Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [50060-50080]

IDΛήμμαΕρμηνεία
49952τ.έ.(συντομ.): τουτέστιν.
50855τ.μ.(συντομ.): τετραγωνικό μέτρο.
49531ΤΑ(η) 1. Τοπική Αυτοδιοίκηση. 2. Τουριστική Αστυνομία.
49532τα1βλ. ο, η, το
49533τα2βλ. αυτός
49534ταβάνι

τα-βά-νι ουσ. (ουδ.) {ταβαν-ιού} & (λαϊκό) νταβάνι 1. η άνω επιφάνεια κλειστού χώρου, οροφή: γύψινο/ξύλινο ~. Φωτιστικό ~ιού. Το γείσο/τα δοκάρια/οι σανίδες/το ύψος του ~ιού. Σπίτι με χαμηλό/ψηλό ~ (πβ. χαμηλο-, ψηλο-τάβανο). Αρχοντικό με ζωγραφιστό/θολωτό/παραδοσιακό/σκαλιστό ~. Ναός με διακοσμημένο/ξυλόγλυπτο ~. Ανεμιστήρας που κρεμιέται από το ~. Στάζει το ~. Βλ. δάπεδο, πάτωμα, στέγη, ταράτσα, ψευδοροφή. 2. (μτφ.) ανώτατη τιμή, όριο: Πιάσαμε ~ (πβ. κορυφή. ΑΝΤ. πάτος). Η ανεργία έχει χτυπήσει ~ (= έχει ανέβει στα ύψη).|| ~ στις αμοιβές των ... (πβ. πλαφόν). ● ΦΡ.: ίσα με/ίσαμε/μέχρι/ως το ταβάνι (μτφ.-εμφατ.): για σωρό από πράγματα ή για άτομο με ύψος μεγαλύτερο από το σύνηθες: Η στοίβα με τα άπλυτα έφτανε ~ ~ (= βουνό τα άπλυτα).|| Είναι ψηλός ~ ~ (πβ. ντερέκι)., να πέσει το ταβάνι να με πλακώσει (μτφ.-εμφατ.): ως όρκος ή κατάρα: Αν λέω ψέματα, ~ ~!, πετάγομαι/πηδώ/τινάζομαι μέχρι το ταβάνι/στον αέρα (μτφ.-εμφατ.): αιφνιδιάζομαι, δυσάρεστα ή ευχάριστα: Πήδηξε ~ ~ από τον πόνο. Η χαρά του ήταν τέτοια που τινάχτηκε ~ ~. [< ταβάνι, νταβάνι, 16ος αι. < τουρκ. tavan]

