Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [50100-50120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
49569ταγματασφαλίτηςταγ-μα-τα-σφα-λί-της ουσ. (αρσ.): άτομο που ανήκε στα Τάγματα Ασφαλείας τα χρόνια της Κατοχής· κατ' επέκτ. καταδότης, χαφιές. Πβ. γερμανοτσολιάς. Βλ. δωσίλογος.
49570ταγμένος, η, ο ταγ-μέ-νος επίθ. 1. αφοσιωμένος, αφιερωμένος: ~ σε ένα όραμα/(ψυχή τε και σώματι) σε έναν σκοπό (πβ. δοσμένος, ορκισμένος). ~οι στον αγώνα/στο καθήκον/στην προάσπιση των εθνικών συμφερόντων/στην υπηρεσία της δικαιοσύνης/στην υπόθεση της ειρήνης. 2. προορισμένος: ~ για σπουδαία πράγματα. Οργάνωση ~η να προστατεύει τα ατομικά δικαιώματα. ● βλ. τάζω, τάσσω [< αρχ. τεταγμένος]
49571ταγόςτα-γός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): ηγέτης, συνήθ. πνευματικός καθοδηγητής: θρησκευτικός ~. Οι ιδεολογικοί/πανεπιστημιακοί/πολιτικοί ~oί. Οι ~οί του έθνους/της Εκκλησίας/της κοινωνίας (βλ. στυλοβάτης)/του λαού/της παιδείας/του πνεύματος/της Πολιτείας/του πολιτισμού/του τόπου. Από ουραγός, κατέστη ~ των εξελίξεων (: για χώρα ή πολιτική δύναμη· βλ. πρωτοπόρος). Πβ. αρχηγός.|| (συχνά αρνητ. συνυποδ.) Οι ~οί της εξουσίας. [< αρχ. ταγός]
49572τάδετά-δε αόρ. αντων. {άκλ.} (με άρθ.) & (λαϊκό) τάδες (ο): σε ονοματική χρήση, με αναφορά σε κάποιον ή κάτι που δεν κατονομάζεται: Πήρα στο ~ τηλέφωνο και μου είπαν ...|| (με την αντων. δείνα, συνήθ. σε διάζευξη) Αν για τον ~ ή τον δείνα λόγο αποτύχετε, ... (πβ. άλφα ή βήτα). (μειωτ.) Mην ακούς τι σου λέει ο ~ και ο δείνα (: o ένας κι ο άλλος, ο καθένας). Βλ. ο/η/το μεν ... ο/η/το δε ...|| Το ~ άρθρο του δείνα νόμου. ● ΦΡ.: τάδε έφη βλ. έφη [< αρχ. τάδε]
49573ταδόπουλοςτα-δό-που-λος ουσ. (αρσ.) (προφ.-ειρων.): για αόριστη αναφορά σε πρόσωπο: Σε ζήτησε ένας τάδε ~, δεν άφησε όνομα.
