Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [49980-50000]

IDΛήμμαΕρμηνεία
49451σωλήναςσω-λή-νας ουσ. (αρσ.) 1. & (λαϊκό) σωλήνα (η): μακρύς κύλινδρος που λειτουργεί ως αγωγός για τη μεταφορά υγρών και αερίων: άκαμπτος/λαστιχένιος/μεταλλικός/πλαστικός/πυροσβεστικός/χαλύβδινος ~. Πολυστρωματικές/-οί ~ες. ~ες αποχέτευσης/άρδευσης/γκαζιού/εκκένωσης/(ηλεκτρικών) καλωδίων/παροχής (νερού)/ποτίσματος/τροφοδότησης (καυστήρα)/ύδρευσης/φωταερίου. ~ με/χωρίς ραφή/συγκόλληση. ~ νέον (πβ. λαμπτήρας). Θερμοσίφωνας με ~α κενού.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Τριχοειδής ~ (: μέρος ψυκτικού κυκλώματος).|| (μτφ., οτιδήποτε με παρόμοιο σχήμα:) Κασκόλ/παντελόνι ~ (: πολύ εφαρμοστό). Ποτήρι ~ (: ψηλό, μακρόστενο). ~ βλήματος/πυροβόλου (: το κύριο τμήμα του όπλου). Βλ. νανο~, πυρο~, υδρο~. 2. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. όργανο του σώματος με κυλινδρικό σχήμα: αναπνευστικός/γαστρεντερικός/γεννητικός/εντερικός/καρπιαίος/πεπτικός ~. 3. ΖΩΟΛ. είδος οστρακόδερμου με σωληνοειδές σχήμα που χρησιμοποιείται ως τροφή ή δόλωμα. ● Υποκ.: σωληνάκι (το): μόνο στη σημ. 1., σωληνίσκος (ο): μόνο στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: παιδί του σωλήνα: που έχει γεννηθεί με τη μέθοδο της εξωσωματικής γονιμοποίησης. [< αγγλ. test-tube child, 1958, ~ baby, 1978] , δοκιμαστικός σωλήνας βλ. δοκιμαστικός, ημικύκλιοι σωλήνες βλ. ημικυκλικός, καθοδική λυχνία & καθοδικός σωλήνας βλ. καθοδικός, σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα βλ. καρπιαίος [< αρχ. σωλήν]
49452σωληνοειδής, ής, ές σω-λη-νο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που έχει το σχήμα σωλήνα: ~ής: αγωγός/αδένας/λαμπτήρας. ~ής: βαλβίδα/δομή/κοιλότητα. ~ές: όργανο/πλαίσιο. ~ή: άνθη. Πβ. σωληνωτός.|| (ως ουσ.) Το ~ές (ενν. πηνίο) της μίζας. Βλ. -ειδής. [< μτγν. σωληνοειδής]
49453σωληνοκάβουραςσω-λη-νο-κά-βου-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. είδος κάβουρα για το (ξε)βίδωμα σωλήνων. [< αγγλ. pipe wrench]
49454σωληνοκόφτηςσω-λη-νο-κό-φτης ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο κοπής σωλήνων.