49535ταβανόβουρτσατα-βα-νό-βουρ-τσα ουσ. (θηλ.): κυλινδρική βούρτσα με μεγάλο κοντάρι που χρησιμοποιείται για το βάψιμο του ταβανιού. Πβ. μπατανόβουρτσα. Βλ. ταβανόσκουπα.
49536ταβανόπροκατα-βα-νό-προ-κα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) νταβανόπροκα 1. καρφί μεγάλου μεγέθους: ~ες από ατσάλι. ~ες καρφωμένες σε σανίδες. 2. (μτφ.-προφ.) υπονοούμενο σε βάρος κάποιου, προσβλητικός υπαινιγμός: Του πέταξε μια ~, σκέτο φαρμάκι. Πβ. καρφί, μπηχτή, σπόντα. 3. (μειωτ.) καταδότης: Τους κάρφωσε η ~. Πβ. ρουφιάνος, χαφιές. ΣΥΝ. καρφί (3)
49537τάβανοςτά-βα-νος ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) ντάβανος: ΖΩΟΛ. δίπτερο έντομο (οικογ. Tabanidae), παράσιτο οικόσιτων ζώων: ο ~ των βοδιών. Πβ. αλογόμυγα. [< μεσν. τάβανος]
49538ταβανοσανίδατα-βα-νο-σα-νί-δα ουσ. (θηλ.) & ταβανοσάνιδο (το): ΟΙΚΟΔ. λεπτή, μακριά σανίδα που χρησιμοποιείται για την επένδυση οροφής ή στέγης.
49539ταβανόσκουπατα-βα-νό-σκου-πα ουσ. (θηλ.) 1. σκούπα με μακρύ κοντάρι για το καθάρισμα της οροφής και των ψηλότερων σημείων των τοίχων: Μάζεψε τις αράχνες με την ~. Βλ. ταβανόβουρτσα. 2. (μτφ.-μειωτ.) πολύ ψηλή και αδύνατη γυναίκα. Πβ. καμήλα. Βλ. λελέκι, τηλεγραφόξυλο.
49540ταβάςβλ. νταβάς1
49541ταβέρνατα-βέρ-να ουσ. (θηλ.): λαϊκό εστιατόριο με τοπική συνήθ. κουζίνα: γραφική/εξοχική/κοσμική/οικογενειακή/παλιά (βλ. ταβερνείο)/παραδοσιακή/παραλιακή (βλ. ψαρο~)/χωριάτικη ~. ~-ψησταριά. ~ με αυλή/με ζωντανή μουσική. Οι θαμώνες/οι πελάτες της ~ας. Πβ. μεζεδοπωλείο, (οινο)μαγειρείο, ουζερί, χασαπο~.|| Iταλική ~ (πβ. τρατορία). ● Υποκ.: ταβερνάκι (το), ταβερνίτσα (η), ταβερνούλα (η) [< μτγν. ταβέρνα, αγγλ. taverna, 1914]
49542ταβερνείο[ταβερνεῖο] τα-βερ-νεί-ο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): ταβέρνα: καφενείο-~.|| (μειωτ.) Ξημεροβραδιάζεται στα ~α. Βλ. μαγειρείο. [< μεσν. ταβερνεῖα]
49543ταβερνιάρηςτα-βερ-νιά-ρης ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. ταβερνιάρισσα} (λαϊκό): ιδιοκτήτης ταβέρνας. Βλ. -ιάρης. [< μεσν. ταβερνάρης]
49544τάβλατά-βλα ουσ. (θηλ.) 1. επίπεδο κομμάτι ξύλου, πιο χοντρό από τη σανίδα: μακρόστενη/πλατιά (βλ. μαδέρι)/φαρδιά ~. Μονοκόμματες/ξύλινες ~ες. Οι ~ες του κρεβατιού/του πάγκου/του πατώματος. Παράθυρο καρφωμένο με ~ες.|| ~ κοπής (κρέατος, λαχανικών, ψωμιού, από ξύλο ή πλαστικό). 2. (παλαιότ.-λαϊκό) τραπέζι φαγητού, συνήθ. για πολλά άτομα. Βλ. σοφράς. ● ΦΡ.: είμαι/πέφτω τάβλα & κάτι με ρίχνει τάβλα (προφ.-εμφατ.): μένω ξαπλωμένος λόγω ασθένειας, εξάντλησης ή λιποθυμίας: Έπεσε/ήταν ένα μήνα ~ (= καθηλωμένος) στο κρεβάτι. Η αρρώστια με έριξε ~.|| Τον βρήκα ~ (= ταβλιασμένο) στο πάτωμα. Ήπιε πολύ και έπεσε ~ κάτω (= φαρδύς πλατύς).|| Μόλις άκουσε την τιμή, έπεσε ~ (= έπαθε σοκ)., τραγούδια της τάβλας & της τάβλας: ΛΑΟΓΡ. που λέγονταν στο τραπέζι, την ώρα του φαγητού, συνήθ. σε χαρμόσυνες εκδηλώσεις: παραδοσιακά ~ ~. Κλέφτικα/ριζίτικα της τάβλας (πβ. επιτραπέζια, καθιστικά, συμποτικά). Βλ. δημοτικά, τραγούδια της στράτας. [< μτγν. τάβλα, τάβλη ‘πινακίδα’ < λατ. tabula]
49545ταβλαδόροςτα-βλα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. ταβλαδόρισσα} (προφ.): αυτός που παίζει τάβλι, κυρ. ο έμπειρος και ικανός παίκτης: δεινός/μανιώδης/φανατικός ~. Βλ. -αδόρος.
49546ταβλάςβλ. ταμπλάς2
49547τάβλι

τά-βλι ουσ. (ουδ.): είδος επιτραπέζιου παιχνιδιού με διάφορες παραλλαγές, που παίζεται με ζάρια και πούλια από δύο παίκτες στις εσωτερικές πλευρές ξύλινου συνήθ. άβακα· συνεκδ. ο αντίστοιχος άβακας: αγώνας/διαγωνισμός/πρωτάθλημα/τουρνουά ~. Παρτίδα ~. Παίζουν ~ στο καφενείο. Βλ. πλακωτό, πόρτες, φεύγα.|| Διαδικτυακό/ηλεκτρονικό ~.|| ~-βαλίτσα/~ ταξιδίου. ● Υποκ.: ταβλάκι (το) [< μεσν. ταβλίον < μτγν. τάβλα]

49548ταβλιάζομαιτα-βλιά-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {ταβλιά-στηκα, -στεί, -σμένος} (προφ.-εμφατ.) 1. σωριάζομαι αναίσθητος μετά από δυνατό χτύπημα, έντονη συγκίνηση ή μέθη: Έφαγε την μπάλα στο κεφάλι και ~στηκε. Πβ. είμαι/πέφτω τάβλα. 2. κοιμάμαι βαριά, συνήθ. λόγω μεγάλης κούρασης ή ασθένειας: Ήταν πτώμα, έπεσε και ~στηκε (= ξεράθηκε) στον ύπνο. ~στηκε από τη γρίπη και τον πυρετό.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.