| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 49336 | σφυριχτός | , ή, ό σφυ-ρι-χτός επίθ. & σφυρικτός: που σφυρίζεται ή έχει τον ήχο του σφυρίγματος: ~ή: μελωδία.|| ~ός: θόρυβος. ~ή: αναπνοή/φωνή. Πβ. συριστικός. ● επίρρ.: σφυριχτά | |
| 49337 | σφυρίχτρα | σφυ-ρί-χτρα ουσ. (θηλ.): μικρό όργανο με στόμιο, που, όταν το φυσήξει κάποιος, παράγει σφύριγμα, το οποίο λειτουργεί κυρ. ως ηχητική ειδοποίηση: μεταλλική/ξύλινη/πλαστική ~. ~ με/χωρίς στραγάλι. ~ της γυμνάστριας/του σταθμάρχη/του τροχονόμου. ~ υπερήχων (για εκπαίδευση σκύλων). Κορδόνι ~ας.|| (μτφ.-προφ.) Ο διαιτητής κατάπιε τη ~ του (: δεν καταλόγισε οφθαλμοφανή παράβαση)/κρέμασε τη ~ του (: αποχώρησε από την ενεργό δράση).|| (κατ' επέκτ.) ~ του πλοίου/τρένου. Βλ. κόρνα. | |
| 49338 | σφύρνα | σφύρ-να ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. είδος καρχαρία (επιστ. ονομασ. Sphyrna lewini, Sphyrna zygaena) μετρίου μεγέθους με κεφάλι σε σχήμα σφυριού. Πβ. ζύγαινα. Βλ. σκυλόψαρο. ΣΥΝ. σφυροκέφαλος [< νεολατ. sphyrna] | |
| 49339 | σφυρό | σφυ-ρό ουσ. (ουδ.): ΑΝΑΤ. αστράγαλος: Κάταγμα έξω/έσω ~ού. [< αρχ. σφυρόν] | |
| 49340 | σφυροβολία | σφυ-ρο-βο-λί-α ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. αγώνισμα στίβου στο οποίο ο αθλητής προσπαθεί να ρίξει τη σφύρα σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απόσταση από το σημείο βολής: πρωταθλητής στη ~. ~ ανδρών/γυναικών. Βλ. ακοντισμός, δισκο-, σφαιρο-βολία. [< γαλλ. lancer du marteau] | |
| 49341 | σφυροβόλος | σφυ-ρο-βό-λος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΘΛ. αθλητής της σφυροβολίας. Βλ. ακοντιστής, δισκο-, σφαιρο-βόλος. [< αγγλ. hammer thrower] | |
| 49342 | σφυροδακτυλία | σφυ-ρο-δα-κτυ-λί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παραμόρφωση των δαχτύλων κατά την οποία συνήθ. το δεύτερο ή τρίτο δάχτυλο του ποδιού αποκτά μόνιμη πλάγια κλίση και παίρνει τη μορφή σφυριού. | |
| 49343 | σφυροδρέπανο | σφυ-ρο-δρέ-πα-νο ουσ. (ουδ.): χιαστό σύμπλεγμα σφυριού και δρεπανιού που συμβολίζει τη συμμαχία εργατών και αγροτών αντίστοιχα και αποτελεί έμβλημα του κομμουνιστικού κινήματος: κόκκινη σημαία με ~ (: της πρώην ΕΣΣΔ). [< αγγλ. hammer and sickle, 1921] | |
| 49344 | σφυροκέφαλος | σφυ-ρο-κέ-φα-λος ουσ. (αρσ.): ΙΧΘΥΟΛ. είδος καρχαρία (γένος Sphyrna) με ρύγχος σε σχήμα σφυριού. Πβ. ζύγαινα. Βλ. σκυλόψαρο. ΣΥΝ. σφύρνα [< πβ. αγγλ. hammerhead] | |
