Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [49920-49940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
49391σχιζοφρένειασχι-ζο-φρέ-νει-α ουσ. (θηλ.) & σχιζοφρένια & σχιζοφρενία 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. κατηγορία ψυχωτικών διαταραχών με κύρια συμπτώματα τις αυταπάτες και τις ψευδαισθήσεις, την απώλεια επαφής με την πραγματικότητα, καθώς και την αποδιοργάνωση της σκέψης, της ομιλίας και γενικότ. της προσωπικότητας: κατατονική/παρανοειδής/υπολειμματική ~. Βλ. αβουλία, αυτισμός, διπολική διαταραχή, κατατονία. 2. (μτφ.) παραλογισμός, παράνοια: ιδεολογική ~. Η ~ του πολέμου/της σύγχρονης ζωής. [< γερμ. Schizophrenie 1908 < σχίζω + φρὴν, φρενὸς, αγγλ. schizophrenia, 1909, γαλλ. schizophrénie, 1911 – αγγλ. paranoid schizophrenia, 1940]
49392σχιζοφρενής, ής, ές σχι-ζο-φρε-νής επίθ. {σχιζοφρεν-ούς | -είς (ουδ. -ή)} 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. που έχει σχιζοφρένεια ή αναφέρεται σε αυτή: ~ής: δολοφόνος (πβ. σίριαλ κίλερ). 2. (μτφ.) παράλογος, παρανοϊκός: ~ής: κατάσταση. Πβ. σχιζοειδής. ΣΥΝ. σχιζοφρενικός (2) ● Ουσ.: σχιζοφρενής (ο/η): ΨΥΧΙΑΤΡ. ασθενής που πάσχει από σχιζοφρένεια. [< γερμ. schizophren, γαλλ. schizophrène, 1913]
49393σχιζοφρενικός, ή, ό σχι-ζο-φρε-νι-κός επίθ. 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη σχιζοφρένεια ή τον σχιζοφρενή: ~ός: ασθενής. ~ή: διαταραχή/συμπτωματολογία/ψύχωση. ~ό: επεισόδιο. 2. (μτφ.) παρανοϊκός, τρελός: ~ή: σχέση. ~ό: περιβάλλον. ~ές: καταστάσεις. Πβ. σχιζοειδής. ΣΥΝ. σχιζοφρενής (2) ● επίρρ.: σχιζοφρενικά [< γερμ. schizophren, γαλλ. schizophrénique, 1911, γαλλ. schizophrène, 1913, αγγλ. schizophrene, 1925]
49394σχίζωβλ. σκίζω
49395σχινόπρασοβλ. σχοινόπρασο
49396σχίνος[σχῖνος] σχί-νος ουσ. (αρσ.) & σκίνος & σκίνο (το) BOT. 1. μαστιχόδεντρο: μαστιχοφόρος ~. 2. γένος αγγειόσπερμων φυτών (επιστ. ονομασ. Schinus) με μικρούς σφαιρικούς καρπούς, ιδιαίτερα διαδεδομένο στη Μεσόγειο. [< αρχ. σχῖνος]
49397σχίσιμοβλ. σκίσιμο
49398σχίσμασχί-σμα ουσ. (ουδ.) {σχίσμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΕΚΚΛΗΣ. διαχωρισμός πιστών εκκλησιαστικής κοινότητας, συνήθ. εξαιτίας δογματικών διαφορών, που έχει ως αποτέλεσμα τη διαίρεσή της: παλαιοημερολογίτικο ~. 2. (γενικότ.) οριστική ρήξη των σχέσεων μεταξύ μελών ομάδας που οδηγεί σε διάσπαση: Το κόμμα απειλείται με ~. Πβ. διχασμός. ● ΣΥΜΠΛ.: Σχίσμα (των δύο Eκκλησιών): ΕΚΚΛΗΣ. -ΙΣΤ. διαίρεση της ενιαίας χριστιανικής Εκκλησίας σε Ανατολική και Δυτική: Το ~ ~ έγινε το 1054. [< αρχ. σχίσμα, γαλλ. schisme, αγγλ. schism]
49399σχισμάδασχι-σμά-δα ουσ. (θηλ.) (λογοτ.): σχισμή. Βλ. -άδα. [< μεσν. σχισμάδα]
49400σχισματικός, ή, ό σχι-σμα-τι-κός επίθ. 1. ΕΚΚΛΗΣ. που προκαλεί ή υποκινεί σχίσμα: ~ές: τάσεις.|| (για πρόσ.) ~οί: παλαιοημερολογίτες. (ως ουσ.) Οι ~οί. Πβ. αιρετικός. 2. (μτφ.) χωριστικός, διασπαστικός: ~ή: λογική/πολιτική. Πβ. διχαστικός. [< μτγν. σχισματικός, γαλλ. schismatique, αγγλ. schismatic]
49401σχισμήσχι-σμή ουσ. (θηλ.) (λόγ.) & (προφ.) σκισμή: κάθε φυσικό ή τεχνητό άνοιγμα σε επιφάνεια, το οποίο είναι συνήθ. στενόμακρο: βαθιά/στενή ~. (ΙΑΤΡ.) Βλεφαρική/στοματική ~. ~ στο δέρμα/στο ξύλο/στο πάτωμα/στον τοίχο. ~ ανάμεσα στα δόντια και τα ούλα. Το νερό έτρεχε μέσα από τις ~ές των βράχων.|| ~ εισαγωγής δίσκου/εξαερισμού. Το δοχείο φέρει ~ για τη ρίψη νομισμάτων (βλ. κουμπαράς). Πβ. ράγισμα, ρωγμή. Βλ. χαραμάδα. || (μετωνυμ.) το γυναικείο αιδοίο. [< αρχ. σχισμή]
49402σχισμοειδής, ής, ές σχι-σμο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που φέρει σχισμή ή έχει παρόμοια μορφή με αυτή: ~ής: κοιλότητα/λυχνία (: οφθαλμολογικό όργανο). ~ές: σχήμα.
