| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 49431 | σχολιανός | , ή, ό σχο-λια-νός επίθ.: κυρ. στη ● ΦΡ.: ακούω τα σχολιανά μου (προφ.): δέχομαι έντονες επιπλήξεις. Πβ. ακούω/ψέλνω/σέρνω σε κάποιον τον αναβαλλόμενο, ακούω/ψέλνω σε κάποιον τον εξάψαλμο, τα εξ αμάξης. | |
| 49432 | σχολιαρόπαιδο | σχο-λια-ρό-παι-δο ουσ. (ουδ.) & σκολιαρόπαιδο (προφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): μαθητής σχολείου. Πβ. μαθητ-, σχολιαρ-ούδι. Βλ. -παιδο. | |
| 49433 | σχολιαρούδι | σχο-λια-ρού-δι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) σκολιαρούδι (προφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) : μαθητούδι, σχολιαρόπαιδο: Παιδιαρίζει σα ~. | |
| 49434 | σχολιασμός | σχο-λι-α-σμός ουσ. (αρσ.) 1. διατύπωση σχολίων: εκτενής/εύστοχος/καυστικός/σύντομος ~. Δημοσιογραφικός/δημόσιος/κοινωνικός/πολιτικός/ραδιοφωνικός/τηλεοπτικός (πβ. τηλεκριτική) ~. ~ των αποτελεσμάτων/των γεγονότων/του δημοσιεύματος/της επικαιρότητας/της καθημερινότητας. Παρουσίαση και ~ των ταινιών της εβδομάδας. Θέμα (αν)άξιο ~ού. Η εμφάνισή του έγινε αντικείμενο ~ού. Δυνατότητα ~ού σε μπλογκ. Άρθρο προς ~ό. Πβ. κριτική.|| Μετάδοση αγώνα χωρίς ~ό. Βλ. περιγραφή. 2. ΦΙΛΟΛ. σύνολο κριτικών ή ερμηνευτικών σχολίων κειμένου, έργου: φιλολογικός ~. ~ του περιεχομένου του ποιήματος. Πβ. υπομνηματισμός. | |
| 49435 | σχολιαστής | σχο-λι-α-στής ουσ. (αρσ.) , σχολιάστρια (η) 1. πρόσωπο, συνήθ. δημοσιογράφος, που σχολιάζει και αναλύει συγκεκριμένο θέμα σε κάποιο από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης: έγκριτος/έγκυρος ~. Ραδιοφωνικός (= ραδιο~)/τηλεοπτικός (= τηλε~) ~. Αθλητικός/διπλωματικός/πολιτικός ~. Σύμφωνα με τον οικονομικό ~ή της εφημερίδας ... ~ της επικαιρότητας. 2. ΦΙΛΟΛ. πρόσωπο που γράφει ερμηνευτικά ή κριτικά σχόλια τα οποία συνοδεύουν λογοτεχνικά συνήθ. έργα: ~ των ομηρικών επών. Αρχαίοι/σύγχρονοι ~ές. Πβ. υπομνηματιστής. [< 1: γαλλ. commentateur 2: μεσν. σχολιαστής] | |
| 49436 | σχολιαστικός | , ή, ό σχο-λι-α-στι-κός επίθ.: που περιέχει ή κάνει σχόλια: ~ός: λόγος. ~ή: στήλη (εφημερίδας, περιοδικού). ~ό: άρθρο/κείμενο.|| Με ~ή διάθεση. Βλ. επικριτικός. ● επίρρ.: σχολιαστικά | |
| 49437 | σχολίατρος | σχο-λί-α-τρος ουσ. (αρσ.): γιατρός που είναι υπεύθυνος για τις συνθήκες υγιεινής και την υγεία των μαθητών ενός σχολείου ή συνόλου σχολείων: Στους χώρους εξέτασης των φυσικώς αδυνάτων μαθητών παρευρίσκεται ~. Βλ. -ίατρος. [< γερμ. Schularzt] | |
