| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 49495 | σώρευση | σώ-ρευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συσσώρευση. [< αρχ. σώρευσις] | |
| 49496 | σωρευτικός | , ή, ό σω-ρευ-τι-κός επίθ. (λόγ.): συσσωρευτικός: ~ή: άδεια/αναδοχή χρέους/ανάληψη χρημάτων. ● επίρρ.: σωρευτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] | |
| 49497 | σωρεύω | σω-ρεύ-ω ρ. (μτβ.) {σώρευ-σα, -τηκε κ. -θηκε, -μένος} (λόγ.): συσσωρεύω. [< αρχ. σωρεύω] | |
| 49498 | σωρηδόν | σω-ρη-δόν επίρρ. (λόγ.): κατά σωρούς· σε μεγάλο αριθμό: Σκουπίδια πεταμένα ~ στο πάτωμα. Πβ. χύδην.|| (αρνητ. συνυποδ.) Οι μηνύσεις/κριτικές έρχονται ~. Έριχναν ~ αντικείμενα στον αγωνιστικό χώρο. Δεχόμαστε ~ ακυρώσεις κρατήσεων. Πβ. αθρόα. Βλ. -ηδόν. [< μτγν. σωρηδόν] | |
| 35347 | σωριάζομαι | ξε-χει-μω-νιά-ζω ρ. (αμτβ.) {ξεχειμώνια-σα, ξεχειμωνιά-σω, ξεχειμωνιάζ-οντας} & ξεχειμάζω (προφ.): περνώ τον χειμώνα σε πεδινά συνήθ. μέρη: Στο δέλτα του ποταμού ~ουν σπάνια είδη πουλιών. Βλ. χειμαδιό. ΣΥΝ. διαχειμάζω, παραχειμάζω ΑΝΤ. ξεκαλοκαιριάζω [< μεσν. ξεχειμωνιάζω, ξεχειμάζω] | |
| 49499 | σωριάζω | σω-ριά-ζω ρ. (μτβ.) {σώρια-σα, -στηκα, -σμένος, σωριάζ-οντας} 1. ρίχνω κάτω ή γκρεμίζω: Τον ~σε (= ξάπλωσε) στο έδαφος με ένα χτύπημα. Ο σεισμός ~σε παλιά σπίτια. ~στηκε εξαντλημένη σε μια πολυθρόνα. Αισθάνθηκε δυσφορία και ~στηκε λιπόθυμος στον δρόμο (πβ. καταρρέω). ~σμένος κάτω φαρδιά-πλατιά.|| (μτφ.) ~στηκαν οι ελπίδες του. 2. σχηματίζω σωρούς: ~σε τις καρέκλες σε μια γωνία. Πβ. στοιβάζω, συσσωρεύω. [< 2: μεσν. σωριάζω] | |
| 49500 | σώριασμα | σώ-ρια-σμα ουσ. (ουδ.) 1. πτώση ή κατάρρευση: ~ δέντρων. ~ στο πάτωμα. 2. στοίβαγμα, συσσώρευση: ~ αντικειμένων. | |
| 49501 | σωρίτης | βλ. σωρείτης | |
| 49502 | σωρός | σω-ρός ουσ. (αρσ.) 1. σύνολο από πολλά όμοια ή ανόμοια αντικείμενα συγκεντρωμένα συνήθ. χωρίς τάξη· κατ' επέκτ. πλήθος, πληθώρα: ~ άμμου/βιβλίων/ερειπίων/σκουπιδιών/χώματος. ~ από ξύλα/παλιοσίδερα/πέτρες. Τα κλαδιά μαζεύτηκαν σε ~ούς.|| Είχε ένα ~ό απορίες/δουλειές. Έκανε ένα ~ό (= ένα κάρο, σκασμό) λάθη. ~ τα προβλήματα. Πβ. μάτσο, σωρεία. 2. ΠΛΗΡΟΦ. μνήμη υπολογιστή για αποθήκευση δεδομένων, η οποία δημιουργείται κατά τον χρόνο εκτέλεσης προγράμματος. Βλ. ουρά, στοίβα. ● ΦΡ.: με τον σωρό: με το κιλό, με τη σέσουλα: Αγοράζει καλλυντικά ~ ~. Πβ. σωρηδόν., του σωρού: για κάτι που είναι χαμηλής ποιότητας: βιβλία/ρούχα/ταινίες ~ ~. [< αρχ. σωρός 2: αγγλ. heap] | |