49455σωληνουργίασω-λη-νουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): παραγωγή σωλήνων και η αντίστοιχη βιομηχανική μονάδα ή γενικότ. ο σχετικός κλάδος. Βλ. -ουργία. [< γαλλ. tuyauterie]
49456σωληνώδης, ης, ες σω-λη-νώ-δης επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που έχει τη μορφή σωλήνα: ~ες: αδένωμα/καρκίνωμα. Βλ. -ώδης. [< μτγν. σωληνώδης]
49457σωλήνωσησω-λή-νω-ση ουσ. (θηλ.): τοποθέτηση, εγκατάσταση σωλήνων· (συνεκδ., κυρ. στον πληθ.) δίκτυο σωλήνων: Εργασίες ~ης φρεάτων.|| Ενδοδαπέδιες/εξωτερικές/εσωτερικές/κάθετες/οριζόντιες/υπέργειες/υπόγειες ~ώσεις. Ανοξείδωτες/ελαστικές/μεταλλικές/πλαστικές ~ώσεις. ~ώσεις φυσικού αερίου/αποχέτευσης/εξαερισμού/θέρμανσης/ομβρίων υδάτων/ύδρευσης. Οι ~ώσεις του καλοριφέρ. Εύκαμπτες ~ώσεις καυσίμου. Διάβρωση/διατομή/μόνωση/σύνδεσμοι ~ώσεων. Βλ. δια~. [< γαλλ. tuyauterie, tubulure, 1964]
49458σωληνωτός, ή, ό σω-λη-νω-τός επίθ. 1. σωληνοειδής. 2. που αποτελείται από ή φέρει σωλήνες: ~ός: εναλλάκτης (θερμότητας)/οχετός/φούρνος. ● ΣΥΜΠΛ.: πνευματικό/σωληνωτό ταχυδρομείο βλ. ταχυδρομείο [< μεσν. σωληνωτός]
49459σώμα[σῶμα] σώ-μα ουσ. (ουδ.) {σώμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. το σύνολο των υλικών στοιχείων ενός ζωντανού οργανισμού (μέλη, όργανα), η φυσική κατασκευή του, η εξωτερική μορφή ή ειδικότ. ο κορμός (σε αντιδιαστολή με το κεφάλι και τα άκρα ή την ψυχή και το πνεύμα): αγύμναστο/αθλητικό/ανδρικό/ανεπτυγμένο/γεροδεμένο/γυμνασμένο/γυναικείο/εφηβικό/καλλίγραμμο/λεπτό/μυώδες/παιδικό/παχύ/υγιές ~. Άσκηση/βάρος/θερμοκρασία/κίνηση/(φυσικές) λειτουργίες του ~ατος. Μέρη του ~ατος. Αναλογίες ενός ~ατος (: οι διαστάσεις των μελών του ή, ειδικότ. για γυναίκες, εκείνες του στήθους, της μέσης και της περιφέρειας). Ασκώ/γυμνάζω το ~ μου. Ποσοστό λίπους στο ~ (βλ. λιπομέτρηση). ~ (σαν) λάστιχο. Συμφιλιώνομαι με το ~ μου (: αποδέχομαι τις ατέλειές του). Έχει όμορφο πρόσωπο, αλλά δεν έχει ~ (ενν. καλό ~). Δωρητής Οργάνων ~ατος.|| (ειδικότ., κυρ. το δέρμα:) Λείο/σφριγηλό/χαλαρό ~. Αισθητική/απολέπιση/ενυδάτωση/καθαρισμός/καλλυντικά/κρέμα/λοσιόν/περιποίηση/πλύσιμο/φροντίδα (του) ~ατος.|| Η γλώσσα του ~ατος (: ο τρόπος κίνησης και η στάση του ~ατος ως έκφραση των διαθέσεων και των συναισθημάτων του ανθρώπου). 2. κάθε υλικό αντικείμενο με συγκεκριμένες ιδιότητες, αντιληπτό με τις αισθήσεις: αέριο/στερεό/υγρό ~. Ουράνια ~ατα. Βαρύτητα/πτώση των ~άτων.|| (ΓΕΩΜ., στερεό αντικείμενο τριών διαστάσεων, σε αντιδιαστολή με το επίπεδο σχήμα:) Ο κώνος είναι γεωμετρικό ~. Βλ. πολύσωμα. 3. το μεγαλύτερο ή κυριότερο τμήμα ενός συνόλου, οργάνου ή μιας κατασκευής: ~ της αντλίας/κιθάρας (= σκάφος)/(φωτογραφικής) μηχανής/συσκευής/του συστήματος. ~ εγγράφου/επιταγής (: το έντυπο, το χαρτί). Μεταλλικό/φωτιστικό/χαλύβδινο ~.|| (ειδικότ., για συσκευή θέρμανσης) Ηλεκτρικό ~. ~ καλοριφέρ/με ηλεκτρισμό.|| Με τη συμπίεση τα υλικά έγιναν ένα ~ (βλ. συμπαγοποίηση). (μτφ.) Στη συναυλία όλο το ακροατήριο γίναμε ένα ~ (: ενωθήκαμε).