| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 49475 | σωματολογία | σω-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΑΝΘΡΩΠ. κλάδος που μελετά τη δομή και τη φυσιολογία του ανθρώπινου σώματος και τις μεταβολές που υφίσταται. Βλ. -λογία. [< γαλλ. somatologie, αγγλ. somatology] | |
| 49476 | σωματομεδίνη | σω-μα-το-με-δί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πεπτιδική ορμόνη η οποία παράγεται στο συκώτι και διεγείρεται από τη δραστηριότητα άλλων ορμονών, όπως η σωματοτροπίνη. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. somatomedin, 1971 < somat-+ ο + (inter)med(iary+ in] | |
| 49477 | σωματομετρία | σω-μα-το-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΑΝΘΡΩΠ. επιστημονική μέτρηση των μερών του ανθρώπινου σώματος. Πβ. ανθρωπομετρία. Βλ. -μετρία. | |
| 49478 | σωματομετρικός | , ή, ό σω-μα-το-με-τρι-κός επίθ.: ΑΝΘΡΩΠ. που σχετίζεται με τη σωματομετρία: ~ός: έλεγχος. ~οί: δείκτες. ~ές: αναλογίες/διαστάσεις. ~ά: δεδομένα/στοιχεία/χαρακτηριστικά (: βάρος, ύψος). ~ή και διατροφική αξιολόγηση. Πβ. ανθρωπομετρικός. ● επίρρ.: σωματομετρικά | |
| 49479 | σωματόμορφος | , η, ο σω-μα-τό-μορ-φος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: σωματόμορφες διαταραχές & διαταραχές σωματοποίησης & διαταραχές σωματικών συμπτωμάτων: ΨΥΧΙΑΤΡ. ψυχικές διαταραχές που παρουσιάζονται με τη μορφή σωματικών διαταραχών. Πβ. ψυχοσωματικός. [< αγγλ. somatization disorder] [< πβ. μεσν. σωματόμορφος 'που αναπαριστάνει το σώμα΄, αγγλ. somatoform· πβ. somatic syndrome disorder, 2012] | |
| 49480 | σωματοποίηση | σω-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): μετατροπή συναισθηματικής ή ψυχολογικής κατάστασης σε σωματικό σύμπτωμα: ~ του άγχους.|| (ΨΥΧΙΑΤΡ.) Διαταραχές ~ης. Βλ. σωματόμορφος, -ποίηση. [< μτγν. σωματοποίησις ‘το να δώσει κάποιος σωματική υπόσταση’, αγγλ. somatization, 1925, γαλλ. somatisation, 1960] | |
| 49481 | σωματοποιώ | [σωματοποιῶ] σω-μα-το-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {σωματοποι-είς ..., -ώντας | σωματοποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: προσδίδω σε ψυχικές καταστάσεις σωματική υπόσταση: Το παιδί συχνά ~εί ένα γεγονός και το εκφράζει με το σώμα και τη φωνή του. Το στρες συχνά ~είται με τη μορφή πόνου. ~ημένη: διαταραχή (βλ. σωματόμορφες διαταραχές)/εξωτερίκευση (συναισθημάτων). ~ημένο: άγχος. Βλ. -ποιώ. [< μτγν. σωματοποιῶ ‘δίνω σωματική υπόσταση, ενδυναμώνω, αναζωογονώ’, γαλλ. somatiser, 1967, αγγλ. somatize] | |
