Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [50120-50140]

IDΛήμμαΕρμηνεία
49589ταινιοπλεκτικήται-νι-ο-πλε-κτι-κή ουσ. (θηλ.): τεχνική κατασκευής πλέγματος από ταινίες: είδη ~ής.
49590ταινιωτός, ή, ό ται-νι-ω-τός επίθ. (λόγ.) : που αποτελείται από ταινίες ή έχει ανάλογη μορφή: ~ό: πλέγμα.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ή: διακόσμηση (βλ. γραμμικός)/κεραμική. ~ό: διάδημα. Πρόχους με ~ή λαβή. Κρίκος από ~ό έλασμα. Επιγραφή με ~ό κόσμημα.|| (ΓΕΩΛ.) ~ό: πέτρωμα.
49591ταίριταί-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ερωτικός σύντροφος: Έχει βρει το ιδανικό/κατάλληλο/τέλειο ~. Tον είδαν με καινούργιο ~ (βλ. αγαπημένη). Ψάχνει το ~ της (πβ. το άλλο εγώ, το άλλο μου μισό, το έτερον ήμισυ). (Έμεινε) μόνος δίχως ~.|| Θέλει να την κάνει ~ (: γυναίκα) του. 2. καθένα από τα μέρη ενός ζευγαριού: το ~ της κάλτσας/του σκουλαρικιού.|| Aυτοί οι δύο πηγαίνουν ~ ~. Πβ. μαζί, πακέτο. ● ΦΡ.: γίνομαι ταίρι (με κάποιον): δημιουργώ ερωτική σχέση, γίνομαι ζευγάρι: Μόλις γνωρίστηκαν, έγιναν ~ (= τα έφτιαξαν)., δεν έχει ταίρι/δεν έχει το ταίρι του (σε κάτι): δεν έχει όμοιο, ισάξιό του: Η ταινία δεν έχει το ~ της στην ιστορία του σινεμά (: είναι μοναδική).|| (αρνητ. συνυποδ.) Η τσιγκουνιά του δεν έχει ~ (: δεν έχει προηγούμενο, είναι παροιμιώδης). [< μεσν. ταίρι(ν)]
58790ταιριάζω
49592ταιριάζωται-ριά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ταίρια-ξα (προφ.) -σα, ταιριά-ξω (προφ.) -σω, -σμένος, ταιριάζ-οντας} (προφ.) 1. συνδυάζω ή συνδυάζομαι: ~ τις μπερδεμένες κάλτσες (πβ. ζευγαρώνω). ~ξτε τις λέξεις με τα σχήματα (πβ. αντιστοιχίζω). Προσπαθεί τα ~ξει τα αταίριαστα (= να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα). Πβ. συν~.|| Το λευκό ~ει (= πηγαίνει) με όλα (τα χρώματα). 2. (μτφ.) εναρμονίζομαι, συμφωνώ: Η παρέα ~ξε (= έδεσαν σαν ομάδα, κόλλησαν). Πβ. τακιμιάζω.|| (συνήθ. για ερωτική σχέση) ~ουν απόλυτα, συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον. Τα ~ξαμε (= τα βρήκαμε). Ζευγάρι ιδιαίτερα ~σμένο (= ταιριαστό. ΑΝΤ. αταίριαστο).ταιριάζει 1. είναι κατάλληλος, αρμόζει, πρέπει: Ύφος που δεν ~ στην περίσταση. Βρείτε το επάγγελμα που σας ~. Δεν έχει βρει ακόμα τον άνθρωπο που της ~. Πακέτο υπηρεσιών που ~ (= ανταποκρίνεται) στις ανάγκες/στις απαιτήσεις σας.|| (απρόσ.) Δεν ~ (= κάνει) να συμπεριφέρεσαι έτσι. 2. (απρόσ.) τυχαίνει: Δεν ~ξε να συναντηθούμε αυτή τη φορά. ● ΦΡ.: αν δεν ταιριάζαμε, δε(ν) θα συμπεθεριάζαμε (προφ.): για να δηλωθεί ότι η στενή σχέση μεταξύ ορισμένων ανθρώπων οφείλεται σε σύμπτωση χαρακτήρων ή συμφερόντων. Βλ. βρήκε ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ, κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι, όμοιος ομοίω αεί πελάζει., (δεν) ταιριάζουν τα χνότα μας/σας/τους βλ. χνότο, έρχεται/πάει/πέφτει/ταιριάζει γάντι/κουτί βλ. γάντι [< μεσν. ταιριάζω < ταίρι]
49593ταίριασματαί-ρια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. αρμονικός, αποδεκτός συνδυασμός: ~ γεύσεων/υλικών/χρωμάτων. Σωστό ~ των ρούχων. Ιδανικό ~ στίχου και μουσικής/φωνών. Το ~ των λέξεων. ~ του λόγου με την εικόνα (= αντιστοιχία). ~ των στοιχείων (= συσχέτιση). ~ των κομματιών παζλ (βλ. συναρμολόγηση). Πβ. δέσιμο, συν~. Βλ. ζευγάρωμα. 2. συμφωνία, σύμπτωση: το ~ δύο ανθρώπων (βλ. συνύπαρξη)/του ζευγαριού.|| ~ των απόψεων/των ενδιαφερόντων/των προτιμήσεων (πβ. σύγκλιση, ταύτιση).|| ~ των αντιθέσεων (πβ. συμβιβασμός).
