Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [50140-50160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
49606τακουνιάτα-κου-νιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): χτύπημα με τακούνι: Έφαγε (μια) ~.
49607τακτουσ. (ουδ.) {άκλ.}: διακριτικότητα, λεπτότητα: Δεν έχει καθόλου ~. Τους απέφυγε με ~ (πβ. ευγένεια). Δεν απάντησε για λόγους ~. Είχε το ~ να μην πάρει θέση. ΑΝΤ. αδιακρισία [< γαλλ. tact]
49609τακτικήτα-κτι-κή ουσ. (θηλ.) & (προφ.) ταχτική 1. σειρά ενεργειών, σύνολο συντονισμένων μέσων για την επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού: αμυντική/δοκιμασμένη/έξυπνη/επιθετική/λάθος/οικονομική/πολιτική/πονηρή/σκληρή ~. Εφαρμογή μιας ~ής. Η αντιπολιτευτική/προεκλογική ~ ενός κόμματος. Η υπερασπιστική ~ (= γραμμή) του δικηγόρου. Πάγια ~ της διοίκησης είναι να ...|| (ΑΘΛ.) Η αγωνιστική ~ μιας ομάδας.|| Η ~ του αιφνιδιασμού/του ανταρτοπόλεμου/του αντιπερισπασμού/των ίσων αποστάσεων/της υποχώρησης/των χαμηλών τόνων. Πβ. μέθοδος. Bλ. τεχνική.|| H ~ που ακολουθείς δεν είναι σωστή. Βλ. οδός, στάση, συμπεριφορά. 2. ΣΤΡΑΤ. τρόπος χρήσης των διαθέσιμων μέσων κατά τη μάχη, σχέδιο επιχείρησης: πολεμική ~. ~ πτήσης. Βλ. στρατηγική. [< 1: γαλλ. tactique, ordre, αγγλ. tactic(s) 2: αρχ. τακτική (τέχνη)]
49610τακτικισμόςτα-κτι-κι-σμός ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.): ΠΟΛΙΤ. πρακτική που ακολουθείται για επίτευξη μεμονωμένων στόχων και αποκόμιση οφελών, χωρίς ολοκληρωμένη μακροπρόθεσμη στρατηγική: κινήσεις/μεθοδεύσεις ~ού. Eκλογικοί/επικοινωνιακοί/μικροκομματικοί ~οί. Βλ. καιροσκοπ-, πολιτικαντ-ισμός. [< αγγλ. tacticism]
49611τακτικιστήςτα-κτι-κι-στής ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.): αυτός που ακολουθεί την πρακτική του τακτικισμού. Bλ. καιροσκόπος. [< γαλλ. tacticien, αγγλ. tactician]
49612τακτικός, ή, ό τα-κτι-κός επίθ. & (προφ.) ταχτικός 1. συχνός, σταθερός: ~ή: ενημέρωση/επικοινωνία/συντήρηση. ~ές: εκδρομές/επισκέψεις/συναντήσεις. Άσκηση σε ~ή βάση (πβ. διαρκής, τακτός). Βλ. συνεχής.|| Βγήκε για τον ~ό του περίπατο (= καθιερωμένο, συνηθισμένο).|| ~ός: ακροατής (βλ. πιστός, φανατικός)/αναγνώστης (πβ. συστηματικός)/θαμώνας/πελάτης (του μαγαζιού). ΑΝΤ. αραιός (2), περιστασιακός 2. που πραγματοποιείται ανά καθορισμένα χρονικά διαστήματα, προγραμματισμένος: ~ή: συγκοινωνία. ~ές: πτήσεις. ~ά: δρομολόγια (= πυκνά).|| ~ός: διαγωνισμός/(ετήσιος/φορολογικός) έλεγχος/κύκλος μαθημάτων/προϋπολογισμός. ~ή: επιχορήγηση/καταβολή τόκων/συνεδρίαση/(γενική) συνέλευση. ~ό: συνέδριο. ~ές: δαπάνες.