Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [4980-5000]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4056ανθυποπλοίαρχος[ἀνθυποπλοίαρχος] αν-θυ-πο-πλοί-αρ-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος, ανώτερος από τον σημαιοφόρο και κατώτερος από τον υποπλοίαρχο κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον υπολοχαγό του Στρατού Ξηράς, τον υποσμηναγό της Πολεμικής Αεροπορίας, τον υπαστυνόμο Α' της Ελληνικής Αστυνομίας και τον υποπυραγό της Πυροσβεστικής. [< γαλλ. enseigne (de vaisseau) premiè re classe]
4057ανθυποπυραγός[ἀνθυποπυραγός] αν-θυ-πο-πυ-ρα-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): αξιωματικός της Πυροσβεστικής, ανώτερος από τον πυρονόμο και κατώτερος από τον υποπυραγό κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον σημαιοφόρο του Λιμενικού Σώματος και του Πολεμικού Ναυτικού, τον υπαστυνόμο Β' της Ελληνικής Αστυνομίας, τον ανθυπολοχαγό του Στρατού Ξηράς και τον ανθυποσμηναγό της Πολεμικής Αεροπορίας.
4058ανθυποσμηναγός[ἀνθυποσμηναγός] αν-θυ-πο-σμη-να-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, ανώτερος από τον ανθυπασπιστή και κατώτερος από τον υποσμηναγό κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον ανθυπολοχαγό του Στρατού Ξηράς, τον σημαιοφόρο του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος, τον υπαστυνόμο Β' της Ελληνικής Αστυνομίας και τον ανθυποπυραγό της Πυροσβεστικής.
58740ανθυποφορά[ἀνθυποφορά] αν-θυ-πο-φο-ρά ουσ. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: σχήμα υποφοράς και ανθυποφοράς & (κοινό) άστοχα ερωτήματα: ΓΡΑΜΜ. σχήμα λόγου, συνήθ. σε δημοτικά τραγούδια, κατά το οποίο τίθενται ερωτήσεις, έπειτα αναιρούνται κάποιες από τις πιθανές απαντήσεις και τέλος ακολουθεί η σωστή απάντηση: Αχός βαρύς ακούγεται, πολλά τουφέκια πέφτουν./Μήνα σε γάμο ρίχνονται, μήνα σε χαροκόπι; … [< μτγν. ἀνθυποφορά ‘απάντηση’]
4059ανθυποψήφιος[ἀνθυποψήφιος] αν-θυ-πο-ψή-φι-ος ουσ. (αρσ.) (επίσ.): πρόσωπο που διεκδικεί την ίδια θέση με κάποιον άλλο: Επικράτησε/προηγείται του ~ίου ... Επανεξελέγη πρόεδρος του σώματος άνευ ~ίου/χωρίς ~ο. Πβ. συνυποψήφιος. Βλ. αντίπαλος.
4060ανθώβλ. ανθίζει
4061ανθώδης, ης, ες [ἀνθώδης] αν-θώ-δης επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. (για οινοπνευματώδες ποτό) που θυμίζει λουλούδι ως προς την οσμή: Κρασί με ~ες άρωμα. Βλ. φρουτώδης, -ώδης. [< μτγν. ἀνθώδης]
4062ανθώνας[ἀνθώνας] αν-θώ-νας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): τόπος ή έκταση όπου φυτρώνουν ή καλλιεργούνται άνθη: ~ με παρτέρια. Φυτά για ~ες, βραχόκηπους ή γλάστρες. Πβ. ανθόκηπος. Βλ. αλτάνα, -ώνας. [< μτγν. ἀνθών]
4063ανία[ἀνία] α-νί-α ουσ. (θηλ.): δυσάρεστο συναίσθημα που προξενείται από έλλειψη ενδιαφερόντος ή μονότονη απασχόληση: απόλυτη/αφόρητη ~. Με πιάνει ~. (Κάτι) διώχνει την/προκαλεί/φέρνει ~. Ξεφεύγω από την ~ (της καθημερινότητας).|| (προφ.) Θα πεθάνω από ~! Βλ. αθυμία, ακεφιά. ΣΥΝ. βαρεμάρα, βαριεστημάρα, πλήξη [< αρχ. ἀνία]
4064ανιαρός, ή, ό [ἀνιαρός] α-νι-α-ρός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που προκαλεί ανία, πλήξη: ~ός: αγώνας/άνθρωπος. ~ή: δουλειά/ζωή/ιστορία/παράσταση/συζήτηση/ταινία. ~ό: θέμα/μάθημα. ~ές: διακοπές. Έχει καταντήσει απίστευτα ~ή. Αισθάνομαι ότι έγινα ~ (πβ. κουραστικός). ΣΥΝ. βαρετός, μονότονος (1), πληκτικός ΑΝΤ. ενδιαφέρων, ευχάριστος ● επίρρ.: ανιαρά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. ἀνιαρός ‘φορτικός, επαχθής, λυπημένος’, γαλλ. ennuyeux]