49574ταεκβοντότα-εκ-βο-ντό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τάε κβο(ν) ντο: κορεατική πολεμική τέχνη αυτοάμυνας που βασίζεται σε τεχνικές χτυπημάτων ιδ. με τα πόδια και λιγότερο με τα χέρια· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο ολυμπιακό άθλημα: (ΑΘΛ.) αγωνιστικό ~. Βλ. καράτε. [< αγγλ. taekwondo, 1967, γαλλ. ~, περ. 1980]
49575τάζωτά-ζω ρ. (μτβ.) {έτα-ξα, τά-ξει, τα(γ)μένος, τάζ-οντας} 1. διαβεβαιώνω κάποιον ότι θα του δώσω ή θα κάνω κάτι γι' αυτόν: Και τι δεν του 'ταξα για να τον πείσω. Μου 'χες ~ξει να πάμε στο θέατρο.|| (κυρ. παλαιότ.) Της ~ξε γάμο.|| ~ουν, ~ουν (: λένε, λένε) και στο τέλος τίποτα. Βλ. παραμυθιάζω. 2. υπόσχομαι υλική ή πνευματική προσφορά στο Θεό ή σε Άγιο ως ανταπόδοση για χάρη που ζητώ, κάνω τάμα: ~ξε μια λαμπάδα στο μπόι της, αν ... Την είχαν ταμένη στην Αγία Βαρβάρα και της έδωσαν το όνομά της. ● ΦΡ.: μην τάξεις του Άγιου/σε Άγιο κερί και του παιδιού/σε παιδί κουλούρι (παροιμ.): μην δίνεις υποσχέσεις τις οποίες δεν μπορείς να κρατήσεις., τάζει λαγούς με πετραχήλια: δίνει υπερβολικές υποσχέσεις που δεν πρόκειται να τηρήσει: Προεκλογικά μας έταζαν ~ ~., τάξε μου! (προφ.): χαριτολογώντας, για να ανακοινώσουμε κάτι ευχάριστο σε κάποιον: ~ ~ να σου πω τα νέα! ● βλ. ταγμένος [< μεσν. τάζω < αρχ. τάσσω]
49576ταήβλ. ταγή
49577τάι τσιτά-ι τσι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. & τάι τσι τσουάν: κινεζική πολεμική τέχνη αυτοάμυνας και ταυτόχρονα μορφή διαλογισμού που βασίζεται σε αργές και ακριβείς κυκλικές κινήσεις, με σκοπό την ανάπτυξη της εσωτερικής δύναμης και τη βελτίωση της υγείας. Βλ. καράτε. 2. ΘΡΗΣΚ. & τάι τσι του: (στην αρχ. κινεζική φιλοσοφία) σύμβολο που αναπαριστά τη συμπληρωματικότητα των αντιθέτων, του γιν και του γιανγκ. Βλ. ταοϊσμός. [< αμερικ. tai chi (chuan), 1954, γαλλ. taï-chi-chuan, 1978]
49582τάι-μπρέικτά-ι μπρέ-ικ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τάι μπρέικ ΑΘΛ. 1. (στο βόλεϊ) πέμπτο σετ που παίζεται σε περίπτωση ισοπαλίας: νίκη στο ~. 2. (στο τένις) παράταση παιχνιδιού στην οποία κερδίζει ο πρώτος παίκτης που θα φτάσει στους επτά πόντους με προβάδισμα δύο πόντων από τον αντίπαλό του: Ο αγώνας οδηγήθηκε/πήγε σε ~/κρίθηκε στο ~. [< αγγλ. tiebreak, 1970]
49578τάιγκατά-ι-γκα ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΓΕΩΓΡ. ζώνη κωνοφόρων δασών, νότια της αρκτικής τούνδρας: η ~ του Καναδά/της Σιβηρίας/της Β. Σκανδιναβίας. Βλ. σαβάνα, στέπα. [< ρωσ. taĭga, γαλλ. taïga, 1905]
