Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [50040-50060]

IDΛήμμαΕρμηνεία
49511σωσμός

σω-σμός ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): σωτηρία. [< μεσν. σωσμός]

49512σωστικός, ή, ό σω-στι-κός επίθ.: που χρησιμεύει για να διασωθεί κάποιος ή κάτι: ~ός: εξοπλισμός. ~ή: ανασκαφή/ανασκαφική έρευνα (σε αρχαιολογικό χώρο)/επέμβαση/επιχείρηση/σχεδία. ~ό: ελικόπτερο/έργο/σκάφος/συνεργείο. ~ές: δυνάμεις/προσπάθειες. ~ά: είδη/εφόδια/μέσα/μέτρα. Πβ. δια~, σωτήριος. Βλ. ναυαγο~.|| (ως ουσ.) Τα ~ά (ενν. οχήματα). ● επίρρ.: σωστικά ● ΣΥΜΠΛ.: σωστική/σωσίβια λέμβος βλ. λέμβος [< αρχ. σωστικός]
49513σωστός, ή, ό σω-στός επίθ. 1. που είναι όπως πρέπει, αλάνθαστος ή σύμφωνος με ορισμένες αρχές, κανόνες, πρότυπα: ~ός: λογαριασμός/προγραμματισμός/προσανατολισμός/σχεδιασμός/υπολογισμός/χειρισμός. ~ή: αντιμετώπιση/αξιοποίηση (της τεχνολογίας)/απάντηση (σε άσκηση)/γραφή (λέξης)/διατροφή/διδασκαλία/δόση (φαρμάκου)/δουλειά/ενέργεια/επιλογή/λειτουργία/λύση/οδήγηση/παρατήρηση/πράξη/προφορά/σκέψη/χρήση (γλώσσας)/ρύθμιση/τοποθέτηση/φωνή (βλ. φάλτσος)/ώρα (: ακριβής). ~ό: βούρτσισμα δοντιών/συμπέρασμα. ~ό ή λάθος; Βάλτε τα κομμάτια στη ~ή σειρά. Τα ρέστα δεν είναι ~ά. Γράφει ~ά Ελληνικά. Θέτω το θέμα σε ~ή βάση. Έκανες τη ~ή κίνηση. Ακολούθησε τον ~ό δρόμο.|| (κατάλληλος:) ~ός: φωτισμός. ~ χρόνος αγοραπωλησίας ενός ακινήτου. ΣΥΝ. αρμόζων, ενδεδειγμένος.|| (προφ., ως έκφρ. επιβεβαίωσης των λεγομένων κάποιου:) ~! ΣΥΝ. ορθός (1) ΑΝΤ. εσφαλμένος, λανθασμένος 2. ακέραιος, σύμφωνος με την ηθική, το δίκαιο, τη λογική ή τις κοινωνικές αντιλήψεις: ~ός: δάσκαλος/οικογενειάρχης. ~ή: αγωγή/ανατροφή/καθοδήγηση/στάση/συμπεριφορά. ~ές: απόψεις/συμβουλές. Είναι ~ απέναντί μου. Χάρη στην οικογένειά μου έγινα ~ άνθρωπος. Δεν είναι ~ό/δεν το βρίσκω/θεωρώ ~ό να ...|| (ως ουσ.) Το ~ό είναι να ... 3. αληθινός, πραγματικός: ~ός: αγωνιστής/φίλος (πβ. γνήσιος). Το όνειρο βγήκε ~ό. Μεγάλωσε κι έγινε ~ή γυναίκα!|| (επιτατ.) ~ή: ανοησία/χαζομάρα. ● επίρρ.: σωστά: Συμπλήρωσες ~ την αίτηση; Προσέχει την υγεία του και τρέφεται ~. (ως έκφρ. επιδοκιμασίας:) Πολύ ~ μιλάς! ● ΣΥΜΠΛ.: ερωτήσεις σωστού-λάθους/διαζευκτικής απάντησης βλ. ερώτηση ● ΦΡ.: σωστό κι αυτό & κι αυτό σωστό (προφ.): επιφωνηματική έκφραση που δηλώνει τυπική συγκατάβαση. Πβ. εντάξει, καλά/όπως/σωστά (τα) λες/λέτε., αυτό/η αλήθεια/το σωστό να λέγεται βλ. λέω, είσαι με τα/στα καλά/σωστά σου; βλ. καλό, καλά/όπως/σωστά (τα) λες/λέτε βλ. λέω [< μεσν. σωστός < μτγν. ~ ‘σώος, αβλαβής’, γαλλ. correct]
49514σώστρα[σῶστρα] σώ-στρα ουσ. (ουδ.) (τα) 1. ΝΑΥΤ. αμοιβή που λαμβάνει κάποιος για τη διάσωση πλοίου, του φορτίου ή του ναύλου του: Έξοδα ανέλκυσης, απομάκρυνσης ναυαγίου και ~. Βλ. θαλάσσια/επιθαλάσσια αρωγή, ναυαγιαίρεση. 2. η αξία των υπολειμμάτων κατεστραμμένου αυτοκινήτου η οποία αφαιρείται από το τελικό ποσό της αποζημίωσης που καταβάλλει η ασφαλιστική εταιρεία στον ιδιοκτήτη του. [< 1: αρχ. σῶστρα ‘προσφορές για τη διάσωση’]
