Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [49940-49960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
49411σχοινίσχοι-νί ουσ. (ουδ.) & σκοινί: επίμηκες κορδόνι από φυτικές ίνες ή άλλο υλικό για ποικίλες χρήσεις: γερό/χοντρό ~. ~ απλώματος ρούχων/μπουγάδας. ~ αναρρίχησης. ~ με κόμπους. Λύνω τα ~ιά της βάρκας. (σε γήπεδο πυγμαχίας) Τα ~ιά του ρινγκ. Βλ. συρματόσχοινο. ● ΦΡ.: βαδίζω/βρίσκομαι/πατώ (πάνω) σε τεντωμένο σκοινί: για κρίσιμες και γενικότ. δύσκολες καταστάσεις, που απαιτούν πολύ προσεκτική αντιμετώπιση: Σε ~ ~ οι σχέσεις των δύο κρατών., δένω/παίρνω κάτι σκοινί κορδόνι (προφ.): εμμένω σε κάτι ή το επαναλαμβάνω με ενοχλητικό τρόπο: Το είπα μια φορά και το έδεσε ~ ~ ότι θα πάμε εκδρομή., τραβάω/τεντώνω το σχοινί/σκοινί (μτφ.-προφ.): οδηγώ μια κατάσταση στα άκρα: Μην τεντώνεις άλλο το ~, γιατί θα τσακωθούμε άσχημα., στο σπίτι του κρεμασμένου δε(ν) μιλάνε για σκοινί βλ. κρεμασμένος, το παρατραβάω (το σχοινί) βλ. παρατραβώ, του σκοινιού και του παλουκιού βλ. παλούκι [< μεσν. σκοινί < αρχ. σχοινίον < σχοῖνος]
49412σχοινοβασίασχοι-νο-βα-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. ισορροπία πάνω σε τεντωμένο σχοινί: ριψοκίνδυνη ~. ~ σε παράσταση/στο τσίρκο. 2. (μτφ.) ακροβασία: ~ μεταξύ ιδεατού και εφικτού/νομιμότητας και παρανομίας. [< 1: μτγν. σχοινοβατία]
49413σχοινοβάτηςσχοι-νο-βά-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. σχοινοβάτισσα} 1. πρόσωπο που διασκεδάζει το κοινό κάνοντας σχοινοβασία: ~ τσίρκου. Νούμερο με δύο ~ες. Θίασος ~ών. Πβ. ακροβάτης, ισορροπιστής. Βλ. ζογκλέρ. 2. (μτφ.) πρόσωπο που ενεργεί παράτολμα, ριψοκίνδυνα: ~ες της ζωής. [< 1: μτγν. σχοινοβάτης]
49414σχοινοβατώ[σχοινοβατῶ] σχοι-νο-βα-τώ ρ. (αμτβ.) {σχοινοβατ- είς ..., -ώντας | σχοινοβάτ-ησα} 1. (μτφ.) ακροβατώ: Με τις ενέργειές του ~εί στα όρια της νομιμότητας. ~εί ανάμεσα στη λογική και τον παραλογισμό. 2. κάνω σχοινοβασία. [< γαλλ. danser sur la corde raide]
49415σχοινόπρασοσχοι-νό-πρα-σο ουσ. (ουδ.) & σχινόπρασο: ΒΟΤ. πολυετές βολβώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Allium Schoenoprasum), συγγενές με το κρεμμύδι, με μακριά, λεπτά φύλλα τα οποία χρησιμοποιούνται στη μαγειρική ως καρύκευμα: ψιλοκομμένο ~. Ένα ματσάκι ~. Σαλάτα με ~. ΣΥΝ. σκορδόπρασο, τσάιβ
49416σχοίνος[σχοῖνος] σχοί-νος ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. γενική ονομασία φυτών ελόβιων ή χαρακτηριστικών της μακίας βλάστησης. Πβ. βούρλο. [< αρχ. σχοῖνος]
49417σχοινοτενής, ής, ές σχοι-νο-τε-νής επίθ. {σχοινοτεν-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (απαιτ. λεξιλόγ.-αρνητ. συνυποδ.): (για προφορικό ή γραπτό λόγο) εκτενής, μακροσκελής: ~ής: ανάλυση. ~ές: άρθρο. ~είς: διαπραγματεύσεις/περιγραφές/προτάσεις. ~ή: κείμενα/σχόλια. Πβ. μακρόσυρτος. Βλ. φλύαρος. ● επίρρ.: σχοινοτενώς [-ῶς] (λόγ.): ΑΝΤ. εν ολίγοις/δι' ολίγων [< μτγν. σχοινοτενής]
49418σχολάζωσχο-λά-ζω ρ. {κυρ. στη μτχ. σχολάζ-ων, -ουσα, -ον}: δεν απασχολούμαι. Κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: σχολάζοντες αρχιερείς: ΕΚΚΛΗΣ. που δεν είναι πλέον εν ενεργεία, συνήθ. λόγω απομάκρυνσής τους από το αξίωμα., σχολάζουσα κληρονομιά βλ. κληρονομιά [< αρχ. σχολάζω ‘έχω ελεύθερο χρόνο, αφοσιώνομαι σε κάτι’]
49419σχολαρχείο[σχολαρχεῖο] σχο-λαρ-χεί-ο ουσ. (ουδ.) & ελληνικό σχολείο (παλαιότ.): τριετής εκπαιδευτική βαθμίδα μεταξύ τετρατάξιου δημοτικού και γυμνασίου και το αντίστοιχο σχολείο.
