Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [49940-49960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
49395σχινόπρασοβλ. σχοινόπρασο
49396σχίνος[σχῖνος] σχί-νος ουσ. (αρσ.) & σκίνος & σκίνο (το) BOT. 1. μαστιχόδεντρο: μαστιχοφόρος ~. 2. γένος αγγειόσπερμων φυτών (επιστ. ονομασ. Schinus) με μικρούς σφαιρικούς καρπούς, ιδιαίτερα διαδεδομένο στη Μεσόγειο. [< αρχ. σχῖνος]
49397σχίσιμοβλ. σκίσιμο
49398σχίσμασχί-σμα ουσ. (ουδ.) {σχίσμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΕΚΚΛΗΣ. διαχωρισμός πιστών εκκλησιαστικής κοινότητας, συνήθ. εξαιτίας δογματικών διαφορών, που έχει ως αποτέλεσμα τη διαίρεσή της: παλαιοημερολογίτικο ~. 2. (γενικότ.) οριστική ρήξη των σχέσεων μεταξύ μελών ομάδας που οδηγεί σε διάσπαση: Το κόμμα απειλείται με ~. Πβ. διχασμός. ● ΣΥΜΠΛ.: Σχίσμα (των δύο Eκκλησιών): ΕΚΚΛΗΣ. -ΙΣΤ. διαίρεση της ενιαίας χριστιανικής Εκκλησίας σε Ανατολική και Δυτική: Το ~ ~ έγινε το 1054. [< αρχ. σχίσμα, γαλλ. schisme, αγγλ. schism]
49399σχισμάδασχι-σμά-δα ουσ. (θηλ.) (λογοτ.): σχισμή. Βλ. -άδα. [< μεσν. σχισμάδα]
49400σχισματικός, ή, ό σχι-σμα-τι-κός επίθ. 1. ΕΚΚΛΗΣ. που προκαλεί ή υποκινεί σχίσμα: ~ές: τάσεις.|| (για πρόσ.) ~οί: παλαιοημερολογίτες. (ως ουσ.) Οι ~οί. Πβ. αιρετικός. 2. (μτφ.) χωριστικός, διασπαστικός: ~ή: λογική/πολιτική. Πβ. διχαστικός. [< μτγν. σχισματικός, γαλλ. schismatique, αγγλ. schismatic]
49401σχισμήσχι-σμή ουσ. (θηλ.) (λόγ.) & (προφ.) σκισμή: κάθε φυσικό ή τεχνητό άνοιγμα σε επιφάνεια, το οποίο είναι συνήθ. στενόμακρο: βαθιά/στενή ~. (ΙΑΤΡ.) Βλεφαρική/στοματική ~. ~ στο δέρμα/στο ξύλο/στο πάτωμα/στον τοίχο. ~ ανάμεσα στα δόντια και τα ούλα. Το νερό έτρεχε μέσα από τις ~ές των βράχων.|| ~ εισαγωγής δίσκου/εξαερισμού. Το δοχείο φέρει ~ για τη ρίψη νομισμάτων (βλ. κουμπαράς). Πβ. ράγισμα, ρωγμή. Βλ. χαραμάδα. || (μετωνυμ.) το γυναικείο αιδοίο. [< αρχ. σχισμή]
49402σχισμοειδής, ής, ές σχι-σμο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που φέρει σχισμή ή έχει παρόμοια μορφή με αυτή: ~ής: κοιλότητα/λυχνία (: οφθαλμολογικό όργανο). ~ές: σχήμα.
49403σχιστίασχι-στί-α ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. κρανιοπροσωπική δυσπλασία που συνίσταται στην ατελή σύγκλιση των ιστών της στοματικής ή της ρινικής κοιλότητας: αμφοτερόπλευρη/ετερόπλευρη ~. ~ υπερώας (= λυκόστομα)/χείλους (= λαγωχειλία, χειλεο~).
49404σχιστολιθικός, ή, ό σχι-στο-λι-θι-κός επίθ.: ΟΡΥΚΤ. που περιέχει σχιστόλιθο ή αποτελείται από αυτόν: ~ός: βράχος/σχηματισμός. ~ή: πλάκα/ψηφίδα. ~ό: έδαφος.|| ~ό: αέριο (: που βρίσκεται εγκλωβισμένο σε ~ά πετρώματα). [< γαλλ. schisteux]
49405σχιστόλιθοςσχι-στό-λι-θος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίθου}: ΟΡΥΚΤ. λεπτόκοκκος ιζηματογενής βράχος ο οποίος ανήκει στα μεταμορφωμένα πετρώματα, μπορεί να χωριστεί σε λεπτές στρώσεις και χρησιμοποιείται κυρ. ως δομικό υλικό: αργιλικός/μαρμαρυγιακός ~. [< μτγν. σχιστός λίθος, γαλλ. schiste, αγγλ. schist]
49406σχιστομάτης, σχιστομάτα, ικο σχι-στο-μά-της επίθ./ουσ. (μειωτ.): ως χαρακτηρισμός για λαούς της Ασίας (κυρ. για τους Κινέζους) που έχουν σχιστά μάτια. Βλ. -μάτης.