4065ανιαρότητα[ἀνιαρότητα] α-νι-α-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα ή κατάσταση του ανιαρού: η ~ μιας εκδήλωσης. ~ και καθημερινότητα. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. βαρεμάρα, μονοτονία (1), πλήξη ΑΝΤ. ζωντάνια (2)
4066ανίατος, η, ο [ἀνίατος] α-νί-α-τος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ., κυριολ. κ. μτφ.): ΙΑΤΡ. αθεράπευτος, αγιάτρευτος. Πβ. ανήκεστος. ΑΝΤ. θεραπεύσιμος, ιάσιμος, ιατός ● Ουσ.: ανίατος (ο): πρόσωπο που πάσχει από ασθένεια η οποία δεν θεραπεύεται: φροντίδα των ~άτων. ● επίρρ.: ανίατα & (λόγ.) -άτως ● ΣΥΜΠΛ.: Άσυλο Ανιάτων: ίδρυμα για την περίθαλψη ασθενών με ανίατες παθήσεις. [< αρχ. ἀνίατος]
4067ανίδεος, η, ο [ἀνίδεος] α-νί-δε-ος επίθ. 1. που αγνοεί κάτι εντελώς: ~ος: μαθητής/οδηγός. ~ από μουσική/υπολογιστές. Ιστορικά/πολιτικά ~ (ΑΝΤ. ενημερωμένος). Άπειρα και ~α άτομα. Πβ. αδαής, ακατάρτιστος, ανήξερος, απληροφόρητος.|| (ως ουσ.) Ακόμη και ο πιο ~ θα το ήξερε αυτό! Βγαίνει ο κάθε ~ και κάνει δηλώσεις επί παντός επιστητού. Πβ. άσχετος. ΑΝΤ. ειδήμων, εξπέρ. 2. (μτφ.) που δεν υποψιάζεται κάτι, που δεν του περνά από το μυαλό: ~ος: πολίτης. ~ο: θύμα/κοινό. Είναι εντελώς ~ για την κατάσταση. Πβ. ανύποπτος, ανυποψίαστος, απονήρευτος. ΑΝΤ. υποψιασμένος (2) [< μτγν. ἀνίδεος 'χωρίς μορφή, σχήμα']
4068ανιδιοτέλεια[ἀνιδιοτέλεια] α-νι-δι-ο-τέ-λει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ανιδιοτελούς: πολιτική ~. Η ~ μιας προσφοράς. ~ και αλτρουισμός. Παράδειγμα/πράξη ~ας. Πβ. αφιλοκέρδεια. ΣΥΝ. ανυστεροβουλία ΑΝΤ. ιδιοτέλεια [< γερμ. Uneigennützigkeit]
4069ανιδιοτελής, ής, ές [ἀνιδιοτελής] α-νι-δι-ο-τε-λής επίθ. {ανιδιοτελ-ούς | -είς (ουδ. -ή)}: που δεν αποβλέπει σε ατομικό όφελος: ~ής: σκοπός/χαρακτήρας. ~ής: αγάπη/βοήθεια/εργασία (πβ. εθελοντισμός)/σχέση/φιλία. ~ές: ενδιαφέρον. ~είς: προθέσεις/υπηρεσίες. ~ή: κίνητρα. Διάθεση ~ούς προσφοράς. ~ (άνθρωπος) και ιδεολόγος. Πβ. αφιλοκερδής. ΣΥΝ. ανυστερόβουλος ΑΝΤ. ιδιοτελής, υστερόβουλος ● επίρρ.: ανιδιοτελώς [-ῶς] (λόγ.) [< γερμ. uneigennützig]
4070ανίδρυση[ἀνίδρυση] α-νί-δρυ-ση ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): ανοικοδόμηση, ανέγερση. [< μεσν. ανίδρυσις]
4071ανίερος, η, ο [ἀνίερος] α-νί-ε-ρος επίθ.: που δεν έχει ή γίνεται χωρίς αρχές, αντιβαίνοντας στην ηθική ή σε ό,τι θεωρείται ιερό: ~ος: πόλεμος. ~η: εκμετάλλευση/επίθεση/πράξη (= ανόσια, βέβηλη)/συμμαχία/συμφωνία/συναλλαγή. ~α: λόγια (= βλάσφημα). Πβ. ανευλαβής, ασεβής. ΑΝΤ. ιερός (2) ● επίρρ.: ανίερα [< αρχ. ἀνίερος]
4073ανιθαγένεια[ἀνιθαγένεια] α-νι-θα-γέ-νει-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. έλλειψη ιθαγένειας: διεθνείς συμβάσεις για την ~. Βλ. πολιτογράφηση. [< αγγλ. statelessness, 1930]
4074ανιθαγενής[ἀνιθαγενής] α-νι-θα-γε-νής ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΝΟΜ. πρόσωπο που δεν έχει την ιθαγένεια κάποιου κράτους: αποκατάσταση/προστασία ~ών. Πβ. άπατρις.|| (ως επίθ.) ~είς: αλλοδαποί/υπήκοοι. [< αγγλ. stateless, 1930]
4075ανικανοποίητος, η, ο [ἀνικανοποίητος] α-νι-κα-νο-ποί-η-τος επίθ. 1. που δεν ικανοποιείται, δεν ευχαριστιέται εύκολα· που δεν έχει ή δεν μπορεί να ικανοποιηθεί: (για πρόσ.) ~ος: καταναλωτής.|| ~η: δίψα/ζήτηση/περιέργεια. ~ο: ένστικτο/πνεύμα. (ως ουσ., λόγ.) Το αίσθημα του ~ου. Πβ. αδηφάγος, ακόρεστος, άπληστος, αχόρταγος. ΑΝΤ. ικανοποιημένος 2. που δεν εκπληρώθηκε, δεν πραγματοποιήθηκε: ~ος: έρωτας. ~η: επιθυμία. ~ο: αίτημα/όνειρο. ~ες: ανάγκες/προσδοκίες. ΣΥΝ. ανεκπλήρωτος, απραγματοποίητος 3. (σπάν.) που δεν έλαβε αποζημίωση για υλική ή ηθική βλάβη. Πβ. αδικαίωτος. ● επίρρ.: ανικανοποίητα [< γαλλ. insatisfait]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.