| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 49552 | τάγγιση | τάγ-γι-ση ουσ. (θηλ.) & τάγκιση (επίσ.): τάγγισμα: οξειδωτική ~. | |
| 49553 | τάγγισμα & τάγκισμα | τάγ-γι-σμα ουσ. (ουδ.): αλλοίωση που παθαίνουν έλαια και λίπη από παρατεταμένη έκθεση στον αέρα, το φως ή την υγρασία: υδρολυτικό ~. ~ του λαδιού (πβ. οξείδωση). Αντιοξειδωτικά που εμποδίζουν το ~ των τροφών. | |
| 49554 | ταγγός & ταγκός | , ή, ό ταγ-γός επίθ. & τσαγκός: (κυρ. για έλαια και στερεά λίπη) που είναι αλλοιωμένος και έχει δυσάρεστη γεύση και οσμή: ~ό: βούτυρο/λάδι.|| ~οί: (ξηροί) καρποί (= μπαγιάτικοι, χαλασμένοι). Bλ. μουχλιασμένος. [< μτγν. ταγγός] | |
| 49555 | ταγέρ | τα-γέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ταγιέρ: γυναικείο σύνολο με φούστα και σακάκι από το ίδιο ύφασμα: βραδινό/κλασικό/κομψό/σκούρο ~. Στο γραφείο συνηθίζει να φοράει ~.|| ~ με παντελόνι. Βλ. κοστούμι. ● Υποκ.: ταγεράκι (το) [< γαλλ. tailleur] | |
| 49556 | ταγή | τα-γή ουσ. (θηλ.) & ταή (λαϊκό): τροφή υποζυγίων και γενικότ. οικόσιτων ζώων: ~ και νερό για τα άλογα (πβ. φορβή). Βλ. βρόμη. [< μτγν. ταγή] | |
| 49557 | ταγιάρισμα | τα-γιά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ταγιάρω: ~ των διαμαντιών/του καθρέφτη. Βλ. -ισμα. | |
| 49558 | ταγιάρω | τα-γιά-ρω ρ. (μτβ.) {συνήθ. στη μτχ. ταγιαρι-σμένος} 1. κατεργάζομαι συνήθ. πολύτιμους και ημιπολύτιμους λίθους ή κρύσταλλα, ώστε να πάρουν πολυεδρικό σχήμα: ~σμένος: όνυχας. ~σμένη: πέτρα. ~σμένο: γυαλί/κρύσταλλο. 2. διακοσμώ κρυστάλλινη συνήθ. επιφάνεια με σχέδια, χαράσσοντάς την με αιχμηρό αντικείμενο: ~σμένο: φωτιστικό. [< βεν. tagiar, ιταλ. tagliare] | |
| 49559 | ταγιέρ | βλ. ταγέρ | |
| 49560 | τάγιστρο | τά-γι-στρο ουσ. (ουδ.) (σπάν.): ταΐστρα. Βλ. -τρο. [< μεσν. τάγιστρον] | |
| 49561 | ταγκιάζει | βλ. ταγγίζει | |
| 49562 | ταγκίζει | βλ. ταγγίζει | |
| 49563 | τάγκιση | βλ. τάγγιση | |
| 49564 | τάγκισμα | βλ. τάγγισμα | |
| 49565 | ταγκό | & τάγκο βλ. τάνγκο | |
| 49566 | ταγκός | , ή, ό βλ. ταγγός | |
| 49567 | τάγμα | τάγ-μα ουσ. (ουδ.) {τάγμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΣΤΡΑΤ. βασική μονάδα του Στρατού Ξηράς που αποτελείται συνήθ. από τρεις κύριους λόχους και έναν Λόχο Διοικήσεως: ~ διαβιβάσεων/εφοδιασμού/μεταφορών/μηχανικού/οπλιτών/πεζοναυτών. Αερομεταφερόμενο/μηχανοκίνητο ~ πεζικού. Αρχηγός/διοικητής ~ατος. Βλ. επιλαρχία, σύνταγμα. 