Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [50160-50180]

IDΛήμμαΕρμηνεία
49626τάλαντο1τά-λα-ντο ουσ. (ουδ.): ΑΡΧ. μετρική μονάδα και νόμισμα μεγάλης αξίας: αργυρό/χάλκινο/χρυσό ~. Tο αττικό ~. Βλ. μνα. [< αρχ. τάλαντον]
49627τάλαντο2τά-λα-ντο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): ταλέντο: αφηγηματικό/καλλιτεχνικό/μουσικό ~. Έχει το ~ του γραπτού λόγου. [< αρχ. τάλαντον, μεσν. σημ. 'η δωρεά του Χριστού']
49628ταλαντοσκόπιοτα-λα-ντο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. -ΦΥΣ. όργανο παρατήρησης των μηχανικών ή ηλεκτρικών ταλαντώσεων: καθοδικό ~. Βλ. παλμογράφος, -σκόπιο. [< γαλλ. oscilloscope, 1900, αγγλ. ~, 1906]
49629ταλαντούχος, ος/α, ο [ταλαντοῦχος] τα-λα-ντού-χος επίθ. (λόγ.): που είναι προικισμένος με ιδιαίτερο ταλέντο, χάρισμα: ~ος: δημιουργός/ζωγράφος/ηθοποιός/μουσικός/συγγραφέας/φωτογράφος. ~ο: παιδί. Ένας εξαιρετικά/πραγματικά ~ καλλιτέχνης. Βλ. -ούχος1. ΣΥΝ. χαρισματικός ΑΝΤ. ατάλαντος [< αρχ. ταλαντοῦχος 'αυτός που κρατά τους δίσκους της πλάστιγγας, τη ζυγαριά', γαλλ. talentueux, αγγλ. talented, γερμ. talentiert, talentvoll]
49630ταλαντώνομαιτα-λα-ντώ-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {ταλαντώ-θηκε, -θεί}: κινούμαι ρυθμικά σε δύο αντίθετες κατευθύνσεις υπό την επίδραση δύναμης: Ελατήριο/χορδή που ~εται. Πβ. πάλλομαι, ταλαντεύομαι. [< αρχ. ταλαντοῦμαι, γαλλ. osciller]
49631ταλάντωσητα-λά-ντω-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. επαναλαμβανόμενη κίνηση ενός σώματος μεταξύ δύο ακραίων θέσεων: αμείωτη/ελεύθερη/εξαναγκασμένη/(α)περιοδική/σύνθετη/φθίνουσα ~. Μήκος/ενέργεια/εύρος/πλάτος/συχνότητα/ταχύτητα ~ης. Οι ~ώσεις του εκκρεμούς. Αποσβεστήρας ~ώσεων (πβ. αμορτισέρ). Πβ. ταλάντευση.|| (ΗΛΕΚΤΡ.) Ηλεκτρική ~. Κύκλωμα ~ώσεων. Βλ. διατοιχισμός, κυμάτωση. ● ΣΥΜΠΛ.: αρμονική ταλάντωση βλ. αρμονικός [< αρχ. ταλάντωσις, γαλλ. oscillation]
49632ταλαντωτήςτα-λα-ντω-τής ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡ. ηλεκτρικό σύστημα που παράγει αμείωτες ταλαντώσεις ορισμένης συχνότητας: τοπικός ~. ~ κρυστάλλου/μετάθεσης φάσης. Κύκλωμα ~ή.|| (ΜΗΧΑΝ.) Αρμονικός ~ (= εκκρεμές). [< γαλλ. oscillateur]
49633τάλαροβλ. τάλιρο
49634τάλε κουάλετά-λε κου-ά-λε επίθ. {άκλ.} (προφ.-εμφατ.): ολόιδιος: Πατέρας και γιος είναι ~ ~ (= φτυστοί· πβ. ίδιος και απαράλλαχτος). Kακότροποι και οι δυο τους, ~ ~ (πβ. ούνα φάτσα ούνα ράτσα). H κατάσταση δεν έχει αλλάξει καθόλου, ~ ~ με ό,τι ξέραμε (πβ. μία από τα ίδια). [< ιταλ. φρ. tale quale]
49635τάλεντ σόουτά-λεντ σό-ου ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΗΛΕΟΡ. τηλεπαιχνίδι στο οποίο διαγωνίζονται συνήθ. ερασιτέχνες καλλιτέχνες με σκοπό την κατάκτηση χρηματικού ή άλλου επάθλου και την απόκτηση πρόσβασης στη σοουμπίζ: μουσικό ~. ~ τραγουδιού/υποκριτικής/χορού. [< αγγλ. talent show, 1953]
49636ταλέντο

