Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [49840-49860]

IDΛήμμαΕρμηνεία
49295σφουγγαρίζωσφουγ-γα-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σφουγγάρι-σα, σφουγγαρί-στηκε, -σμένος, σφουγγαρίζ-οντας} 1. καθαρίζω δάπεδο με νερό ή και με απορρυπαντική ουσία, χρησιμοποιώντας συνήθ. ειδική σκούπα ή πανί: ~ τη βεράντα/το δωμάτιο/τις σκάλες. ~σε το πάτωμα με χλωρίνη. ~σμένο: μπαλκόνι. Βλ. πλένω, σφουγγαρίστρα. 2. (μτφ.-αργκό) παύω κάποιον από τη θέση του, απολύω, αποπέμπω: Τον ~σαν χωρίς να τον ειδοποιήσουν. Πβ. διώχνω. Βλ. εξαφανίζω.
49296σφουγγάρισμασφουγ-γά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {σφουγγαρίσμ-ατος}: η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του σφουγγαρίζω: Σκούπισμα, ~ και γυάλισμα δαπέδων. ~ με νερό/χλωρίνη. Καρότσι/κουβάς ~ατος. Βλ. πλύσιμο.
49297σφουγγαρίστρασφουγ-γα-ρί-στρα ουσ. (θηλ.): εργαλείο καθαρισμού δαπέδων που αποτελείται από μακρύ κοντάρι, στην άκρη του οποίου ενσωματώνεται ειδικό πανί ή πλέγμα από λωρίδες απορροφητικού υλικού: επαγγελματική/οικιακή ~. ~ με μικροΐνες/μικροΐνών. Πβ. μάπα.
49298σφουγγαρόπανοσφουγ-γα-ρό-πα-νο ουσ. (ουδ.) 1. χοντρό απορροφητικό πανί που χρησιμοποιείται στο σφουγγάρισμα: Έστυψε το ~, να φύγουν τα νερά. 2. (μτφ.-μειωτ.) για ύφασμα παλιό, φθαρμένο ή κακής ποιότητας: Το πουκάμισο έγινε ~ από τα πολλά πλυσίματα.|| (μτφ., για πρόσ.) Από ήρωας κατάντησε ~ (: αντικείμενο εκμετάλλευσης, κακομεταχείρισης).
49299σφουγγάτο[σφουγγᾶτο] σφουγ-γά-το ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. είδος ομελέτας με λαχανικά που ψήνεται συνήθ. στον φούρνο: κρητικό ~. Πβ. καγιανάς, στραπατσάδα. Βλ. -άτο. [< μεσν. σφουγγάτο]
49300σφουγγίζωσφουγ-γί-ζω ρ. (μτβ.) {σφούγγι-σα (προφ.) -ξα, -στηκε, (σπάν.) -σμένος}: σκουπίζω νερό ή γενικότ. υγρό από επιφάνεια: ~ τον πάγκο/το τραπέζι. ~ με πανί/πετσέτα/χαρτί. Βλ. στεγνώνω.|| ~σε τον ιδρώτα με την παλάμη του. ~σε τα δάκρυά της με μαντίλι. ΣΥΝ. σπογγίζω [< αρχ. σφογγίζω ‘πλένω ή σκουπίζω με σφουγγάρι, εξαλείφω’]
49301σφούγγισμασφούγ-γι-σμα ουσ. (ουδ.) (σπάν.): η ενέργεια του σφουγγίζω. Βλ. σκούπισμα, στέγνωμα.
49302σφουγγοκωλάριοςσφουγ-γο-κω-λά-ρι-ος ουσ. (αρσ.) & σφογγοκωλάριος (προφ.): πρόσωπο που συμπεριφέρεται με δουλοπρέπεια· κόλακας, υποτακτικός: ~ της εξουσίας. Πβ. γλείφτης.