49515σωτέβλ. σοτέ
49516σωτήραςσω-τή-ρας ουσ. (αρσ.) {-α (λόγ.) -ήρος} & (αρχαιοπρ.) σωτήρ. ΣΥΝ. λυτρωτής 1. πρόσωπο που σώζει κάποιον ή κάτι από κίνδυνο ή καταστροφή ή γενικότ. προσφέρει ανεκτίμητη βοήθεια: Ευεργέτης και ~.|| ~ της ομάδας.|| (ειρων.) Αυτόκλητοι/επίδοξοι ~ες (πβ. μεσσίας). Βλ. εθνο~, -τήρας.|| Το Τάγμα του ~ος (: τάγμα αριστείας). 2. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. το αρχικό Σ) χαρακτηρισμός του Ιησού: Ο ~ της ανθρωπότητας. ● ΣΥΜΠΛ.: Μεταμόρφωση του Σωτήρος βλ. μεταμόρφωση [< αρχ. σωτήρ]
49517σωτηρίασω-τη-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. απαλλαγή από επικίνδυνη, πιεστική ή ανεπιθύμητη κατάσταση: αναπάντεχη/ανέλπιστη/πολυπόθητη ~. Έκκληση/ελπίδα/επιχείρηση/κίνηση/λύση/μέτρα/σχέδιο ~ας. Η ~ του πλανήτη/της Γης. Οφείλω/χρωστώ τη ~ μου σε ... Στήθηκε γέφυρα ~ας για τη διάσωση του πληθυσμού.|| (προφ.) Δεν έχω ~ (: δεν με σώζει τίποτα). Ψάχνει τη ~ του στο ποτό. ΣΥΝ. γλιτωμός, λυτρωμός, λύτρωση 2. ΘΕΟΛ. λύτρωση της ψυχής από την αμαρτία. ● ΣΥΜΠΛ.: σανίδα σωτηρίας (μτφ.): έσχατο μέσο λύτρωσης σε περιπτώσεις απόγνωσης, αδιεξόδου: Στο πρόσωπό της βρήκε ~ ~. Αναζητά ~ ~. Πβ. σωσίβιο. [< γαλλ. planche de salut] , Στρατός (της) Σωτηρίας: διεθνής χριστιανική ιεραποστολική οργάνωση. [< αγγλ. Salvation Army] , άγγελος σωτηρίας βλ. άγγελος, κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας/ενότητας βλ. κυβέρνηση [< αρχ. σωτηρία]
49518σωτηριολογίασω-τη-ρι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΘΕΟΛ. κλάδος της Δογματικής που έχει ως αντικείμενο τη σωτηρία της ανθρωπότητας από τον Ιησού Χριστό: χριστιανική ~. Βλ. εσχατολογία, -λογία. [< γερμ. Soteriologie, γαλλ. sotériologie, αγγλ. soteriology]
49519σωτηριολογικός, ή, ό σω-τη-ρι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΘΕΟΛ. που σχετίζεται με τη σωτηριολογία: ~ή: προοπτική/σημασία. ~ό: μήνυμα. Το ~ό έργο του Χριστού. Βλ. μεσσιανικός. ● επίρρ.: σωτηριολογικά [< γερμ. soteriologisch, γαλλ. sotériologique, αγγλ. soteriologic(al)]
49520σωτήριος, α, ο σω-τή-ρι-ος επίθ.: που σώζει ή συμβάλλει στη σωτηρία: ~α: ανακάλυψη/απόφαση/βοήθεια/διέξοδος/δράση/επέμβαση/επιλογή/ιδέα/κινητοποίηση/λύση/νίκη/παρέμβαση/πρόταση/συμβουλή. ~ο: εμβόλιο/έργο/μήνυμα/μόσχευμα/φάρμακο. Η έγκαιρη διάγνωση της νόσου αποδείχθηκε ~α. Πβ. ευεργετ-, λυτρωτ-, σωστ-ικός. ΑΝΤ. καταστροφικός, ολέθριος.|| (σε εκκλησιαστικά κείμενα) Το ~ο μήνυμα του Ιησού Χριστού. Πβ. κοσμο~. Βλ. εθνο~, -τήριος. ● ΦΡ.: (κατά) το σωτήριο(ν) έτος 1. χαρακτηρισμός για χρονολογία μετά τη γέννηση του Χριστού (που συχνά θεωρείται ιστορικά σημαντική από τον ομιλητή): Ο Οικουμενικός Πατριάρχης εύχεται ευτυχές και ευλογημένον το νέον ~ ~ ...|| Το έργο ολοκληρώθηκε ~ ~ ... 2. (ειρων.) για αναφορά σε έτος κατά το οποίο επιβιώνουν παρωχημένες αντιλήψεις ή καταστάσεις: ~ ~ ... παραβιάζονται ακόμα τα ανθρώπινα δικαιώματα. [< αρχ. σωτήριος]
