| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 49289 | σφολιατοειδή | [σφολιατοειδῆ] σφο-λια-το-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα): ΜΑΓΕΙΡ. παρασκευάσματα από σφολιάτα. | |
| 49290 | σφόνδυλος | σφόν-δυ-λος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύλου} 1. ΜΗΧΑΝΟΛ. βολάν: ~ διπλής μάζας. 2. ΑΡΧΙΤ. σπόνδυλος: ~οι κιόνων. | |
| 49291 | σφοντύλι | σφο-ντύ-λι ουσ. (ουδ.) & σφονδύλι (παλαιότ.): στρογγυλό εξάρτημα της βάσης του αδραχτιού που επιτάχυνε την περιστροφή του. ● ΦΡ.: είδα τον ουρανό/μου ήρθε/μου 'ρθε ο ουρανός σφοντύλι βλ. ουρανός [< μεσν. σφοντύλιν] | |
| 49292 | σφουγγαράδικος | , η, ο σφουγ-γα-ρά-δι-κος επίθ. (προφ.): που αναφέρεται στην αλιεία σφουγγαριών (σπογγαλιεία): ~η: παράδοση. ~ο: καΐκι. ● Ουσ.: σφουγγαράδικο (το): μικρό πλοίο για την αλιεία σφουγγαριών. ΣΥΝ. σπογγαλιευτικό | |
| 49293 | σφουγγαράς | σφουγ-γα-ράς ουσ. (αρσ.) (προφ.): δύτης που αλιεύει σφουγγάρια. Βλ. -άς. ΣΥΝ. σπογγαλιέας | |
| 49294 | σφουγγάρι | σφουγ-γά-ρι ουσ. (ουδ.) {σφουγγαρ-ιού | -ιών} 1. μαλακό, πορώδες, απορροφητικό υλικό που χρησιμοποιείται κυρ. για πλύσιμο ή καθάρισμα: συνθετικό/φυσικό ~. Φυτικό ~ (πβ. λούφα2). ~ κουζίνας/μπάνιου/(σχολικού) πίνακα. ~ γυαλίσματος/καθαρισμού/πλύσης. ~ απολέπισης (σώματος). Τρίψιμο με ~. Έπλυνε το αυτοκίνητο με κουβά και ~. ΣΥΝ. σπόγγος 2. ΖΩΟΛ. πολυκύτταρος θαλάσσιος οργανισμός (φύλο Porifera) που ζει προσκολλημένος στον βυθό, σχηματίζοντας αποικίες και αλιεύεται κυρ. για την παραγωγή του αντίστοιχου προϊόντος: μεσογειακό ~. Αλιεία ~ιών (= σπογγαλιεία). Βλ. κοιλεντερωτά. ● Υποκ.: σφουγγαράκι (το) ● ΦΡ.: πίνει σαν σφουγγάρι/νεροφίδα: καταναλώνει μεγάλες ποσότητες αλκοόλ., πίνει/ρουφάει/τραβάει σαν σφουγγάρι: έχει μεγάλη απορροφητικότητα: Τα τηγανητά τραβούν το λάδι ~. Το ξύλο πίνει την υγρασία ~. [< μεσν. σφουγγάρι < μτγν. σπογγάριον, σφογγάριον < αρχ. σπόγγος] | |
| 49295 | σφουγγαρίζω | σφουγ-γα-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σφουγγάρι-σα, σφουγγαρί-στηκε, -σμένος, σφουγγαρίζ-οντας} 1. καθαρίζω δάπεδο με νερό ή και με απορρυπαντική ουσία, χρησιμοποιώντας συνήθ. ειδική σκούπα ή πανί: ~ τη βεράντα/το δωμάτιο/τις σκάλες. ~σε το πάτωμα με χλωρίνη. ~σμένο: μπαλκόνι. Βλ. πλένω, σφουγγαρίστρα. 2. (μτφ.-αργκό) παύω κάποιον από τη θέση του, απολύω, αποπέμπω: Τον ~σαν χωρίς να τον ειδοποιήσουν. Πβ. διώχνω. Βλ. εξαφανίζω. | |
| 49296 | σφουγγάρισμα | σφουγ-γά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {σφουγγαρίσμ-ατος}: η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του σφουγγαρίζω: Σκούπισμα, ~ και γυάλισμα δαπέδων. ~ με νερό/χλωρίνη. Καρότσι/κουβάς ~ατος. Βλ. πλύσιμο. | |
