Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [49880-49900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
49350σχάσησχά-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. άνοιγμα, σκίσιμο πληγής για θεραπευτικούς λόγους: ~ αποστήματος. ~ για εξαγωγή πύου. 2. ΒΙΟΛ. ασεξουαλική αναπαραγωγική διαδικασία κατά την οποία το κύτταρο χωρίζεται σε δύο ή περισσότερα θυγατρικά κύτταρα. ● ΣΥΜΠΛ.: πυρηνική σχάση & σχάση & (σπάν.) πυρηνική διάσπαση: ΦΥΣ. ΠΥΡ. φυσικός ή τεχνητός διαχωρισμός ασταθούς πυρήνα σε δύο (ή σπάν. περισσότερους) περίπου ισοβαρείς πυρήνες, με ταυτόχρονη απελευθέρωση μεγάλης ποσότητας ενέργειας: αντιδράσεις/βόμβα ~ης (βλ. ατομική βόμβα). ~ ~ του ουρανίου. Παραπροϊόντα της ~ής ~ης. ΣΥΝ. διάσπαση του ατόμου ΑΝΤ. πυρηνική σύντηξη [< αγγλ. nuclear fission, 1939] [< μτγν. σχάσις ‘σχισμή, εντομή’, αγγλ. fission, γαλλ. ~, 1938]
49351σχάσιμος, η, ο σχά-σι-μος επίθ.: ΦΥΣ. ΠΥΡ. ικανός να υποστεί σχάση: ~ος: πυρήνας. ~ο: πλουτώνιο. ~α: υλικά. ~ο ισότοπο του ουρανίου. [< αγγλ. fissile, γαλλ. fissible, 1953]
49352σχεδίασχε-δί-α ουσ. (θηλ.) {σχεδιών}: αυτοσχέδιο πλωτό μέσο το οποίο αποτελείται κυρ. από κορμούς δέντρων που δένονται και στερεώνονται μεταξύ τους με σχοινιά· κατ' επέκτ. κάθε σκάφος χωρίς καρίνα: η ~ του ναυαγού. Διασχίσαμε το ποτάμι με ~.|| Πνευστή σωσίβια/σωστική ~. Φουσκωτή ~ με κουπιά. [< αρχ. σχεδία]
49353σχεδιάγραμμασχε-δι-ά-γραμ-μα ουσ. (ουδ.) 1. σχηματική αναπαράσταση συνήθ. χώρου υπό κλίμακα: τοπογραφικό ~. ~ γηπέδου/ιστοσελίδας (βλ. ιστοχάρτης)/κάτοψης/οικοπέδου/περιοχής/πόλης/σπιτιού. ~ θέσεων σε αίθουσα. Χάρτης-~. Όπως φαίνεται στο ~ της σελίδας ... Πβ. διάγραμμα, πλάνο, σχέδιο. 2. περιληπτική καταγραφή των βασικότερων στοιχείων κειμένου: πρόχειρο/συνοπτικό ~. Έκανε ένα ~ πριν γράψει την έκθεση. Πβ. σκελετός. [< γαλλ. plan, γερμ. Plan]
49354σχεδιάζωσχε-δι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {σχεδία-σα, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, σχεδιάζ-οντας, σχεδια-σμένος} 1. (μτφ.) σκοπεύω να κάνω κάτι, προγραμματίζω: ~ διακοπές/ταξίδι. Τι ~εις να κάνεις στη ζωή σου/σχετικά με το θέμα; Όλα έγιναν όπως τα είχαμε ~σει. Αλλαγές στην υγεία ~ει η κυβέρνηση. ~σμένη: επίθεση (= προμελετημένη, υπολογισμένη)/οικονομία. Πβ. λογαριάζω. Βλ. προ~. 2. επινοώ και αποτυπώνω σχέδιο αντικειμένου προς κατασκευή: Εταιρεία που ~ει αυτοκίνητα/έπιπλα/μηχανές/ρούχα. Ο σχεδιαστής μόδας ~ει τη νέα του κολεξιόν. Ο πολιτιστικός χώρος ~στηκε από τον γνωστό αρχιτέκτονα ... Βλ. αυτο~. 3. απεικονίζω συνήθ. με μολύβι πάνω σε χαρτί τα βασικά σημεία, το περίγραμμα ενός σχήματος, μιας εικόνας· σκιτσάρω: ~ ένα πορτρέτο/ένα τοπίο. Πβ. ζωγραφίζω, ιχνογραφώ. [< αρχ. σχεδιάζω ‘κάνω κάτι πρόχειρα, επινοώ μια αφήγηση, δημιουργώ’ 1: αγγλ. plan 2,3: γαλλ. dessiner, αγγλ. design]