| 49482 | σωματοστατίνη | σω-μα-το-στα-τί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πολυπεπτιδική ορμόνη που παράγεται κυρ. στον υποθάλαμο του διεγκεφάλου και αναστέλλει την έκκριση άλλων ορμονών, όπως η ινσουλίνη και η σωματοτροπίνη. Βλ. -ίνη. [< γαλλ. somatostatine, 1972, αγγλ. somatostatin, 1973] | |
| 49483 | σωματοτροπίνη | σω-μα-το-τρο-πί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. αυξητική ορμόνη. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. somatotrop(h)in, 1941, γαλλ. somatotrop(h)ine, 1959] | |
| 49484 | σωματοτρόπος | , ος, ο σω-μα-το-τρό-πος επίθ.: κυρ στο ● ΣΥΜΠΛ.: αυξητική/σωματοτρόπος ορμόνη βλ. ορμόνη [< αγγλ. somatotrop(h)ic, 1938, γαλλ. somatotrope, 1941] | |
| 49485 | σωματότυπος | σω-μα-τό-τυ-πος ουσ. (αρσ.): ΑΝΘΡΩΠ. ο ιδιαίτερος τύπος κάθε σωματικής κατασκευής: αθλητικός/ανδρικός/γυναικείος/κανονικός/μεσογειακός ~. Μέτρηση ~ου. ~ σε σχήμα αχλαδιού/μήλου. Πρόγραμμα διατροφής με βάση τον ~ο. ΣΥΝ. σωματοδομή [< αγγλ. somatotype, 1940] | |
| 49486 | σωματοφύλακας | σω-μα-το-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ.): επαγγελματίας που συνοδεύει και προστατεύει επώνυμο συνήθ. πρόσωπο: αστυνομικός/πιστός ~. ~ του προέδρου/του (πρωθ)υπουργού. Ομάδα ~άκων (= σωματοφυλακή). Προσέλαβε ~α. Ο τραγουδιστής κυκλοφορεί με ~ες. Πβ. γορίλας, μπράβος, προσωπικός φρουρός, φουσκωτός. Βλ. σεκιουριτάς.|| Σκύλος-~. Βλ. -φύλακας. [< μτγν. σωματοφύλαξ ‘φύλακας της σωματικής ακεραιότητας’] | |
| 49487 | σωματοφυλακή | σω-μα-το-φυ-λα-κή ουσ. (θηλ.): ομάδα σωματοφυλάκων· προστασία επώνυμων συνήθ. προσώπων: προσωπική ~. Η ~ του προέδρου. Βλ. φρουρά, -φυλακή.|| Εκπαίδευση σκύλων σε καθήκοντα ~ής. | |
| 49488 | σωματώδης | , ης, ες σω-μα-τώ-δης επίθ. {σωματώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): μεγαλόσωμος: ~ης: αθλητής/παλαιστής (= γεροδεμένος). ~ες: ζώο. Πβ. εύσωμος.|| (μτφ.) ~ες: κρασί (: που έχει πλούσια, γεμάτη γεύση). Βλ. -ώδης. [< αρχ. σωματώδης, γαλλ. corpulent] | |
| 49489 | σώνω | σώ-νω ρ. (αμτβ.) {έσω-σα, σώ-σει, -θηκα, -θεί, -σμένος} (λαϊκό): σώζω· κυρ. στις ● ΦΡ.: (θέλει) σώνει και καλά/ντε και καλά (προφ.-εμφατ.): για επίμονη επιδίωξη· οπωσδήποτε: Θέλει να έρθει μαζί μας ~ ~, τι να την κάνω; ΣΥΝ. αμέτι-μουχαμέτι, να μη σώσω να ... (προφ.) 1. για όρκο: ~ ~ ..., αν λέω ψέματα. 2. για κατάρα: (Που) να μη ~σει ο αλήτης (: να χαθεί)! 3. για δήλωση πλήρους αδιαφορίας: Μη ~σει κι έρθει! Βλ. όχι, θα/σιγά μην κάτσω να (σκάσω). 4. για δήλωση μεταμέλειας: (Που) να μην έσωνα να το 'κανα!, έσβησε το καντήλι του βλ. καντήλι, σώθηκαν οι μέρες του βλ. μέρα [< μεσν. σώνω < αρχ. σῴζω] | |