49579ταΐζωτα-ΐ-ζω ρ. (μτβ.) {τάι-σα, ταΐ-σει, -στηκα, ταϊ-στεί, -σμένος, ταΐζ-οντας} 1. βοηθώ κάποιον να φάει: ~ τον άρρωστο/τον παππού. ~ει το μωρό με το μπιμπερό. 2. δίνω, παρέχω τροφή: Mας ~σαν και μας πότισαν μέχρι σκασμού. Τους ~σαν χαλασμένο κρέας. Τα παιδιά είναι ~σμένα. Πβ. τρέφω.|| ~ τα αδέσποτα/τις πάπιες/τα περιστέρια. Η γάτα ~ει τα μικρά της.|| (μτφ.) Τον ~ει στο στόμα (: τον φροντίζει· βλ. τον/την κοιτάει στα μάτια).|| Μας ~ουν (: σερβίρουν) σκουπίδια. 3. συντηρώ κάποιον, του εξασφαλίζω τα αναγκαία: Δουλεύει σκληρά, γιατί έχει τρία στόματα να ~σει (= θρέψει). Είσαι μεγάλη πια για να σε ~ουν οι γονείς σου.|| Η επιχείρηση αυτή ~ει πολύ κόσμο. 4. (μτφ.-προφ.) δωροδοκώ: Για να χτίσει το αυθαίρετο ~σε πολλούς. Πβ. λαδώνω. ● ΦΡ.: καλύτερα να τον ντύνεις, παρά να τον ταΐζεις βλ. ντύνω, ταΐζω κάποιον κουτόχορτο βλ. κουτόχορτο [< μεσν. ταγίζω]
49580τάιμ-άουττά-ιμ ά-ουτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ταϊμάουτ 1. ΑΘΛ. (σε ομαδικά αθλήματα) σύντομη διακοπή του αγωνιστικού χρόνου: (στο βόλεϊ) τεχνικό ~. Πρώτο/δεύτερο ~. Ο προπονητής ζήτησε/κάλεσε/πήρε (εσπευσμένα) ~. 2. (μτφ.-προφ.) προσωρινή παύση, διάλειμμα: ~ στις διαπραγματεύσεις (= αναστολή).|| ~, να πάρουμε μια ανάσα! Πβ. ανάπαυλα. [< αμερικ. time-out]
49581τάιμινγκτά-ι-μινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): επιλογή της κατάλληλης χρονικής στιγμής, συγχρονισμός: ιδανικό/κακό/καλό/λάθος ~. Περιμένει το σωστό ~, για να ... Είναι θέμα ~. Βλ. περίσταση, συγκυρία. [< αγγλ. timing, γαλλ. ~, 1909]
49583ταινίαται-νί-α ουσ. (θηλ.) {ταινι-ών} 1. μακριά και στενή λωρίδα, συνήθ. από χαρτί, πλαστικό, μέταλλο ή ύφασμα: αδιάβροχη/αυτοκόλλητη/διακοσμητική/επιδεσμική/(συγ)κολλητική/μονωτική/συνδετική ~. ~ αλουμινίου/διπλής όψεως/καλωδίων/στερέωσης (βλ. επίδεσμος)/συσκευασίας. ~ ασφαλείας/γνησιότητας. Χρωματιστές ~ες. ~ες διαγράμμισης διαβάσεων. (Μαύρη) ~ πένθους (πβ. περιβραχιόνιο). Πβ. κορδέλα. Βλ. ζώνη, χαρτο~.|| (παλαιότ.) ~ γραφομηχανής.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Μεταφορική ~ εμπορευμάτων (= κυλιόμενος ιμάντας, ταινιόδρομος). ~ μέτρησης (= μετρο~). 2. ΚΙΝΗΜ.-ΤΗΛΕΟΡ. κινηματογραφικό ή τηλεοπτικό έργο, φιλμ: αισθηματική/ακατάλληλη/ασπρόμαυρη/αστυνομική/βραβευμένη/βωβή/δραματική/έγχρωμη/ελληνική/εμπορική/επική/ερασιτεχνική/ιστορική/καλτ/κλασική/κοινωνική/κωμική (πβ. κωμωδία)/ξένη/ομιλούσα/παιδική/ποιοτική/πολιτική/σινεφίλ ~. ~ γουέστερν (= καουμπόικη)/δράσης/επιστημονικής φαντασίας/θρίλερ/κινουμένων σχεδίων/μυθοπλασίας (βλ. ντοκιμαντέρ)/πορνό (= πορνοταινία)/τρόμου (βλ. σπλάτερ). Διάρκεια/ενοικίαση (βλ. βιντεοκασέτα, DVD)/προβολή ~ας. Τα γυρίσματα/τα εφέ/η μουσική/το μπάτζετ/η παραγωγή/η πρεμιέρα/η προώθηση/το ριμέικ/το σενάριο/ο τίτλος/το τρέιλερ/η υπόθεση/οι υπότιτλοι της ~ας. Διανομή ~ών. Η ~ της χρονιάς. Σκηνές από την ~. Γυρίζει/σκηνοθετεί ~. Η ζωή της έγινε ~. Οι νέες ~ες της εβδομάδας.