49355σχεδίασησχε-δί-α-ση ουσ. (θηλ.) 1. επινόηση και αποτύπωση σχεδίου (αντικειμένου) προς κατασκευή· γενικότ. σχεδιασμός: αρχιτεκτονική/βιομηχανική/γραφική/διαδραστική/ηλεκτρονική/μηχανολογική/τεχνική/τρισδιάστατη/ψηφιακή ~ (πβ. αναπαράσταση, απεικόνιση). ~ αυτοκινήτων/δικτύων/εντύπων/επίπλων/ιστοσελίδων/λογισμικού/πλοίων/προϊόντων/(πληροφοριακών) συστημάτων/χώρων. ~ σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.|| ~ εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων/πολιτικής δράσης. 2. σκιτσάρισμα, σχεδίασμα: ~ τοπίου. ~ με μελάνι/μολύβι. ΣΥΝ. ζωγράφισμα [< γαλλ. dessin]
49356σχεδίασμασχε-δί-α-σμα ουσ. (ουδ.) {σχεδιάσμ-ατος | -ατα} 1. σκίτσο, σχεδίαση: παιδικό ~. Πβ. ζωγραφιά, σκαρίφημα, σκιαγράφημα. 2. αρχική ή πρόχειρη μορφή λογοτεχνικού συνήθ. έργου: ~ βιογραφίας/μυθιστορήματος/ποιήματος/χρονογραφίας. Πβ. προσχέδιο. [< μτγν. σχεδίασμα 'ιδιοτροπία', γαλλ. esquisse, αγγλ. drawing, design]
49357σχεδιασμόςσχε-δι-α-σμός ουσ. (αρσ.) 1. προγραμματισμός ενεργειών για επίτευξη συγκεκριμένου στόχου ή υλοποίηση έργου· γενικότ. σχέδιο: αντισεισμικός/αστικός/βιοκλιματικός/εκπαιδευτικός/ενεργειακός/επικοινωνιακός/επιχειρησιακός/εργονομικός/κυβερνητικός/οικολογικός/περιβαλλοντικός/πολεοδομικός/πολιτικός/στρατηγικός/τεχνικός/τουριστικός/χωροταξικός ~. ~ αντιμετώπισης (κρίσεων)/αξιοποίησης (της περιουσίας)/καταπολέμησης (της ανεργίας). Ανάγκη/διαδικασία/δυνατότητα/μελέτη/πλαίσιο/πρόταση/στάδιο/φάση ~ού. Πβ. ετοιμασία. Βλ. προ~.|| Μακροπρόθεσμος ~. ~ για το μέλλον. 2. σχεδίαση: αρχιτεκτονικός/εικαστικός/καινοτομικός/μοντέρνος ~. Γραφικός/ψηφιακός ~. ~ αντικειμένων/εντύπων/ιστοσελίδας/κτιρίων/προγραμμάτων. Βλ. αυτο~, επανα~. ● ΣΥΜΠΛ.: βιομηχανικός σχεδιασμός: η τέχνη της αισθητικής και λειτουργικής βελτίωσης των βιομηχανικών προϊόντων: Τμήμα ~ού ~ού (: σε ΤΕΙ). Βλ. ντιζάιν. [< αγγλ. industrial design, 1934] , οικονομικός/κεντρικός προγραμματισμός/σχεδιασμός βλ. οικονομικός [< πβ. αρχ. σχεδιασμός 'αυτοσχεδιασμός' 1: αγγλ. planning 2: γαλλ. dessin, αγγλ. drawing]
18426σχεδιασμός