| 49438 | σχολικός | , ή, ό σχο-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το σχολείο, το σύνολο των μαθητών και των εκπαιδευτικών: ~ός: αθλητισμός/διαγωνισμός/εκφοβισμός (πβ. μπούλινγκ)/εξοπλισμός/περίπατος/πίνακας/φύλακας. ~ή: αίθουσα/αυλή/βιβλιοθήκη/γιορτή/εκπαίδευση/ένταξη/επίδοση/επιτροπή/εργασία/εφημερίδα/ζωή (βλ. σύμβουλος)/ηλικία/κοινότητα/ομάδα/παράσταση/παρέλαση/τσάντα (= σάκα)/ύλη/φοβία/χορωδία/χρονιά/ψυχολογία. ~ό: βιβλίο/εργαστήριο/ημερολόγιο/κλίμα/κυλικείο/περιοδικό/προαύλιο/πρόγραμμα/συγκρότημα/σύστημα/ωράριο. ~οί: αγώνες/κανονισμοί. ~ές: αργίες/ασκήσεις/διακοπές/δραστηριότητες/εκδόσεις/συμπράξεις/τάξεις. ~ά: βοηθήματα/θρανία. Ημερήσια/τριήμερη/πενθήμερη ~ή εκδρομή. Ευρωπαϊκό/πανελλήνιο ~ό δίκτυο. ~ό πρωτάθλημα σκάκι. Αλλαγή ~ού περιβάλλοντος (= οριστική αποβολή). Οργανισμός ~ών Κτιρίων (ακρ. ΟΣΚ). ~ός Επαγγελματικός Προσανατολισμός (ακρ. ΣΕΠ). Βλ. δια~, ενδο~, εξω~, προ~.|| (ως ουσ.) Το ~ό (ενν. λεωφορείο μεταφοράς μαθητών). Τα ~ά (ενν. είδη). ● ΣΥΜΠΛ.: σχολική μονάδα (επίσ.): σχολείο με αυτοτέλεια και αυτονομία, συμπεριλαμβανομένης της υλικοτεχνικής υποδομής και του έμψυχου δυναμικού του (μαθητές, διδακτικό και διοικητικό προσωπικό): δημόσιες/ιδιωτικές ~ές ~ες. Διαχείριση/διευθυντής/διοίκηση ~ής ~ας. ~ ~ της Πρωτοβάθμιας/Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. ~ές ~ες Ειδικής Αγωγής (= ΣΜΕΑ). Συγχώνευση ~ών ~ων., (ενδο)σχολική βία/βία στο σχολείο (/στα σχολεία) βλ. βία, μαθητική/σχολική διαρροή βλ. διαρροή, σχολική αποτυχία βλ. αποτυχία, σχολική γραμματική βλ. γραμματική, σχολικό έτος βλ. έτος, σχολικό/διδακτικό εγχειρίδιο βλ. εγχειρίδιο, σχολικός σύμβουλος βλ. σύμβουλος, σχολικός τροχονόμος βλ. τροχονόμος [< μτγν. σχολικός, γαλλ. scolaire] | |
| 49439 | σχόλιο | σχό-λι-ο ουσ. (ουδ.) {σχολί-ου | -ων} 1. σύντομη παρατήρηση ή άποψη πάνω σε θέμα η οποία διατυπώνεται προφορικά ή γραπτά: αθώο/άμεσο/αυθόρμητο/αυστηρό/εγκωμιαστικό/επίκαιρο/εύστοχο/καίριο/καλοπροαίρετο/ουσιαστικό/πικρό/προκλητικό ~. Ανεκτίμητα/εξαιρετικά/πολύτιμα ~α. Αθλητικά/πολιτικά/ραδιοφωνικά/τηλεοπτικά ~α. Κάθε ~ είναι περιττό/περιττεύει. Η παράσταση αποτελεί ένα ~ πάνω στη σύγχρονη ζωή. Η δήλωσή του προκάλεσε αντιδράσεις και σκωπτικά ~α. Απάντηση στα ~α περί ... Άνευ ~ων/χωρίς ~α. ~α επί σχολίων (= αλλεπάλληλα). (επίσ.) Έχει αρνηθεί κάθε ~ επί του θέματος.