| 49490 | σώος | , α, ο [σῶος] σώ-ος επίθ.: άθικτος, ακέραιος: Παρά τη σφοδρή καταιγίδα, έφτασε ~ στον προορισμό του. ~ βρέθηκε ο ορειβάτης που είχε χαθεί από χθες. Πβ. αλώβητος, ανέπαφος. ● ΦΡ.: έχω σώας τας φρένας (λόγ.): είμαι πνευματικά υγιής, έχω λογική: Ο ψυχίατρος αποφάνθηκε ότι ο δράστης δεν είχε ~., σώος και αβλαβής βλ. αβλαβής [< αρχ. σῶος, σῶς] | |
| 49491 | σωπαίνω | σω-παί-νω ρ. (αμτβ.) {σώπα-σα, -σει, σωπαίν-οντας}: δεν μιλώ, μένω σιωπηλός και κατ' επέκτ. δεν ενεργώ, δεν αντιτίθεμαι σε κάτι: Το κοινό ~σε, όταν άρχισε η ομιλία. Μπορείτε να ~σετε, γιατί διαβάζω; Σώπα, γιατί δεν ακούω τι λένε (πβ. σκάω).|| Οι συνάδελφοί του ~σαν (: έμειναν άπρακτοι) μπροστά στην αδικία.|| (μτφ.) Η γνωστή τραγουδίστρια ~σε για πάντα (= πέθανε). ΣΥΝ. ησυχάζω (2), σιγώ, σιωπώ ● ΦΡ.: σώπα! (προφ.): δηλωτικό ειρωνείας, δυσπιστίας ή καθησυχασμού, ανακούφισης: ~, τι μας λες! Λες και δεν το ξέραμε! ~, συνέβη όντως κάτι τέτοιο;|| ~ (: ηρέμησε), μην κλαις, όλα θα πάνε καλά. ~ (και μη μιλάς καθόλου), τα καταφέραμε. [< μεσν. σωπαίνω < αρχ. σιωπῶ] | |
| 49492 | σωρεία | σω-ρεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): μεγάλος αριθμός, πληθώρα: ~ αντιδράσεων (πβ. βροχή)/καταγγελιών/κατηγοριών/λαθών/παραβάσεων/παραπόνων/προβλημάτων/σκανδάλων. Συνελήφθη για ~ κλοπών.|| ~ επιχειρημάτων/ερωτημάτων/ευκαιριών/πληροφοριών. Πβ. πλήθος. [< μτγν. σωρεία ‘συσσώρευση’] | |
| 49493 | σωρείτης | σω-ρεί-της ουσ. (αρσ.) {σωρειτών} & σωρίτης 1. ΜΕΤΕΩΡ. {συνήθ. στον πληθ.} πυκνό χαμηλό νέφος που αναπτύσσεται κατακόρυφα, αποτελείται από υδροσταγονίδια, έχει καθαρό περίγραμμα και σταθερά μεταβαλλόμενο σχήμα: πυργοειδείς ~ες. Βλ. θυσανο-, υψι-στρώματα, υψισωρείτες. 2. ΦΙΛΟΣ. σύνολο συλλογισμών στους οποίους το συμπέρασμα από κάθε προηγούμενο συλλογισμό αποτελεί την προκείμενη για τον αμέσως επόμενο. [< μτγν. σωρείτης ‘σύνθετος συλλογισμός με συσσώρευση προτάσεων’ 2: γαλλ. sorite, αγγλ. sorites] | |
| 49494 | σωρειτομελανίες | σω-ρει-το-με-λα-νί-ες ουσ. (αρσ.) (οι) {σπάν. στον εν. σωρειτομελανίας}: ΜΕΤΕΩΡ. ογκώδη καταιγιδοφόρα σύννεφα κατακόρυφης ανάπτυξης, των οποίων η βάση βρίσκεται πολύ κοντά στο έδαφος και η κορυφή τους μοιάζει με αμόνι. Βλ. ψυχρό μέτωπο. [< αγγλ.-γαλλ. cumulonimbus] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