Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [49920-49940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
49375σχετικιστικός, ή, ό σχε-τι-κι-στι-κός επίθ. 1. ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με τη θεωρία του σχετικισμού ή τον σχετικιστή: ~ή: αντίληψη. 2. ΦΥΣ. που αναφέρεται στη θεωρία της σχετικότητας: ~ή: κβαντομηχανική. [< αγγλ. relativistic]
49376σχετικοκρατίασχε-τι-κο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ. σχετικισμός. Βλ. -κρατία.
49377σχετικοποίησησχε-τι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σχετικοποιώ: ~ της αλήθειας/ηθικής. Βλ. -ποίηση. ΑΝΤ. απολυτοποίηση [< αγγλ. relativization, γαλλ. relativisation, περ. 1970]
49378σχετικοποιώ[σχετικοποιῶ] σχε-τι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {σχετικοποι-εί ..., -ώντας | σχετικοποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: καθιστώ κάτι σχετικό: Διαστρέφει και ~εί την αλήθεια. Ο ήρωας του βιβλίου ~εί την αξία της ζωής. ΑΝΤ. απολυτοποιώ [< αγγλ. relativize, 1935, γαλλ. relativiser, περ. 1965]
49379σχετικός, ή, ό σχε-τι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με κάποιον ή κάτι που προαναφέρθηκε: Ο ~ός: δείκτης/πίνακας/σύνδεσμος/φάκελος. Η ~ή: ιστοσελίδα/παραπομπή. Το ~ό: άρθρο/ρεπορτάζ/υλικό. Τα ~ά: προσόντα (για μια δουλειά). Για άλλα έργα, βλέπε τη ~ή υποσημείωση. Βιβλία ~ά με το διεθνές δίκαιο. Συμπληρώστε το ~ό έντυπο. ~ή με την προηγούμενη είναι και η είδηση που ακολουθεί. Πβ. συναφής. Βλ. συ~. ΑΝΤ. άσχετος (1) 2. που υπολογίζεται συγκριτικά με κάτι άλλο: ~ή: ακρίβεια/έννοια/επικράτηση. ~ό: δικαίωμα. Τιμές ~ές (: ανάλογες) με την ποσότητα των προϊόντων. Σήμερα είχε ~ή κίνηση στους δρόμους. Η αλήθεια είναι ~ή (= υποκειμενική).|| Έχει μια ~ή μόρφωση/(οικονομική) άνεση/πείρα. Πβ. στοιχειώδης.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ό υπερθετικό.|| (ως ουσ.) Η ευτυχία είναι κάτι το ~ό. ΑΝΤ. απόλυτος (3) 3. ειδικός σε κάποιο θέμα, γνώστης, εξοικειωμένος με αυτό: Πρέπει να σε συμβουλεύσει κάποιος ~ με τα νομικά ζητήματα. Πβ. ειδήμων. ● Ουσ.: σχετικά (τα): αυτά που σχετίζονται με ό,τι προαναφέρθηκε: Ασχοληθήκαμε με την οργάνωση του ταξιδιού και τα ~. Ο φάκελος υποψηφιότητας πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα ~ (: τα στοιχεία που συνήθως απαιτούνται)., σχετικό (το): ΦΙΛΟΣ. η έννοια της μη αυτόνομης ύπαρξης κάθε πράγματος ή γεγονότος και της συνάρτησής του από ποικίλους παράγοντες. ΑΝΤ. απόλυτο (2) ● επίρρ.: σχετικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Υπάρχει πρόβλημα ~ με το σπίτι. Πρόκειται για ~ ακριβό βιβλιοπωλείο. ● ΣΥΜΠΛ.: απλή/σχετική πλειοψηφία βλ. πλειοψηφία, σχετική υγρασία βλ. υγρασία, σχετική φτώχεια βλ. φτώχεια ● ΦΡ.: σχετικά με/σε σχέση με βλ. σχέση [< μτγν. σχετικός, γαλλ. relatif]
