| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 58790 | ταιριάζω | ||
| 49593 | ταίριασμα | ταί-ρια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. αρμονικός, αποδεκτός συνδυασμός: ~ γεύσεων/υλικών/χρωμάτων. Σωστό ~ των ρούχων. Ιδανικό ~ στίχου και μουσικής/φωνών. Το ~ των λέξεων. ~ του λόγου με την εικόνα (= αντιστοιχία). ~ των στοιχείων (= συσχέτιση). ~ των κομματιών παζλ (βλ. συναρμολόγηση). Πβ. δέσιμο, συν~. Βλ. ζευγάρωμα. 2. συμφωνία, σύμπτωση: το ~ δύο ανθρώπων (βλ. συνύπαρξη)/του ζευγαριού.|| ~ των απόψεων/των ενδιαφερόντων/των προτιμήσεων (πβ. σύγκλιση, ταύτιση).|| ~ των αντιθέσεων (πβ. συμβιβασμός). | |
| 38697 | ταιριαστός | , η, ο πα-ρά-ται-ρος επίθ.: που δεν μπορεί να συνδυαστεί με κάποιον ή κάτι άλλο, αταίριαστος: ~ο: ζευγάρι. Το τραπέζι φαίνεται ~ο στον χώρο. Πβ. δυσαρμονικός, παράφωνος. ΑΝΤ. ταιριαστός. ● επίρρ.: παράταιρα: άταιρα και ~. | |
| 49594 | ταιριαστός | , ή, ό ται-ρια-στός επίθ. ΑΝΤ. αταίριαστος, παράταιρος 1. κατάλληλα συνδυασμένος: ~ός: χαρακτηρισμός. ~ή: απάντηση/επιλογή/λέξη/λύση. ~ό: επάγγελμα/όνομα/σύνολο/ύφος. ~ές: αποχρώσεις. Φόρεμα ~ό για την περίσταση (ΑΝΤ. ακατάλληλο). 2. αρμονικός: ~ός: γάμος (: επιτυχημένος). ~ό: ζευγάρι (= ταιριασμένο). ● επίρρ.: ταιριαστά | |
| 49595 | τάισμα | τά-ι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ταΐζω: ~ του αρρώστου/του μωρού με μπιμπερό. ~ των αδέσποτων/των περιστεριών. | |
| 49596 | ταΐστρα | τα-ΐ-στρα ουσ. (θηλ.) 1. ειδική κατασκευή ή δοχείο για ζωοτροφές: ~ σκύλου. ~ και ποτίστρα πουλιών. Η ~ του στάβλου (πβ. παχνί).|| (με ρυθμιζόμενη ροή) Αυτόματη ~ ψαριών. 2. (ειδικότ.) μικρός σάκος με τροφή που κρεμιέται στον λαιμό υποζυγίου: ~ με βρόμη. Η ~ του αλόγου. Πβ. ντορβάς. ΣΥΝ. τάγιστρο | |
| 49608 | τακ-τακ | & τακ τακ & τακ-τουκ: ήχος ρυθμικού συνήθ. χτυπήματος: (σε επιφάνεια) ~ το σφυρί στον τοίχο/τα τακούνια στο μάρμαρο. ~ η καρδιά του, πήγε να σπάσει (πβ. τικ-τακ).|| (ως ουσ.) Άκουσε ένα ~ στην πόρτα. Βλ. τάκα-τάκα. [< λ. ηχομιμητ. ή τουρκ. tac] | |
| 49598 | τάκα-τάκα | τά-κα επίρρ. & τάκα τάκα (προφ.) 1. (επιτατ.) χωρίς χρονοτριβή, βιαστικά: Τα μάζεψε όλα ~. ΣΥΝ. μάνι-μάνι, τσάκα-τσάκα ΑΝΤ. τσούκου-τσούκου 2. & τάκα τούκα: ηχομιμητική λέξη για την απόδοση επαναλαμβανόμενου και συνήθ. ενοχλητικού ήχου, θορύβου: ~ το κομπολόι, μας ζάλισες.|| (ως ουσ.) Αυτό το ~ της μηχανής, όλη την ώρα, με έχει εκνευρίσει. Βλ. τικ-τακ. ● ΦΡ.: στο τάκα-τάκα (εμφατ.): πολύ γρήγορα, αμέσως: Τα τέλειωσε όλα ~ ~! ΣΥΝ. μέχρι/ώσπου/όσο να πεις κύμινο/κρεμμύδι, στη στιγμή, στο άψε σβήσε, στο πι και φι, στο πιτς-φιτίλι [< ιταλ. tacca tacca, τουρκ. takatuka] | |
