| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 49330 | σφυρί | σφυ-ρί ουσ. (ουδ.) {σφυρ-ιού | -ιών}: εργαλείο χειρός με ξύλινη συνήθ. λαβή, στην υποδοχή της οποίας έχει ενσωματωθεί πλατιά, σιδερένια κεφαλή και χρησιμοποιείται κυρ. για κάρφωμα ή στερέωση: ~ μπάλας (: για κοσμήματα)/πένας (: για φανοποιούς). Έμπηξε με το ~ ένα καρφί στον τοίχο. Με ~ και καλέμι. Πβ. σφύρα. Βλ. βαριά, βαριοπούλα, ματρακάς, ματσακόνι, ματσόλα, ξυλόσφυρο.|| Υδραυλικό ~. ● Υποκ.: σφυράκι (το): (παλαιότ.) το ~ του γιατρού/του ψυχιάτρου. ● ΦΡ.: βγάζω/βγαίνει (κάτι) στο σφυρί (προφ.): πουλώ/πουλιέται σε δημοπρασία ή σε πολύ χαμηλή τιμή: Το σπίτι τους βγήκε ~ λόγω χρεών. Πβ. εκποιώ, ξεπουλώ. ΣΥΝ. εκπλειστηριάζω [< μεσν. σφυρί < μτγν. σφυρίον < αρχ. σφῦρα] | |
| 49331 | σφυριά | σφυ-ριά ουσ. (θηλ.) (προφ.): χτύπημα με σφυρί: Κάρφωσε το κάδρο με μια γερή ~. Μ’ ενοχλούν οι ~ιές από το διπλανό διαμέρισμα.|| (μτφ.) Νιώθω ~ιές στους κροτάφους μου (: έχω έντονο πονοκέφαλο). | |
| 49332 | σφύριγμα | σφύ-ριγ-μα ουσ. (ουδ.) {σφυρίγμ-ατα}: η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του σφυρίζω: σιγανό/συνθηματικό ~. ~ στον σκύλο.|| (με σφυρίχτρα:) ~ του τροχονόμου. (σε αθλητική διοργάνωση:) Το ~ του διαιτητή. ~ έναρξης/λήξης του αγώνα. (προφ.) Η ομάδα πήρε ~ατα (: ευνοήθηκε από τη διαιτησία).|| (κατ΄επέκτ.) ~ του ανέμου/της βαλβίδας/του πλοίου/της τουρμπίνας/του τρένου/του φιδιού/των φρένων/της χύτρας. ~ στην αναπνοή (= συριγμός).|| (κυρ. στον πληθ., ως ένδειξη αποδοκιμασίας) ~ατα της εξέδρας/των θεατών/των οπαδών. Γιούχαραν τον παίκτη με ~ατα.|| (μτφ.) Αδιάφορο ~. | |
| 49333 | σφυρίδα | σφυ-ρί-δα ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. μακρόστενο ψάρι (επιστ. ονομασ. Epinephelus aeneus) χάλκινου χρώματος με ραβδώσεις, που φημίζεται για το εκλεκτό κρέας του: (ΜΑΓΕΙΡ.) βραστή/ψητή ~. ~ σχάρας/φούρνου. Φιλέτο ~ας. Βλ. πατόψαρο, περκόμορφα. [< μτγν. σφύραινα, αγγλ. sphyraena, γαλλ. sphyrène] | |
| 49334 | σφυρίζω | σφυ-ρί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {σφύρι-ξα, -ξει, -χθηκε κ. -χτηκε, -χθεί κ. -χτεί, σφυρίζ-οντας, σφυρι-γμένος} & σφυράω 1. παράγω οξύ και διαπεραστικό ήχο, φυσώντας αέρα μέσα από τα χείλη μου ή χρησιμοποιώντας σφυρίχτρα: ~ έναν σκοπό/μια μελωδία. Έκανε δουλειές ~οντας το αγαπημένο του τραγούδι. Ο νεαρός ~ξε στην όμορφη περαστική (βλ. κορτάρω, φλερτάρω). ~ συνθηματικά.|| O διαιτητής ~ξε την έναρξη/τη λήξη (του αγώνα)/πέναλτι/φάουλ.|| (μτφ.) Ο ... θα ~ξει τον αγώνα (: θα είναι διαιτητής).