49403σχιστίασχι-στί-α ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. κρανιοπροσωπική δυσπλασία που συνίσταται στην ατελή σύγκλιση των ιστών της στοματικής ή της ρινικής κοιλότητας: αμφοτερόπλευρη/ετερόπλευρη ~. ~ υπερώας (= λυκόστομα)/χείλους (= λαγωχειλία, χειλεο~).
49404σχιστολιθικός, ή, ό σχι-στο-λι-θι-κός επίθ.: ΟΡΥΚΤ. που περιέχει σχιστόλιθο ή αποτελείται από αυτόν: ~ός: βράχος/σχηματισμός. ~ή: πλάκα/ψηφίδα. ~ό: έδαφος.|| ~ό: αέριο (: που βρίσκεται εγκλωβισμένο σε ~ά πετρώματα). [< γαλλ. schisteux]
49405σχιστόλιθοςσχι-στό-λι-θος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίθου}: ΟΡΥΚΤ. λεπτόκοκκος ιζηματογενής βράχος ο οποίος ανήκει στα μεταμορφωμένα πετρώματα, μπορεί να χωριστεί σε λεπτές στρώσεις και χρησιμοποιείται κυρ. ως δομικό υλικό: αργιλικός/μαρμαρυγιακός ~. [< μτγν. σχιστός λίθος, γαλλ. schiste, αγγλ. schist]
49406σχιστομάτης, σχιστομάτα, ικο σχι-στο-μά-της επίθ./ουσ. (μειωτ.): ως χαρακτηρισμός για λαούς της Ασίας (κυρ. για τους Κινέζους) που έχουν σχιστά μάτια. Βλ. -μάτης.
49407σχιστός, ή, ό σχι-στός επίθ. & σκιστός: που φέρει σχίσιμο ή σχισμή: ~ή: οπλή/φούστα. ~ό: φόρεμα/χείλος (= χειλεοσχιστία). ~ά: φύλλα.|| ~ά: μάτια (: με μακρόστενο άνοιγμα). [< αρχ. σχιστός ‘σκισμένος’]
49408σχιστότητασχι-στό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΟΡΥΚΤ. η υφή ενός γεωλογικού σχηματισμού που παρουσιάζει διαστρωμάτωση: έντονη ~. Βλ. -ότητα, φυλλάριο. [< αγγλ. schistosity]
49409σχοινάκισχοι-νά-κι ουσ. (ουδ.) & σκοινάκι 1. μικρό όργανο γυμναστικής που αποτελείται από σχοινί με λαβές στις δύο άκρες του, από τις οποίες το κρατά αυτός που γυμνάζεται και εκτελεί επιτόπια μικρά άλματα, ενώ ταυτόχρονα το περιστρέφει γύρω από τον εαυτό του· είδος παιδικού παιχνιδιού. δερμάτινο ~. ~ με μετρητή για καταμέτρηση περιστροφών.|| Κάνω/παίζω ~. Βλ. λάστιχο. 2. ΑΘΛ. αντίστοιχο όργανο στη ρυθμική γυμναστική με το οποίο η αθλήτρια εκτελεί ασκήσεις δεξιοτεχνίας· κυρ. συνεκδ. το σχετικό αγώνισμα: Μετάλλιο στο ~. Βλ. ανσάμπλ, κορδέλα, κορύνα, μπάλα, στεφάνι. 3. (υποκ.) μικρό σχοινί. [< 2: αγγλ. rope]
49410σχοινένιος, ια, ιο σχοι-νέ-νιος επίθ. & (σπάν.) σκοινένιος & σχοίνινος, η, ο: που έχει κατασκευαστεί από σχοινί: ~ια: γέφυρα/σκάλα (= σκαλιέρα)/σόλα. Βλ. -ένιος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.