|| (ΟΙΚΟΔ.) Το ~ του κτιρίου. 4. σύνολο προσώπων που ανήκουν στην ίδια επιστημονική, κοινωνική ή άλλη κοινότητα ή ομάδα, με συγκεκριμένη οργάνωση και δραστηριότητα: αιρετό/δικαστικό/δικηγορικό/εκλεκτορικό/ιατρικό/προξενικό/συμβουλευτικό ~. ~ των ενόρκων/επιθεωρητών/(ορκωτών) λογιστών/φροντιστών. ~ Ελληνικού Οδηγισμού. ~ Eλλήνων προσκόπων. ~ Ορκωτών Εκτιμητών. Το διοικητικό συμβούλιο συνήλθε σε ~. 5. συλλογή στοιχείων ενός γνωστικού αντικειμένου, ταξινομημένων σε χειρόγραφη ή ηλεκτρονική μορφή, για επιστημονική μελέτη: ~ επιγραφών/παπύρων/πηγών δικαίου. 6. ΣΤΡΑΤ. στρατιωτική μονάδα μεγαλύτερη από τη μεραρχία και μικρότερη από τη στρατιά ή μη μάχιμη στρατιωτική δύναμη· συνεκδ. σύνολο ανθρώπων και υπηρεσιών με εκπαίδευση και οργάνωση στρατιωτικής μορφής: ~ εφέδρων/πεζοναυτών. Στρατιωτική Σχολή Αξιωματικών ~άτων (ΣΣΑΣ).|| Τεχνικό/Υγειονομικό ~. ~ Υλικού Πολέμου (ΣΥΠ).|| ~ Πολιτοφυλακής. Αστυνομικό ~. Αποτάχθηκε/αποπέμφθηκε από το ~ ... 7. ΕΚΚΛΗΣ. ο άρτος της Θείας Ευχαριστίας και το σύνολο των μελών της Εκκλησίας (με τον Χριστό ως κεφαλή): Το ~ και το αίμα του Χριστού.|| Tο ~ της Eκκλησίας. 8. ΤΥΠΟΓΡ. σύγγραμμα, τόμος και γενικότ. αντίτυπο βιβλίου μετά τη βιβλιοδεσία. ● Υποκ.: σωματάκι (το): κυρ. στη σημ. 1. ● Μεγεθ.: σωματάρα (η): κυρ. στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: Σώμα Στρατού: ΣΤΡΑΤ. στρατιωτικός σχηματισμός (με ενιαία διοίκηση) που αποτελείται από μεραρχίες καθώς και από μονάδες όλων των όπλων και της διοικητικής μέριμνας., σώμα του εγκλήματος: ΝΟΜ. το υλικό μέσο της εκτέλεσης ενός εγκλήματος και γενικότ. το πειστήριο: αδιαμφισβήτητο/αδιάσειστο/επαρκές ~ ~.|| Το ~ ~, η πλαστογραφημένη επιταγή, βρέθηκε στο αυτοκίνητο του συλληφθέντος. [< λατ. corpus delicti] , Δείκτης Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) βλ. μάζα, Διπλωματικό Σώμα βλ. διπλωματικός, εκλογικό σώμα βλ. εκλογικός, Επιθεώρηση Εργασίας/Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας βλ. επιθεώρηση, θερμαντικό σώμα βλ. θερμαντικός1, κετονικά σώματα βλ. κετονικός, Λιμενικό Σώμα-Ελληνική Ακτοφυλακή βλ. λιμενικός, μέλαν σώμα βλ. μέλας, ξένο σώμα βλ. ξένος, Πυροσβεστική Υπηρεσία/Πυροσβεστικό Σώμα βλ. πυροσβεστικός, σώμα κειμένων βλ. κείμενο, Σώματα Ασφαλείας βλ. ασφάλεια, τυλώδες σώμα βλ. τυλώδης ● ΦΡ.: εν σώματι (λόγ.): σύσσωμοι, όλοι μαζί, με την παρουσία όλων: Οι εργαζόμενοι παρέδωσαν ψήφισμα ~ ~ στη διεύθυνση. Τον συνόδεψαν ~ ~ στην τελευταία του κατοικία., σώμα με/προς σώμα: από πολύ κοντινή απόσταση, ο ένας αντιμέτωπος με τον άλλον: αγώνας/μάχη/πάλη/σύγκρουση ~ ~. Η διαδήλωση συνοδεύτηκε από συμπλοκές ~ ~ με την Αστυνομία., ένα σώμα, μια ψυχή βλ. ψυχή, νους υγιής εν σώματι υγιεί βλ. νους, συγκρότηση σε σώμα βλ. συγκρότηση, ψυχή τε και σώματι βλ. ψυχή [< αρχ. σῶμα, γαλλ. corps]
49460σωματαράςσω-μα-τα-ράς ουσ. (αρσ.) (μεγεθ.-προφ.): μεγαλόσωμος συνήθ. άνδρας με καλογυμνασμένο σώμα. Πβ. μποντιμπιλντεράς, σφίχτης. Βλ. -αράς.