[ἔρχομαι] έρ-χο-μαι ρ. (αμτβ.) {ερχόμουν, ήρθα (επίσ.) ήλθα, έρθω (επίσ.) έλθω κ. προφ. 'ρθω κ. 'ρθώ, προστ. έλα, ελάτε, (μτχ.) ερχ-όμενος} 1. πηγαίνω, φτάνω σε έναν τόπο, χώρο ή σημείο· πλησιάζω κάπου ή κάποιον, επιστρέφω, εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι, συχνάζω: ~ από μακριά. ~εται από στιγμή σε στιγμή. Ήρθαν αεροπορικώς. Θα έρθουν πριν από/μετά το καλοκαίρι. Τα αποδημητικά πουλιά ~ονται από τις βόρειες χώρες. Το τρένο ~εται τα ξημερώματα. Έλα εδώ/μέσα (πβ. κόπιασε, πέρασε)! Έλα κοντά μου/μαζί μου (πβ. συνοδεύω). ~ σε ένα λεπτό. Τον είδα να ~εται τρέχοντας (ΑΝΤ. φεύγω). ~όμενοι/καθώς έρχεστε από το λιμάνι, στρίψτε δεξιά. Έρχεσαι (: είσαι καθ' οδόν); ~όταν προς το μέρος μου. Έλα να φάμε μαζί αύριο (= σε προσκαλώ). Να μας έρχεσαι (= επισκέπτεσαι)! Ήρθε να με δει. Ήρθε στον ύπνο μου (= τον ονειρεύτηκα). Δεν ήρθε για καλό. Όταν έρθει, τα ξαναλέμε. Βλ. εισ~, εξ~, ξανα~, προ~, προσ~.|| Μου ήρθε (= έλαβα) ένα γράμμα/μήνυμα. Ήρθαν τα χρήματα. 2. (+ σε + ουσ., η σύναψη ισοδυναμεί με ρήμα ομόρριζο με το ουσ., ως απολεξικοποιημένο ρήμα) περιέρχομαι, καταλήγω σε μια κατάσταση: ~ σε αντίθεση (= αντιτίθεμαι)/αντιπαράθεση (= αντιπαρατίθεμαι)/διαπραγματεύσεις (= διαπραγματεύομαι)/διάσταση/επικοινωνία (= επικοινωνώ)/σύγκρουση (= συγκρούομαι)/συμβιβασμό (= συμβιβάζομαι)/συμφωνία (= συμφωνώ)/συνεννόηση (= συνεννοούμαι) με κάποιον. ~ σε κέφι. Ήρθε σε (ανοιχτή) ρήξη με το κατεστημένο της εποχής. Ήλθαν σε βοήθεια όσων τους είχαν ανάγκη (= βοήθησαν).|| ~ (= περνώ) στο δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας. Ας έλθουμε στο θέμα/ζήτημα που μας αφορά (= ας ασχοληθούμε με). 3. (συνήθ. + τακτ. αριθμητ.) καταλαμβάνω ορισμένη θέση, κατατάσσομαι αξιολογικά, αναδεικνύομαι: Ήρθαν (= βγήκαν) δεύτεροι/έκτοι στον διαγωνισμό/στο πρωτάθλημα. Οι δύο ομάδες ήρθαν ισόπαλες. Βλ. αν~.|| Πιο σημαντική είναι η θεραπεία και μετά ~ονται η φροντίδα και η υποστήριξη.έρχεται (προφ.) 1. (για γεγονός, φαινόμενο, κατάσταση) πλησιάζει, επίκειται ή συμβαίνει, γίνεται: ~ βροχή/(κυριολ. κ. μτφ.) θύελλα/καταιγίδα/κρίση/μπόρα. Στο τέλος ~ ο θάνατος (= επέρχεται). Μετά την ακμή ~ (= ακολουθεί, έπεται) η παρακμή. ~ονται αυξήσεις/γιορτές/εκλογές/εκπτώσεις. ~ονται δύσκολοι καιροί. Θα έρθουν καλύτερες/χειρότερες μέρες για όλους. Ήρθε (= έφτασε) ο καιρός/η στιγμή να αντιδράσουμε. Ήρθε η σειρά μας. Η απόφασή μας ήρθε φυσικά κι αβίαστα. 2. (+ από) (για πράγμα, φυσικό φαινόμενο ή κατάσταση) προέρχεται, έχει την αφετηρία του, προκύπτει: Ο θόρυβος/η σκόνη ~ από το διπλανό διαμέρισμα. Οι πρώτες πληροφορίες για την πόλη ~ονται (= πηγάζουν) από τη ρωμαϊκή εποχή. Ιδεολογικά κινήματα που ήρθαν από τη δύση. Πβ. απορρέω. 