| 49503 | σως | βλ. σος | |
| 49504 | σώσε | [σῶσε] σώ-σε ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μόνο στη ● ΦΡ.: γίνεται το σώσε (προφ.): επικρατεί μεγάλη αναταραχή, φασαρία, πανικός: Στο νησί γινόταν ~ από τον κόσμο. Έξω από το γήπεδο έγινε ~ από τα επεισόδια. Πβ. γίνεται της κακομοίρας, χαμός. ● βλ. σώζω | |
| 49505 | σωσίας | σω-σί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που έχει εκπληκτική ομοιότητα με κάποιο άλλο: Βρήκε τον ~α του. ~ες διασημοτήτων/καλλιτεχνών/πολιτικών. Βλ. το άλλο εγώ. [< μτγν. Σωσίας, γαλλ.-αγγλ. sosie] | |
| 49506 | σωσίβιο | σω-σί-βι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. προστατευτικός εξοπλισμός, συνήθ. σε σχήμα γιλέκου ή κουλούρας, ο οποίος φουσκώνει και βοηθά κάποιον να επιπλεύσει, όταν τον φορέσει: ατομικό/κυκλικό/ναυαγοσωστικό/παιδικό (βλ. μπρατσάκια) ~. ~ ενηλίκων. Φανός ~ίου. Διάσωση ναυαγών με ρίψη ~ίου. 2. (μτφ.) καθετί που χρησιμεύει για να σώσει, να βγάλει κάποιον από δυσάρεστη κατάσταση: οικονομικό/πολιτικό ~. ~ για τον τουρισμό οι προσφορές. (ως παραθετικό σύνθ.) Δάνειο-~. Βλ. σανίδα σωτηρίας. 3. (μτφ.-προφ.) συγκέντρωση λίπους γύρω από τη μέση: Παρά τη γυμναστική το ~ δεν φεύγει. Πβ. τοπικό πάχος. ΣΥΝ. πατσές (1), σαμπρέλα (2) ● Υποκ.: σωσιβιάκι (το) [< γαλλ. bouée/ceinture de sauvetage] | |
| 49507 | σωσίβιος | , α, ο σω-σί-βι-ος επίθ. (λόγ.): που χρησιμεύει σε διάσωση κυρ. ναυαγών ή κολυμβητών που βρίσκονται σε κίνδυνο: ~ος: εξοπλισμός. ~α: ζώνη. ~ο: γιλέκο (= σωσίβιο)/σχοινί/τζάκετ. Πνευστή ~α σχεδία. Βλ. -βιος. ● ΣΥΜΠΛ.: σωστική/σωσίβια λέμβος βλ. λέμβος | |
| 49508 | σώσιμο1 | σώ-σι-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. διάσωση: ~ ανθρώπινων ζωών/από βέβαιο πνιγμό/του πλανήτη. Το ~ της επιχείρησης/της μπάλας (: πριν βγει άουτ).|| ~ (: σωτηρία) της ψυχής. 2. ΠΛΗΡΟΦ. αποθήκευση: ~ αρχείων/δεδομένων/εσεμές. ~ στον σκληρό δίσκο/σε συσκευή USB. [< 2: αγγλ. save, 1982] | |
| 49509 | σώσιμο2 | σώ-σι-μο ουσ. (ουδ.) (σπάν.-λαϊκό): εξάντληση, στέρεμα. | |
| 49510 | σώσμα | [σῶσμα] σώ-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): τελευταίο απόθεμα κρασιού στον πάτο του βαρελιού. Πβ. οινολάσπη, τρυγία. [< μεσν. σώσμα 'σώσιμο, σωτηρία'] | |
| 49511 | σωσμός | σω-σμός ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): σωτηρία. [< μεσν. σωσμός] | |