49461σωματάρχηςσω-μα-τάρ-χης ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. διοικητής Σώματος Στρατού. Βλ. -άρχης. [< γαλλ. chef de corps]
49462σωματειακός, ή, ό σω-μα-τει-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με σωματείο: ~ός: αθλητισμός. ~ή: επιτροπή/νομοθεσία/οργάνωση. ~ό: δίκαιο/παράρτημα. ~ές: εκλογές/επιτροπές. Σε ~ό επίπεδο.|| (για πρόσ.) ~ός: προπονητής. Βλ. δια~. [< γαλλ. corporatif]
49463σωματείο[σωματεῖο] σω-μα-τεί-ο ουσ. (ουδ.) (συχνά με κεφαλ. Σ): ΝΟΜ. μη κερδοσκοπική ένωση προσώπων που δραστηριοποιούνται από κοινού σε τομέα δράσης και η οποία αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου· ειδικότ. επίσημο όργανο εργαζομένων που συγκροτείται με σκοπό την προάσπιση των συμφερόντων τους: ερασιτεχνικό/κοινωφελές ~. Αθλητικό/επιστημονικό/καλλιτεχνικό/μουσικό/ποδοσφαιρικό/πολιτιστικό/σκακιστικό/φιλανθρωπικό/φιλοζωικό ~. ~ επιχειρηματικότητας νέων. Πβ. οργάνωση, σύλλογος, σύνδεσμος.|| Δευτεροβάθμιο/επιχειρησιακό/κλαδικό/πανελλήνιο/πρωτοβάθμιο/τοπικό ~. ~ ιδιοκτητών/καταστηματαρχών/μισθωτών/συμβασιούχων/συνταξιούχων. ~ Ελλήνων Ηθοποιών (ακρ. ΣΕΗ). Ομοσπονδία ~ων. Πβ. συνδικάτο, συντεχνία. [< μτγν. σωματεῖον]
49464σωματεμπορίασω-μα-τε-μπο-ρί-α ουσ. (θηλ.) & σωματεμπόριο (το): παράνομη διακίνηση ανθρώπων με σκοπό κυρ. τη σεξουαλική εκμετάλλευση αλλά και την καταναγκαστική εργασία: διεθνική ~. ~ γυναικών/παιδιών. Κύκλωμα ~ας. Θύματα κακοποίησης και ~ας. Πβ. δουλεμπόριο, εμπόριο λευκής σαρκός, μαστροπεία, τράφικινγκ. Βλ. -εμπόριο. [< μτγν. σωματεμπόριον 'εμπόριο δούλων', πβ. αγγλ. trafficking]
49465σωματέμποροςσω-μα-τέ-μπο-ρος ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) σωματέμπορας: πρόσωπο που κάνει σωματεμπορία: κύκλωμα/σπείρα ~ων. Πβ. μαστροπός, νταβατζής, προαγωγός. Βλ. -έμπορος. [< μτγν. σωματέμπορος 'δουλέμπορος']
49466σωματιδιακός, ή, ό σω-μα-τι-δι-α-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με τα σωματίδια: ~ός: επιταχυντής. ~ή: ακτινοβολία/δομή/συγκέντρωση/φυσική (: που μελετά τις ιδιότητες και τη συμπεριφορά των στοιχειωδών σωματιδίων της ύλης). ~ό: υλικό. ~οί: ρύποι. ~ές: εκπομπές. Βλ. αστρο~, κυματο~ δυϊσμός. [< αγγλ. corpuscular, γαλλ. corpusculaire]
