Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [49860-49880]

IDΛήμμαΕρμηνεία
49315σφρίγος[σφρῖγος] σφρί-γος ουσ. (ουδ.) (λόγ.): σωματική και πνευματική δύναμη, ζωντάνια, ευρωστία: νεανικό ~ (πβ. σφριγηλότητα). Είναι γεμάτος ~ και διάθεση για δημιουργία. Πβ. ακμή, αλκή, ζωτικότητα. [< αρχ. σφρῖγος]
49316σφυγμικός, ή, ό σφυγ-μι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον σφυγμό: ~ός: πόνος. ~ή: έκκριση/οξυμετρία. [< αρχ. σφυγμικός]
49317σφυγμομανόμετροσφυγ-μο-μα-νό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. πιεσόμετρο: υδραργυρικό ~. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. sphygmomanomètre, 1907, αγγλ. sphygmomanometer]
49318σφυγμομέτρησησφυγ-μο-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΑΤΙΣΤ. διεξαγωγή έρευνας σε τυχαίο αλλά αντιπροσωπευτικό δείγμα του πληθυσμού, η οποία εξετάζει και καταγράφει ανά τακτά χρονικά διαστήματα τη διαμόρφωση των απόψεων της κοινής γνώμης πάνω σε συγκεκριμένα ζητήματα: διαδικτυακή/τηλεφωνική ~. ~ αντιδράσεων. ~ για λογαριασμό (τηλεοπτικής) εκπομπής/εφημερίδας. Πβ. γκάλοπ, δημοσκόπηση. 2. ΙΑΤΡ. η μέτρηση της συχνότητας των παλμών της καρδιάς. Βλ. -μέτρηση.
49319σφυγμόμετροσφυγ-μό-με-τρο ουσ. (ουδ.): όργανο μέτρησης των καρδιακών σφυγμών: (ΙΑΤΡ.) ηλεκτρονικό/ψηφιακό ~.|| (μτφ.) ~ της αγοράς/οικονομίας. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. sphygmomètre, αγγλ. sphygmometer]
49320σφυγμομετρώ[σφυγμομετρῶ] σφυγ-μο-με-τρώ ρ. (μτβ.) {-εί κ. -ά, -ώντας | σφυγμομέτρ-ησε} 1. κάνω σφυγμομέτρηση· γενικότ. βολιδοσκοπώ: (ΣΤΑΤΙΣΤ.) Η εταιρεία ~εί την ακροαματικότητα (των ραδιοφωνικών σταθμών)/τη θεαματικότητα (των τηλεοπτικών προγραμμάτων).|| Το κόμμα ~εί τις αντιδράσεις/διαθέσεις της κοινής γνώμης. 2. ΙΑΤΡ. μετρώ τη συχνότητα των παλμών της καρδιάς. Βλ. -μετρώ. [< γαλλ. tâter le pouls]
49321σφυγμόςσφυγ-μός ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. κάθε ρυθμική κίνηση των αρτηριών που προκαλείται από τις συστολές της καρδιάς και γίνεται αντιληπτή με την πίεση του δαχτύλου κυρ. στον καρπό ή τον λαιμό: καρωτιδικός ~. Αδύναμος/αργός (βλ. βραδυκαρδία)/άρρυθμος/γρήγορος (βλ. ταχυκαρδία)/δυνατός/κανονικός ~. Πίεση ~ού (: διαφορά μεταξύ συστολικής και διαστολικής πίεσης). Μέτρηση/ψηλάφηση του ~ού. Φυσιολογικοί ~οί ανά/το λεπτό (βλ. καρδιακή συχνότητα). Ο γιατρός έπιασε/πήρε τον ~ό του. Δεν έχει ~ό (: είναι νεκρός). Ανέβηκαν/έπεσαν οι ~οί της. Πβ. χτύπος. ΣΥΝ. σφύξη 2. (μτφ.) σύνολο των τάσεων που διαμορφώνουν τη νοοτροπία ή/και τις ενέργειες ενός συνόλου σε δεδομένη χρονική στιγμή· ένταση, ζωντάνια: Τα τραγούδια του αφουγκράζονται τον ~ό της νεολαίας. Συμβαδίζει με τον ~ό της εποχής. Το περιοδικό έπιασε τον ~ό του μέσου αναγνώστη.|| Ο ~ των γεγονότων (πβ. καρδιά, κέντρο)/της επικαιρότητας. Πβ. παλμός. ● ΣΥΜΠΛ.: παράδοξος σφυγμός βλ. παράδοξος [< 1: αρχ. σφυγμός 2: γαλλ. pouls]