|| (στον γραπτό ή ηλεκτρονικό Τύπο) ~ αναλυτή/αρθρογράφου/δημοσιογράφου/συντάκτη. Το ~ της ημέρας.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) ~α επισκεπτών/χρηστών. Απόκρυψη/αποστολή/δημοσίευση/διαγραφή/εισαγωγή/εμφάνιση/προσθήκη/υποβολή ~ου. Ανώνυμο ~ σε μπλογκ. 2. {συνήθ. στον πληθ.} αρνητική κριτική, επίκριση: ανυπόστατα/απειλητικά/δηκτικά/δυσμενή/ειρωνικά/κακεντρεχή/κακόβουλα/πικρόχολα/προσβλητικά/ρατσιστικά/συκοφαντικά/υβριστικά ~α. Έδωσε αφορμή/λαβή για ~α. Πβ. κουτσομπολιό. 3. ΦΙΛΟΛ. σύντομη σημείωση που ερμηνεύει συνήθ. απόσπασμα αρχαίου κειμένου, έργου ή κάνει κριτική πάνω σε αυτό: ομηρικά ~α. Επανακυκλοφορία του έργου με επεξηγηματικά ~α. Πβ. υπομνηματισμός. ● ΦΡ.: ουδέν σχόλιο(ν) βλ. ουδείς, ουδεμία, ουδέν [< 1,2: γαλλ. commentaire 3: μτγν. σχόλιον, γαλλ. sc(h)olie] | |
| 49440 | σχολιογραφία | σχο-λι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): διατύπωση και δημοσίευση σχολίων στον γραπτό και ηλεκτρονικό Τύπο: αθλητική/πολιτική ~. Βλ. -γραφία. | |
| 49441 | σχολιογράφος | σχο-λι-ο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ασχολείται συνήθ. επαγγελματικά με τη σχολιογραφία: ανώνυμος/τακτικός ~. ~ του ιστολογίου/του περιοδικού. Εργάζεται ως αρθρογράφος-~ στην εφημερίδα ... Βλ. -γράφος. [< μτγν. σχολιογράφος, γαλλ. commentateur, 1904, αγγλ. scholiographer] | |
| 49442 | σχολώ | [σχολῶ] σχο-λώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {σχολ-άς ... | σχόλ-ασα, -άσει} & σχολάω & (λαϊκό) σκολώ 1. (για υπάλληλο ή μαθητή) τελειώνω τη δουλειά μου ή το μάθημα και αποχωρώ από τον χώρο εργασίας ή το σχολείο αντίστοιχα: ~ αργά το απόγευμα. Πότε ~άς; Θα σου τηλεφωνήσω, μόλις ~άσω από το σχολείο. ~ασε το φροντιστήριο. 2. (αργκό) διώχνω, παύω κάποιον από εργασία ή καθήκον: Τον ~ασαν λόγω της συμπεριφοράς του.|| (ειδικότ., δίνω τέλος σε ερωτική σχέση:) Τον/την ~ασε (= άφησε, παράτησε). [< αρχ. σχολάζω] | |
| 49443 | σχωρνάω | βλ. συγχωρώ | |