49420σχολάρχηςσχο-λάρ-χης ουσ. (αρσ.): διευθυντής ή κυρ. ιδιοκτήτης ιδιωτικού σχολείου ή σχολής· παλαιότ. διευθυντής σχολαρχείου. Βλ. -άρχης. [< μτγν. σχολάρχης]
49421σχόλασμασχό-λα-σμα ουσ. (ουδ.) {σχολάσμ-ατος} & σκόλασμα (προφ.) 1. λήξη εργασίας ή μαθήματος ή/και η αποχώρηση του εργαζομένου ή του μαθητή αντίστοιχα: ~ της δουλειάς/της εκκλησίας/του θεάτρου. Χτύπησε το κουδούνι για το ~ (ενν. του σχολείου). 2. απόλυση ή παύση από εργασία ή καθήκον: Ισχυρίζεται πως το ~ά του έγινε για λόγους ανταγωνισμού/αντιζηλίας. [< μτγν. σχόλασμα ΄διάλειμμα']
49422σχολαστικισμόςσχο-λα-στι-κι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΦΙΛΟΣ. & σχολαστική θεολογία: θεωρία που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα και επεδίωκε να εναρμονίσει τη χριστιανική θεολογία με την κλασική φιλοσοφία. 2. προσκόλληση στους τύπους και επιμονή σε ανούσιες λεπτομέρειες, κυρ. στα πλαίσια της εκπαιδευτικής διαδικασίας: στείρος ~. Πβ. σχολαστικότητα, τυπολατρία. Βλ. -ισμός. [< γερμ. Scholastizismus, γαλλ. scolastique, αγγλ. scholasticism]
49423σχολαστικός, ή, ό σχο-λα-στι-κός επίθ. 1. ιδιαίτερα επιμελής ή προσεκτικός· λεπτομερής: ~ός: έλεγχος (πβ. διεξοδικός). ~ή: ανάλυση/εξέταση/έρευνα/εφαρμογή (κανόνων)/μελέτη/φροντίδα. ~ό: πλύσιμο (χεριών). 2. (μειωτ.) που εμμένει υπερβολικά στους τύπους και τις λεπτομέρειες: ~ή: διδασκαλία/τήρηση (ωραρίου). Είναι ~ με την καθαριότητα (πβ. τελειομανής). Πβ. τυπολάτρης. 3. ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με τον σχολαστικισμό: ~ή: παιδεία.|| (ως ουσ.) Οι ~οί (: οπαδοί του σχολαστικισμού). ● επίρρ.: σχολαστικά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς] [< 1,2: μτγν. σχολαστικός 3: γαλλ. scolastique, αγγλ. scholastic]
49424σχολαστικότητασχο-λα-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. τυπολατρία, φορμαλισμός: γραφειοκρατική ~. 2. προσήλωση, έμφαση στη λεπτομέρεια· λεπτολογία: Οι όροι ασφαλείας τηρούνται με ~. Επιμελήθηκε το έργο με ιδιαίτερη ~. Βλ. -ότητα.
