Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [49820-49840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
49275σφιγκτήραςσφι-γκτή-ρας ουσ. (αρσ.) 1. ΑΝΑΤ. σύνολο μυών που συστέλλουν ή κλείνουν κοιλότητα ή πόρο του σώματος: οισοφαγικός/πρωκτικός ~. ~ της ουρήθρας/του πυλωρού/του στόματος. Πβ. δακτύλιος.|| Τεχνητός ~.|| (ως επίθ.) ~ μυς των βλεφάρων. 2. ΤΕΧΝΟΛ. κάθε εργαλείο, όργανο που σφίγγει ή/και συγκρατεί αντικείμενα: κωνικός/μεταλλικός ~. Πλαστικοί ~ες. ~ στερέωσης. ~ καλωδίου/συρματόσχοινου/σωλήνα. Πβ. μέγγενη, συ~. Βλ. εντατήρας, -τήρας. 3. ΖΩΟΛ. κατηγορία τροπικών φιδιών (π.χ. βόας, πύθωνας), τα οποία σκοτώνουν τα θύματά τους περισφίγγοντάς τα μέχρι θανάτου. [< μτγν. σφιγκτήρ 1: γαλλ.-αγλλ. sphincter]
49276σφιγμένος, η, ο σφιγ-μέ-νος επίθ. 1. που έχει σφιχτεί, δεθεί ή περιστραφεί με δύναμη: ~η: βίδα/ζώνη. ~ο: καπάκι.|| ~η: γροθιά. ~οι: μύες (= τεταμένοι). Δύσκαμπτοι και ~οι ώμοι. Πβ. σφιχτός. 2. (μτφ.-προφ., για πρόσ.) επιφυλακτικός, συγκρατημένος: Στην παράσταση εμφανίστηκε ~ λόγω άγχους. Η ομάδα έπαιζε ~η. Πβ. κουμπωμένος, μαζεμένος.|| (κατ' επέκτ.) ~ο: χαμόγελο. ΑΝΤ. ακομπλεξάριστος, χαλαρός (2) 3. (μτφ.-προφ.) που υφίσταται πίεση κυρ. ψυχολογική: Είναι ~ οικονομικά αυτή την εποχή. Πβ. στριμωγμένος.|| Παρακολουθούσε τις δραματικές εξελίξεις με ~η καρδιά/~ο στομάχι. ● επίρρ.: σφιγμένα
49277σφίξιμο

σφί-ξι-μο ουσ. (ουδ.) 1. έντονη σωματική ενόχληση ή ψυχολογική πίεση που δημιουργεί δυσφορία: μυϊκό ~. ~ στο ισχίο/στον μηρό/στους προσαγωγούς. (ΙΑΤΡ.) ~ των δοντιών (= βρυγμός).|| ~ στην καρδιά/στον λαιμό/στην ψυχή (πβ. κόμπος, βλ. πλάκωμα). Αισθάνθηκε ένα ξαφνικό ~ στο στήθος.|| Οικονομικό ~ (πβ. ζόρισμα, πρεσάρισμα, στρίμωγμα). 2. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σφίγγω: ~ της βίδας/του κοχλία/του παξιμαδιού. ~ με πένσα. Βλ. σύσφιξη. ΑΝΤ. λασκάρισμα 3. δυνατό κράτημα, πιάσιμο: ~ των χεριών (: ως χαιρετισμός ή για κλείσιμο συμφωνίας). 4. επιφυλακτικότητα ή αμηχανία: ~ επικρατεί στις αγορές λόγω αύξησης των τιμών. Πβ. κούμπωμα, μούδιασμα. 5. (σπάν.) πήξη: ~ της ζύμης. [< μεσν. σφίξιμον]

49278σφιχταγκαλιάζωσφι-χτα-γκα-λιά-ζω ρ. (μτβ.) {σφιχταγκάλια-σα, -στηκε, -σμένος} 1. αγκαλιάζω κάποιον ή κάτι σφιχτά: ~σε το παιδί της και το φίλησε θερμά. Ανυπομονώ να ~σω τους γονείς μου. ~σμένο: ζευγάρι.|| (μτφ.-επιτατ.) Η ομάδα ~σε την πρόκριση. 2. (μτφ.-λογοτ.) πιέζω έντονα, περικυκλώνω ή τυλίγω: Την έχει ~σει η απελπισία. Πβ. ζώνω.|| Η παραλία ~ει το λιμάνι (πβ. περικλείω).