49303σφουμάτο[σφουμᾶτο] σφου-μά-το ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. τεχνική στη ζωγραφική η οποία συνίσταται στην αποφυγή έντονων περιγραμμάτων και τη χρήση απαλών αποχρώσεων, για να δοθεί αίσθηση βάθους και όγκου. [< ιταλ. sfumato]
49304σφραγίδασφρα-γί-δα ουσ. (θηλ.) {σφραγίδ-ων} 1. μικρό αντικείμενο με εγχάρακτα ή ανάγλυφα γράμματα, σύμβολα ή παραστάσεις, που, όταν πιεστεί σε μελάνι, αφήνει το αποτύπωμά του πάνω σε χαρτί, κυρ. για δήλωση της ταυτότητας του χρήστη, της εγκυρότητας ή γνησιότητας εγγράφου· το σχετικό αποτύπωμα: αυτόματη/βασιλική (πβ. βούλα)/μεταλλική/μηχανική/ξύλινη/παραλληλόγραμμη/στρογγυλή/υπηρεσιακή ~. ~ πιστοποίησης. ~-στιλό. ~ της γραμματείας/του δημοσίου/του δήμου/του διευθυντή/του πανεπιστημίου/του συλλόγου/του σχολείου/του ταχυδρομείου (/ταχυδρομική ~)/του τμήματος. Η μεγάλη του κράτους ~.|| Το έγγραφο είναι άκυρο χωρίς ~.|| (ΙΣΤ.-ΑΡΧΑΙΟΛ.) Βυζαντινή/μολύβδινη/πατριαρχική ~. Δαχτυλίδι με ~.|| (ως παραθετικό σύνθ., μτφ.) Επιχείρηση/εταιρεία-~ (: με τυπική μόνο ύπαρξη, βλ. φάντασμα).|| (ΕΚΚΛΗΣ., αντικείμενο με λειτουργικά σύμβολα για τον άρτο της Θείας Ευχαριστίας:) ~ για το πρόσφορο. 2. (μτφ.) στοιχείο που χαρακτηρίζει σε καθοριστικό βαθμό πρόσωπο, πνευματική ή καλλιτεχνική δημιουργία, κατάσταση ή αποτελεί αναγνωρίσιμο και αναμφισβήτητο γνώρισμά του: ανεξίτηλη ~. Η ~ του χρόνου. Τα βιβλία του φέρουν έντονα τη ~ της εποχής τους.|| (σήμα κατατεθέν:) Προϊόν με ~ ... 3. ΕΚΚΛΗΣ. η τελετή ανάληψης εκκλησιαστικού αξιώματος: ~ δωρεάς (του Αγίου Πνεύματος) (: το Άγιο Μύρο). ● Υποκ.: σφραγιδάκι (το): μόνο στη σημ. 1., σφραγιδούλα (η) ● ΦΡ.: βάζω/θέτω τη σφραγίδα (μου) {συνηθέστ. στον αόρ.} (μτφ.): διαδραματίζω αποφασιστικό, καθοριστικό ρόλο· είμαι ο δημιουργός ενός έργου: Έβαλε την προσωπική του ~ στην εκπαίδευση/στην ιστορία/στην τέχνη. Ο σκηνοθέτης έχει βάλει τη ~ του σε πολλές ταινίες., αφήνω το στίγμα/τη σφραγίδα μου (κάπου) βλ. αφήνω [< 1: αρχ. σφραγίς 2: γαλλ. sceau 3: μτγν. ~]
49305σφραγιδογλυφίασφρα-γι-δο-γλυ-φί-α ουσ. (θηλ.): ΑΡΧ. η τέχνη της κατασκευής σφραγίδων.
49306σφραγιδογραφίασφρα-γι-δο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. σιγιλλογραφία. Βλ. -γραφία.
49307σφραγιδόλιθοςσφρα-γι-δό-λι-θος ουσ. (αρσ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. λίθος, συνήθ. πολύτιμος, με εγχάρακτη παράσταση που τοποθετούνταν πάνω σε δαχτυλίδι και χρησίμευε ως σφραγίδα: μινωικός/φακοειδής/χρυσόδετος ~.