| 49297 | σφουγγαρίστρα | σφουγ-γα-ρί-στρα ουσ. (θηλ.): εργαλείο καθαρισμού δαπέδων που αποτελείται από μακρύ κοντάρι, στην άκρη του οποίου ενσωματώνεται ειδικό πανί ή πλέγμα από λωρίδες απορροφητικού υλικού: επαγγελματική/οικιακή ~. ~ με μικροΐνες/μικροΐνών. Πβ. μάπα. | |
| 49298 | σφουγγαρόπανο | σφουγ-γα-ρό-πα-νο ουσ. (ουδ.) 1. χοντρό απορροφητικό πανί που χρησιμοποιείται στο σφουγγάρισμα: Έστυψε το ~, να φύγουν τα νερά. 2. (μτφ.-μειωτ.) για ύφασμα παλιό, φθαρμένο ή κακής ποιότητας: Το πουκάμισο έγινε ~ από τα πολλά πλυσίματα.|| (μτφ., για πρόσ.) Από ήρωας κατάντησε ~ (: αντικείμενο εκμετάλλευσης, κακομεταχείρισης). | |
| 49299 | σφουγγάτο | [σφουγγᾶτο] σφουγ-γά-το ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. είδος ομελέτας με λαχανικά που ψήνεται συνήθ. στον φούρνο: κρητικό ~. Πβ. καγιανάς, στραπατσάδα. Βλ. -άτο. [< μεσν. σφουγγάτο] | |
| 49300 | σφουγγίζω | σφουγ-γί-ζω ρ. (μτβ.) {σφούγγι-σα (προφ.) -ξα, -στηκε, (σπάν.) -σμένος}: σκουπίζω νερό ή γενικότ. υγρό από επιφάνεια: ~ τον πάγκο/το τραπέζι. ~ με πανί/πετσέτα/χαρτί. Βλ. στεγνώνω.|| ~σε τον ιδρώτα με την παλάμη του. ~σε τα δάκρυά της με μαντίλι. ΣΥΝ. σπογγίζω [< αρχ. σφογγίζω ‘πλένω ή σκουπίζω με σφουγγάρι, εξαλείφω’] | |
| 49301 | σφούγγισμα | σφούγ-γι-σμα ουσ. (ουδ.) (σπάν.): η ενέργεια του σφουγγίζω. Βλ. σκούπισμα, στέγνωμα. | |
| 49302 | σφουγγοκωλάριος | σφουγ-γο-κω-λά-ρι-ος ουσ. (αρσ.) & σφογγοκωλάριος (προφ.): πρόσωπο που συμπεριφέρεται με δουλοπρέπεια· κόλακας, υποτακτικός: ~ της εξουσίας. Πβ. γλείφτης. | |
| 49303 | σφουμάτο | [σφουμᾶτο] σφου-μά-το ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. τεχνική στη ζωγραφική η οποία συνίσταται στην αποφυγή έντονων περιγραμμάτων και τη χρήση απαλών αποχρώσεων, για να δοθεί αίσθηση βάθους και όγκου. [< ιταλ. sfumato] | |
| 49304 | σφραγίδα | σφρα-γί-δα ουσ. (θηλ.) {σφραγίδ-ων} 1. μικρό αντικείμενο με εγχάρακτα ή ανάγλυφα γράμματα, σύμβολα ή παραστάσεις, που, όταν πιεστεί σε μελάνι, αφήνει το αποτύπωμά του πάνω σε χαρτί, κυρ. για δήλωση της ταυτότητας του χρήστη, της εγκυρότητας ή γνησιότητας εγγράφου· το σχετικό αποτύπωμα: αυτόματη/βασιλική (πβ. βούλα)/μεταλλική/μηχανική/ξύλινη/παραλληλόγραμμη/στρογγυλή/υπηρεσιακή ~. ~ πιστοποίησης. ~-στιλό. ~ της γραμματείας/του δημοσίου/του δήμου/του διευθυντή/του πανεπιστημίου/του συλλόγου/του σχολείου/του ταχυδρομείου (/ταχυδρομική ~)/του τμήματος. Η μεγάλη του κράτους ~.|| Το έγγραφο είναι άκυρο χωρίς ~.|| (ΙΣΤ.-ΑΡΧΑΙΟΛ.) Βυζαντινή/μολύβδινη/πατριαρχική ~. Δαχτυλίδι με ~.|| (ως παραθετικό σύνθ., μτφ.) Επιχείρηση/εταιρεία-~ (: με τυπική μόνο ύπαρξη, βλ. φάντασμα).|| (ΕΚΚΛΗΣ., αντικείμενο με λειτουργικά σύμβολα για τον άρτο της Θείας Ευχαριστίας:) ~ για το πρόσφορο. 