| 49444 | σώβρακο | σώ-βρα-κο ουσ. (ουδ.): ανδρικό εσώρουχο που καλύπτει την περιοχή των γλουτών και των γεννητικών οργάνων: βαμβακερό/κοντό/μακρύ ~. Φανέλα και ~. Πβ. βρακί, σλιπ. Βλ. μπόξερ2, σκελέα. ● Υποκ.: σωβρακάκι (το) ● ΦΡ.: κατεβάζω τα σώβρακα (αργκό): έχω ενδοτική συμπεριφορά, δείχνω υποχωρητικότητα η οποία οδηγεί σε ταπείνωση και εξευτελισμό: ~σαν ~ στις διαπραγματεύσεις., παίρνω (και) τα σώβρακα (κάποιου) (μτφ.-προφ.): κατατροπώνω ή απομυζώ οικονομικά: Στο περσινό ντέρμπι σάς πήραμε ~. Βλ. εξευτελίζω, ταπεινώνω.|| Το εστιατόριο ήταν πανάκριβο, μας πήραν ~. Βλ. μου έπιασαν τον κώλο. | |
| 49445 | σώγαμπρος | σώ-γα-μπρος ουσ. (αρσ.) (μειωτ.) 1. άντρας που ζει με την οικογένειά του στο ίδιο σπίτι με τα πεθερικά του, τα οποία συνήθ. τον στηρίζουν οικονομικά: Τον πήραν ~ο. Μπήκε ~. 2. (μτφ.) πρόσωπο που δραστηριοποιείται σε χώρο στον οποίο θεωρείται ότι δεν ανήκει: ~οι του κόμματος. Πβ. ξένο σώμα. | |
| 49446 | σώζω | [σῴζω] σώ-ζω ρ. (μτβ.) {έσω-σα, σώ-σει, -θηκα, -θεί, σώζ-οντας, -όμενος, σω-σμένος} & (λαϊκό) σώνω 1. απαλλάσσω από κίνδυνο, καταστροφή, φθορά ή ανεπιθύμητη κατάσταση· γλιτώνω: ~ τη ζωή (κάποιου). ~ την περιουσία/τα υπάρχοντά μου. ~ (κάποιον) από θάνατο/πνιγμό/πυρκαγιά/φωτιά. ~ (επιχείρηση) από κλείσιμο/λουκέτο/πτώχευση/χρεοκοπία. ~ (κάποιον) με αυταπάρνηση/με αυτοθυσία. Δεν με ~ει τίποτα (: αποκλείεται να ξεφύγω). ~ομαι από ατύχημα/από το χείλος του γκρεμού/από τύχη/ως εκ θαύματος. ~θηκε χάρη στην έγκαιρη μεταφορά της στο νοσοκομείο.|| (ΑΘΛ.) Ο αμυντικός ~σε την ομάδα από βέβαιο γκολ.|| (για μετριασμό αρνητικού αποτελέσματος:) Έκανε γκάφα, αλλά το ~σε κάπως την τελευταία στιγμή. Ο μόνος που ~σε την ταινία ήταν ο πρωταγωνιστής.|| (για πολιτιστικό αγαθό) Έργο/ναός/παράδοση που ~εται (= διατηρείται, παραμένει) ως τις μέρες μας. Τα ~όμενα έργα (του Ευριπίδη). Στην περιοχή ~ονται πολλά βυζαντινά μνημεία. Πβ. δια~. ΑΝΤ. καταστρέφω (1) 2. ΠΛΗΡΟΦ. εγγράφω δεδομένα στη μνήμη ηλεκτρονικού υπολογιστή, δισκέτας ή άλλης συσκευής: ~ το πρόγραμμα/τη συνομιλία/φωτογραφία σε σιντί. Το αρχείο είναι ~σμένο στον σκληρό δίσκο. ΣΥΝ. αποθηκεύω (2) 3. (μτφ.) αποδεικνύομαι χρήσιμος, βοηθώ σε μεγάλο βαθμό: Στις δύσκολες καταστάσεις με ~σε η ψυχραιμία μου. Από τότε που μετακόμισα εδώ, έχω ~θεί. Επένδυσε χρήματα στην επιχείρηση και ~θηκε. Αν πάρω τα χρήματα, ~θηκα. 4. διατηρώ (κάτι) αναλλοίωτο, ακέραιο ή ανεπηρέαστο: ~ την αξιοπρέπειά/εκτίμησή/τιμή/υπόληψή μου. ● σώθηκε (κυρ. παλαιότ.-λαϊκό): τελείωσε: (Μας) ~ το λάδι/το πετρέλαιο. ● ΦΡ.: έσωσε την παρτίδα/το παιχνίδι: απέτρεψε ήττα, κίνδυνο ή καταστροφή: (για ομάδα:) ~ ~ στις καθυστερήσεις, παίρνοντας την ισοπαλία.