2. ΘΡΗΣΚ. αδελφότητα μοναχών της Καθολικής Εκκλησίας· καθεμία από τις εννέα ομάδες των Αγγέλων· γενικότ. θρησκευτική κυρ. κοινότητα αφοσιωμένη σε έναν κοινό σκοπό: ιπποτικό/μοναστικό ή μοναχικό ~. Το ~ των Δομινικανών/των Ιησουιτών/των Ιωαννιτών/των Φραγκισκανών. Το γυναικείο ~ των Ουρσουλίνων.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Αγγελικά ~ατα. Το ~ των Σεραφείμ/των Χερουβείμ.|| (κατ' επέκτ.) Μυστικό/τεκτονικό ~. 3. (με κεφαλ. Τ) πρόσωπα που έχουν παρασημοφορηθεί από την Πολιτεία για τις εξαίρετες υπηρεσίες ή τις επιδόσεις τους σε διάφορους τομείς της δημόσιας ζωής· συνεκδ. το παράσημο: Ελληνικά ~ατα Αριστείας (: της Ευποιίας/του Σωτήρος/της Τιμής/του Φοίνικος). Οι τάξεις των ~άτων (: Μεγαλόσταυρος, Ανώτερος Ταξιάρχης, Ταξιάρχης, Χρυσός Σταυρός, Αργυρός Σταυρός). Έλαβε τα διάσημα του ~ατος ... Βλ. τίτλος. ● ΣΥΜΠΛ.: Τάγματα Ασφαλείας: ΙΣΤ. ένοπλες ομάδες από Έλληνες που συγκρότησαν οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. [< αρχ. τάγμα ‘μονάδα, σώμα στρατιωτών’, γαλλ. ordre] | |
| 49568 | ταγματάρχης | ταγ-μα-τάρ-χης ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. ανώτερος αξιωματικός του Στρατού Ξηράς, διοικητής Τάγματος, ανώτερος από τον λοχαγό και κατώτερος από τον αντισυνταγματάρχη: απόστρατος ~. Βλ. -άρχης, επισμηναγός, πλωτάρχης. [< μτγν. ταγματάρχης ‘διοικητής ενός τάγματος’] | |
| 49569 | ταγματασφαλίτης | ταγ-μα-τα-σφα-λί-της ουσ. (αρσ.): άτομο που ανήκε στα Τάγματα Ασφαλείας τα χρόνια της Κατοχής· κατ' επέκτ. καταδότης, χαφιές. Πβ. γερμανοτσολιάς. Βλ. δωσίλογος. | |
| 49570 | ταγμένος | , η, ο ταγ-μέ-νος επίθ. 1. αφοσιωμένος, αφιερωμένος: ~ σε ένα όραμα/(ψυχή τε και σώματι) σε έναν σκοπό (πβ. δοσμένος, ορκισμένος). ~οι στον αγώνα/στο καθήκον/στην προάσπιση των εθνικών συμφερόντων/στην υπηρεσία της δικαιοσύνης/στην υπόθεση της ειρήνης. 2. προορισμένος: ~ για σπουδαία πράγματα. Οργάνωση ~η να προστατεύει τα ατομικά δικαιώματα. ● βλ. τάζω, τάσσω [< αρχ. τεταγμένος] | |
| 49571 | ταγός | τα-γός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): ηγέτης, συνήθ. πνευματικός καθοδηγητής: θρησκευτικός ~. Οι ιδεολογικοί/πανεπιστημιακοί/πολιτικοί ~oί. Οι ~οί του έθνους/της Εκκλησίας/της κοινωνίας (βλ. στυλοβάτης)/του λαού/της παιδείας/του πνεύματος/της Πολιτείας/του πολιτισμού/του τόπου. Από ουραγός, κατέστη ~ των εξελίξεων (: για χώρα ή πολιτική δύναμη· βλ. πρωτοπόρος). Πβ. αρχηγός.|| (συχνά αρνητ. συνυποδ.) Οι ~οί της εξουσίας. [< αρχ. ταγός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