49407σχιστός, ή, ό σχι-στός επίθ. & σκιστός: που φέρει σχίσιμο ή σχισμή: ~ή: οπλή/φούστα. ~ό: φόρεμα/χείλος (= χειλεοσχιστία). ~ά: φύλλα.|| ~ά: μάτια (: με μακρόστενο άνοιγμα). [< αρχ. σχιστός ‘σκισμένος’]
49408σχιστότητασχι-στό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΟΡΥΚΤ. η υφή ενός γεωλογικού σχηματισμού που παρουσιάζει διαστρωμάτωση: έντονη ~. Βλ. -ότητα, φυλλάριο. [< αγγλ. schistosity]
49409σχοινάκισχοι-νά-κι ουσ. (ουδ.) & σκοινάκι 1. μικρό όργανο γυμναστικής που αποτελείται από σχοινί με λαβές στις δύο άκρες του, από τις οποίες το κρατά αυτός που γυμνάζεται και εκτελεί επιτόπια μικρά άλματα, ενώ ταυτόχρονα το περιστρέφει γύρω από τον εαυτό του· είδος παιδικού παιχνιδιού. δερμάτινο ~. ~ με μετρητή για καταμέτρηση περιστροφών.|| Κάνω/παίζω ~. Βλ. λάστιχο. 2. ΑΘΛ. αντίστοιχο όργανο στη ρυθμική γυμναστική με το οποίο η αθλήτρια εκτελεί ασκήσεις δεξιοτεχνίας· κυρ. συνεκδ. το σχετικό αγώνισμα: Μετάλλιο στο ~. Βλ. ανσάμπλ, κορδέλα, κορύνα, μπάλα, στεφάνι. 3. (υποκ.) μικρό σχοινί. [< 2: αγγλ. rope]
49410σχοινένιος, ια, ιο σχοι-νέ-νιος επίθ. & (σπάν.) σκοινένιος & σχοίνινος, η, ο: που έχει κατασκευαστεί από σχοινί: ~ια: γέφυρα/σκάλα (= σκαλιέρα)/σόλα. Βλ. -ένιος.
49411σχοινίσχοι-νί ουσ. (ουδ.) & σκοινί: επίμηκες κορδόνι από φυτικές ίνες ή άλλο υλικό για ποικίλες χρήσεις: γερό/χοντρό ~. ~ απλώματος ρούχων/μπουγάδας. ~ αναρρίχησης. ~ με κόμπους. Λύνω τα ~ιά της βάρκας. (σε γήπεδο πυγμαχίας) Τα ~ιά του ρινγκ. Βλ. συρματόσχοινο. ● ΦΡ.: βαδίζω/βρίσκομαι/πατώ (πάνω) σε τεντωμένο σκοινί: για κρίσιμες και γενικότ. δύσκολες καταστάσεις, που απαιτούν πολύ προσεκτική αντιμετώπιση: Σε ~ ~ οι σχέσεις των δύο κρατών., δένω/παίρνω κάτι σκοινί κορδόνι (προφ.): εμμένω σε κάτι ή το επαναλαμβάνω με ενοχλητικό τρόπο: Το είπα μια φορά και το έδεσε ~ ~ ότι θα πάμε εκδρομή., τραβάω/τεντώνω το σχοινί/σκοινί (μτφ.-προφ.): οδηγώ μια κατάσταση στα άκρα: Μην τεντώνεις άλλο το ~, γιατί θα τσακωθούμε άσχημα., στο σπίτι του κρεμασμένου δε(ν) μιλάνε για σκοινί βλ. κρεμασμένος, το παρατραβάω (το σχοινί) βλ. παρατραβώ, του σκοινιού και του παλουκιού βλ. παλούκι [< μεσν. σκοινί < αρχ. σχοινίον < σχοῖνος]
49412σχοινοβασίασχοι-νο-βα-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. ισορροπία πάνω σε τεντωμένο σχοινί: ριψοκίνδυνη ~. ~ σε παράσταση/στο τσίρκο. 2. (μτφ.) ακροβασία: ~ μεταξύ ιδεατού και εφικτού/νομιμότητας και παρανομίας. [< 1: μτγν. σχοινοβατία]
49413σχοινοβάτηςσχοι-νο-βά-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. σχοινοβάτισσα} 1. πρόσωπο που διασκεδάζει το κοινό κάνοντας σχοινοβασία: ~ τσίρκου. Νούμερο με δύο ~ες. Θίασος ~ών. Πβ. ακροβάτης, ισορροπιστής. Βλ. ζογκλέρ. 2. (μτφ.) πρόσωπο που ενεργεί παράτολμα, ριψοκίνδυνα: ~ες της ζωής. [< 1: μτγν. σχοινοβάτης]
49414σχοινοβατώ[σχοινοβατῶ] σχοι-νο-βα-τώ ρ. (αμτβ.) {σχοινοβατ- είς ..., -ώντας | σχοινοβάτ-ησα} 1. (μτφ.) ακροβατώ: Με τις ενέργειές του ~εί στα όρια της νομιμότητας. ~εί ανάμεσα στη λογική και τον παραλογισμό. 2. κάνω σχοινοβασία. [< γαλλ. danser sur la corde raide]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.