Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [49840-49860]

IDΛήμμαΕρμηνεία
49309σφράγισησφρά-γι-ση ουσ. (θηλ.): σφράγισμα. ~ των εγγράφων/της επιταγής.|| ~ της συσκευασίας. Πβ. κλείσιμο.|| (ΝΟΜ.) Άμεση/οριστική/προσωρινή ~ επιχείρησης/καταστήματος/πρατηρίου (υγρών καυσίμων). ΑΝΤ. αποσφράγιση
49310σφράγισμασφρά-γι-σμα ουσ. (ουδ.) 1. ΙΑΤΡ. εισαγωγή ειδικού υλικού στην κοιλότητα χαλασμένου δοντιού για την προστασία του και συνεκδ. το ίδιο το υλικό: διπλό/λευκό/μεταλλικό ~. ΣΥΝ. έμφραξη (2) 2. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σφραγίζω: ~ βιβλιαρίου (υγείας)/εγγράφων/φακέλου. ~ επιταγής. Πβ. σφράγιση.|| ~ μπουκαλιού. Πβ. φράξιμο.|| Το ~ της νίκης. Πβ. εξασφάλιση. 3. ΝΟΜ. κλείσιμο και απαγόρευση λειτουργίας χώρου με απόφαση δικαστικής συνήθ. Αρχής: ~ αποθήκης/καταστήματος. [< αρχ. σφράγισμα ‘αποτύπωμα σφραγίδας’ 1: γαλλ. plombage 3: γαλλ. apposition de scellés]
49311σφραγιστικός, ή, ό σφρα-γι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το σφράγισμα ή τη σφραγίδα: ~ή: επιφάνεια/μαστίχη/στρώση/ταινία. ~ό: βερνίκι/κονίαμα/τσιμέντο.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ό: δαχτυλίδι (βλ. σφραγιδόλιθος). ● Ουσ.: σφραγιστικό (το): κάθε υλικό που χρησιμοποιείται για σφράγισμα επιφανειών και εξασφάλιση στεγανότητας: ακρυλικό ~. ~ πολυουρεθάνης. ~ αρμών/πόρων. [< αγγλ. sealant, 1944]
49312σφραγιστός, ή, ό σφρα-γι-στός επίθ. (λόγ.) ΣΥΝ. ενσφράγιστος ΑΝΤ. ασφράγιστος 1. ερμητικά κλειστός: ~ό: κουτί. 2. που φέρει σφραγίδα: ~ό: χαρτί. [< μτγν. σφραγιστός ‘εφοδιασμένος με δημόσια σφραγίδα’]
49313σφριγηλός, ή, ό σφρι-γη-λός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από ζωντάνια και σφρίγος ή βρίσκεται σε ακμή: ~ός: νέος. ~ή: επιδερμίδα (= σφιχτή). ~ό: κορμί (ΑΝΤ. πλαδαρό). Πβ. θαλερός.|| ~ή: οικονομία (πβ. εύρωστη)/πολιτική. Πβ. ακμαίος. Βλ. -ηλός.
49314σφριγηλότητασφρι-γη-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σφριγηλού: νεανική ~. ~ και ελαστικότητα του δέρματος. Πβ. ακμή, ευρωστία, ζωντάνια, σφρίγος. Βλ. -ότητα.
49315σφρίγος[σφρῖγος] σφρί-γος ουσ. (ουδ.) (λόγ.): σωματική και πνευματική δύναμη, ζωντάνια, ευρωστία: νεανικό ~ (πβ. σφριγηλότητα). Είναι γεμάτος ~ και διάθεση για δημιουργία. Πβ. ακμή, αλκή, ζωτικότητα. [< αρχ. σφρῖγος]
49316σφυγμικός, ή, ό σφυγ-μι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον σφυγμό: ~ός: πόνος. ~ή: έκκριση/οξυμετρία. [< αρχ. σφυγμικός]
49317σφυγμομανόμετροσφυγ-μο-μα-νό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. πιεσόμετρο: υδραργυρικό ~. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. sphygmomanomètre, 1907, αγγλ. sphygmomanometer]
49318σφυγμομέτρησησφυγ-μο-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΑΤΙΣΤ. διεξαγωγή έρευνας σε τυχαίο αλλά αντιπροσωπευτικό δείγμα του πληθυσμού, η οποία εξετάζει και καταγράφει ανά τακτά χρονικά διαστήματα τη διαμόρφωση των απόψεων της κοινής γνώμης πάνω σε συγκεκριμένα ζητήματα: διαδικτυακή/τηλεφωνική ~. ~ αντιδράσεων. ~ για λογαριασμό (τηλεοπτικής) εκπομπής/εφημερίδας. Πβ. γκάλοπ, δημοσκόπηση. 2. ΙΑΤΡ. η μέτρηση της συχνότητας των παλμών της καρδιάς. Βλ. -μέτρηση.