|| ~ό: εισόδημα. ~ές: αποδοχές. ~ά έξοδα. Πβ. πάγιος. ΑΝΤ. έκτακτος (1) 3. συμμαζεμένος, επιμελής, συνεπής: ~ό: γραφείο/σπίτι (= νοικοκυρεμένο). ΑΝΤ. ακατάστατος.|| ~ό: γραπτό (= καθαρό, φροντισμένο). Είναι ~ στη δουλειά του (πβ. μεθοδ-, προσεκτ-ικός. ΑΝΤ. τσαπατσούλης).|| ~ή στις πληρωμές/υποχρεώσεις της. 4. μόνιμος, οργανικά ενταγμένος σε ένα σύνολο: ~ός: εκπρόσωπος/εξεταστής (βλ. εξωτερικός)/ερευνητής/εταίρος/(παλαιότ.) καθηγητής (στο Πανεπιστήμιο)/ορκωτός ελεγκτής/πρόεδρος (βλ. αναπληρωτής). ~ή: θέση. ~ό: μέλος (βλ. αναπληρωματικό, αντεπιστέλλον, ισόβιο)/προσωπικό (ΑΝΤ. έκτακτο, εποχικό, προσωρινό).|| (ΝΟΜ.) ~ός: ανακριτής. ~ή: δικαιοσύνη. ~ά: δικαστήρια (: πολιτικά και ποινικά).|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ός: στρατός (: εθνικός. ΑΝΤ. άτακτος). 5. που σχετίζεται με την τακτική, τον τρόπο διαχείρισης ή αντιμετώπισης μιας κατάστασης: (ΣΤΡΑΤ.) ~ός: σχηματισμός (μάχης). ~ά: όπλα (: κυρ. τα συμβατικά).|| (μτφ.) ~ός: ελιγμός/χειρισμός. ~ό: λάθος/πλεονέκτημα/(στο σκάκι) χτύπημα. Ζητήματα στρατηγικού ή ~ού χαρακτήρα.|| Οι ~οί (: ειδικοί, επιμέρους) στόχοι ενός προγράμματος. Βλ. δια~, παρα~, προσ~. ● επίρρ.: τακτικά: ΑΝΤ. αραιά και πού, σπάνια ● ΣΥΜΠΛ.: τακτική υποχώρηση: προσωρινή οπισθοχώρηση υπό την πίεση ειδικών συνθηκών: (ΣΤΡΑΤ.) Μάχη που κατέληξε σε ~ ~ του εχθρού.|| (συνήθ. μτφ.) ~ ~ με σκοπό την αναδιάταξη δυνάμεων/την επανάκαμψη σε πιο κατάλληλο χρόνο. Ο υπουργός αναγκάστηκε/οδηγήθηκε/υποχρεώθηκε σε ~ ~ υπό το βάρος ... Βλ. αναδίπλωση, υπαναχώρηση., τακτικό αριθμητικό: ΓΡΑΜΜ. είδος επιθέτου που δηλώνει τη σειρά του προσδιοριζόμενου σε ένα σύνολο: π.χ. δέκατος., τακτικός δικαστής βλ. δικαστής [< αρχ. τακτικός, γαλλ. ordinaire, régulier, γερμ. ordentlich 5: αγγλ. tactic(al), γαλλ. tactique]
49613τακτικότητατα-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του τακτικού, κανονικότητα: η ~ των γευμάτων/δρομολογίων (πβ. πυκνότητα, σταθερότητα)/πληρωμών (βλ. συνέπεια). Πβ. περιοδικότητα. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. régularité]
49614τακτισμόςτα-κτι-σμός ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ. τροπισμός. Βλ. -ισμός, χημειο~. [< γαλλ. tactisme]
49615τακτοποίησητα-κτο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & (προφ.) ταχτοποίηση 1. συμμάζεμα, νοικοκύρεμα, ταξινόμηση: ~ των βιβλίων/της ντουλάπας/του σπιτιού. Πβ. συγύρισμα.|| ~ αρχείων. ~ εξόδων/εσόδων. Πβ. οργάνωση. 2. ρύθμιση, διευθέτηση: ~ πληρωμών. Άμεση ~ του λογαριασμού/των οφειλών (πβ. εξόφληση).|| ~ των εκκρεμοτήτων/θεμάτων.|| ~ αυθαιρέτων/ημιυπαίθριων (χώρων). 3. εγκατάσταση: άφιξη στο ξενοδοχείο και ~ στα δωμάτια. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. mise en ordre]