| 49597 | τακάκια | τα-κά-κια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. τακάκ-ι}: ΜΗΧΑΝΟΛ. εξαρτήματα των δισκόφρενων για την επιβράδυνση της κίνησης στους τροχούς: εργοστασιακά/κεραμικά/μαλακά/μεταλλικά/οργανικά/σκληρά/φαγωμένα/φθαρμένα ~. ~ φρένων. Δαγκάνες με ~. Άλλαξα τα ~. Βλ. έμβολο, πέλμα, σιαγόνα.|| Μπροστινό/πίσω ~ι. | |
| 49599 | τακίμι | τα-κί-μι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): στενός φίλος, συνεργάτης: Είναι ~ια (= αυτοκόλλητοι). ● ΦΡ.: τα κάνανε/έγιναν τακίμια: έγιναν αχώριστοι, κολλητοί: ~ ~ με τα αφεντικά (= τακίμιασαν, τα βρήκαν, τα έκαναν πλακάκια). [< τουρκ. takιm] | |
| 49600 | τακιμιάζω | τα-κι-μιά-ζω ρ. (αμτβ.) {τακίμια-σα} (λαϊκό): ταιριάζω με κάποιον: ~σαν (= έδεσαν) αμέσως/από την πρώτη στιγμή/πολύ καλά οι δυο τους.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~σαν (= τα έκαναν τακίμια) με τον αντίπαλο. | |
| 49601 | τάκλιν | τά-κλιν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τάκλινγκ: ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) προβολή του ποδιού παίκτη προς τη μπάλα, για να την αποσπάσει από τον αντίπαλο ή να τη διώξει, που γίνεται με εκούσια πτώση του στο έδαφος: αντιαθλητικό/αντικανονικό/καθαρό/σκληρό ~. Δολοφονικό ~ (: ιδιαίτερα επικίνδυνο για τη σωματική ακεραιότητα του αντιπάλου). ~ με τα δύο πόδια. Δέχτηκε/του έκανε ~. [< αγγλ. tackling, γαλλ. tackle, 1907] | |
| 49602 | τάκος1 | τά-κος ουσ. (αρσ.): υποστήριγμα, συνήθ. από ξύλο: ελαστικός/ξύλινος/πλαστικός ~. ~οι ακινητοποίησης οχημάτων/τροχών (πβ. σφήνα). Bλ. δοκός, μαδέρι. ● ΦΡ.: βγάζω/στέλνω κάποιον στον τάκο: (στρατιωτική αργκό) τον αναφέρω για παράπτωμα: Ο λοχίας τον έβγαλε ~ και έφαγε καμπάνα.|| Στον τάκο τα ονόματα όσων χρωστούν. Πβ. βγάζω στη σέντρα., μου βγήκε/μου 'φυγε ο πάτος/ο τάκος βλ. πάτος [< βεν. taco] | |
| 49603 | τάκος2 | τά-κος ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. μεξικάνικη πίτα από αλεύρι καλαμποκιού γεμισμένη με πικάντικη σάλτσα, τυρί, κοτόπουλο ή κιμά και πασπαλισμένη με μπαχαρικά. Βλ. τορτίγια, τσίλι κον κάρνε. [< αμερικ. taco(s), 1901, γαλλ. taco, 1988] | |