τα-λέ-ντο ουσ. (ουδ.) 1. φυσικό χάρισμα, εξαιρετική ικανότητα: αναπτυγμένο/δημιουργικό/εκρηκτικό/καλλιτεχνικό/μαθηματικό/οργανωτικό/πηγαίο/ποιητικό/πολύπλευρο/σπάνιο ~. Συγγραφικό ~ (πβ. δεινότητα, φλέβα). Επιχειρηματικό ~ (πβ. δαιμόνιο). Στερείται ~ου. (Δεν) διαθέτει/έχει ~ στη μουσική (πβ. έφεση, κλίση). Δεν της λείπει το ~. Ανακαλύπτω τα ~α μου.|| (ειρων.) Έχει ~ στην ίντριγκα! ΣΥΝ. τάλαντο2 2. (συνεκδ.) άτομο με ιδιαίτερες δεξιότητες: ανάδειξη/αναζήτηση/δεξαμενή/διαγωνισμός/προώθηση ~ων. Είναι ανερχόμενο/κρυφό/μεγάλο/τεράστιο/υποτιμημένο ~. ● Υποκ.: ταλεντάκι (το) ● Μεγεθ.: ταλεντάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: κυνηγός ταλέντων βλ. κυνηγός [< ιταλ. talento, γαλλ. talent < λατ. talentum < αρχ. τάλαντον]

49637ταλιατέλεςτα-λια-τέ-λες ουσ. (θηλ.) (οι): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. είδος ζυμαρικού σε μακρόστενες λωρίδες: μαύρες/πράσινες ~. Σπιτικές ~ με λαχανικά. Βλ. λαζάνια, λιγκουίνι, φετουτσίνι, χυλοπίτες. [< ιταλ. tagliatelle]
49638ταλιμπάντα-λι-μπάν ουσ. (αρσ.) {άκλ.} 1. {συνήθ. στον πληθ.} (με κεφαλ. Τ) μέλος εξτρεμιστικού ισλαμικού κινήματος που κατείχε την εξουσία στο Αφγανιστάν από το 1996 έως το 2001: το καθεστώς των ~. Βλ. μουτζαχεντίν. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) άτομο εξαιρετικά συντηρητικό με σκληροπυρηνική στάση και συνήθ. βάρβαρες πρακτικές: οι ~ της ενημέρωσης. Πβ. τρομοκράτης. [< 1: αμερικ. Taliban, 1992, γαλλ. ~, 1995 2: αμερικ. 2002]
49639ταλιμπανικός, ή, ό τα-λι-μπα-νι-κός επίθ. & (προφ.) ταλιμπανέζικος, η, ο (αρνητ. συνυποδ.): που αναφέρεται στους ταλιμπάν και τις αντιλήψεις ή τις πρακτικές τους: ~ή: μπούργκα.|| (μτφ.) ~ή: συμπεριφορά. [< γαλλ. taliban, 1995]
49640ταλιμπανισμόςτα-λι-μπα-νι-σμός ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.): νοοτροπία ή/και πρακτική αντίστοιχη του φονταμενταλισμού των Ταλιμπάν· (συνεκδ., στον πληθ.) οι αντίστοιχες πράξεις: επιστημονικός/κομματικός ~.|| Προεκλογικοί ~οί. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. talibanism]
49641τάλιροτά-λι-ρο ουσ. (ουδ.) (προφ.) & (λαϊκό) τάλαρο 1. χαρτονόμισμα των πέντε ευρώ. 2. (παλαιότ.) νόμισμα αξίας πέντε δραχμών. ● τάλιρα (τα): λεφτά. ● Υποκ.: ταλιράκι (το) [< βεν. talaro]
49642ταλκουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. απορροφητική λευκή πούδρα με φαρμακευτικές και καλλυντικές ιδιότητες για τη φροντίδα του δέρματος: αρωματικό/παιδικό ~. ~ για μωρά. ~ για την εφίδρωση. ~ σε σκόνη/σε υγρή μορφή. Αντιβακτηριακό ~ πελμάτων. Γάντια μιας χρήσης με ~. 2. ΟΡΥΚΤ. τάλκης. [< γαλλ. talc]
49643τάλκηςτάλ-κης ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. πυριτικό ορυκτό του μαγνησίου με σαπωνοειδή υφή: ~ με ίχνη σιδήρου και αργιλίου. Πβ. στεατίτης. Βλ. πυριγενή/εκρηξιγενή/μαγματικά πετρώματα, σχιστόλιθος. ΣΥΝ. ταλκ (2) [< γαλλ. talc]
49644ΤαλμούδΤαλ-μούδ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΘΡΗΣΚ. ιερό βιβλίο των ραβίνων του Μεσαίωνα που περιέχει το σύνολο των ηθικοθρησκευτικών και νομικών κανόνων του ιουδαϊσμού με ραβινικά σχόλια. Βλ. Τορά. [< γαλλ. talmud]
49645ταλμουδικός, ή, ό ταλ-μου-δι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που αναφέρεται στο Ταλμούδ ή τους ταλμουδιστές: ~ός: ιουδαϊσμός. ~ή: παράδοση. Βλ. βιβλ-, κοραν-ικός. [< γαλλ. talmudique]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.