Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [4980-5000]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4047ανθύλλιο[ἀνθύλλιο] αν-θύλ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {ανθυλλί-ου} & ανθύλλι (σπάν.-λόγ.): καθένα από τα συστατικά στοιχεία ενός σύνθετου άνθους, και σπανιότ. το μικρό άνθος. Πβ. ανθάκι, λουλουδάκι. [< μτγν. ἀνθύλλιον]
4048ανθυπασπιστής[ἀνθυπασπιστής] αν-θυ-πα-σπι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. αξιωματικός του Στρατού Ξηράς, του Πολεμικού Ναυτικού, της Πολεμικής Αεροπορίας και του Λιμενικού Σώματος· ο βαθμός του βρίσκεται μεταξύ ανθυπολοχαγού-αρχιλοχία, σημαιοφόρου-αρχικελευστή, ανθυποσμηναγού-αρχισμηνία και σημαιοφόρου-αρχικελευστή αντίστοιχα. [< γερμ. Adjutant]
4049ανθυπαστυνόμος[ἀνθυπαστυνόμος] αν-θυ-πα-στυ-νό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): βαθμοφόρος της Αστυνομίας, αντίστοιχος με τον ανθυπασπιστή: ~ της Τροχαίας. Βλ. αρχιφύλακας, υπαστυνόμος. [< γαλλ. sous-brigadier de police]
4050ανθυπίατρος[ἀνθυπίατρος] αν-θυ-πί-α-τρος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. βαθμός στρατιωτικού γιατρού στο Υγειονομικό Σώμα του Στρατού Ξηράς, αντίστοιχος με τον ανθυπολοχαγό. Βλ. -ίατρος. [< γερμ. Unterarzt]
4051ανθυπίλαρχος[ἀνθυπίλαρχος] αν-θυ-πί-λαρ-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. αξιωματικός του Στρατού Ξηράς και ειδικότ. των Τεθωρακισμένων, ανώτερος από τον ανθυπασπιστή και κατώτερος από τον υπίλαρχο κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον ανθυπολοχαγό. [< γερμ. Unterleutnant]
4052ανθυπο-λεξικό πρόθημα που δηλώνει 1. ΣΤΡΑΤ. τον κατώτερο βαθμοφόρο: ανθυπο-λοχαγός/~πλοίαρχος/~πυραγός/~σμηναγός. 2. (ειρων.) τον χαμηλόβαθμο ή/και τον μέτριο: ~ηγέτες. Βλ. -ίσκος.|| (τον μικρό, ασήμαντο:) ~είδηση/~λεπτομέρεια.
4053ανθυποβρυχιακός, ή, ό [ἀνθυποβρυχιακός] αν-θυ-πο-βρυ-χι-α-κός επίθ.: ΣΤΡΑΤ. που σχετίζεται με την εξουδετέρωση εχθρικών υποβρυχίων. Βλ. αντι-αεροπορικός, -αρματικός, -τορπιλικός. [< αγγλ. antisubmarine, 1914]
4054ανθυπολοχαγός[ἀνθυπολοχαγός] αν-θυ-πο-λο-χα-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. αξιωματικός του Στρατού Ξηράς, ανώτερος από τον ανθυπασπιστή και κατώτερος από τον υπολοχαγό κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον σημαιοφόρο του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος, τον ανθυποσμηναγό της Πολεμικής Αεροπορίας, τον υπαστυνόμο Β' της Ελληνικής Αστυνομίας και τον ανθυποπυραγό της Πυροσβεστικής. [< γερμ. Unterleutnant]
4055ανθυπομοίραρχος[ἀνθυπομοίραρχος] αν-θυ-πο-μοί-ραρ-χος ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): υπαξιωματικός της Χωροφυλακής· αντιστοιχεί στον υπαστυνόμο Β' της σημερινής Ελληνικής Αστυνομίας. [< γαλλ. sous-lieutenant de gendarmerie]
4056ανθυποπλοίαρχος[ἀνθυποπλοίαρχος] αν-θυ-πο-πλοί-αρ-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος, ανώτερος από τον σημαιοφόρο και κατώτερος από τον υποπλοίαρχο κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον υπολοχαγό του Στρατού Ξηράς, τον υποσμηναγό της Πολεμικής Αεροπορίας, τον υπαστυνόμο Α' της Ελληνικής Αστυνομίας και τον υποπυραγό της Πυροσβεστικής. [< γαλλ. enseigne (de vaisseau) premiè re classe]
4057ανθυποπυραγός[ἀνθυποπυραγός] αν-θυ-πο-πυ-ρα-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): αξιωματικός της Πυροσβεστικής, ανώτερος από τον πυρονόμο και κατώτερος από τον υποπυραγό κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον σημαιοφόρο του Λιμενικού Σώματος και του Πολεμικού Ναυτικού, τον υπαστυνόμο Β' της Ελληνικής Αστυνομίας, τον ανθυπολοχαγό του Στρατού Ξηράς και τον ανθυποσμηναγό της Πολεμικής Αεροπορίας.