49616τακτοποιώ[τακτοποιῶ] τα-κτο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {τακτοποι-είς ..., -ώντας | τακτοποί-ησα, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} & (προφ.) ταχτοποιώ 1. συμμαζεύω, νοικοκυρεύω: ~ τα πράγματα/τα συρτάρια. ~ τα βιβλία σε στοίβες. ~ημένο: γραφείο/δωμάτιο (ΑΝΤ. ακατάστατο).|| ~ το αρχείο. Πβ. οργανώνω.|| (κατ' επέκτ.) ~ησε τα μαλλιά σου (= φτιάξε), γιατί πετάνε. Βλ. σουλουπώνω.|| ~ήθηκα (= βολεύτηκα, εγκαταστάθηκα) στο καινούργιο σπίτι. Βλ. -ποιώ. 2. κανονίζω, ρυθμίζω, διευθετώ: ~ ακάλυπτες επιταγές/λογαριασμούς/οικονομικές εκκρεμότητες/φορολογικές υποχρεώσεις. Η οφειλή θα ~ηθεί εντός δύο μηνών. Πβ. εξοφλώ, πληρώνω.|| ~ τις τελευταίες λεπτομέρειες. Το θέμα/πρόβλημα ~ήθηκε. Απόλυτα ~ημένη ζωή.|| ~ησε (= εξασφάλισε) τα παιδιά του. Πβ. αποκαθιστώ.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ησε τον γιο του στο Δημόσιο (πβ. διορίζω). Πβ. βολεύω, χώνω. 3. (απειλητ.) συνετίζω με επίπληξη ή τιμωρία: Άσε και θα τον ~ήσω (= θα του δείξω, θα τον φτιάξω) εγώ, να μάθει άλλη φορά! ΣΥΝ. περιποιούμαι (3), συγυρίζω (2) [< γαλλ. mettre en ordre, arranger]
49617τακτός, ή, ό τα-κτός επίθ. (λόγ.): που έχει καθοριστεί χρονικά, προγραμματισμένος: ~ή: ημερομηνία. ~ό: ωράριο (ΑΝΤ. ακανόνιστο). Πβ. κανονικός, τακτός. ΑΝΤ. ακαθόριστος, αόριστος, απροσδιόριστος.|| Σε ~ό (= ορισμένο, συγκεκριμένο) χρόνο/~ή βάση/~ή προθεσμία. ΑΝΤ. έκτακτος (1) ● ΦΡ.: σε/ανά/κατά τακτά χρονικά διαστήματα βλ. διάστημα [< αρχ. τακτός]
49618ταλαιπωρημένος, η, ο τα-λαι-πω-ρη-μέ-νος επίθ.: εξαντλημένος, βασανισμένος: ~οι: επιβάτες. Εμφανώς ~ από την αρρώστια/το ταξίδι. Πβ. καταβεβλημένος, κουρασμένος.|| ~η: επιδερμίδα/όψη. Ενυδατική κρέμα για ~α χέρια (από το κρύο).|| (κατ' επέκτ.) ~ος: λαός (πβ. πολύπαθος). ~η: ζωή (: δύσκολη). ~ες: υπάρξεις/ψυχές (: δυστυχισμένες). ~οι, ξεριζωμένοι πρόσφυγες. Πβ. ταλαίπωρος, τυραννισμένος. ● βλ. ταλαιπωρώ
49619ταλαιπωρίατα-λαι-πω-ρί-α ουσ. (θηλ.): σωματική ή/και ψυχική δοκιμασία, βάσανο: απίστευτη/άσκοπη/ατελείωτη/καθημερινή/μεγάλη/πολύωρη/πρωτοφανής ~. ~ των ασθενών/ασφαλισμένων/επιβατών/οδηγών/πολιτών. Εβδομάδα/ουρές ~ας. Αναμονή/καθυστέρηση και ~. Είναι ~ να ...|| Οι ~ες της ζωής (πβ. δεινά, κακουχίες, μαρτύρια). [< αρχ. ταλαιπωρία]