|| ~ για την τηλεόραση (= τηλε~).|| (ΤΕΧΝΟΛ., μεμβράνη με επικάλυψη από φωτοευαίσθητο υλικό για την εγγραφή εικόνας ή/και ήχου) Kενή ~. ~ βίντεο/μαγνητοφώνου (βλ. κασέτα). Βλ. μικρο~. 3. ΑΝΑΤ. ινώδης σχηματισμός: οδοντική ~. Mυϊκές ~ες. ~ες ιστού (βλ. σύμφυση). 4. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. είδος σκουληκιού, εντερικό παράσιτο των ζώων και του ανθρώπου. Πβ. εχινόκοκκος. ● Υποκ.: ταινιούλα (η): στη σημ. 2: συμπαθητική ~. ● Μεγεθ.: ταινιάρα (η): στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: μαγνητική ταινία: ΤΕΧΝΟΛ. μαγνητοταινία., ταινία μικρού/μεγάλου/μεσαίου μήκους: ΚΙΝΗΜ. με μικρή/μεγάλη/μεσαία διάρκεια: προβολή/φεστιβάλ ~ών μικρού ~. [< αγγλ. short/long/medium film] , ταινία τεκμηρίωσης (επίσ.): ΚΙΝΗΜ. -ΤΗΛΕΟΡ. ντοκιμαντέρ., διηγήματα/ιστορία/ταινία μυστηρίου βλ. μυστήριο, ταινία δρόμου βλ. δρόμος, ταινίες α'/β' προβολής βλ. προβολή ● ΦΡ.: σαν σκηνή από ταινία βλ. σκηνή [< αρχ. ταινία 2: γαλλ. bande 4: μτγν. σημ., γαλλ. ténia, αγγλ. taenia]
49584ταινίασηται-νί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παρασίτωση του εντέρου, μόλυνση από ταινία: ~ των αιγοπροβάτων/των πτηνών/των σκύλων/των χοίρων. Αναιμία από ~. Πβ. εχινοκοκκίαση. Βλ. ζωονόσος, -ίαση. [< αγγλ. t(a)eniasis, γαλλ. téniasis, 1924]
49585ταινιόδρομοςται-νι-ό-δρο-μος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. κινούμενος ιμάντας μεταφοράς: ~ αποσκευών (: σε αεροδρόμια)/ζύγισης/τροφοδοσίας/φόρτωσης εμπορευμάτων (= ραουλόδρομος). Βλ. -δρομος. ΣΥΝ. κυλιόμενος διάδρομος (1) [< αγγλ. conveyor belt, 1906]
49586ταινιοειδής, ής, ές ται-νι-ο-ει-δής επίθ. (επιστ.) 1. που έχει το σχήμα ή τη μορφή ταινίας: (ΗΛΕΚΤΡ.) ~ές: καλώδιο. (ΒΟΤ.) ~ή: φύλλα (βλ. γραμμοειδής).|| (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) ~ές: μόρφωμα/σκληρόδερμα. Ο ~ πυρήνας του εγκεφάλου. Βλ. -ειδής. 2. ΙΑΤΡ. (σπάν.) που σχετίζεται με την ταινία, το εντερικό παράσιτο: ~ής: σκώληκας. [< αρχ. ταινιοειδής 2: αγγλ. taenioid]
49587ταινιοθήκηται-νι-ο-θή-κη ουσ. (θηλ.): συλλογή ταινιών· κτίριο ή υπηρεσία που στεγάζει κινηματογραφικό αρχείο: προσωπική ~. Ηλεκτρονικές ~ες. Βλ. βιντεοθήκη.|| Κρατική ~. ~ της Ελλάδος. [< γαλλ. cinémathèque, 1921]
49588ταινιοκριτικήται-νι-ο-κρι-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΚΙΝΗΜ. κριτική νέων συνήθ. ταινιών. Βλ. βιβλιο-, δισκο-κριτική.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.