49521σωτηριώδης, ης, ες σω-τη-ρι-ώ-δης επίθ. {-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): (σε εκκλησιαστικά κείμενα) που φέρνει τη σωτηρία: το ~ες έργο της Εκκλησίας/του Ιησού Χριστού. Πβ. σωτήριος. Βλ. -ώδης. [< μτγν. σωτηριώδης]
49522σωφρονίζωσω-φρο-νί-ζω ρ. (μτβ.) {σωφρόνι-σα, -στηκε, -σμένος, σωφρονίζ-οντας} (λόγ.): κάνω κάποιον να γίνει σώφρων, διορθώνω τη συμπεριφορά του συχνά με τη χρήση ποινών: Ο παραβάτης ~στηκε και επανεντάχθηκε στο κοινωνικό σύνολο. Πβ. αναμορφώνω, παραδειγματίζω, συνετίζω. Βλ. τιμωρώ. ΣΥΝ. συμμορφώνω (2) [< αρχ. σωφρονίζω, αγγλ. sophronize]
49524σωφρονιστήραςσω-φρο-νι-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. φρονιμίτης. Βλ. -τήρας. [< αρχ. σωφρονιστήρ]
49525σωφρονιστήριοσω-φρο-νι-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.-παλαιότ.): δημόσιο ίδρυμα όπου εκτίουν ποινή εγκλεισμού κυρ. νεαρά άτομα με παραπτωματική συμπεριφορά: ~ ανηλίκων. Πβ. αναμορφωτήριο, σωφρονιστικό κατάστημα, φυλακή. Βλ. -τήριο. [< αρχ. σωφρονιστήριον]
49526σωφρονιστήςσω-φρο-νι-στής ουσ. (αρσ.): σωφρονιστικός υπάλληλος ή γενικότ. πρόσωπο που σωφρονίζει. [< αρχ. σωφρονιστής]
49527σωφρονιστικός, ή, ό σω-φρο-νι-στι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με τον σωφρονισμό: ~ός: κώδικας/υπάλληλος. ~ή: μεταχείριση/νομοθεσία/πολιτική/υπηρεσία. ~ό: ίδρυμα. ~οί: κανόνες. Βελτίωση του ~ού συστήματος.|| (ως ουσ.) Η ~ή (: κλάδος της Εγκληματολογίας που έχει ως αντικείμενο τη μελέτη των σωφρονιστικών συστημάτων). ● ΣΥΜΠΛ.: Σωφρονιστικό Κατάστημα Ανηλίκων βλ. κατάστημα [< μτγν. σωφρονιστικός]
49528σωφροσύνησω-φρο-σύ-νη ουσ. (θηλ.): σύνεση, περίσκεψη: πολιτική ~. Ενεργεί με ~ και υπευθυνότητα. Πβ. ορθοφροσύνη, φρόνηση, φρονιμάδα. Βλ. -οσύνη. ΑΝΤ. αφροσύνη [< αρχ. σωφροσύνη]
49529σώφρων, ων, ον σώ-φρων επίθ. {-ονος, -ονα | -ονες} (λόγ.) & (προφ.) σώφρονας: που χαρακτηρίζεται από σύνεση, φρόνηση, λογική: (για πρόσ.) ~ων: επιχειρηματίας/ηγέτης/πολίτης/πολιτικός. Πβ. μυαλωμένος, εχε-, ορθό-φρων, συνετός.|| ~ων: απόφαση/διαχείριση/λύση. ~ονα: λόγια.|| (ως ουσ.) Το ~ον θα ήταν να ... ΑΝΤ. άφρων ● επίρρ.: σωφρόνως [< αρχ. σώφρων]
58753σώψυχος, η, ο βλ. εσώψυχος
49530τ1. (πρόφ. ταυ) το δέκατο ένατο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει τον συμφωνικό φθόγγο [t]: ~ κεφαλαίο (Τ). ~ μικρό (τ). Πβ. ταυ. Βλ. σύμφωνο. 2. (πρόφ. ταυ) τριακόσια ή τριακοσιοστός. 3. (σε αρίθμηση, με τον τόνο κάτω αριστερά: ,Τ ή ,τ) τριακόσιες χιλιάδες. [< αρχ. Τ, μεσν. τ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.