3. (προηγείται προσ. αντων. σε γεν.) αισθάνομαι, σκέφτομαι ή μου συμβαίνει κάτι: Μου ~ονται όλα ανάποδα/βολικά/δεξιά. Με το που τους είδε, της ήρθαν δάκρυα στα μάτια (= δάκρυσε). Του ήρθε βήχας/εμετός (= έκανε εμετό)/ζαλάδα (= ζαλίστηκε)/λιποθυμία (= λιποθύμησε). Της ήρθε όρεξη για σοκολάτα. Κάνει/λέει ό,τι του ~ (= του κατεβαίνει (στο κεφάλι/στο μυαλό), του καπνίζει). Μου ήρθε μια ιδέα.|| (οικ.-ειρων.) Θέλατε και πρωτάθλημα τρομάρα να σας έρθει! 4. (για ρούχο ή οτιδήποτε συμπληρώνει την εμφάνιση ενός ατόμου) εφαρμόζει, ταιριάζει: Το παντελόνι/φόρεμα του/της ~ (= πέφτει) κοντό/μακρύ/στενό. Βλ. πηγαίνει. 5. για δήλωση ιδιότητας, συνήθ. κόστους: Δεν θα το αγοράσω, μου ~ κάπως ακριβό. Πβ. κοστίζει. 6. (προηγείται προσ. αντων. σε γεν.) για δήλωση του ορίου, επιπέδου στο οποίο φτάνει κάτι: Το νερό της ~όταν ως/ίσαμε το γόνατο/τη μέση. ● Μτχ.: ερχόμενος , η, ο 1. ο αμέσως επόμενος: Οι ~ες γενιές (= επερχόμενες, μελλοντικές, μεταγενέστερες. ΑΝΤ. προγενέστερες). Η δίκη θα αρχίσει την ~η Δευτέρα (= προσεχή. ΑΝΤ. περασμένη, προηγούμενη). Βλ. εξ~. 2. που κινείται προς το μέρος κάποιου: τα ~α αυτοκίνητα. 3. ΕΚΚΛΗΣ. (σπανιότ.-λόγ., με κεφαλ. το αρχικό Ε) που προσδοκάται ο ερχομός του: Ευλογημένος ο ~. ● ΦΡ.: (κάτι) πάει κι έρχεται (μτφ.-προφ.): που μπορεί κανείς να το ανεχθεί, δεχτεί: Αυτό ~ ~., αν είναι να 'ρθει, θε να 'ρθεί, (αλλιώς θα προσπεράσει) (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι αν είναι πεπρωμένο να συμβεί κάτι, θα συμβεί: Μην αγχώνεσαι να βρεις σύντροφο, ~ ~., έρχεται από το μέλλον (μτφ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος είναι πρωτοπόρος ή κάτι καινοτόμο: Ιδέα/κίνημα/σχεδιασμός που ~ ~., έρχεται από το παρελθόν (μτφ.): ανήκει στο παρελθόν και επανέρχεται στο παρόν: Ανάμνηση/μόδα/μορφή/μυστικό που ~ ~., έρχεται στον κόσμο/στη ζωή (για πρόσ.): γεννιέται., έρχομαι στα λεφτά μου (προφ.): δεν έχω κέρδος ούτε απώλεια, συνήθ. από τυχερό παιχνίδι., έρχομαι στα λόγια (κάποιου) (προφ.): συμφωνώ μαζί του, αναφέρω τα λόγια του, με τα οποία μπορεί να διαφωνούσα παλιότερα: Να λοιπόν που τώρα ~εσαι ~ μου., ήρθε κι έδεσε (το γλυκό)/δένει το γλυκό & (σπάν.) δένει το σιρόπι (μτφ.-προφ.): για σύμπτωση, συνδυασμό, συνήθ. αρνητικών στοιχείων, παραγόντων, γεγονότων ή για ανθρώπους που ταιριάζουν: Κάτι οι ανούσιοι διάλογοι, κάτι το κακό σενάριο, ~ έδεσε το γλυκό! Η παρουσία του ~ έδεσε με όλο αυτό το κλίμα της γιορτής!