| 49345 | σφυροκόπημα | σφυ-ρο-κό-πη-μα ουσ. (ουδ.) {σφυροκοπήμ-ατος | -ατα} 1. (μτφ.) καταιγισμός πυρών ή αρνητικών συνήθ. στοιχείων: αδιάκοπο/ανελέητο/μαζικό ~ του εχθρού. ~ από αέρος.|| (ΑΘΛ.) Συνεχές ~ της άμυνας (της αντίπαλης ομάδας).|| ~ ερωτήσεων. ~ στο κεφάλι (: για δυνατό πονοκέφαλο). Πβ. βομβαρδισμός. 2. ΤΕΧΝΟΛ. κατεργασία μετάλλου με σφυρί: ~ και συγκόλληση. Καλέμι ~ατος. ΣΥΝ. σφυρηλάτηση (2) [< γαλλ. martelage] | |
| 49346 | σφυροκοπώ | [σφυροκοπῶ] σφυ-ρο-κο-πώ ρ. (μτβ.) {-εί κ. -ά ... | σφυροκόπ-ησε, -είται, -ήθηκε, (σπάν.) -ημένος, -ώντας} & σφυροκοπάω 1. (μτφ.) εξαπολύω πυρά ή επιτίθεμαι με σφοδρότητα εναντίον κάποιου: Τα στρατεύματα ~ησαν θέσεις του εχθρού.|| (ΑΘΛ.) Οι γηπεδούχοι ~ησαν την αντίπαλη άμυνα.|| Η αγορά ~ήθηκε από τους κερδοσκόπους. Πβ. βάλλω, βομβαρδίζω.|| Ο πόνος μού ~ά το κεφάλι. Βλ. -κοπώ. 2. χτυπώ, κατεργάζομαι μέταλλο με σφυρί: Το σίδερο ~ήθηκε στο αμόνι. Πβ. σφυρηλατώ. [< 2: μτγν. σφυροκοπῶ, γαλλ. marteler] | |
| 49347 | σφυρόμυλος | σφυ-ρό-μυ-λος ουσ. (αρσ.) (επίσ.): μηχάνημα για την άλεση κόκκων φυτικών ζωοτροφών, όπως βρόμη, καλαμπόκι, κριθάρι, σιτάρι. Βλ. χαρμανιέρα. | |
| 49348 | ΣΧ.ΑΛ. | (η): Σχολή Αλεξιπτωτιστών. | |
| 49349 | σχάρα | σχά-ρα ουσ. (θηλ.) & σκάρα 1. μεταλλικό μαγειρικό εξάρτημα με λεπτές παράλληλες βέργες πάνω στο οποίο τοποθετείται φαγητό, προκειμένου να ψηθεί στον φούρνο ή στα κάρβουνα: ανοξείδωτη/ηλεκτρική (πβ. γκριλ) ~. Λαχανικά/μπιφτέκια/μπριζόλα/ψάρι στη ~/~ας. Πβ. εσχάρα. Βλ. μπάρμπεκιου, ψησταριά. 2. κάθε κατασκευή με παρόμοιο σχήμα: αλουμινένια/μαγνητική/πλαστική ~. ~ εξαερισμού/θέρμανσης/στήριξης/υπερχείλισης. ~ (οροφής/κοτσαδόρου) αυτοκινήτου/τζακιού/υπονόμου/φρεατίου. ~ μεταφοράς αποσκευών/ποδηλάτου. [< μεσν. σχάρα < αρχ. ἐσχάρα] | |
| 49350 | σχάση | σχά-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. άνοιγμα, σκίσιμο πληγής για θεραπευτικούς λόγους: ~ αποστήματος. ~ για εξαγωγή πύου. 2. ΒΙΟΛ. ασεξουαλική αναπαραγωγική διαδικασία κατά την οποία το κύτταρο χωρίζεται σε δύο ή περισσότερα θυγατρικά κύτταρα. ● ΣΥΜΠΛ.: πυρηνική σχάση & σχάση & (σπάν.) πυρηνική διάσπαση: ΦΥΣ. ΠΥΡ. φυσικός ή τεχνητός διαχωρισμός ασταθούς πυρήνα σε δύο (ή σπάν. περισσότερους) περίπου ισοβαρείς πυρήνες, με ταυτόχρονη απελευθέρωση μεγάλης ποσότητας ενέργειας: αντιδράσεις/βόμβα ~ης (βλ. ατομική βόμβα). ~ ~ του ουρανίου. Παραπροϊόντα της ~ής ~ης. ΣΥΝ. διάσπαση του ατόμου ΑΝΤ. πυρηνική σύντηξη [< αγγλ. nuclear fission, 1939] [< μτγν. σχάσις ‘σχισμή, εντομή’, αγγλ. fission, γαλλ. ~, 1938] | |
| 49351 | σχάσιμος | , η, ο σχά-σι-μος επίθ.: ΦΥΣ. ΠΥΡ. ικανός να υποστεί σχάση: ~ος: πυρήνας. ~ο: πλουτώνιο. ~α: υλικά. ~ο ισότοπο του ουρανίου. [< αγγλ. fissile, γαλλ. fissible, 1953] | |