|| (για εταιρεία:) Χάρη στις εξαγωγές εκτίναξε τις πωλήσεις και ~ ~., ο σώζων εαυτόν σωθήτω: για περιπτώσεις κινδύνου, αναταραχής, όπου ο καθένας ενδιαφέρεται να βοηθήσει μόνο τον εαυτό του., τώρα σώθηκα! & σώθηκα!: (ειρων.) όταν δεν περιμένει κανείς κάποια επιθυμητή ενέργεια, εξέλιξη: Περιμένεις βοήθεια από αυτόν; ~ ~ες!, γλίτωσα/σώθηκα απ' το στόμα του λύκου βλ. λύκος, γλίτωσα/σώθηκα/μ' έσωσε απ' του χάρου τα δόντια βλ. χάρος, γλίτωσε/έσωσε το κεφάλι του βλ. κεφάλι, κρατώ/τηρώ/σώζω τα προσχήματα βλ. πρόσχημα, σώζω/γλιτώνω το τομάρι μου βλ. τομάρι ● βλ. σώσε [< 1: αρχ. σῴζω 2: αγγλ. save, 1961] | |
| 49447 | σωθικά | σω-θι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.): σπλάχνα (σε σχέση με συναισθηματικές αντιδράσεις) ή έγκατα: Μια κραυγή βγήκε από τα ~ του (: από μέσα του). Νιώθω τα ~ μου να καίγονται (: από εσωτερικό πόνο). Βλ. εντόσθια.|| Τα ~ της Γης/της ψυχής. ● ΦΡ.: βγάζει τα σωθικά του (προφ.-επιτατ.) για πρόσωπο που 1. (μτφ.) κάνει κάτι με όλες του τις δυνάμεις: Ερμηνεύει με τόσο πάθος τα τραγούδια του, που είναι σα να ~ ~. 2. κάνει εμετό., μου καίει/τρώει τα σωθικά (προφ.-μτφ.): για κάτι που προκαλεί έντονη συγκίνηση, είναι ψυχοφθόρο: Αυτή η πίκρα της ~ ~.|| Μου 'χεις φάει τα σωθικά (: με έχεις κάνει να υποφέρω αφάνταστα). [< μεσν. σωθικά] | |
| 49448 | σωκρατικός | , ή, ό σω-κρα-τι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με τον Σωκράτη: ~ή: διαλεκτική (βλ. αγνωσία)/διδασκαλία/φιλοσοφία. ~οί: διάλογοι. Βλ. προ~.|| (ως ουσ.) Οι ~οί (ενν. φιλόσοφοι). ● ΣΥΜΠΛ.: μαιευτική/σωκρατική μέθοδος βλ. μαιευτικός, σωκρατική ειρωνεία βλ. ειρωνεία [< αρχ. Σωκρατικός, γαλλ. socratique, αγγλ. socratic] | |
| 49449 | σωλήνα | (η) βλ. σωλήνας | |
| 49450 | σωληνάριο | σω-λη-νά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {σωληναρί-ου | -ων} 1. μικρό κυλινδρικό δοχείο, συνήθ. από εύκαμπτο υλικό, το οποίο ανοίγει από τη μία του άκρη και περιέχει κυρ. ρευστές ουσίες: πλαστικό ~. ~ βαζελίνης/γράσου/μελάνης/οδοντόκρεμας/σιλικόνης. Αλοιφή/βαφή (μαλλιών)/κόλλα/κρέμα/χρώμα σε ~. ~ των ... εμέλ. ~ με ρύγχος. Βλ. περιέκτης.|| ~ συλλογής αίματος. Βλ. φύσιγγα. 2. ΑΝΑΤ. τμήμα οργάνου που μοιάζει με μικρό σωλήνα: νεφρικά/ουροφόρα/σπερματικά ~α. [< μτγν. σωληνάριον ‘σωληνάκι’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