| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 37224 | -ού3 | : επίθημα μεγεθυντικών θηλυκών ουσιαστικών που παράγονται από αρσενικά σε -άς: (αρνητ.) χειλ~. Ψευταρ~. | |
| 37225 | -ού4 | {-ούδες}: κατάληξη ανισοσύλλαβων ουσιαστικών θηλυκού γένους: μπουρ~/φουφ~.|| Αλεπ~/μαϊμ~. | |
| 37236 | -ούδα | : (σπάν.) (διαλεκτ.-λαϊκό) υποκοριστικό επίθημα θηλυκών ουσιαστικών: κοπελ~. Πβ. -ίτσα. | |
| 37237 | -ουδάκι | : υποκοριστικό επίθημα ουσιαστικών ουδετέρου γένους: αλεπ~/ζ~/χν~. Βλ. -άκι.|| (οικ.) Λαιμ~/μωρ~.|| (μειωτ.) Γιατρ~. Βλ. -άκος, -ίσκος. | |
| 37243 | -ουδέλι | : (σπάν.) (διαλεκτ.-λαϊκό) υποκοριστικό επίθημα για τον σχηματισμό ουδέτερων ουσιαστικών: μωρ~. | |
| 37256 | -ούδι1 | : υποκοριστικό επίθημα ουσιαστικών ουδετέρου γένους: (χαϊδευτ.) αγγελ~ (= -ουδάκι).|| Kαλ-ούδια.|| (διαλεκτ.-οικ.) Μαθητ~/σκολιαρ~. | |
| 37257 | -ούδι2 | : (σπάν.) επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών που παράγονται από ρήματα: (πελεκάω) πελεκ~. | |
| 37272 | -ούκλα | (κυρ. προφ.): μεγεθυντικό επίθημα ουσιαστικών θηλυκού γένους: ψαρ~.|| (κ. με αρνητ.-μειωτ. σημ.) Mατ~ (βλ. -άρα)/χερ~ (πβ. -άκλα). Φυτ~. | |
| 37273 | -ούκλας | : (σπάν.) (προφ.) μεγεθυντικό επίθημα ουσιαστικών αρσενικού γένους: αντρ~ (πβ. άντρ-ακλας). | |
| 37278 | -ούλα | : υποκοριστικό επίθημα ουσιαστικών θηλυκού γένους: καμαρ~/πορτ~. Βλ. -άκι.|| (κυρ. χαϊδευτ.) Αγαπ~/καρδ~.|| (μειωτ.) Kαθηγητρι~. Bλ. -ίτσα. | |
| 37279 | -ουλάκι | : υποκοριστικό επίθημα ουσιαστικών ουδετέρου γένους: (ως επέκταση της κατάλ. -ούλι) χερ~.|| (επίρρ.) Λιγ~. | |
| 37282 | -ουλας | : (σπάν.) επίθημα αρσενικών ουσιαστικών με μεγεθυντική ή εμφατική σημασία: (γάτος) γάτ~ (πβ. -αρος, βλ. -όνι)/φύτ~ (πβ. φυτ-ούκλα). | |
| 37283 | -ουλάς | {-ουλάδες} (λαϊκό): επίθημα αρσενικών ουσιαστικών που δηλώνουν αυτόν που πουλάει ό,τι εκφράζει το θέμα: αβγ~/νερ~. | |
| 37286 | -ούλης, -ούλα | : υποκοριστικό επίθημα αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών: (οικ.-χαϊδευτ.) αδερφ-ούλης/ανιψ~/μπαμπ~ (πβ. -άκας)/παππ~. Αδερφ-ούλα/μαν~/ξαδερφ~.|| Bαρκ-ούλα/σημαι~ (πβ -άκι). Βλ. -ούλι.|| (αρνητ.) Εαυτ-ούλης. | |
| 37287 | -ούλης, -ούλα, -ούλικο | : επίθημα για τον σχηματισμό υποκοριστικών επιθέτων: κοντ-ούλης/λεπτ~/μικρ~. Εξυπν-ούλα/χοντρ~. Χαζ-ούλικο. | |
| 37288 | -ούλι | : (παράγ. από ουσ.) επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών: (με υποκ. σημ.) κρυφτ~/(κυρ. προφ.) λεπτ~ (πβ. -άκι).|| Χερ~ (πβ. -ουλάκι).|| (χιουμορ., στον πληθ.) Aγγλικ-ούλια/γαλλικ~. | |
| 37289 | -ούλιακας | (μειωτ.-εμφατ.): επίθημα αρσενικών ουσιαστικών για την έκφραση αρνητικής ιδιότητας: γκαβ~ (πβ. γκάβ-ακας)/μπεκρ~ (βλ. -ας)/στραβ~/χαζ~. | |
| 37290 | -ουλίζω | (κυρ. προφ.): επίθημα ρημάτων παράγωγων από άλλα ρήματα: (μασουλώ) μασ~/(μπουσουλώ) μπουσ~. | |
| 37292 | -ούλικος, -ούλικη & -ούλικια, -ούλικο | : επίθημα για τον σχηματισμό υποκοριστικών επιθέτων: (οικ.-χαϊδευτ.) γλυκ~/μικρ~/ομορφ~. Πβ. -ούλης, -ούλα, -ούλικο.|| Aσχημ~ (: μάλλον, σχετικά άσχημος). Χοντρ~ (πβ. -ουλός). Πβ. -ούτσικος. ● επίρρ.: -ούλικα | |
| 37296 | -ουλός | , ή, ό (προφ.): επίθημα υποκοριστικών επιθέτων για τη δήλωση σχετικής ιδιότητας: βαθ-ουλός (: κάπως βαθύς, πβ. -ούτσικος)/μακρ~/φαρδ~/χοντρ~ (πβ. -ούλικος).|| Ασπρ-ουλός (πβ. -ιδερός). Βλ. -ωπός.|| Νερ-ουλός (: πολύ ρευστός, σαν νερό). | |