| 49512 | σωστικός | , ή, ό σω-στι-κός επίθ.: που χρησιμεύει για να διασωθεί κάποιος ή κάτι: ~ός: εξοπλισμός. ~ή: ανασκαφή/ανασκαφική έρευνα (σε αρχαιολογικό χώρο)/επέμβαση/επιχείρηση/σχεδία. ~ό: ελικόπτερο/έργο/σκάφος/συνεργείο. ~ές: δυνάμεις/προσπάθειες. ~ά: είδη/εφόδια/μέσα/μέτρα. Πβ. δια~, σωτήριος. Βλ. ναυαγο~.|| (ως ουσ.) Τα ~ά (ενν. οχήματα). ● επίρρ.: σωστικά ● ΣΥΜΠΛ.: σωστική/σωσίβια λέμβος βλ. λέμβος [< αρχ. σωστικός] | |
| 49513 | σωστός | , ή, ό σω-στός επίθ. 1. που είναι όπως πρέπει, αλάνθαστος ή σύμφωνος με ορισμένες αρχές, κανόνες, πρότυπα: ~ός: λογαριασμός/προγραμματισμός/προσανατολισμός/σχεδιασμός/υπολογισμός/χειρισμός. ~ή: αντιμετώπιση/αξιοποίηση (της τεχνολογίας)/απάντηση (σε άσκηση)/γραφή (λέξης)/διατροφή/διδασκαλία/δόση (φαρμάκου)/δουλειά/ενέργεια/επιλογή/λειτουργία/λύση/οδήγηση/παρατήρηση/πράξη/προφορά/σκέψη/χρήση (γλώσσας)/ρύθμιση/τοποθέτηση/φωνή (βλ. φάλτσος)/ώρα (: ακριβής). ~ό: βούρτσισμα δοντιών/συμπέρασμα. ~ό ή λάθος; Βάλτε τα κομμάτια στη ~ή σειρά. Τα ρέστα δεν είναι ~ά. Γράφει ~ά Ελληνικά. Θέτω το θέμα σε ~ή βάση. Έκανες τη ~ή κίνηση. Ακολούθησε τον ~ό δρόμο.|| (κατάλληλος:) ~ός: φωτισμός. ~ χρόνος αγοραπωλησίας ενός ακινήτου. ΣΥΝ. αρμόζων, ενδεδειγμένος.|| (προφ., ως έκφρ. επιβεβαίωσης των λεγομένων κάποιου:) ~! ΣΥΝ. ορθός (1) ΑΝΤ. εσφαλμένος, λανθασμένος 2. ακέραιος, σύμφωνος με την ηθική, το δίκαιο, τη λογική ή τις κοινωνικές αντιλήψεις: ~ός: δάσκαλος/οικογενειάρχης. ~ή: αγωγή/ανατροφή/καθοδήγηση/στάση/συμπεριφορά. ~ές: απόψεις/συμβουλές. Είναι ~ απέναντί μου. Χάρη στην οικογένειά μου έγινα ~ άνθρωπος. Δεν είναι ~ό/δεν το βρίσκω/θεωρώ ~ό να ...|| (ως ουσ.) Το ~ό είναι να ... 3. αληθινός, πραγματικός: ~ός: αγωνιστής/φίλος (πβ. γνήσιος). Το όνειρο βγήκε ~ό. Μεγάλωσε κι έγινε ~ή γυναίκα!|| (επιτατ.) ~ή: ανοησία/χαζομάρα. ● επίρρ.: σωστά: Συμπλήρωσες ~ την αίτηση; Προσέχει την υγεία του και τρέφεται ~. (ως έκφρ. επιδοκιμασίας:) Πολύ ~ μιλάς! ● ΣΥΜΠΛ.: ερωτήσεις σωστού-λάθους/διαζευκτικής απάντησης βλ. ερώτηση ● ΦΡ.: σωστό κι αυτό & κι αυτό σωστό (προφ.): επιφωνηματική έκφραση που δηλώνει τυπική συγκατάβαση. Πβ. εντάξει, καλά/όπως/σωστά (τα) λες/λέτε., αυτό/η αλήθεια/το σωστό να λέγεται βλ. λέω, είσαι με τα/στα καλά/σωστά σου; βλ. καλό, καλά/όπως/σωστά (τα) λες/λέτε βλ. λέω [< μεσν. σωστός < μτγν. ~ ‘σώος, αβλαβής’, γαλλ. correct] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