4058ανθυποσμηναγός[ἀνθυποσμηναγός] αν-θυ-πο-σμη-να-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, ανώτερος από τον ανθυπασπιστή και κατώτερος από τον υποσμηναγό κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον ανθυπολοχαγό του Στρατού Ξηράς, τον σημαιοφόρο του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος, τον υπαστυνόμο Β' της Ελληνικής Αστυνομίας και τον ανθυποπυραγό της Πυροσβεστικής.
58740ανθυποφορά[ἀνθυποφορά] αν-θυ-πο-φο-ρά ουσ. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: σχήμα υποφοράς και ανθυποφοράς & (κοινό) άστοχα ερωτήματα: ΓΡΑΜΜ. σχήμα λόγου, συνήθ. σε δημοτικά τραγούδια, κατά το οποίο τίθενται ερωτήσεις, έπειτα αναιρούνται κάποιες από τις πιθανές απαντήσεις και τέλος ακολουθεί η σωστή απάντηση: Αχός βαρύς ακούγεται, πολλά τουφέκια πέφτουν./Μήνα σε γάμο ρίχνονται, μήνα σε χαροκόπι; … [< μτγν. ἀνθυποφορά ‘απάντηση’]
4059ανθυποψήφιος[ἀνθυποψήφιος] αν-θυ-πο-ψή-φι-ος ουσ. (αρσ.) (επίσ.): πρόσωπο που διεκδικεί την ίδια θέση με κάποιον άλλο: Επικράτησε/προηγείται του ~ίου ... Επανεξελέγη πρόεδρος του σώματος άνευ ~ίου/χωρίς ~ο. Πβ. συνυποψήφιος. Βλ. αντίπαλος.
4060ανθώβλ. ανθίζει
4061ανθώδης, ης, ες [ἀνθώδης] αν-θώ-δης επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. (για οινοπνευματώδες ποτό) που θυμίζει λουλούδι ως προς την οσμή: Κρασί με ~ες άρωμα. Βλ. φρουτώδης, -ώδης. [< μτγν. ἀνθώδης]
4062ανθώνας[ἀνθώνας] αν-θώ-νας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): τόπος ή έκταση όπου φυτρώνουν ή καλλιεργούνται άνθη: ~ με παρτέρια. Φυτά για ~ες, βραχόκηπους ή γλάστρες. Πβ. ανθόκηπος. Βλ. αλτάνα, -ώνας. [< μτγν. ἀνθών]
4063ανία[ἀνία] α-νί-α ουσ. (θηλ.): δυσάρεστο συναίσθημα που προξενείται από έλλειψη ενδιαφερόντος ή μονότονη απασχόληση: απόλυτη/αφόρητη ~. Με πιάνει ~. (Κάτι) διώχνει την/προκαλεί/φέρνει ~. Ξεφεύγω από την ~ (της καθημερινότητας).|| (προφ.) Θα πεθάνω από ~! Βλ. αθυμία, ακεφιά. ΣΥΝ. βαρεμάρα, βαριεστημάρα, πλήξη [< αρχ. ἀνία]
4064ανιαρός, ή, ό [ἀνιαρός] α-νι-α-ρός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που προκαλεί ανία, πλήξη: ~ός: αγώνας/άνθρωπος. ~ή: δουλειά/ζωή/ιστορία/παράσταση/συζήτηση/ταινία. ~ό: θέμα/μάθημα. ~ές: διακοπές. Έχει καταντήσει απίστευτα ~ή. Αισθάνομαι ότι έγινα ~ (πβ. κουραστικός). ΣΥΝ. βαρετός, μονότονος (1), πληκτικός ΑΝΤ. ενδιαφέρων, ευχάριστος ● επίρρ.: ανιαρά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. ἀνιαρός ‘φορτικός, επαχθής, λυπημένος’, γαλλ. ennuyeux]
4065ανιαρότητα[ἀνιαρότητα] α-νι-α-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα ή κατάσταση του ανιαρού: η ~ μιας εκδήλωσης. ~ και καθημερινότητα. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. βαρεμάρα, μονοτονία (1), πλήξη ΑΝΤ. ζωντάνια (2)

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.