| 49352 | σχεδία | σχε-δί-α ουσ. (θηλ.) {σχεδιών}: αυτοσχέδιο πλωτό μέσο το οποίο αποτελείται κυρ. από κορμούς δέντρων που δένονται και στερεώνονται μεταξύ τους με σχοινιά· κατ' επέκτ. κάθε σκάφος χωρίς καρίνα: η ~ του ναυαγού. Διασχίσαμε το ποτάμι με ~.|| Πνευστή σωσίβια/σωστική ~. Φουσκωτή ~ με κουπιά. [< αρχ. σχεδία] | |
| 49353 | σχεδιάγραμμα | σχε-δι-ά-γραμ-μα ουσ. (ουδ.) 1. σχηματική αναπαράσταση συνήθ. χώρου υπό κλίμακα: τοπογραφικό ~. ~ γηπέδου/ιστοσελίδας (βλ. ιστοχάρτης)/κάτοψης/οικοπέδου/περιοχής/πόλης/σπιτιού. ~ θέσεων σε αίθουσα. Χάρτης-~. Όπως φαίνεται στο ~ της σελίδας ... Πβ. διάγραμμα, πλάνο, σχέδιο. 2. περιληπτική καταγραφή των βασικότερων στοιχείων κειμένου: πρόχειρο/συνοπτικό ~. Έκανε ένα ~ πριν γράψει την έκθεση. Πβ. σκελετός. [< γαλλ. plan, γερμ. Plan] | |
| 49354 | σχεδιάζω | σχε-δι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {σχεδία-σα, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, σχεδιάζ-οντας, σχεδια-σμένος} 1. (μτφ.) σκοπεύω να κάνω κάτι, προγραμματίζω: ~ διακοπές/ταξίδι. Τι ~εις να κάνεις στη ζωή σου/σχετικά με το θέμα; Όλα έγιναν όπως τα είχαμε ~σει. Αλλαγές στην υγεία ~ει η κυβέρνηση. ~σμένη: επίθεση (= προμελετημένη, υπολογισμένη)/οικονομία. Πβ. λογαριάζω. Βλ. προ~. 2. επινοώ και αποτυπώνω σχέδιο αντικειμένου προς κατασκευή: Εταιρεία που ~ει αυτοκίνητα/έπιπλα/μηχανές/ρούχα. Ο σχεδιαστής μόδας ~ει τη νέα του κολεξιόν. Ο πολιτιστικός χώρος ~στηκε από τον γνωστό αρχιτέκτονα ... Βλ. αυτο~. 3. απεικονίζω συνήθ. με μολύβι πάνω σε χαρτί τα βασικά σημεία, το περίγραμμα ενός σχήματος, μιας εικόνας· σκιτσάρω: ~ ένα πορτρέτο/ένα τοπίο. Πβ. ζωγραφίζω, ιχνογραφώ. [< αρχ. σχεδιάζω ‘κάνω κάτι πρόχειρα, επινοώ μια αφήγηση, δημιουργώ’ 1: αγγλ. plan 2,3: γαλλ. dessiner, αγγλ. design] | |
| 49355 | σχεδίαση | σχε-δί-α-ση ουσ. (θηλ.) 1. επινόηση και αποτύπωση σχεδίου (αντικειμένου) προς κατασκευή· γενικότ. σχεδιασμός: αρχιτεκτονική/βιομηχανική/γραφική/διαδραστική/ηλεκτρονική/μηχανολογική/τεχνική/τρισδιάστατη/ψηφιακή ~ (πβ. αναπαράσταση, απεικόνιση). ~ αυτοκινήτων/δικτύων/εντύπων/επίπλων/ιστοσελίδων/λογισμικού/πλοίων/προϊόντων/(πληροφοριακών) συστημάτων/χώρων. ~ σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.|| ~ εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων/πολιτικής δράσης. 2. σκιτσάρισμα, σχεδίασμα: ~ τοπίου. ~ με μελάνι/μολύβι. ΣΥΝ. ζωγράφισμα [< γαλλ. dessin] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