|| Όχι ότι φταίει κανείς για τις σχέσεις μας, απλά δεν δένει ~!, καλώς ήρθες/ήρθατε & καλωσήρθες/καλωσήρθατε (προφ.): τυπικός χαιρετισμός για την υποδοχή επισκέπτη ή φιλοξενούμενου: -~ ~ατε! -Καλώς σας βρήκαμε! (βλ. καλώς τα δέχτηκες) ~ ~ες στην παρέα μας! ~ατε στον δικτυακό τόπο/στην ιστοσελίδα μας!|| (ως ουσ.) Ας πιούμε ένα κρασί για το ~ ~. Με το ~ ~ες άρχισε τη γκρίνια (= αμέσως· πβ. με το καλημέρα). ΣΥΝ. καλώς όρισες/ορίσατε, μου έρχεται/μου 'ρχεται να ...: νιώθω έντονα την ανάγκη ή την επιθυμία να κάνω κάτι: Όταν το σκέφτηκα, μου ήρθε να βάλω τα γέλια.|| (εμφατ.) Έτσι ~ ~ τα παρατήσω όλα., μου έρχεται/μου 'ρχεται/φέρνω (κάποιον ή κάτι) στο μυαλό/στο(ν) νου/στη σκέψη/στη μνήμη {συνήθ. στον αόρ.}: σκέφτομαι ή θυμάμαι κάποιον ή κάτι: Το πρώτο πράγμα που μου ήρθε ~ είναι ... Τι σας φέρνει στο νου η λέξη ...; Πβ. έρχεται (κάτι) στο κεφάλι μου.|| Ήρθαν ~ μας παλιές αναμνήσεις. Σε έφερα ~ μου, όπως ήσουν τότε (πβ. αναπολώ)., όσα έρθουν κι όσα πάνε/όσα πάνε κι όσα έρθουν (προφ.): δεν με νοιάζει τι πρόκειται να συμβεί: Κάνω τα στραβά μάτια, ~ ~. Πβ. δε βαριέσαι, ό,τι βρέξει ας κατεβάσει., πάει κι έρχεται 1. πηγαινοέρχεται, υπάρχει κινητικότητα: Κόσμος ~ ~. Καράβια/τρένα πάνε κι έρχονται. 2. πηγαίνει πέρα-δώθε: Το εκκρεμές ~ ~. 3. για να δηλωθεί αποδοχή, ανοχή μιας κατάστασης, ενός γεγονότος: Αν το διαζύγιο είναι συναινετικό, ~ ~. 4. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.) γίνεται σε πολύ μεγάλο βαθμό: Οι εκπλήξεις/τα κεράσματα/οι συζητήσεις πάνε κι έρχονται (= δίνουν και παίρνουν)! [< μεσν. υπάγω και έρχομαι] , (μου) έρχεται μία η άλλη βλ. ένας, μία/μια, ένα, (το γήρας) ου γαρ έρχεται μόνον βλ. ου, ανακατωμένος/ανακατεμένος ο ερχόμενος βλ. ανακατεμένος, από κει που ήρθε/'ρθε βλ. εκεί, από την Πόλη έρχομαι και στην κορ(υ)φή κανέλα βλ. κανέλα, βγαίνει/βρίσκεται/εμφανίζεται/έρχεται στο προσκήνιο βλ. προσκήνιο, βγαίνει/έρχεται στην επιφάνεια βλ. επιφάνεια, έγινε/γίνεται το έλα να δεις βλ. γίνομαι, είδα τον ουρανό/μου ήρθε/μου 'ρθε ο ουρανός σφοντύλι βλ. ουρανός, είμαι/έρχομαι στα πράγματα βλ. πράγμα, εκεί που είσαι ήμουνα κι εδώ που είμαι θα 'ρθεις βλ. είμαι, έλα, παππού/παππούλη (μου), να σου δείξω τ' αμπελοχώραφά/τ' αμπέλια σου βλ. παππούς, έλα/καλώς ήρθες στο κλαμπ βλ. κλαμπ, έρχεται (κάτι) στο κεφάλι μου βλ. κεφάλι, έρχεται και παρέρχεται βλ. παρέρχομαι, έρχεται στα χέρια μου βλ. χέρι, έρχεται/πάει/πέφτει/ταιριάζει γάντι/κουτί βλ. γάντι, έρχομαι εις γάμου κοινωνία(ν) βλ. γάμος, έρχομαι στα ίσα μου