49620ταλαίπωρος, η, ο τα-λαί-πω-ρος επίθ.: που έχει υποστεί πολλές δοκιμασίες, βασανισμένος: ~ο: παιδί. ~οι: ασθενείς.|| ~α: ζώα.|| ~η: πατρίδα/ψυχή. Πβ. ταλαιπωρημένος. ● Ουσ.: ταλαίπωρος, ταλαίπωρη (ο/η): χαρακτηρισμός που δηλώνει οίκτο και συμπάθεια για κάποιον που έχει υποφέρει πολύ στη ζωή του: Ο ~ δεν έχει ψωμί να φάει. Πβ. δόλιος, καημένος, καψερός, φουκαριάρης. [< αρχ. ταλαίπωρος]
49621ταλαιπωρώ[ταλαιπωρῶ] τα-λαι-πω-ρώ ρ. (μτβ.) {ταλαιπωρ-είς ..., -ώντας | ταλαιπώρ-ησα, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ημένος}: κάνω κακό, βασανίζω: ~ το μυαλό/τα νεύρα/το σώμα μου (= εξαντλώ, καταπονώ)/την υγεία μου (πβ. βλάπτω, επιβαρύνω).|| ~ τους ανθρώπους γύρω μου. Η δουλειά τον έχει ~ήσει πολύ. Πβ. κουράζω, παιδεύω, τριβελίζω.|| ~είται (= υποφέρει) από τους πόνους. Πβ. κατα~. ● βλ. ταλαιπωρημένος [< αρχ. ταλαιπωρῶ]
51523ταλανίζω

τρι-βε-λί-ζω ρ. (μτβ.) {τριβέλι-σε, τριβελί-σει} & τριβολίζω (λαϊκό): προκαλώ ενόχληση ή ένταση σε κάποιον, βασανίζω: Ένα θέμα που με ~ει καιρό τώρα είναι ... Αναπάντητα ερωτήματα ~ζαν το κεφάλι/το μυαλό/τη σκέψη του (πβ. ταλανίζω). Ο μονότονος ήχος μας ~ζε τα αυτιά. Πβ. πιλατεύω, ταλαιπωρώ.

49622ταλανίζωτα-λα-νί-ζω ρ. (μτβ.) {ταλάνι-σε, ταλανί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, ταλανίζ-οντας, -όμενος} (λόγ.): υποβάλλω σε δοκιμασία, ταλαιπωρώ: Η ανεργία ~ει τους νέους. Δεινά που ~ουν τη χώρα. Ερωτήματα που ~ουν τη σκέψη (πβ. τριβελίζω). Η κοινωνία ~εται (= μαστίζεται) από προβλήματα/σκάνδαλα. ~σμένη: ψυχή (= βασανισμένη, τυραννισμένη). [< μτγν. ταλανίζω]
49623ταλανισμόςτα-λα-νι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ταλανίζω. Πβ. δοκιμασία, ταλαιπωρία. Βλ. -ισμός. [< μτγν. ταλανισμός]
49624ταλαντεύομαιτα-λα-ντεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {ταλαντεύ-τηκα (λόγ.) -θηκα, -τεί (λόγ.) -θεί, -όμενος} 1. κινούμαι ρυθμικά σε δύο αντίθετες κατευθύνσεις: Το εκκρεμές ~εται πέρα-δώθε (πβ. πάλλομαι). O ακροβάτης ~εται πάνω στο σκοινί. Η βαρκούλα ~εται (= λικνίζεται) στα κύματα. Πβ. παλαντζάρω, ταλαντώνομαι. 2. (μτφ.) είμαι αναποφάσιστος, διχάζομαι: ~εται αν θα βοηθήσει ή όχι.|| ~εται ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν/μεταξύ χαράς και λύπης (: μεταβαίνει από μια κατάσταση σε άλλη). Πβ. παλαντζάρω, πελαγοδρομώ. ΣΥΝ. αμφιταλαντεύομαι [< αρχ. ταλαντεύω]
49625ταλάντευσητα-λά-ντευ-ση ουσ. (θηλ.): περιοδική, παλινδρομική κίνηση: (ΦΥΣ.-ΜΗΧΑΝ.) συχνότητα ~ης. Πβ. ταλάντωση.|| (μτφ.) Συναισθηματική ~ (= αμφι~). Πβ. παλαντζάρισμα. [< μεσν. ταλάντευσις]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.