Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [50020-50040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
49491σωπαίνωσω-παί-νω ρ. (αμτβ.) {σώπα-σα, -σει, σωπαίν-οντας}: δεν μιλώ, μένω σιωπηλός και κατ' επέκτ. δεν ενεργώ, δεν αντιτίθεμαι σε κάτι: Το κοινό ~σε, όταν άρχισε η ομιλία. Μπορείτε να ~σετε, γιατί διαβάζω; Σώπα, γιατί δεν ακούω τι λένε (πβ. σκάω).|| Οι συνάδελφοί του ~σαν (: έμειναν άπρακτοι) μπροστά στην αδικία.|| (μτφ.) Η γνωστή τραγουδίστρια ~σε για πάντα (= πέθανε). ΣΥΝ. ησυχάζω (2), σιγώ, σιωπώ ● ΦΡ.: σώπα! (προφ.): δηλωτικό ειρωνείας, δυσπιστίας ή καθησυχασμού, ανακούφισης: ~, τι μας λες! Λες και δεν το ξέραμε! ~, συνέβη όντως κάτι τέτοιο;|| ~ (: ηρέμησε), μην κλαις, όλα θα πάνε καλά. ~ (και μη μιλάς καθόλου), τα καταφέραμε. [< μεσν. σωπαίνω < αρχ. σιωπῶ]
49492σωρείασω-ρεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): μεγάλος αριθμός, πληθώρα: ~ αντιδράσεων (πβ. βροχή)/καταγγελιών/κατηγοριών/λαθών/παραβάσεων/παραπόνων/προβλημάτων/σκανδάλων. Συνελήφθη για ~ κλοπών.|| ~ επιχειρημάτων/ερωτημάτων/ευκαιριών/πληροφοριών. Πβ. πλήθος. [< μτγν. σωρεία ‘συσσώρευση’]
49493σωρείτηςσω-ρεί-της ουσ. (αρσ.) {σωρειτών} & σωρίτης 1. ΜΕΤΕΩΡ. {συνήθ. στον πληθ.} πυκνό χαμηλό νέφος που αναπτύσσεται κατακόρυφα, αποτελείται από υδροσταγονίδια, έχει καθαρό περίγραμμα και σταθερά μεταβαλλόμενο σχήμα: πυργοειδείς ~ες. Βλ. θυσανο-, υψι-στρώματα, υψισωρείτες. 2. ΦΙΛΟΣ. σύνολο συλλογισμών στους οποίους το συμπέρασμα από κάθε προηγούμενο συλλογισμό αποτελεί την προκείμενη για τον αμέσως επόμενο. [< μτγν. σωρείτης ‘σύνθετος συλλογισμός με συσσώρευση προτάσεων’ 2: γαλλ. sorite, αγγλ. sorites]
49494σωρειτομελανίεςσω-ρει-το-με-λα-νί-ες ουσ. (αρσ.) (οι) {σπάν. στον εν. σωρειτομελανίας}: ΜΕΤΕΩΡ. ογκώδη καταιγιδοφόρα σύννεφα κατακόρυφης ανάπτυξης, των οποίων η βάση βρίσκεται πολύ κοντά στο έδαφος και η κορυφή τους μοιάζει με αμόνι. Βλ. ψυχρό μέτωπο. [< αγγλ.-γαλλ. cumulonimbus]
49495σώρευσησώ-ρευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συσσώρευση. [< αρχ. σώρευσις]
49496σωρευτικός, ή, ό σω-ρευ-τι-κός επίθ. (λόγ.): συσσωρευτικός: ~ή: άδεια/αναδοχή χρέους/ανάληψη χρημάτων. ● επίρρ.: σωρευτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]
49497σωρεύωσω-ρεύ-ω ρ. (μτβ.) {σώρευ-σα, -τηκε κ. -θηκε, -μένος} (λόγ.): συσσωρεύω. [< αρχ. σωρεύω]
49498σωρηδόνσω-ρη-δόν επίρρ. (λόγ.): κατά σωρούς· σε μεγάλο αριθμό: Σκουπίδια πεταμένα ~ στο πάτωμα. Πβ. χύδην.|| (αρνητ. συνυποδ.) Οι μηνύσεις/κριτικές έρχονται ~. Έριχναν ~ αντικείμενα στον αγωνιστικό χώρο. Δεχόμαστε ~ ακυρώσεις κρατήσεων. Πβ. αθρόα. Βλ. -ηδόν. [< μτγν. σωρηδόν]
49499σωριάζωσω-ριά-ζω ρ. (μτβ.) {σώρια-σα, -στηκα, -σμένος, σωριάζ-οντας} 1. ρίχνω κάτω ή γκρεμίζω: Τον ~σε (= ξάπλωσε) στο έδαφος με ένα χτύπημα. Ο σεισμός ~σε παλιά σπίτια. ~στηκε εξαντλημένη σε μια πολυθρόνα. Αισθάνθηκε δυσφορία και ~στηκε λιπόθυμος στον δρόμο (πβ. καταρρέω). ~σμένος κάτω φαρδιά-πλατιά.|| (μτφ.) ~στηκαν οι ελπίδες του. 2. σχηματίζω σωρούς: ~σε τις καρέκλες σε μια γωνία. Πβ. στοιβάζω, συσσωρεύω. [< 2: μεσν. σωριάζω]
49500σώριασμασώ-ρια-σμα ουσ. (ουδ.) 1. πτώση ή κατάρρευση: ~ δέντρων. ~ στο πάτωμα. 2. στοίβαγμα, συσσώρευση: ~ αντικειμένων.