βλ. ίσα1, έρχομαι στα σύγκαλά/στα λογικά μου βλ. σύγκαλα, έρχομαι/είμαι/βρίσκομαι σε επαφή (με κάποιον/κάτι) βλ. επαφή, έρχομαι/μπαίνω στη θέση του βλ. θέση, έρχομαι/πέφτω/βρίσκομαι μούρη με μούρη με κάποιον βλ. μούρη, έρχομαι/φέρνω (κάτι) πάτσι και πόστα βλ. πάτσι, έφαγα/μου 'ρθε/μου 'πεσε κεραμίδα (στο κεφάλι) βλ. κεραμίδα, ήλθε, είδε και απήλθε βλ. απέρχομαι, ήρθα για να μείνω βλ. μένω, ήρθαν τ' άγρια να διώξουν τα ήμερα βλ. άγριος, ήρθαν/πιάστηκαν στα λόγια βλ. λόγια, ήρθαν/πιάστηκαν στα χέρια βλ. χέρι, ήρθε/έφτασε το τέλος (κάποιου/του κόσμου) βλ. τέλος, ήρθε/σήμανε η ώρα βλ. ώρα, καλομελέτα κι έρχεται! βλ. καλομελετώ, μου ήρθε λουκούμι βλ. λουκούμι, μου ήρθε/'ρθε κόλπος/ταμπλάς βλ. κόλπος2, μου πάει/έρχεται/κοστίζει/στοιχίζει ο κούκος αηδόνι βλ. αηδόνι, μπαίνω/έρχομαι στη ζωή κάποιου βλ. μπαίνω, ο κόσμος γύρισε ανάποδα/ήρθε τα πάνω κάτω βλ. κόσμος, όταν εσύ πήγαινες, εγώ ερχόμουν/γύριζα/γυρνούσα βλ. πηγαίνω & πάω, πήγαινε στη γωνία να δεις αν έρχομαι βλ. γωνία, πήγαινε-έλα βλ. πηγαίνω & πάω, πήγε/ήρθε η καρδιά μου στη θέση της βλ. καρδιά, τα καλύτερα έρχονται! βλ. καλύτερος, το έχω στο στόμα/στη γλώσσα (μου) βλ. στόμα, τρώγοντας ανοίγει/έρχεται η όρεξη βλ. τρώω, φέρνω/έρχονται τα πάνω κάτω βλ. πάνω & επάνω ● βλ. έλα [< αρχ. ἔρχομαι, γαλλ. venir, αγγλ. come, γερμ. kommen]

49359σχεδιαστής, σχεδιάστριασχε-δι-α-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με το σχέδιο, τη σχεδίαση: βιομηχανικός/γραφικός ~. ~ αυτοκινήτων/επίπλων/ιστοσελίδων/κοσμημάτων/λογισμικού (πβ. προγραμματιστής)/μόδας (πβ. μοντελίστ)/πολυμέσων. Πβ. ντιζάινερ. Βλ. γραφίστας. [< μτγν. σχεδιαστής 'αυτός που αυτοσχεδιάζει', γαλλ. dessinateur, αγγλ. designer]
49360σχεδιαστικός, ή, ό σχε-δι-α-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το σχέδιο, τη σχεδίαση: ~ός: οίκος (αυτοκινήτων)/στόχος. ~ή: ακρίβεια/γλώσσα (= ~ό στιλ)/γραμμή/επιφάνεια/κατεύθυνση (της εταιρείας)/μελέτη/ομάδα/πρόταση/φιλοσοφία. ~ό: γραφείο (= σχεδιαστήριο)/περιβάλλον/πρόγραμμα/πρότυπο/τμήμα (εταιρείας)/ύφος. ~οί: περιορισμοί. ~ές: αλλαγές/εφαρμογές/λεπτομέρειες/λύσεις. ~ά: εργαλεία/χαρακτηριστικά. Βλ. αυτο~. ● επίρρ.: σχεδιαστικά [< μεσν. σχεδιαστικός 'πρόχειρος, αυτοσχέδιος']
