά το σχοινί της βάρκας. ΑΝΤ. λύνω.|| ~ τη βίδα/τη βρύση/το παξιμάδι (ΑΝΤ. ξεβιδώνω). ΑΝΤ. λασκάρω (1), ξεσφίγγω, χαλαρώνω (2) 3. γίνομαι σφριγηλός: Με τη γυμναστική/το μασάζ έχω ~ξει. Με αυτές τις ασκήσεις ~ει το σώμα. Πβ. συ~.σφίγγει 1. γίνεται πηχτός, πυκνός, στερεός: ~ το τσιμέντο. Ανακατεύουμε τη σάλτσα, μέχρι να ~ξει. 2. (συνήθ. για ρούχα) πιέζει, στενεύει: Τον ~ η ζώνη/το παντελόνι του. Με ~ουν τα παπούτσια. 3. (μτφ.) (για δυσάρεστη ή ανεπιθύμητη κατάσταση) εντείνεται, επιτείνεται: ~ ο κλοιός (της ύφεσης). ~ουν οι έλεγχοι/τα πράγματα. ● Παθ.: σφίγγομαι 1. πιέζομαι: Το μωρό ~εται, για να ενεργηθεί.|| (μτφ.) ~εται η καρδιά μου (= ραγίζει, στενοχωριέμαι) με το κατάντημά του. 2. (μτφ.) συγκρατούμαι: ~χτηκα, για να μη μιλήσω. ● ΦΡ.: και πού να σφίξουν/να πιάσουν οι ζέστες! (ειρων.): σε περιπτώσεις που η συμπεριφορά κάποιου φαίνεται γελοία, παράλογη, αλλοπρόσαλλη: Τι ρούχα είναι αυτά που φοράει! ~ ~!, σφίγγω τη γροθιά & τις γροθιές: κλείνω την παλάμη με δύναμη: Οι αντίπαλοι έσφιξαν τις γροθιές, έτοιμοι να παλέψουν.|| (σε ένδειξη αποφασιστικότητας, διαμαρτυρίας, ενθουσιασμού) Έσφιγγε τις γροθιές του θυμωμένος., σφίγγω το ζωνάρι (μου) (προφ.): ελαττώνω τα έξοδά μου, κάνω οικονομία· κατ' επεκτ. περιορίζομαι ή ζορίζομαι: Θα σφίξουμε τα ζωνάρια μας και θα τον βγάλουμε τον μήνα. Ανεβαίνει η τιμή του πετρελαίου και σφίγγουν τα ζωνάρια., σφίγγω το στόμα/τα δόντια/τα χείλη: προσπαθώ να κρύψω έντονα αρνητικά συναισθήματα., σφίγγω το χέρι κάποιου & σφίγγουμε τα χέρια: κάνω χειραψία με κάποιον, κυρ. ως χειρονομία φιλίας ή σύναψης συμφωνίας: Μου έσφιξε θερμά το χέρι.|| Οι αντιμαχόμενες πλευρές/οι αντίπαλοι έσφιξαν τα χέρια. Πβ. δίνω τα χέρια., κάνω πέτρα την καρδιά (μου)/κάνω την καρδιά (μου) πέτρα βλ. πέτρα, σφίγγουν οι κώλοι βλ. κώλος, σφίγγουν/πλακώνουν/πιάνουν οι ζέστες/τα κρύα βλ. ζέστη, σφίγγω/τραβώ/μαζεύω τα λουριά βλ. λουρί [< αρχ. σφίγγω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.