49425σχολάωβλ. σχολώ
49426σχολείο[σχολεῖο] σχο-λεί-ο ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) σχολειό 1. ίδρυμα στο οποίο παρέχεται πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια εκπαίδευση (ή επαγγελματική κατάρτιση) και γενικότ. παιδεία· συνεκδ. το σύνολο των μαθητών και εκπαιδευτικών του, το πρόγραμμά του ή/και το κτίριο όπου στεγάζεται: δημόσιο/διαπολιτισμικό/διθέσιο/ειδικό (: για παιδιά με ειδικές ανάγκες)/έξυπνο (βλ. έξυπνος)/επαγγελματικό/εσπερινό/θερινό/ιδιωτικό/κατηχητικό/μικτό/μονοθέσιο/μονοτάξιο/μουσικό/νυχτερινό/ολοήμερο/πρότυπο/συμπεριληπτικό/τεχνικό ~. ~ στοιχειώδους/μέσης εκπαίδευσης.|| (παλαιότ.) Αλληλοδιδακτικό/ελληνικό (= σχολαρχείο)/κλασικό ~. ~ θηλέων.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Εικονικό/ηλεκτρονικό/ψηφιακό ~.|| Δάσκαλος/διευθυντής/εκδηλώσεις/καθηγητής/λειτουργία ~ου. Έβγαλε/τελείωσε το ~ (: αποφοίτησε) με άριστα. Γράφομαι/πηγαίνω/φοιτώ στο ~.|| Το ~ πήγε εκδρομή.|| Καινούργιο/σύγχρονο ~. Αίθουσες/βιβλιοθήκη/κυλικείο/προαύλιο ~ου. Πβ. εκπαιδευτήριο. Βλ. νηπιαγωγείο, δημοτικό, γυμνάσιο, λύκειο. 2. (μτφ.) χώρος απόκτησης γνώσεων, εμπειριών: το ~ της ζωής. Η θητεία μου κοντά του στάθηκε/υπήρξε μεγάλο/πραγματικό ~. ΣΥΝ. πανεπιστήμιο (2) ● ΣΥΜΠΛ.: κρυφό σχολειό: ΙΣΤ. (στην Τουρκοκρατία) θεσμός που σύμφωνα με την παράδοση λειτούργησε μυστικά και αφορούσε την παροχή παιδείας στα ελληνόπουλα από ιερείς και μοναχούς., σχολείο δεύτερης ευκαιρίας (ακρ. ΣΔΕ): στο οποίο εγγράφονται απόφοιτοι Δημοτικού ηλικίας 18 ετών και άνω, για να αποκτήσουν απολυτήριο Γυμνασίου· η φοίτηση διαρκεί δύο σχολικά έτη και το πρόγραμμα σπουδών διαφοροποιείται σημαντικά από τα αντίστοιχα της τυπικής εκπαίδευσης, κυρ. ως προς τις αρχές, το περιεχόμενο, τη διδακτική μεθοδολογία και την αξιολόγηση των εκπαιδευομένων: Με τα ~α ~ επιχειρείται ο περιορισμός του κοινωνικού αποκλεισμού. [< αγγλ. second chance school, γαλλ. école de la deuxième chance] , (ενδο)σχολική βία/βία στο σχολείο (/στα σχολεία) βλ. βία, Πειραματικό Σχολείο βλ. πειραματικός [< μτγν. σχολεῖον, γαλλ. école, γερμ. Schule]
49427σχολειοποίησησχο-λει-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. εφαρμογή σχολικών μεθόδων σε άλλους χώρους στους οποίους δεν είναι αποτελεσματικές: ~ του νηπιαγωγείου. 2. ένταξη στο σχολικό σύστημα: ~ των τσιγγανόπαιδων.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ του ελεύθερου χρόνου των μαθητών. Βλ. -ποίηση.