49279σφιχταγκάλιασμασφι-χτα-γκά-λια-σμα ουσ. (ουδ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σφιχταγκαλιάζω: ~ εραστών/φίλων.|| (μτφ.) ~ θρησκείας και κράτους. 2. (μτφ.) έντονη πίεση ή περικύκλωση: ασφυκτικό ~.
49280σφίχτηςσφί-χτης ουσ. (αρσ.) (αργκό): υπερβολικά γυμνασμένος, μυώδης άντρας. Πβ. μποντιμπιλντεράς, μπρατσωμένος, φουσκωτός.
49281σφιχτοδεμένος, η, ο σφι-χτο-δε-μέ-νος επίθ. 1. (μτφ.) που έχει αναπτύξει ισχυρούς δεσμούς ή παρουσιάζει συνοχή: ~η: οικογένεια/ομάδα (πβ. συμπαγής)/παρέα.|| ~η: αφήγηση/δομή (βλ. συγκροτημένος)/πλοκή/σκηνοθεσία. ~ο: κείμενο/σενάριο. Πβ. συνεκτικός. 2. γεροδεμένος, σφριγηλός: ~ο: κορμί. Πβ. γραμμωμένος. ΑΝΤ. πλαδαρός 3. που έχει δεθεί σφιχτά: ~ος: κόμπος. ~η: γραβάτα. ΑΝΤ. χαλαρός (1)
49282σφιχτοδένωσφι-χτο-δέ-νω ρ. (μτβ.) {σφιχτόδε-σα, -θηκε, -μένος}: δένω σφιχτά: ~σε τη σακούλα (των σκουπιδιών).|| (μτφ.-λογοτ.) Παράδοση που ~ει το χθες με το σήμερα.
49283σφιχτός, ή, ό σφι-χτός επίθ. 1. που σφίγγει, είναι σφιγμένος ή έχει σφίξει: ~ός: εναγκαλισμός. ~ή: παλάμη/χειραψία.|| ~ή: ζώνη. ~ό: παντελόνι. ~ά: κορδόνια/παπούτσια. Πβ. εφαρμοστός, στενός.|| ~ός: κόμπος. ΑΝΤ. χαλαρός.|| ~ή: βίδα. Πβ. σφιγμένος. ΑΝΤ. λάσκος.|| ~ή: ζύμη/σάλτσα. ~ό: αβγό (βλ. μελάτο). ~ή: άμυνα (ομάδας). ~ή: πλέξη. Βλ. αραιός.|| ~ό: κορμί. ~οί: κοιλιακοί (μυες). Πβ. γεροδεμένος, σφριγηλός. ΑΝΤ. πλαδαρός. 2. που δεν κάνει σπατάλες: Είναι ~ στα έξοδα λόγω άλλων υποχρεώσεων/λόγω τσιγκουνιάς. Πβ. φειδωλός.|| ~ή: (οικονομική) περίοδος/πολιτική. ~ός (προβλέπεται να) είναι ο νέος προϋπολογισμός. ΣΥΝ. σφιχτοχέρης ΑΝΤ. ανοιχτοχέρης, γενναιόδωρος (1), σπάταλος (1) ● επίρρ.: σφιχτά [< μεσν. σφικτός]
49284σφιχτοχέρηςσφι-χτο-χέ-ρης ουσ. (αρσ.) {σφιχτοχέρηδες | θηλ. σφιχτοχέρα} (προφ.): τσιγκούνης: Έχει τη φήμη του ~η. Πβ. φιλάργυρος.|| (ως επίθ.) ~ης: τύπος. ΣΥΝ. σφιχτός (2), τσιφούτης ΑΝΤ. απλοχέρης (1), γαλαντόμος, σκορποχέρης, σπάταλος (1), χουβαρντάς
49285σφόδρασφό-δρα επίρρ. (λόγ.): υπερβολικά, σε μεγάλο βαθμό: Eίναι ~ ενοχλημένος/ερωτευμένος. Τον επέκριναν ~ (= έντονα) για τη στάση του. [< αρχ. σφόδρα]
49286σφοδρός, ή, ό σφο-δρός επίθ.: ιδιαίτερα ορμητικός, με μεγάλη δύναμη, ένταση: ~ός: ανταγωνισμός (πβ. άγριος)/έρωτας/σεισμός. ~ή: αντιπαράθεση/έκρηξη/επίθεση/επιθυμία/ήττα/θαλασσοταραχή/θύελλα/καταιγίδα (= έντονη)/κριτική (= αιχμηρή, οξεία)/μάχη/σύγκρουση. ~ό: πάθος/πλήγμα/χτύπημα. ~οί: άνεμοι/βομβαρδισμοί. ~ές: αντιδράσεις/δηλώσεις/κατηγορίες. ~ά: πυρά. ~ό κύμα κακοκαιρίας πλήττει ... Πβ. βίαιος, ραγδαίος.|| (για πρόσ.) ~ός: αντίπαλος (πβ. ισχυρός, σκληρός)/επικριτής/πολέμιος. ΑΝΤ. ήπιος (1) ● επίρρ.: σφοδρά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. σφοδρός]