2. (μτφ.) στοιχείο που χαρακτηρίζει σε καθοριστικό βαθμό πρόσωπο, πνευματική ή καλλιτεχνική δημιουργία, κατάσταση ή αποτελεί αναγνωρίσιμο και αναμφισβήτητο γνώρισμά του: ανεξίτηλη ~. Η ~ του χρόνου. Τα βιβλία του φέρουν έντονα τη ~ της εποχής τους.|| (σήμα κατατεθέν:) Προϊόν με ~ ... 3. ΕΚΚΛΗΣ. η τελετή ανάληψης εκκλησιαστικού αξιώματος: ~ δωρεάς (του Αγίου Πνεύματος) (: το Άγιο Μύρο). ● Υποκ.: σφραγιδάκι (το): μόνο στη σημ. 1., σφραγιδούλα (η) ● ΦΡ.: βάζω/θέτω τη σφραγίδα (μου) {συνηθέστ. στον αόρ.} (μτφ.): διαδραματίζω αποφασιστικό, καθοριστικό ρόλο· είμαι ο δημιουργός ενός έργου: Έβαλε την προσωπική του ~ στην εκπαίδευση/στην ιστορία/στην τέχνη. Ο σκηνοθέτης έχει βάλει τη ~ του σε πολλές ταινίες., αφήνω το στίγμα/τη σφραγίδα μου (κάπου) βλ. αφήνω [< 1: αρχ. σφραγίς 2: γαλλ. sceau 3: μτγν. ~] | |
| 49305 | σφραγιδογλυφία | σφρα-γι-δο-γλυ-φί-α ουσ. (θηλ.): ΑΡΧ. η τέχνη της κατασκευής σφραγίδων. | |
| 49306 | σφραγιδογραφία | σφρα-γι-δο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. σιγιλλογραφία. Βλ. -γραφία. | |
| 49307 | σφραγιδόλιθος | σφρα-γι-δό-λι-θος ουσ. (αρσ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. λίθος, συνήθ. πολύτιμος, με εγχάρακτη παράσταση που τοποθετούνταν πάνω σε δαχτυλίδι και χρησίμευε ως σφραγίδα: μινωικός/φακοειδής/χρυσόδετος ~. | |
| 49308 | σφραγίζω | σφρα-γί-ζω ρ. (μτβ.) {σφράγι-σα, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, σφραγίζ-οντας} 1. βάζω, αποτυπώνω σφραγίδα σε έγγραφο, αντικείμενο: ~ την απόδειξη/το βιβλιάριο/την επιστολή. Η επιταγή ~σθηκε ως ακάλυπτη.|| ~σμένος: φάκελος. ΑΝΤ. αποσφραγίζω 2. (μτφ.) επηρεάζω, σημαδεύω: Ο ποιητής ... ~σε μια ολόκληρη εποχή. Περίοδος που ~στηκε από μεγάλους δημιουργούς. 3. (μτφ.) επιβεβαιώνω με επίσημο τρόπο, εξασφαλίζω: ~στηκε η συμφωνία ανάμεσα σε ...|| (στην αθλητική δημοσιογραφία) Ομάδα που ~σε (= κλείδωσε, σιγούρεψε) την πρόκριση για τον τελικό.|| Κόμμα που ~ει τη νίκη στις εκλογές. 4. κλείνω (κάτι) έτσι ώστε να μην μπορεί να υπάρξει παραβίαση ή διείσδυση: ~ ένα βαρέλι/δέμα/κιβώτιο/μπουκάλι. Οι υπεύθυνοι ~σαν τα θέματα των εξετάσεων. ~σμένη: συσκευασία. ~σμένο: κουτί. Διαγωνισμός με ~σμένες προσφορές. 5. ΝΟΜ. (για δικαστική ή άλλη Αρχή) κλείνω και απαγορεύω τη λειτουργία χώρου: Ο δικαστικός λειτουργός ~σε την επιχείρηση/το νυχτερινό κέντρο. 6. ΙΑΤΡ. κάνω σφράγισμα: ~σμένα: δόντια. ● ΦΡ.: σφραγίζω το στόμα μου (προφ.): δεν μιλώ, αρνούμαι να συζητήσω (για κάτι): Γνωρίζει πολλά, αλλά έχει σφραγίσει (: κρατά κλειστό) το στόμα της. [< αρχ. σφραγίζω ‘βάζω σφραγίδα, επικυρώνω’ 3,4: γαλλ. sceller 6: γαλλ. plomber] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