49380σχετικότητασχε-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σχετικού, υποκειμενικότητα: ~ της αλήθειας/γνώσης. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. απολυτότητα ● ΣΥΜΠΛ.: θεωρία της σχετικότητας: ΦΥΣ. θεωρία δομής του χωροχρόνου που διατυπώθηκε από τον Αϊνστάιν και υποστηρίζει ότι οι νόμοι της φύσης έχουν την ίδια μορφή σε όλα τα αδρανειακά συστήματα αναφοράς, καθώς και ότι η ταχύτητα του φωτός στο κενό είναι συνεχής και ανεξάρτητη από την πηγή ή τον παρατηρητή: γενική/ειδική ~ ~. [< γερμ. Relativitätstheorie, 1905] [< γαλλ. relativité, αγγλ. relativity]
49381σχετλιαστικός, ή, ό σχετ-λι-α-στι-κός επίθ. (λόγ.): που δηλώνει δυσαρέσκεια, λύπη, αγανάκτηση: ~ό: επιφώνημα (π.χ. φευ). ● επίρρ.: σχετλιαστικά [< μτγν. σχετλιαστικός]
49383σχηματίζωσχη-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {σχημάτι-σα, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, σχηματίζ-οντας, -όμενος, σχηματι-σμένος} 1. δημιουργώ κάτι που έχει ορισμένο σχήμα, φτιάχνω, διαμορφώνω: ~σε έναν κύκλο (βλ. σχεδιάζω). Με τα δάχτυλά του ~σε το σήμα της νίκης. Ο καναπές ~ει γωνία με τον τοίχο. (παράγγελμα:) Σχηματίστε τριάδες! (σε συνταγές:) Προσθέτουμε στο μείγμα αλεύρι, μέχρι να ~στεί (μια) σφιχτή ζύμη.|| ~ τον αριθμό/το νούμερο του τηλεφώνου (: πατώ ένα ένα τα ψηφία, τηλεφωνώ).|| (μτφ.) Ένα χαμόγελο ~στηκε (= διαγράφηκε) στα χείλη του. Ουρές ~στηκαν από το πρωί έξω από τις τράπεζες.|| (ΒΙΟΛ.) Το έμβρυο δεν έχει ακόμα ~στεί (: δεν έχει αποκτήσει τα χαρακτηριστικά του). ~σμένος: πυρήνας (κυττάρου). Βλ. ασχημάτιστος.|| (μτφ.) ~ άποψη/πεποίθηση. ~σα τις καλύτερες εντυπώσεις για τον χαρακτήρα του (πβ. αποκομίζω). Δεν έχω ~σει εικόνα για το συμβάν. 2. (μτφ.) οργανώνω, συγκροτώ κυρ. ομάδα προσώπων για συγκεκριμένο σκοπό: Πήρε την εντολή να ~σει κυβέρνηση. Η επιτροπή ~στηκε από εκπροσώπους όλων των κομμάτων. (ΝΟΜ.) Σε βάρος του κατηγορουμένου ~στηκε δικογραφία. ΣΥΝ. συνιστώ (1) 3. ΓΛΩΣΣ. δημιουργώ λέξη με την προσθήκη μορφήματος ή προσφύματος: Ουσιαστικά που δεν ~ουν πληθυντικό. Σχηματίστε τα ρήματα στην παθητική φωνή. [< 1: αρχ. σχηματίζω, γαλλ. former]
49384σχηματικός, ή, ό σχη-μα-τι-κός επίθ. 1. που παρουσιάζεται με γραφική, γεωμετρική ή άλλη παράσταση ή με σχήμα: ~ός: πίνακας/χάρτης. ~ή: απεικόνιση/διάταξη. ~ό: διάγραμμα. 2. (μτφ.) που αφορά τα γενικά χαρακτηριστικά και όχι τις λεπτομέρειες: ~ή: αντιπαράθεση/απόδοση (χαρακτήρων)/διατύπωση/έκθεση. Πβ. απλουστευτικός, συνοπτικός. ● επίρρ.: σχηματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. σχηματικός 'σχετικός με τις φάσεις της σελήνης', γαλλ. schématique, αγγλ. schematic]
49385σχηματικότητασχη-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σχηματικού: (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Η ~ της γεωμετρικής περιόδου.|| (μτφ.) Η ~ της πλοκής/των χαρακτήρων του βιβλίου (πβ. απλούστευση, συνοπτικότητα). Βλ. -ότητα.