49322σφύζωσφύ-ζω ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ., συνήθ. στο γ' πρόσ.} (λόγ.-μτφ.): χαρακτηρίζομαι από σφρίγος, ένταση, ζωτικότητα: Η πόλη ~ει από ζωή (= είναι γεμάτη ζωντάνια). ~ει από ενέργεια (= βρίθει, πβ. ξεχειλίζει)/από υγεία. Η αγορά ~ει από κίνηση. [< αρχ. σφύζω]
49323σφύξησφύ-ξη ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ. σφύξ-εις}: ΙΑΤΡ. σφυγμός: καρδιακές ~εις. ~εις ανά λεπτό. [< αρχ. σφύξις]
49325σφυράωβλ. σφυρίζω
49326σφυρηλασίασφυ-ρη-λα-σί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΤΕΧΝΟΛ. σφυρηλάτηση: ~ μετάλλων. [< μεσν. σφυρηλασία]
49327σφυρηλάτησησφυ-ρη-λά-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) διάπλαση, διαμόρφωση μέσω έντονης προσπάθειας: ~ της φιλίας/του χαρακτήρα. ~ της ενότητας και της συνεργασίας των λαών. Βλ. καλλιέργεια. 2. ΤΕΧΝΟΛ. επεξεργασία μετάλλου με σφυρί, σφυροκόπημα: θερμή/ψυχρή ~. Βλ. έλαση, κοίλανση. ΣΥΝ. σφυρηλασία [< μεσν. σφυρηλάτησις]
49328σφυρήλατος, η, ο σφυ-ρή-λα-τος επίθ.: (συνήθ. για μέταλλο) που έχει σφυρηλατηθεί: ~ος: σίδηρος (= φερ φορζέ)/χάλυβας. ~η: προτομή. ~ο: αλουμίνιο/ασήμι/ατσάλι/έλασμα/καρφί/πιστόνι. ~ες: ζάντες. ~α: έμβολα/έπιπλα/κοσμήματα. ΣΥΝ. σφυρηλατημένος. Πβ. χτυπητός. [< αρχ. σφυρήλατος]
49329σφυρηλατώ[σφυρηλατῶ] σφυ-ρη-λα-τώ ρ. (μτβ.) {σφυρηλατ-είς ..., -ώντας | σφυρηλάτ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} 1. (μτφ.) διαμορφώνω, καταβάλλοντας προσπάθεια, διαπλάθω: ~ ιδέες/συνειδήσεις/σχέσεις εμπιστοσύνης/φιλίες. Ο πολιτισμός ~εί ισχυρούς δεσμούς μεταξύ των λαών. Οι εμπειρίες ~ησαν την προσωπικότητά του. ~είται: ο χαρακτήρας του ανθρώπου/της ομάδας. Η ενότητα ~ήθηκε μέσα από κοινούς αγώνες. Βλ. καλλιεργώ. 2. επεξεργάζομαι μέταλλο με σφυρί, σφυροκοπώ: ~ησε τον σίδηρο στο αμόνι. ~ημένο: ατσάλι (ΣΥΝ. σφυρήλατο). [< 1: γαλλ. forger 2: μτγν. σφυρηλατῶ]
49330σφυρίσφυ-ρί ουσ. (ουδ.) {σφυρ-ιού | -ιών}: εργαλείο χειρός με ξύλινη συνήθ. λαβή, στην υποδοχή της οποίας έχει ενσωματωθεί πλατιά, σιδερένια κεφαλή και χρησιμοποιείται κυρ. για κάρφωμα ή στερέωση: ~ μπάλας (: για κοσμήματα)/πένας (: για φανοποιούς). Έμπηξε με το ~ ένα καρφί στον τοίχο. Με ~ και καλέμι. Πβ. σφύρα. Βλ. βαριά, βαριοπούλα, ματρακάς, ματσακόνι, ματσόλα, ξυλόσφυρο.|| Υδραυλικό ~. ● Υποκ.: σφυράκι (το): (παλαιότ.) το ~ του γιατρού/του ψυχιάτρου. ● ΦΡ.: βγάζω/βγαίνει (κάτι) στο σφυρί (προφ.): πουλώ/πουλιέται σε δημοπρασία ή σε πολύ χαμηλή τιμή: Το σπίτι τους βγήκε ~ λόγω χρεών. Πβ. εκποιώ, ξεπουλώ. ΣΥΝ. εκπλειστηριάζω [< μεσν. σφυρί < μτγν. σφυρίον < αρχ. σφῦρα]
49331σφυριάσφυ-ριά ουσ. (θηλ.) (προφ.): χτύπημα με σφυρί: Κάρφωσε το κάδρο με μια γερή ~. Μ’ ενοχλούν οι ~ιές από το διπλανό διαμέρισμα.|| (μτφ.) Νιώθω ~ιές στους κροτάφους μου (: έχω έντονο πονοκέφαλο).