49319σφυγμόμετροσφυγ-μό-με-τρο ουσ. (ουδ.): όργανο μέτρησης των καρδιακών σφυγμών: (ΙΑΤΡ.) ηλεκτρονικό/ψηφιακό ~.|| (μτφ.) ~ της αγοράς/οικονομίας. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. sphygmomètre, αγγλ. sphygmometer]
49320σφυγμομετρώ[σφυγμομετρῶ] σφυγ-μο-με-τρώ ρ. (μτβ.) {-εί κ. -ά, -ώντας | σφυγμομέτρ-ησε} 1. κάνω σφυγμομέτρηση· γενικότ. βολιδοσκοπώ: (ΣΤΑΤΙΣΤ.) Η εταιρεία ~εί την ακροαματικότητα (των ραδιοφωνικών σταθμών)/τη θεαματικότητα (των τηλεοπτικών προγραμμάτων).|| Το κόμμα ~εί τις αντιδράσεις/διαθέσεις της κοινής γνώμης. 2. ΙΑΤΡ. μετρώ τη συχνότητα των παλμών της καρδιάς. Βλ. -μετρώ. [< γαλλ. tâter le pouls]
49321σφυγμόςσφυγ-μός ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. κάθε ρυθμική κίνηση των αρτηριών που προκαλείται από τις συστολές της καρδιάς και γίνεται αντιληπτή με την πίεση του δαχτύλου κυρ. στον καρπό ή τον λαιμό: καρωτιδικός ~. Αδύναμος/αργός (βλ. βραδυκαρδία)/άρρυθμος/γρήγορος (βλ. ταχυκαρδία)/δυνατός/κανονικός ~. Πίεση ~ού (: διαφορά μεταξύ συστολικής και διαστολικής πίεσης). Μέτρηση/ψηλάφηση του ~ού. Φυσιολογικοί ~οί ανά/το λεπτό (βλ. καρδιακή συχνότητα). Ο γιατρός έπιασε/πήρε τον ~ό του. Δεν έχει ~ό (: είναι νεκρός). Ανέβηκαν/έπεσαν οι ~οί της. Πβ. χτύπος. ΣΥΝ. σφύξη 2. (μτφ.) σύνολο των τάσεων που διαμορφώνουν τη νοοτροπία ή/και τις ενέργειες ενός συνόλου σε δεδομένη χρονική στιγμή· ένταση, ζωντάνια: Τα τραγούδια του αφουγκράζονται τον ~ό της νεολαίας. Συμβαδίζει με τον ~ό της εποχής. Το περιοδικό έπιασε τον ~ό του μέσου αναγνώστη.|| Ο ~ των γεγονότων (πβ. καρδιά, κέντρο)/της επικαιρότητας. Πβ. παλμός. ● ΣΥΜΠΛ.: παράδοξος σφυγμός βλ. παράδοξος [< 1: αρχ. σφυγμός 2: γαλλ. pouls]
49322σφύζωσφύ-ζω ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ., συνήθ. στο γ' πρόσ.} (λόγ.-μτφ.): χαρακτηρίζομαι από σφρίγος, ένταση, ζωτικότητα: Η πόλη ~ει από ζωή (= είναι γεμάτη ζωντάνια). ~ει από ενέργεια (= βρίθει, πβ. ξεχειλίζει)/από υγεία. Η αγορά ~ει από κίνηση. [< αρχ. σφύζω]
49323σφύξησφύ-ξη ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ. σφύξ-εις}: ΙΑΤΡ. σφυγμός: καρδιακές ~εις. ~εις ανά λεπτό. [< αρχ. σφύξις]
49325σφυράωβλ. σφυρίζω
49326σφυρηλασίασφυ-ρη-λα-σί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΤΕΧΝΟΛ. σφυρηλάτηση: ~ μετάλλων. [< μεσν. σφυρηλασία]
49327σφυρηλάτησησφυ-ρη-λά-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) διάπλαση, διαμόρφωση μέσω έντονης προσπάθειας: ~ της φιλίας/του χαρακτήρα. ~ της ενότητας και της συνεργασίας των λαών. Βλ. καλλιέργεια. 2. ΤΕΧΝΟΛ. επεξεργασία μετάλλου με σφυρί, σφυροκόπημα: θερμή/ψυχρή ~. Βλ. έλαση, κοίλανση. ΣΥΝ. σφυρηλασία [< μεσν. σφυρηλάτησις]
49328σφυρήλατος, η, ο σφυ-ρή-λα-τος επίθ.: (συνήθ. για μέταλλο) που έχει σφυρηλατηθεί: ~ος: σίδηρος (= φερ φορζέ)/χάλυβας. ~η: προτομή. ~ο: αλουμίνιο/ασήμι/ατσάλι/έλασμα/καρφί/πιστόνι. ~ες: ζάντες. ~α: έμβολα/έπιπλα/κοσμήματα. ΣΥΝ. σφυρηλατημένος. Πβ. χτυπητός. [< αρχ. σφυρήλατος]
49329σφυρηλατώ[σφυρηλατῶ] σφυ-ρη-λα-τώ ρ. (μτβ.) {σφυρηλατ-είς ..., -ώντας | σφυρηλάτ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} 1. (μτφ.) διαμορφώνω, καταβάλλοντας προσπάθεια, διαπλάθω: ~ ιδέες/συνειδήσεις/σχέσεις εμπιστοσύνης/φιλίες. Ο πολιτισμός ~εί ισχυρούς δεσμούς μεταξύ των λαών. Οι εμπειρίες ~ησαν την προσωπικότητά του. ~είται: ο χαρακτήρας του ανθρώπου/της ομάδας. Η ενότητα ~ήθηκε μέσα από κοινούς αγώνες. Βλ. καλλιεργώ. 2. επεξεργάζομαι μέταλλο με σφυρί, σφυροκοπώ: ~ησε τον σίδηρο στο αμόνι. ~ημένο: ατσάλι (ΣΥΝ. σφυρήλατο). [< 1: γαλλ. forger 2: μτγν. σφυρηλατῶ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.