49386σχηματισμόςσχη-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. δημιουργία, μορφοποίηση ή το αποτέλεσμα που προκύπτει από αυτή: ~ αστέρων/κρούστας/ομίχλης/σκιάς/σπηλαίων. Διαδικασία ~ού των γαλαξιών. Πβ. γένεση, διαμόρφωση.|| Βραχώδεις/γεωλογικοί (βλ. καρστ)/εδαφικοί/πλανητικοί/υδροφόροι/φυσικοί (π.χ. λόφοι) ~οί. Σμήνος πουλιών που πετούν σε ~ό. Οι ~οί των νεφών (βλ. διάταξη).|| (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) Κυστικός/οστικός ~. ~ αντισωμάτων/εμβρύου/θρόμβου/πλάκας/ρυτίδων.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ λέξεων. ~ επιρρημάτων από επίθετα. Αναδρομικός ~ (: δημιουργία μιας λέξης με βάση ένα ορισμένο παραγωγικό σχήμα (ανασαίνω > ανασα) ή με αφαίρεση παραγωγικής κατάληξης (τσαρδάκ > τσαρδί). 2. συγκρότηση, σύσταση συνόλου: ~ επιτροπής/θιάσου/κυβέρνησης/ομάδας/τμημάτων. 3. ΣΤΡΑΤ. μεγάλη στρατιωτική δύναμη που αποτελείται από μονάδες διαφόρων όπλων και σωμάτων· ορισμένη διάταξη των παραπάνω μονάδων: αμυντικός/επιθετικός/επιχειρησιακός ~. Σε ~ό παρέλασης. Διοικητές μειζόνων ~ών. Βλ. μεραρχία, στρατιά, σώμα στρατού, ταξιαρχία. 4. οργάνωση ή παράταξη: διοικητικός/πολιτικός (βλ. κόμμα)/συνεταιριστικός ~. Βλ. -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: αεροπορικός σχηματισμός: ΣΤΡΑΤ. πτήση μαχητικών αεροσκαφών σε ορισμένη διάταξη για λόγους επίδειξης ή στρατηγικής: Στρατιωτικές επιδείξεις με ~ό ~ό., υποχωρητικός σχηματισμός βλ. υποχωρητικός [< αρχ. σχηματισμός, γαλλ. formation, schématisme, αγγλ. schematism]
49387σχηματοποίησησχη-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. απόδοση μορφής ή σχηματική απεικόνιση: ~ εγχύσεων (μετάλλων). Πβ. μορφοποίηση.|| Διακοσμητική ~. Πβ. διαμόρφωση. 2. (μτφ.-συχνά αρνητ. συνυποδ.) λιτή ή απλοποιημένη παρουσίαση: Χαρακτηριστικά της αρχιτεκτονικής του είναι η αφαίρεση και η ~.|| ~ και ωραιοποίηση της κατάστασης. Πβ. υπεραπλούστευση. Βλ. -ποίηση. [< πβ. γαλλ. schématisation, αγγλ. schematization, 1904]
53138σχηματοποιώ

[ὑπεραπλουστεύω] υ-πε-ρα-πλου-στεύ-ω ρ. (μτβ.) {υπεραπλούστευ-σα, υπεραπλουστεύ-τηκε κ. -θηκε, -τεί κ. -θεί, -μένος, υπεραπλουστεύ-οντας} (κυρ. αρνητ. συνυποδ.): απλουστεύω σε πολύ μεγάλο βαθμό: ~ τα πράγματα. ~σε τον συλλογισμό του προκειμένου να γίνει κατανοητός. ~μένο: παράδειγμα. Πβ. εκλαϊκεύω, σχηματοποιώ. [< αγγλ. oversimplify]