49467σωματίδιοσω-μα-τί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου | συνηθέστ. στον πληθ.} 1. ΦΥΣ. κάθε μικροσκοπική μονάδα ύλης: υποατομικό ~ (βλ. αδρόνιο, λεπτόνιο). Βαριά/ελαφρά ~α. ~ άλφα (= πυρήνας ηλίου). ~-φορέας. ~ της αντιύλης (= αντι~). Αρνητικά (: ηλεκτρόνια)/θετικά (: πρωτόνια) φορτισμένα ~α. Κίνηση/στροφορμή/ταχύτητα ~ίου. Ανιχνευτές/επιταχυντές ~ίων. Βλ. μικρο-, νανο-σωματίδια.|| Θεωρητικό ~/~ του Θεού (: ~/μποζόνιο (του) Χιγκς, το οποίο πιστεύεται ότι μπορεί να εξηγήσει πώς η ύλη αποκτά μάζα).|| Υποθετικά ~α (βλ. νετραλίνο, ταχυόνιο). ΣΥΝ. σωμάτιο (1) 2. κόκκος: τοξικά ~α. ~α καπνού/πάγου. Αιωρούμενα ~α σκόνης. ~α του άνθρακα. Βλ. -ίδιο. ● ΣΥΜΠΛ.: στοιχειώδη σωματίδια βλ. στοιχειώδης [< γαλλ. particule, corpuscule]
49468σωματικός, ή, ό σω-μα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το σώμα: ~ός: θάνατος/κίνδυνος/πόνος/τραυματισμός/τύπος (= σωματότυπος). ~ή: αδυναμία/ανάπτυξη/άσκηση/αύξηση/δραστηριότητα/δύναμη/ενέργεια/επαφή (πβ. σαρκικός)/ευεξία/κατασκευή/κίνηση/κοιλότητα/κούραση/λειτουργία/υγιεινή/φροντίδα. ~ό: βάρος/λίπος. ~ές: ανάγκες/αναλογίες/διαστάσεις/διαταραχές/κακώσεις. ~ά: κύτταρα (βλ. γεννητικός)/προσόντα/χαρακτηριστικά. Βλ. εξω~, ψυχο~. ΑΝΤ. ψυχικός ● επίρρ.: σωματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: σωματική ακεραιότητα βλ. ακεραιότητα, σωματική βία βλ. βία, σωματική βλάβη βλ. βλάβη, σωματική διάπλαση βλ. διάπλαση, σωματική έρευνα βλ. έρευνα, σωματική ικανότητα βλ. ικανότητα, φυσική/σωματική/αθλητική αγωγή βλ. αγωγή [< αρχ. σωματικός, αγγλ. somatic, γαλλ. somatique]
49469σωματικότητασω-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σωματική, υλική υπόσταση μιας ενέργειας ή συναίσθηση του σώματος: η ~ των κινήσεων/των μορφών/της υποκριτικής. Παίξιμο/χορογραφία με έντονη ~. Βλ. -ότητα, υλικότητα. [< αγγλ. corporeality, γαλλ. corporéité, corporealité]
49470σωμάτιοσω-μά-τι-ο ουσ. (ουδ.) {σωματί-ου | -ων} 1. ΦΥΣ. σωματίδιο. 2. ΒΙΟΛ. κάθε μικροσκοπικό στοιχείο ζωντανού οργανισμού: ωχρό ~ (: ιστός που αναπτύσσεται σε άδειο ωοθυλάκιο μετά την ωορρηξία). Νεφρικά/σηραγγώδη/ψαμμώδη ~α. Βλ. μικροσωμάτια. [< αρχ. σωμάτιον, ‘μικρό σώμα, (για πράγματα) σωματίδιο’, γαλλ. corpuscule]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.