|| (κατ' επέκτ.) Ο αέρας/ο βραστήρας/το μεγάφωνο/το πλοίο/το ραδιόφωνο ~ει. Το τρένο ~ξε για αναχώρηση. Μόλις η χύτρα αρχίζει να ~ει, χαμηλώνουμε τη φωτιά. ~ουν τ' αυτιά μου (= βουίζουν). Οι σφαίρες σφύριζαν εφιαλτικά. Πβ. συρίζει. 2. (προφ.-μτφ.) γνωστοποιώ κάτι σε κάποιον, συνήθ. κρυφά: Μου ~ξαν τα θέματα των εξετάσεων. ΣΥΝ. καταδίδω, μαρτυρώ (2) 3. αποδοκιμάζω, γιουχαΐζω: Οι θεατές σφύριζαν κατά του σκηνοθέτη. Η απαράδεκτη παράσταση ~χτηκε από το κοινό. ΑΝΤ. επιδοκιμάζω ● ΦΡ.: αν/άμα ..., (εμένα) σφύρα μου/να μου σφυρίξεις (κλέφτικα)/γράψε μου/να μου γράψεις! (ειρων.): για να δηλωθεί ότι κάτι αποκλείεται να γίνει: Αν περιμένεις να σου ξαναμιλήσει μετά απ' όσα του είπες, ~ ~! Άμα βγάλεις άκρη, ~ ~!, σφυρίζω αδιάφορα/κλέφτικα (προφ.): προσποιούμαι, υποκρίνομαι ότι δεν γνωρίζω ή δεν με απασχολεί κάτι, αδιαφορώ: ~ει ~ με ύφος "πέρα βρέχει". Πβ. κάνει τον Κινέζο/το κουνέλι., ένα πουλάκι μού είπε/σφύριξε βλ. πουλάκι [< μεσν. σφυρίζω < αρχ. συρίζω] | |
| 49335 | σφυριξιά | σφυ-ρι-ξιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): σφύριγμα μικρής διάρκειας: Το σύνθημα ήταν δυο ~ιές. | |
| 49336 | σφυριχτός | , ή, ό σφυ-ρι-χτός επίθ. & σφυρικτός: που σφυρίζεται ή έχει τον ήχο του σφυρίγματος: ~ή: μελωδία.|| ~ός: θόρυβος. ~ή: αναπνοή/φωνή. Πβ. συριστικός. ● επίρρ.: σφυριχτά | |
| 49337 | σφυρίχτρα | σφυ-ρί-χτρα ουσ. (θηλ.): μικρό όργανο με στόμιο, που, όταν το φυσήξει κάποιος, παράγει σφύριγμα, το οποίο λειτουργεί κυρ. ως ηχητική ειδοποίηση: μεταλλική/ξύλινη/πλαστική ~. ~ με/χωρίς στραγάλι. ~ της γυμνάστριας/του σταθμάρχη/του τροχονόμου. ~ υπερήχων (για εκπαίδευση σκύλων). Κορδόνι ~ας.|| (μτφ.-προφ.) Ο διαιτητής κατάπιε τη ~ του (: δεν καταλόγισε οφθαλμοφανή παράβαση)/κρέμασε τη ~ του (: αποχώρησε από την ενεργό δράση).|| (κατ' επέκτ.) ~ του πλοίου/τρένου. Βλ. κόρνα. | |
| 49338 | σφύρνα | σφύρ-να ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. είδος καρχαρία (επιστ. ονομασ. Sphyrna lewini, Sphyrna zygaena) μετρίου μεγέθους με κεφάλι σε σχήμα σφυριού. Πβ. ζύγαινα. Βλ. σκυλόψαρο. ΣΥΝ. σφυροκέφαλος [< νεολατ. sphyrna] | |
| 49339 | σφυρό | σφυ-ρό ουσ. (ουδ.): ΑΝΑΤ. αστράγαλος: Κάταγμα έξω/έσω ~ού. [< αρχ. σφυρόν] | |
| 49340 | σφυροβολία | σφυ-ρο-βο-λί-α ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. αγώνισμα στίβου στο οποίο ο αθλητής προσπαθεί να ρίξει τη σφύρα σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απόσταση από το σημείο βολής: πρωταθλητής στη ~. ~ ανδρών/γυναικών. Βλ. ακοντισμός, δισκο-, σφαιρο-βολία. [< γαλλ. lancer du marteau] | |
| 49341 | σφυροβόλος | σφυ-ρο-βό-λος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΘΛ. αθλητής της σφυροβολίας. Βλ. ακοντιστής, δισκο-, σφαιρο-βόλος. [< αγγλ. hammer thrower] | |