49388σχηματοποιώ[σχηματοποιῶ] σχη-μα-το-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {σχηματοποι-είς ..., -ώντας | σχηματοποί-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος} 1. αποδίδω σε κάτι μορφή, μορφοποιώ ή αναπαριστώ με ορισμένο σχήμα: Ο ποιητής ~εί την έμπνευσή του σε λέξεις. ~ήθηκε η τελική πρόταση. Πβ. διαμορφώνω, σχηματίζω.|| Οι χάρτες ~ούν τα όρια των γεωγραφικών περιοχών. Οι ανθρώπινες μορφές ~ήθηκαν στην παλέτα του ζωγράφου. Πβ. σκιαγραφώ, σκιτσάρω, σχεδιάζω. 2. (μτφ.-συχνά αρνητ. συνυποδ.) παρουσιάζω κάτι σε γενικές γραμμές, συνήθ. απλοποιώντας το: Διατύπωση που γενικεύει και ~εί. Πβ. υπεραπλουστεύω. Βλ. -ποιώ. [< μτγν. σχηματοποιῶ, γαλλ. schématiser, αγγλ. schematize]
49389σχίζασχί-ζα ουσ. (θηλ.) & σκίζα: πελεκούδι, παρασχίδα. ΣΥΝ. σκλήθρα (2) [< αρχ. σχίζα < σχίζω]
49390σχιζοειδής, ής, ές σχι-ζο-ει-δής επίθ. 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. που χαρακτηρίζεται από αποστασιοποίηση, αδυναμία έκφρασης συναισθημάτων και δυσκολία στη σύναψη κοινωνικών σχέσεων: ~ής: διαταραχή/προσωπικότητα. Βλ. παρανοειδής. 2. (μτφ.) που διέπεται από έντονες αντιφάσεις, παραλογισμό: ~ής: κατάσταση/στάση/συμπεριφορά. Πβ. παράλογος, παρανοϊκός, σχιζοφρενικός. [< γερμ.-αγγλ. schizoid, γαλλ. schizoïde, 1922]
49391σχιζοφρένειασχι-ζο-φρέ-νει-α ουσ. (θηλ.) & σχιζοφρένια & σχιζοφρενία 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. κατηγορία ψυχωτικών διαταραχών με κύρια συμπτώματα τις αυταπάτες και τις ψευδαισθήσεις, την απώλεια επαφής με την πραγματικότητα, καθώς και την αποδιοργάνωση της σκέψης, της ομιλίας και γενικότ. της προσωπικότητας: κατατονική/παρανοειδής/υπολειμματική ~. Βλ. αβουλία, αυτισμός, διπολική διαταραχή, κατατονία. 2. (μτφ.) παραλογισμός, παράνοια: ιδεολογική ~. Η ~ του πολέμου/της σύγχρονης ζωής. [< γερμ. Schizophrenie 1908 < σχίζω + φρὴν, φρενὸς, αγγλ. schizophrenia, 1909, γαλλ. schizophrénie, 1911 – αγγλ. paranoid schizophrenia, 1940]
49392σχιζοφρενής, ής, ές σχι-ζο-φρε-νής επίθ. {σχιζοφρεν-ούς | -είς (ουδ. -ή)} 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. που έχει σχιζοφρένεια ή αναφέρεται σε αυτή: ~ής: δολοφόνος (πβ. σίριαλ κίλερ). 2. (μτφ.) παράλογος, παρανοϊκός: ~ής: κατάσταση. Πβ. σχιζοειδής. ΣΥΝ. σχιζοφρενικός (2) ● Ουσ.: σχιζοφρενής (ο/η): ΨΥΧΙΑΤΡ. ασθενής που πάσχει από σχιζοφρένεια. [< γερμ. schizophren, γαλλ. schizophrène, 1913]
49393σχιζοφρενικός, ή, ό σχι-ζο-φρε-νι-κός επίθ. 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη σχιζοφρένεια ή τον σχιζοφρενή: ~ός: ασθενής. ~ή: διαταραχή/συμπτωματολογία/ψύχωση. ~ό: επεισόδιο. 2. (μτφ.) παρανοϊκός, τρελός: ~ή: σχέση. ~ό: περιβάλλον. ~ές: καταστάσεις. Πβ. σχιζοειδής. ΣΥΝ. σχιζοφρενής (2) ● επίρρ.: σχιζοφρενικά [< γερμ. schizophren, γαλλ. schizophrénique, 1911, γαλλ. schizophrène, 1913, αγγλ. schizophrene, 1925]
49394σχίζωβλ. σκίζω

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.