49361σχέδιοσχέ-δι-ο ουσ. (ουδ.) {σχεδί-ου} 1. σκοπός, στόχος και ο τρόπος επίτευξής του: επενδυτικό/επιτελικό/επιχειρησιακό/ευφυές ~. ~ αναδιάρθρωσης/ανάκαμψης/διάσωσης/ιδιωτικοποίησης/κατάσβεσης (πυρκαγιάς)/προστασίας. Στρατηγικό ~ ανάπτυξης νομού. Εκτελώ/θέτω σε εφαρμογή/καταστρώνω/πραγματοποιώ ένα ~. Έχω το ~ό μου. Ανατρέπω/χαλάω τα ~α (κάποιου). Το ~ (α)πέτυχε/ευοδώθηκε.|| Ποια είναι τα ~ά σου για το μέλλον; Στα ~ά μου είναι να ... ΣΥΝ. επιδίωξη.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ επέμβασης/επίθεσης.|| (ΠΟΛΙΤ., για πρόγραμμα εξωτερικής πολιτικής:) ~ Tρούμαν/Mάρσαλ. ΣΥΝ. πλάνο (1), πρόγραμμα (1) || (ΠΑΙΔΑΓ.) ~ εργασίας (= πρότζεκτ). 2. αναπαράσταση μορφής ή αντικειμένου, συνήθ. του περιγράμματός του, πάνω σε επιφάνεια· ειδικότ. λεπτομερής αποτύπωση αντικειμένου ή χώρου κυρ. προς κατασκευή: ~ ζωγραφικής/πορτρέτου/προσώπου/τοπίου. ~ με κάρβουνο/λαδομπογιά/μελάνι/πένα/τέμπερα/χρώμα. Παιδικό/τρισδιάστατο ~. ΣΥΝ. σκίτσο.|| ~ αυτοκινήτου/επίπλου/ιστοσελίδας/λογότυπου/μοντέλου/παπουτσιών/ρούχων/υφασμάτων. Αρχιτεκτονικό/βιομηχανικό (βλ. ντιζάιν)/διακοσμητικό/καλλιτεχνικό/κατασκευαστικό/μηχανικό/οικιστικό/τοπογραφικό ~. ~ γλύπτη/μόδιστρου/σκηνογράφου. Εκπονώ/κάνω τα ~α. Αγόρασα διαμέρισμα στα ~α (: προτού κατασκευαστεί).|| (η σχετική τεχνική:) Διδάσκω/εξετάζομαι στο/μελετώ ~.|| (σχηματική απεικόνιση χώρου:) ~ αίθουσας/τάξης. ΣΥΝ. σχεδιάγραμμα.|| Καναπές σε μοντέρνο ~. Πβ. στιλ, τεχνοτροπία. Βλ. προ~. ΣΥΝ. σχεδίαση (1), σχεδίασμα (1) 3. κάθε διακοσμητική και γενικότ. καλλιτεχνική σύνθεση πάνω σε οποιοδήποτε υλικό: γεωμετρικά ~α. Κέντημα/κουρτίνες/ποδιά/πόρτα/ταβάνι/ύφασμα με ~α. Προϊόντα σε ποικιλία ~ων. Βλ. διάνθισμα, ποίκιλμα. 4. γενική ή πρόχειρη μορφή παρουσίασης γραπτού συνήθ. κειμένου, που περιλαμβάνει τα κύρια σημεία του: ~ αίτησης/αναφοράς/βιβλίου/διάλεξης/μελέτης/ομιλίας/συμβολαίου/συμφωνίας/συνθήκης. ΣΥΝ. διάγραμμα (3) ● Υποκ.: σχεδιάκι (το): κυρ. στις σημ. 2,3. ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερο σχέδιο: που δημιουργείται με τη χρήση μολυβιού και βελόνας για τη μέτρηση των αναλογιών του αντικειμένου που θα σχεδιαστεί. Βλ. γραμμικό σχέδιο., σχέδιο Β’ & (σπανιότ.) πλάνο Β’: εναλλακτικό σχέδιο σε περίπτωση αποτυχίας του πρώτου {< αγγλ. Plan B, 1977] , σχέδιο πόλεως/πολεοδομικό σχέδιο : σχέδιο για τη ρυμοτόμηση, τη δόμηση και την επέκταση μιας πόλης: (οικισμός, οικόπεδο, περιοχή, σπίτι) εντός/εκτός ~ου πόλεως. Ένταξη στο ~ ~., σχέδιο πτήσης: αναπαράσταση της πορείας αεροσκάφους πάνω σε χάρτη., γραμμικό σχέδιο βλ. γραμμικός, επιχειρηματικό σχέδιο βλ. επιχειρηματικός, κινούμενα σχέδια βλ. κινούμενος, λογιστικό σχέδιο βλ. λογιστικός, πρόγραμμα/σχέδιο δράσης βλ. δράση, ρυθμιστικό σχέδιο βλ. ρυθμιστικός, ρυμοτομικό σχέδιο βλ. ρυμοτομικός, σχέδιο "Καλλικράτης" βλ. Καλλικράτης, σχέδιο "Καποδίστριας" βλ. Καποδίστριας, σχέδιο νόμου βλ. νόμος ● ΦΡ.: βάσει σχεδίου: για να δηλωθεί ότι κάτι γίνεται ή κάποιος ενεργεί συνειδητά, ακολουθώντας συγκεκριμένη μέθοδο, ορισμένο πρόγραμμα: Περιοχή που αναπτύσσεται ~ ~.