49428σχόλησχό-λη ουσ. (θηλ.) & σκόλη (λαϊκό): ημέρα αργίας. [< μεσν. σχόλη]
49429σχολήσχο-λή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Σ) 1. τμήμα ανώτατου ή ανώτερου εκπαιδευτικού ιδρύματος στο οποίο παρέχεται τριτοβάθμια εκπαίδευση και γενικότ. παιδεία· συνεκδ. το σύνολο των διδασκόντων και σπουδαστών του, το πρόγραμμά του ή/και το κτίριο όπου στεγάζεται: Iατρική/Πολυτεχνική ~. ~ Θεολογίας (= Θεολογική ~). ~ Θετικών Επιστημών/Νομικών, Οικονομικών & Πολιτικών Επιστημών. Ανωτάτη ~ Καλών Τεχνών. Εκκλησιαστική/ιερατική/τεχνική ~. Πανεπιστημιακές ~ές.|| Καθηγητής/κοσμήτορας/φοιτητής της Φιλοσοφικής ~ής. Βιβλιοθήκη/έδρα/εντευκτήριο/εξετάσεις/εργαστήριο/μάθημα/σπουδαστήριο/συνέλευση ~ής. Έβγαλε/τελείωσε τη ~ (: αποφοίτησε) με άριστα. Γράφτηκε/πήγε/σπούδασε στη ~ ...|| (γενικότ., ίδρυμα που παρέχει ειδική εκπαίδευση σε κάποιον τομέα:) ~ εκμάθησης (ξένης) γλώσσας/χορού (πβ. χοροδιδασκαλείο). Εθνική ~ Δικαστών. Δραματική/θεατρική ~. ~ κομμωτικής. ~ οδηγών.|| (ΙΣΤ.) Η μεγάλη του Γένους ~ (στην Κωνσταντινούπολη). 2. (μτφ.) τάση που διαμορφώνεται σε συγκεκριμένο τομέα και ακολουθείται από ένα σύνολο επιστημόνων, φιλοσόφων ή καλλιτεχνών· ρεύμα: κλασική/μαρξιστική/πλατωνική/ρομαντική ~. Επτανησιακή ~. Γαλλική ~ στο μυθιστόρημα. Η ~ των ιμπρεσιονιστών. ● ΣΥΜΠΛ.: αρχαιολογική σχολή: ίδρυμα ξένου κράτους με αντικείμενο κυρ. τη διενέργεια ανασκαφών και μελετών: Βρετανική/Γαλλική ~ ~ Αθηνών., παραγωγική σχολή: κάθε σχολή των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, καθώς και της Εκκλησίας., Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων βλ. εύελπις, Σχολή Ικάρων βλ. Ίκαρος ● ΦΡ.: της παλιάς/παλαιάς σχολής: για νοοτροπία και αντιλήψεις παλαιότερων εποχών: Είναι ~ ~. Απόψεις ~ ~. [< αρχ. σχολή ‘ελευθερος χρόνος, τεμπελιά, σχολείο’, γαλλ. faculté, école, γερμ. Fakultät 2: γαλλ. école]
49430σχολιάζωσχο-λι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {σχολία-σα, -στηκε κ. -σθηκε, -στεί κ. -σθεί, -σμένος, σχολιάζ-οντας} 1. κάνω (προφορικό ή γραπτό) σχόλιο: ~ την απόφασή του/την είδηση/τις εξελίξεις/την επικαιρότητα/το συμβάν/τη φωτογραφία. Δεν ~ δηλώσεις συναδέλφων. ~σε το γεγονός αρνητικά/δηκτικά/ειρωνικά/θετικά. Ο πολιτικός απέφυγε/αρνήθηκε/κλήθηκε να ~σει τα δημοσιεύματα. Η συντάκτρια της εφημερίδας ~σε με άρθρο της ... Οι αναλυτές/οι ειδικοί ~ουν ... Το θέμα ~στηκε έντονα από τον Τύπο. Η ομιλία του ~στηκε εκτενώς από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Συνέντευξη που θα ~στεί (= συζητηθεί). (στο διαδίκτυο) ~σμένο: ποστ.|| (σε αθλητικούς αγώνες:) Το παιχνίδι περιγράφει και ~ει ο ... Βλ. μεταδίδει. 2. (ειδικότ.) επικρίνω, κριτικάρω: Συνεχώς ~ει τους άλλους. Την ~ουν για την εμφάνισή της. Από τότε που μετακομίσαμε εδώ, όλη η γειτονιά μάς ~ει. Πβ. κουτσομπολεύω. 3. ΦΙΛΟΛ. γράφω επεξηγηματικά, ερμηνευτικά σχόλια ή κάνω κριτική σε έργο συγγραφέα: Μετέφρασε και ~σε αρχαία ελληνικά κείμενα. Πλήρης και ~σμένη έκδοση. Πβ. υπομνηματίζω. [< 1,2: γαλλ. commenter 3: μεσν. σχολιάζω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.