49287σφοδρότητασφο-δρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πολύ μεγάλη ένταση, ορμητικότητα: Η ~ της αντίδρασης/της κρίσης/του φαινομένου. Επιτέθηκε με ~ κατά του ... Οι συγκρούσεις συνεχίζονται με αμείωτη ~. Πβ. βιαιότ-, δριμύτ-ητα, ορμή. Βλ. -ότητα. [< αρχ. σφοδρότης]
49288σφολιάτασφο-λιά-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. αφράτη ζύμη που παρασκευάζεται κυρ. από αλεύρι και φυτικά λιπαρά και μπορεί να χωριστεί σε λεπτά φύλλα, αφού ψηθεί: γαλλική/κατεψυγμένη/σπιτική/φρέσκια ~. ~ βουτύρου. Ρολό ~ας. Ανοίγω/απλώνω/βουτυρώνω/στρώνω τη ~. Κρέας τυλιγμένο σε ~. Βλ. βολοβάν, κουρού, κρούστα. ● Υποκ.: σφολιατάκι (το) [< ιταλ. sfogliata]
49289σφολιατοειδή[σφολιατοειδῆ] σφο-λια-το-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα): ΜΑΓΕΙΡ. παρασκευάσματα από σφολιάτα.
49290σφόνδυλοςσφόν-δυ-λος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύλου} 1. ΜΗΧΑΝΟΛ. βολάν: ~ διπλής μάζας. 2. ΑΡΧΙΤ. σπόνδυλος: ~οι κιόνων.
49291σφοντύλισφο-ντύ-λι ουσ. (ουδ.) & σφονδύλι (παλαιότ.): στρογγυλό εξάρτημα της βάσης του αδραχτιού που επιτάχυνε την περιστροφή του. ● ΦΡ.: είδα τον ουρανό/μου ήρθε/μου 'ρθε ο ουρανός σφοντύλι βλ. ουρανός [< μεσν. σφοντύλιν]
49292σφουγγαράδικος, η, ο σφουγ-γα-ρά-δι-κος επίθ. (προφ.): που αναφέρεται στην αλιεία σφουγγαριών (σπογγαλιεία): ~η: παράδοση. ~ο: καΐκι. ● Ουσ.: σφουγγαράδικο (το): μικρό πλοίο για την αλιεία σφουγγαριών. ΣΥΝ. σπογγαλιευτικό
49293σφουγγαράςσφουγ-γα-ράς ουσ. (αρσ.) (προφ.): δύτης που αλιεύει σφουγγάρια. Βλ. -άς. ΣΥΝ. σπογγαλιέας
49294σφουγγάρισφουγ-γά-ρι ουσ. (ουδ.) {σφουγγαρ-ιού | -ιών} 1. μαλακό, πορώδες, απορροφητικό υλικό που χρησιμοποιείται κυρ. για πλύσιμο ή καθάρισμα: συνθετικό/φυσικό ~. Φυτικό ~ (πβ. λούφα2). ~ κουζίνας/μπάνιου/(σχολικού) πίνακα. ~ γυαλίσματος/καθαρισμού/πλύσης. ~ απολέπισης (σώματος). Τρίψιμο με ~. Έπλυνε το αυτοκίνητο με κουβά και ~. ΣΥΝ. σπόγγος 2. ΖΩΟΛ. πολυκύτταρος θαλάσσιος οργανισμός (φύλο Porifera) που ζει προσκολλημένος στον βυθό, σχηματίζοντας αποικίες και αλιεύεται κυρ. για την παραγωγή του αντίστοιχου προϊόντος: μεσογειακό ~. Αλιεία ~ιών (= σπογγαλιεία). Βλ. κοιλεντερωτά. ● Υποκ.: σφουγγαράκι (το) ● ΦΡ.: πίνει σαν σφουγγάρι/νεροφίδα: καταναλώνει μεγάλες ποσότητες αλκοόλ., πίνει/ρουφάει/τραβάει σαν σφουγγάρι: έχει μεγάλη απορροφητικότητα: Τα τηγανητά τραβούν το λάδι ~. Το ξύλο πίνει την υγρασία ~. [< μεσν. σφουγγάρι < μτγν. σπογγάριον, σφογγάριον < αρχ. σπόγγος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.