38697ταιριαστός

, η, ο πα-ρά-ται-ρος επίθ.: που δεν μπορεί να συνδυαστεί με κάποιον ή κάτι άλλο, αταίριαστος: ~ο: ζευγάρι. Το τραπέζι φαίνεται ~ο στον χώρο. Πβ. δυσαρμονικός, παράφωνος. ΑΝΤ. ταιριαστός. ● επίρρ.: παράταιρα: άταιρα και ~.

49594ταιριαστός, ή, ό ται-ρια-στός επίθ. ΑΝΤ. αταίριαστος, παράταιρος 1. κατάλληλα συνδυασμένος: ~ός: χαρακτηρισμός. ~ή: απάντηση/επιλογή/λέξη/λύση. ~ό: επάγγελμα/όνομα/σύνολο/ύφος. ~ές: αποχρώσεις. Φόρεμα ~ό για την περίσταση (ΑΝΤ. ακατάλληλο). 2. αρμονικός: ~ός: γάμος (: επιτυχημένος). ~ό: ζευγάρι (= ταιριασμένο). ● επίρρ.: ταιριαστά
49595τάισματά-ι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ταΐζω: ~ του αρρώστου/του μωρού με μπιμπερό. ~ των αδέσποτων/των περιστεριών.
49596ταΐστρατα-ΐ-στρα ουσ. (θηλ.) 1. ειδική κατασκευή ή δοχείο για ζωοτροφές: ~ σκύλου. ~ και ποτίστρα πουλιών. Η ~ του στάβλου (πβ. παχνί).|| (με ρυθμιζόμενη ροή) Αυτόματη ~ ψαριών. 2. (ειδικότ.) μικρός σάκος με τροφή που κρεμιέται στον λαιμό υποζυγίου: ~ με βρόμη. Η ~ του αλόγου. Πβ. ντορβάς. ΣΥΝ. τάγιστρο
49608τακ-τακ& τακ τακ & τακ-τουκ: ήχος ρυθμικού συνήθ. χτυπήματος: (σε επιφάνεια) ~ το σφυρί στον τοίχο/τα τακούνια στο μάρμαρο. ~ η καρδιά του, πήγε να σπάσει (πβ. τικ-τακ).|| (ως ουσ.) Άκουσε ένα ~ στην πόρτα. Βλ. τάκα-τάκα. [< λ. ηχομιμητ. ή τουρκ. tac]
49598τάκα-τάκατά-κα επίρρ. & τάκα τάκα (προφ.) 1. (επιτατ.) χωρίς χρονοτριβή, βιαστικά: Τα μάζεψε όλα ~. ΣΥΝ. μάνι-μάνι, τσάκα-τσάκα ΑΝΤ. τσούκου-τσούκου 2. & τάκα τούκα: ηχομιμητική λέξη για την απόδοση επαναλαμβανόμενου και συνήθ. ενοχλητικού ήχου, θορύβου: ~ το κομπολόι, μας ζάλισες.|| (ως ουσ.) Αυτό το ~ της μηχανής, όλη την ώρα, με έχει εκνευρίσει. Βλ. τικ-τακ. ● ΦΡ.: στο τάκα-τάκα (εμφατ.): πολύ γρήγορα, αμέσως: Τα τέλειωσε όλα ~ ~! ΣΥΝ. μέχρι/ώσπου/όσο να πεις κύμινο/κρεμμύδι, στη στιγμή, στο άψε σβήσε, στο πι και φι, στο πιτς-φιτίλι [< ιταλ. tacca tacca, τουρκ. takatuka]
49597τακάκιατα-κά-κια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. τακάκ-ι}: ΜΗΧΑΝΟΛ. εξαρτήματα των δισκόφρενων για την επιβράδυνση της κίνησης στους τροχούς: εργοστασιακά/κεραμικά/μαλακά/μεταλλικά/οργανικά/σκληρά/φαγωμένα/φθαρμένα ~. ~ φρένων. Δαγκάνες με ~. Άλλαξα τα ~. Βλ. έμβολο, πέλμα, σιαγόνα.|| Μπροστινό/πίσω ~ι.