|| (μτφ.) Βαδίζει/κινείται/λειτουργεί ~ ~ για το μέλλον. Όλα πάνε/προχωρούν ~ ~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Δρα ~ (οργανωμένου) ~, για να υπονομεύσει την ενότητα της ομάδας. Βλ. βλέποντας και κάνοντας. [< μτγν. σχέδιον ‘αυτοσχέδιος λόγος’, γαλλ. dessin, αγγλ. design]
49362σχεδιογράφημασχε-δι-ο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.) (σπάν.-επίσ.): σχεδιάγραμμα ή σκίτσο: τοπογραφικό ~. Βλ. -γράφημα.
49363σχεδιογράφοςσχε-δι-ο-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. περιφερειακή συσκευή του υπολογιστή που χρησιμεύει στη σχεδίαση με γραφίδα μελάνης· πλότερ. Βλ. -γράφος, εκτυπωτής, σαρωτής. [< αγγλ. plotter]
49364σχεδιοθήκησχε-δι-ο-θή-κη ουσ. (θηλ.): χώρος ή έπιπλο όπου αποθηκεύονται και φυλάσσονται σχέδια. Βλ. -θήκη.
49365σχεδιομελέτησχε-δι-ο-με-λέ-τη ουσ. (θηλ.): πλήρης μελέτη και σχεδίαση με σκοπό την κατασκευή: ~ προϊόντων με χρήση Η/Υ.
49366σχεδιοποίησησχε-δι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. οργάνωση της οικονομικής και πολιτικής δραστηριότητας με βάση συγκεκριμένο και συστηματικό σχεδιασμό: ~ της οικονομίας/παραγωγής. Πβ. προγραμματισμός. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. planification, 1935]
49367σχεδιοποιώ[σχεδιοποιῶ] σχε-δι-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {-εί ... | σχεδιοποι-είται, -ημένος}: ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. οργανώνω την παραγωγική ή πολιτική δραστηριότητα βάσει συγκεκριμένου σχεδίου· γενικότ. σχεδιάζω: ~ημένη: οικονομία (= προγραμματισμένη). Βλ. -ποιώ. [< γαλλ planifier, 1938]
49368σχεδιότυποσχε-δι-ό-τυ-πο ουσ. (ουδ.): ΠΛΗΡΟΦ. έτοιμος τύπος ή προκαθορισμένο, πρότυπο κείμενο για ανάσυρση και χρήση: ~ για συγγραφή διδακτορικής διατριβής. ~α: συναρτήσεων. [< αγγλ. template, ιταλ. ~, 1984]
49369σχεδόνσχε-δόν επίρρ.: περίπου, όχι ακριβώς, πάνω κάτω: ~ καθημερινά/καθόλου/πάντα/ποτέ/τζάμπα/τίποτα. (Κάτι) είναι ~ βέβαιο/σίγουρο. Έχω ~ τελειώσει, μένει μόνο ο επίλογος. Η βιβλιοθήκη μου καλύπτει ~ ολόκληρο τον τοίχο. -Είναι έτοιμο το φαγητό; -~. ~ πιάστηκαν στα χέρια (πβ. λίγο έλειψε να). ΣΥΝ. παρά λίγο/παρ' ολίγο(ν)/παρά τρίχα [< αρχ. σχεδόν]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.