| 49342 | σφυροδακτυλία | σφυ-ρο-δα-κτυ-λί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παραμόρφωση των δαχτύλων κατά την οποία συνήθ. το δεύτερο ή τρίτο δάχτυλο του ποδιού αποκτά μόνιμη πλάγια κλίση και παίρνει τη μορφή σφυριού. | |
| 49343 | σφυροδρέπανο | σφυ-ρο-δρέ-πα-νο ουσ. (ουδ.): χιαστό σύμπλεγμα σφυριού και δρεπανιού που συμβολίζει τη συμμαχία εργατών και αγροτών αντίστοιχα και αποτελεί έμβλημα του κομμουνιστικού κινήματος: κόκκινη σημαία με ~ (: της πρώην ΕΣΣΔ). [< αγγλ. hammer and sickle, 1921] | |
| 49344 | σφυροκέφαλος | σφυ-ρο-κέ-φα-λος ουσ. (αρσ.): ΙΧΘΥΟΛ. είδος καρχαρία (γένος Sphyrna) με ρύγχος σε σχήμα σφυριού. Πβ. ζύγαινα. Βλ. σκυλόψαρο. ΣΥΝ. σφύρνα [< πβ. αγγλ. hammerhead] | |
| 49345 | σφυροκόπημα | σφυ-ρο-κό-πη-μα ουσ. (ουδ.) {σφυροκοπήμ-ατος | -ατα} 1. (μτφ.) καταιγισμός πυρών ή αρνητικών συνήθ. στοιχείων: αδιάκοπο/ανελέητο/μαζικό ~ του εχθρού. ~ από αέρος.|| (ΑΘΛ.) Συνεχές ~ της άμυνας (της αντίπαλης ομάδας).|| ~ ερωτήσεων. ~ στο κεφάλι (: για δυνατό πονοκέφαλο). Πβ. βομβαρδισμός. 2. ΤΕΧΝΟΛ. κατεργασία μετάλλου με σφυρί: ~ και συγκόλληση. Καλέμι ~ατος. ΣΥΝ. σφυρηλάτηση (2) [< γαλλ. martelage] | |
| 49346 | σφυροκοπώ | [σφυροκοπῶ] σφυ-ρο-κο-πώ ρ. (μτβ.) {-εί κ. -ά ... | σφυροκόπ-ησε, -είται, -ήθηκε, (σπάν.) -ημένος, -ώντας} & σφυροκοπάω 1. (μτφ.) εξαπολύω πυρά ή επιτίθεμαι με σφοδρότητα εναντίον κάποιου: Τα στρατεύματα ~ησαν θέσεις του εχθρού.|| (ΑΘΛ.) Οι γηπεδούχοι ~ησαν την αντίπαλη άμυνα.|| Η αγορά ~ήθηκε από τους κερδοσκόπους. Πβ. βάλλω, βομβαρδίζω.|| Ο πόνος μού ~ά το κεφάλι. Βλ. -κοπώ. 2. χτυπώ, κατεργάζομαι μέταλλο με σφυρί: Το σίδερο ~ήθηκε στο αμόνι. Πβ. σφυρηλατώ. [< 2: μτγν. σφυροκοπῶ, γαλλ. marteler] | |
| 49347 | σφυρόμυλος | σφυ-ρό-μυ-λος ουσ. (αρσ.) (επίσ.): μηχάνημα για την άλεση κόκκων φυτικών ζωοτροφών, όπως βρόμη, καλαμπόκι, κριθάρι, σιτάρι. Βλ. χαρμανιέρα. | |
| 49348 | ΣΧ.ΑΛ. | (η): Σχολή Αλεξιπτωτιστών. | |
| 49349 | σχάρα | σχά-ρα ουσ. (θηλ.) & σκάρα 1. μεταλλικό μαγειρικό εξάρτημα με λεπτές παράλληλες βέργες πάνω στο οποίο τοποθετείται φαγητό, προκειμένου να ψηθεί στον φούρνο ή στα κάρβουνα: ανοξείδωτη/ηλεκτρική (πβ. γκριλ) ~. Λαχανικά/μπιφτέκια/μπριζόλα/ψάρι στη ~/~ας. Πβ. εσχάρα. Βλ. μπάρμπεκιου, ψησταριά. 2. κάθε κατασκευή με παρόμοιο σχήμα: αλουμινένια/μαγνητική/πλαστική ~. ~ εξαερισμού/θέρμανσης/στήριξης/υπερχείλισης. ~ (οροφής/κοτσαδόρου) αυτοκινήτου/τζακιού/υπονόμου/φρεατίου. ~ μεταφοράς αποσκευών/ποδηλάτου. [< μεσν. σχάρα < αρχ. ἐσχάρα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