49332σφύριγμασφύ-ριγ-μα ουσ. (ουδ.) {σφυρίγμ-ατα}: η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του σφυρίζω: σιγανό/συνθηματικό ~. ~ στον σκύλο.|| (με σφυρίχτρα:) ~ του τροχονόμου. (σε αθλητική διοργάνωση:) Το ~ του διαιτητή. ~ έναρξης/λήξης του αγώνα. (προφ.) Η ομάδα πήρε ~ατα (: ευνοήθηκε από τη διαιτησία).|| (κατ΄επέκτ.) ~ του ανέμου/της βαλβίδας/του πλοίου/της τουρμπίνας/του τρένου/του φιδιού/των φρένων/της χύτρας. ~ στην αναπνοή (= συριγμός).|| (κυρ. στον πληθ., ως ένδειξη αποδοκιμασίας) ~ατα της εξέδρας/των θεατών/των οπαδών. Γιούχαραν τον παίκτη με ~ατα.|| (μτφ.) Αδιάφορο ~.
49333σφυρίδασφυ-ρί-δα ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. μακρόστενο ψάρι (επιστ. ονομασ. Epinephelus aeneus) χάλκινου χρώματος με ραβδώσεις, που φημίζεται για το εκλεκτό κρέας του: (ΜΑΓΕΙΡ.) βραστή/ψητή ~. ~ σχάρας/φούρνου. Φιλέτο ~ας. Βλ. πατόψαρο, περκόμορφα. [< μτγν. σφύραινα, αγγλ. sphyraena, γαλλ. sphyrène]
49334σφυρίζωσφυ-ρί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {σφύρι-ξα, -ξει, -χθηκε κ. -χτηκε, -χθεί κ. -χτεί, σφυρίζ-οντας, σφυρι-γμένος} & σφυράω 1. παράγω οξύ και διαπεραστικό ήχο, φυσώντας αέρα μέσα από τα χείλη μου ή χρησιμοποιώντας σφυρίχτρα: ~ έναν σκοπό/μια μελωδία. Έκανε δουλειές ~οντας το αγαπημένο του τραγούδι. Ο νεαρός ~ξε στην όμορφη περαστική (βλ. κορτάρω, φλερτάρω). ~ συνθηματικά.|| O διαιτητής ~ξε την έναρξη/τη λήξη (του αγώνα)/πέναλτι/φάουλ.|| (μτφ.) Ο ... θα ~ξει τον αγώνα (: θα είναι διαιτητής).|| (κατ' επέκτ.) Ο αέρας/ο βραστήρας/το μεγάφωνο/το πλοίο/το ραδιόφωνο ~ει. Το τρένο ~ξε για αναχώρηση. Μόλις η χύτρα αρχίζει να ~ει, χαμηλώνουμε τη φωτιά. ~ουν τ' αυτιά μου (= βουίζουν). Οι σφαίρες σφύριζαν εφιαλτικά. Πβ. συρίζει. 2. (προφ.-μτφ.) γνωστοποιώ κάτι σε κάποιον, συνήθ. κρυφά: Μου ~ξαν τα θέματα των εξετάσεων. ΣΥΝ. καταδίδω, μαρτυρώ (2) 3. αποδοκιμάζω, γιουχαΐζω: Οι θεατές σφύριζαν κατά του σκηνοθέτη. Η απαράδεκτη παράσταση ~χτηκε από το κοινό. ΑΝΤ. επιδοκιμάζω ● ΦΡ.: αν/άμα ..., (εμένα) σφύρα μου/να μου σφυρίξεις (κλέφτικα)/γράψε μου/να μου γράψεις! (ειρων.): για να δηλωθεί ότι κάτι αποκλείεται να γίνει: Αν περιμένεις να σου ξαναμιλήσει μετά απ' όσα του είπες, ~ ~! Άμα βγάλεις άκρη, ~ ~!, σφυρίζω αδιάφορα/κλέφτικα (προφ.): προσποιούμαι, υποκρίνομαι ότι δεν γνωρίζω ή δεν με απασχολεί κάτι, αδιαφορώ: ~ει ~ με ύφος "πέρα βρέχει". Πβ. κάνει τον Κινέζο/το κουνέλι., ένα πουλάκι μού είπε/σφύριξε βλ. πουλάκι [< μεσν. σφυρίζω < αρχ. συρίζω]
49335σφυριξιάσφυ-ρι-ξιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): σφύριγμα μικρής διάρκειας: Το σύνθημα ήταν δυο ~ιές.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.