| 49604 | τακουνάκι | τα-κου-νά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (υποκ.) χαμηλό τακούνι. 2. {χωρ. πληθ.} (στο ποδόσφαιρο) χτύπημα της μπάλας με τη φτέρνα του παπουτσιού: ανάποδο ~. Πάσα-~. Γκολ με ~. | |
| 49605 | τακούνι | τα-κού-νι ουσ. (ουδ.) 1. το ανυψωμένο πίσω μέρος του παπουτσιού κάτω από τη φτέρνα: λαστιχένιο/σταθερό/τετράγωνο ~.|| (κυρ. για γυναικεία υποδήματα) Ενιαίο (βλ. πλατφόρμες)/λεπτό/μυτερό/χοντρό ~. Δέκα/δώδεκα πόντους ~. Χαμηλά/ψηλά ~ια (βλ. χαμηλο-, ψηλο-τάκουνος). ~-στιλέτο (βλ. γόβα). Πέδιλα χωρίς ~ (= ίσια, φλατ). Βλ. -ούνι. 2. ΜΗΧΑΝΟΛ. {συνήθ. στον πληθ.} το εξωτερικό στρώμα της γόμας του ελαστικού που προσφύεται στο έδαφος: πλαϊνά ~ια. ● Μεγεθ.: τακουνάρα & τακούνα (η) [< ιταλ. taccone] | |
| 49606 | τακουνιά | τα-κου-νιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): χτύπημα με τακούνι: Έφαγε (μια) ~. | |
| 49607 | τακτ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: διακριτικότητα, λεπτότητα: Δεν έχει καθόλου ~. Τους απέφυγε με ~ (πβ. ευγένεια). Δεν απάντησε για λόγους ~. Είχε το ~ να μην πάρει θέση. ΑΝΤ. αδιακρισία [< γαλλ. tact] | |
| 49609 | τακτική | τα-κτι-κή ουσ. (θηλ.) & (προφ.) ταχτική 1. σειρά ενεργειών, σύνολο συντονισμένων μέσων για την επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού: αμυντική/δοκιμασμένη/έξυπνη/επιθετική/λάθος/οικονομική/πολιτική/πονηρή/σκληρή ~. Εφαρμογή μιας ~ής. Η αντιπολιτευτική/προεκλογική ~ ενός κόμματος. Η υπερασπιστική ~ (= γραμμή) του δικηγόρου. Πάγια ~ της διοίκησης είναι να ...|| (ΑΘΛ.) Η αγωνιστική ~ μιας ομάδας.|| Η ~ του αιφνιδιασμού/του ανταρτοπόλεμου/του αντιπερισπασμού/των ίσων αποστάσεων/της υποχώρησης/των χαμηλών τόνων. Πβ. μέθοδος. Bλ. τεχνική.|| H ~ που ακολουθείς δεν είναι σωστή. Βλ. οδός, στάση, συμπεριφορά. 2. ΣΤΡΑΤ. τρόπος χρήσης των διαθέσιμων μέσων κατά τη μάχη, σχέδιο επιχείρησης: πολεμική ~. ~ πτήσης. Βλ. στρατηγική. [< 1: γαλλ. tactique, ordre, αγγλ. tactic(s) 2: αρχ. τακτική (τέχνη)] | |
| 49610 | τακτικισμός | τα-κτι-κι-σμός ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.): ΠΟΛΙΤ. πρακτική που ακολουθείται για επίτευξη μεμονωμένων στόχων και αποκόμιση οφελών, χωρίς ολοκληρωμένη μακροπρόθεσμη στρατηγική: κινήσεις/μεθοδεύσεις ~ού. Eκλογικοί/επικοινωνιακοί/μικροκομματικοί ~οί. Βλ. καιροσκοπ-, πολιτικαντ-ισμός. [< αγγλ. tacticism] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