49501σωρίτηςβλ. σωρείτης
49502σωρόςσω-ρός ουσ. (αρσ.) 1. σύνολο από πολλά όμοια ή ανόμοια αντικείμενα συγκεντρωμένα συνήθ. χωρίς τάξη· κατ' επέκτ. πλήθος, πληθώρα: ~ άμμου/βιβλίων/ερειπίων/σκουπιδιών/χώματος. ~ από ξύλα/παλιοσίδερα/πέτρες. Τα κλαδιά μαζεύτηκαν σε ~ούς.|| Είχε ένα ~ό απορίες/δουλειές. Έκανε ένα ~ό (= ένα κάρο, σκασμό) λάθη. ~ τα προβλήματα. Πβ. μάτσο, σωρεία. 2. ΠΛΗΡΟΦ. μνήμη υπολογιστή για αποθήκευση δεδομένων, η οποία δημιουργείται κατά τον χρόνο εκτέλεσης προγράμματος. Βλ. ουρά, στοίβα. ● ΦΡ.: με τον σωρό: με το κιλό, με τη σέσουλα: Αγοράζει καλλυντικά ~ ~. Πβ. σωρηδόν., του σωρού: για κάτι που είναι χαμηλής ποιότητας: βιβλία/ρούχα/ταινίες ~ ~. [< αρχ. σωρός 2: αγγλ. heap]
49503σωςβλ. σος
49504σώσε[σῶσε] σώ-σε ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μόνο στη ● ΦΡ.: γίνεται το σώσε (προφ.): επικρατεί μεγάλη αναταραχή, φασαρία, πανικός: Στο νησί γινόταν ~ από τον κόσμο. Έξω από το γήπεδο έγινε ~ από τα επεισόδια. Πβ. γίνεται της κακομοίρας, χαμός. ● βλ. σώζω
49505σωσίαςσω-σί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που έχει εκπληκτική ομοιότητα με κάποιο άλλο: Βρήκε τον ~α του. ~ες διασημοτήτων/καλλιτεχνών/πολιτικών. Βλ. το άλλο εγώ. [< μτγν. Σωσίας, γαλλ.-αγγλ. sosie]
49506σωσίβιοσω-σί-βι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. προστατευτικός εξοπλισμός, συνήθ. σε σχήμα γιλέκου ή κουλούρας, ο οποίος φουσκώνει και βοηθά κάποιον να επιπλεύσει, όταν τον φορέσει: ατομικό/κυκλικό/ναυαγοσωστικό/παιδικό (βλ. μπρατσάκια) ~. ~ ενηλίκων. Φανός ~ίου. Διάσωση ναυαγών με ρίψη ~ίου. 2. (μτφ.) καθετί που χρησιμεύει για να σώσει, να βγάλει κάποιον από δυσάρεστη κατάσταση: οικονομικό/πολιτικό ~. ~ για τον τουρισμό οι προσφορές. (ως παραθετικό σύνθ.) Δάνειο-~. Βλ. σανίδα σωτηρίας. 3. (μτφ.-προφ.) συγκέντρωση λίπους γύρω από τη μέση: Παρά τη γυμναστική το ~ δεν φεύγει. Πβ. τοπικό πάχος. ΣΥΝ. πατσές (1), σαμπρέλα (2) ● Υποκ.: σωσιβιάκι (το) [< γαλλ. bouée/ceinture de sauvetage]
49507σωσίβιος, α, ο σω-σί-βι-ος επίθ. (λόγ.): που χρησιμεύει σε διάσωση κυρ. ναυαγών ή κολυμβητών που βρίσκονται σε κίνδυνο: ~ος: εξοπλισμός. ~α: ζώνη. ~ο: γιλέκο (= σωσίβιο)/σχοινί/τζάκετ. Πνευστή ~α σχεδία. Βλ. -βιος. ● ΣΥΜΠΛ.: σωστική/σωσίβια λέμβος βλ. λέμβος
49508σώσιμο1σώ-σι-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. διάσωση: ~ ανθρώπινων ζωών/από βέβαιο πνιγμό/του πλανήτη. Το ~ της επιχείρησης/της μπάλας (: πριν βγει άουτ).|| ~ (: σωτηρία) της ψυχής. 2. ΠΛΗΡΟΦ. αποθήκευση: ~ αρχείων/δεδομένων/εσεμές. ~ στον σκληρό δίσκο/σε συσκευή USB. [< 2: αγγλ. save, 1982]
49509σώσιμο2σώ-σι-μο ουσ. (ουδ.) (σπάν.-λαϊκό): εξάντληση, στέρεμα.
49510σώσμα[σῶσμα] σώ-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): τελευταίο απόθεμα κρασιού στον πάτο του βαρελιού. Πβ. οινολάσπη, τρυγία. [< μεσν. σώσμα 'σώσιμο, σωτηρία']

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.