49308σφραγίζωσφρα-γί-ζω ρ. (μτβ.) {σφράγι-σα, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, σφραγίζ-οντας} 1. βάζω, αποτυπώνω σφραγίδα σε έγγραφο, αντικείμενο: ~ την απόδειξη/το βιβλιάριο/την επιστολή. Η επιταγή ~σθηκε ως ακάλυπτη.|| ~σμένος: φάκελος. ΑΝΤ. αποσφραγίζω 2. (μτφ.) επηρεάζω, σημαδεύω: Ο ποιητής ... ~σε μια ολόκληρη εποχή. Περίοδος που ~στηκε από μεγάλους δημιουργούς. 3. (μτφ.) επιβεβαιώνω με επίσημο τρόπο, εξασφαλίζω: ~στηκε η συμφωνία ανάμεσα σε ...|| (στην αθλητική δημοσιογραφία) Ομάδα που ~σε (= κλείδωσε, σιγούρεψε) την πρόκριση για τον τελικό.|| Κόμμα που ~ει τη νίκη στις εκλογές. 4. κλείνω (κάτι) έτσι ώστε να μην μπορεί να υπάρξει παραβίαση ή διείσδυση: ~ ένα βαρέλι/δέμα/κιβώτιο/μπουκάλι. Οι υπεύθυνοι ~σαν τα θέματα των εξετάσεων. ~σμένη: συσκευασία. ~σμένο: κουτί. Διαγωνισμός με ~σμένες προσφορές. 5. ΝΟΜ. (για δικαστική ή άλλη Αρχή) κλείνω και απαγορεύω τη λειτουργία χώρου: Ο δικαστικός λειτουργός ~σε την επιχείρηση/το νυχτερινό κέντρο. 6. ΙΑΤΡ. κάνω σφράγισμα: ~σμένα: δόντια. ● ΦΡ.: σφραγίζω το στόμα μου (προφ.): δεν μιλώ, αρνούμαι να συζητήσω (για κάτι): Γνωρίζει πολλά, αλλά έχει σφραγίσει (: κρατά κλειστό) το στόμα της. [< αρχ. σφραγίζω ‘βάζω σφραγίδα, επικυρώνω’ 3,4: γαλλ. sceller 6: γαλλ. plomber]
49309σφράγισησφρά-γι-ση ουσ. (θηλ.): σφράγισμα. ~ των εγγράφων/της επιταγής.|| ~ της συσκευασίας. Πβ. κλείσιμο.|| (ΝΟΜ.) Άμεση/οριστική/προσωρινή ~ επιχείρησης/καταστήματος/πρατηρίου (υγρών καυσίμων). ΑΝΤ. αποσφράγιση
49310σφράγισμασφρά-γι-σμα ουσ. (ουδ.) 1. ΙΑΤΡ. εισαγωγή ειδικού υλικού στην κοιλότητα χαλασμένου δοντιού για την προστασία του και συνεκδ. το ίδιο το υλικό: διπλό/λευκό/μεταλλικό ~. ΣΥΝ. έμφραξη (2) 2. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σφραγίζω: ~ βιβλιαρίου (υγείας)/εγγράφων/φακέλου. ~ επιταγής. Πβ. σφράγιση.|| ~ μπουκαλιού. Πβ. φράξιμο.|| Το ~ της νίκης. Πβ. εξασφάλιση. 3. ΝΟΜ. κλείσιμο και απαγόρευση λειτουργίας χώρου με απόφαση δικαστικής συνήθ. Αρχής: ~ αποθήκης/καταστήματος. [< αρχ. σφράγισμα ‘αποτύπωμα σφραγίδας’ 1: γαλλ. plombage 3: γαλλ. apposition de scellés]
49311σφραγιστικός, ή, ό σφρα-γι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το σφράγισμα ή τη σφραγίδα: ~ή: επιφάνεια/μαστίχη/στρώση/ταινία. ~ό: βερνίκι/κονίαμα/τσιμέντο.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ό: δαχτυλίδι (βλ. σφραγιδόλιθος). ● Ουσ.: σφραγιστικό (το): κάθε υλικό που χρησιμοποιείται για σφράγισμα επιφανειών και εξασφάλιση στεγανότητας: ακρυλικό ~. ~ πολυουρεθάνης. ~ αρμών/πόρων. [< αγγλ. sealant, 1944]
49312σφραγιστός, ή, ό σφρα-γι-στός επίθ. (λόγ.) ΣΥΝ. ενσφράγιστος ΑΝΤ. ασφράγιστος 1. ερμητικά κλειστός: ~ό: κουτί. 2. που φέρει σφραγίδα: ~ό: χαρτί. [< μτγν. σφραγιστός ‘εφοδιασμένος με δημόσια σφραγίδα’]
49313σφριγηλός, ή, ό σφρι-γη-λός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από ζωντάνια και σφρίγος ή βρίσκεται σε ακμή: ~ός: νέος. ~ή: επιδερμίδα (= σφιχτή). ~ό: κορμί (ΑΝΤ. πλαδαρό). Πβ. θαλερός.|| ~ή: οικονομία (πβ. εύρωστη)/πολιτική. Πβ. ακμαίος. Βλ. -ηλός.
49314σφριγηλότητασφρι-γη-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σφριγηλού: νεανική ~. ~ και ελαστικότητα του δέρματος. Πβ. ακμή, ευρωστία, ζωντάνια, σφρίγος. Βλ. -ότητα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.