49599τακίμιτα-κί-μι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): στενός φίλος, συνεργάτης: Είναι ~ια (= αυτοκόλλητοι). ● ΦΡ.: τα κάνανε/έγιναν τακίμια: έγιναν αχώριστοι, κολλητοί: ~ ~ με τα αφεντικά (= τακίμιασαν, τα βρήκαν, τα έκαναν πλακάκια). [< τουρκ. takιm]
49600τακιμιάζωτα-κι-μιά-ζω ρ. (αμτβ.) {τακίμια-σα} (λαϊκό): ταιριάζω με κάποιον: ~σαν (= έδεσαν) αμέσως/από την πρώτη στιγμή/πολύ καλά οι δυο τους.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~σαν (= τα έκαναν τακίμια) με τον αντίπαλο.
49601τάκλιντά-κλιν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τάκλινγκ: ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) προβολή του ποδιού παίκτη προς τη μπάλα, για να την αποσπάσει από τον αντίπαλο ή να τη διώξει, που γίνεται με εκούσια πτώση του στο έδαφος: αντιαθλητικό/αντικανονικό/καθαρό/σκληρό ~. Δολοφονικό ~ (: ιδιαίτερα επικίνδυνο για τη σωματική ακεραιότητα του αντιπάλου). ~ με τα δύο πόδια. Δέχτηκε/του έκανε ~. [< αγγλ. tackling, γαλλ. tackle, 1907]
49602τάκος1τά-κος ουσ. (αρσ.): υποστήριγμα, συνήθ. από ξύλο: ελαστικός/ξύλινος/πλαστικός ~. ~οι ακινητοποίησης οχημάτων/τροχών (πβ. σφήνα). Bλ. δοκός, μαδέρι. ● ΦΡ.: βγάζω/στέλνω κάποιον στον τάκο: (στρατιωτική αργκό) τον αναφέρω για παράπτωμα: Ο λοχίας τον έβγαλε ~ και έφαγε καμπάνα.|| Στον τάκο τα ονόματα όσων χρωστούν. Πβ. βγάζω στη σέντρα., μου βγήκε/μου 'φυγε ο πάτος/ο τάκος βλ. πάτος [< βεν. taco]
49603τάκος2τά-κος ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. μεξικάνικη πίτα από αλεύρι καλαμποκιού γεμισμένη με πικάντικη σάλτσα, τυρί, κοτόπουλο ή κιμά και πασπαλισμένη με μπαχαρικά. Βλ. τορτίγια, τσίλι κον κάρνε. [< αμερικ. taco(s), 1901, γαλλ. taco, 1988]
49604τακουνάκιτα-κου-νά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (υποκ.) χαμηλό τακούνι. 2. {χωρ. πληθ.} (στο ποδόσφαιρο) χτύπημα της μπάλας με τη φτέρνα του παπουτσιού: ανάποδο ~. Πάσα-~. Γκολ με ~.
49605τακούνιτα-κού-νι ουσ. (ουδ.) 1. το ανυψωμένο πίσω μέρος του παπουτσιού κάτω από τη φτέρνα: λαστιχένιο/σταθερό/τετράγωνο ~.|| (κυρ. για γυναικεία υποδήματα) Ενιαίο (βλ. πλατφόρμες)/λεπτό/μυτερό/χοντρό ~. Δέκα/δώδεκα πόντους ~. Χαμηλά/ψηλά ~ια (βλ. χαμηλο-, ψηλο-τάκουνος). ~-στιλέτο (βλ. γόβα). Πέδιλα χωρίς ~ (= ίσια, φλατ). Βλ. -ούνι. 2. ΜΗΧΑΝΟΛ. {συνήθ. στον πληθ.} το εξωτερικό στρώμα της γόμας του ελαστικού που προσφύεται στο έδαφος: πλαϊνά ~ια. ● Μεγεθ.: τακουνάρα & τακούνα (η) [< ιταλ. taccone]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.