| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 4066 | ανίατος | , η, ο [ἀνίατος] α-νί-α-τος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ., κυριολ. κ. μτφ.): ΙΑΤΡ. αθεράπευτος, αγιάτρευτος. Πβ. ανήκεστος. ΑΝΤ. θεραπεύσιμος, ιάσιμος, ιατός ● Ουσ.: ανίατος (ο): πρόσωπο που πάσχει από ασθένεια η οποία δεν θεραπεύεται: φροντίδα των ~άτων. ● επίρρ.: ανίατα & (λόγ.) -άτως ● ΣΥΜΠΛ.: Άσυλο Ανιάτων: ίδρυμα για την περίθαλψη ασθενών με ανίατες παθήσεις. [< αρχ. ἀνίατος] | |
| 4067 | ανίδεος | , η, ο [ἀνίδεος] α-νί-δε-ος επίθ. 1. που αγνοεί κάτι εντελώς: ~ος: μαθητής/οδηγός. ~ από μουσική/υπολογιστές. Ιστορικά/πολιτικά ~ (ΑΝΤ. ενημερωμένος). Άπειρα και ~α άτομα. Πβ. αδαής, ακατάρτιστος, ανήξερος, απληροφόρητος.|| (ως ουσ.) Ακόμη και ο πιο ~ θα το ήξερε αυτό! Βγαίνει ο κάθε ~ και κάνει δηλώσεις επί παντός επιστητού. Πβ. άσχετος. ΑΝΤ. ειδήμων, εξπέρ. 2. (μτφ.) που δεν υποψιάζεται κάτι, που δεν του περνά από το μυαλό: ~ος: πολίτης. ~ο: θύμα/κοινό. Είναι εντελώς ~ για την κατάσταση. Πβ. ανύποπτος, ανυποψίαστος, απονήρευτος. ΑΝΤ. υποψιασμένος (2) [< μτγν. ἀνίδεος 'χωρίς μορφή, σχήμα'] | |
| 4068 | ανιδιοτέλεια | [ἀνιδιοτέλεια] α-νι-δι-ο-τέ-λει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ανιδιοτελούς: πολιτική ~. Η ~ μιας προσφοράς. ~ και αλτρουισμός. Παράδειγμα/πράξη ~ας. Πβ. αφιλοκέρδεια. ΣΥΝ. ανυστεροβουλία ΑΝΤ. ιδιοτέλεια [< γερμ. Uneigennützigkeit] | |
| 4069 | ανιδιοτελής | , ής, ές [ἀνιδιοτελής] α-νι-δι-ο-τε-λής επίθ. {ανιδιοτελ-ούς | -είς (ουδ. -ή)}: που δεν αποβλέπει σε ατομικό όφελος: ~ής: σκοπός/χαρακτήρας. ~ής: αγάπη/βοήθεια/εργασία (πβ. εθελοντισμός)/σχέση/φιλία. ~ές: ενδιαφέρον. ~είς: προθέσεις/υπηρεσίες. ~ή: κίνητρα. Διάθεση ~ούς προσφοράς. ~ (άνθρωπος) και ιδεολόγος. Πβ. αφιλοκερδής. ΣΥΝ. ανυστερόβουλος ΑΝΤ. ιδιοτελής, υστερόβουλος ● επίρρ.: ανιδιοτελώς [-ῶς] (λόγ.) [< γερμ. uneigennützig] | |
| 4070 | ανίδρυση | [ἀνίδρυση] α-νί-δρυ-ση ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): ανοικοδόμηση, ανέγερση. [< μεσν. ανίδρυσις] | |
| 4071 | ανίερος | , η, ο [ἀνίερος] α-νί-ε-ρος επίθ.: που δεν έχει ή γίνεται χωρίς αρχές, αντιβαίνοντας στην ηθική ή σε ό,τι θεωρείται ιερό: ~ος: πόλεμος. ~η: εκμετάλλευση/επίθεση/πράξη (= ανόσια, βέβηλη)/συμμαχία/συμφωνία/συναλλαγή. ~α: λόγια (= βλάσφημα). Πβ. ανευλαβής, ασεβής. ΑΝΤ. ιερός (2) ● επίρρ.: ανίερα [< αρχ. ἀνίερος] | |
| 4073 | ανιθαγένεια | [ἀνιθαγένεια] α-νι-θα-γέ-νει-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. έλλειψη ιθαγένειας: διεθνείς συμβάσεις για την ~. Βλ. πολιτογράφηση. [< αγγλ. statelessness, 1930] | |
| 4074 | ανιθαγενής | [ἀνιθαγενής] α-νι-θα-γε-νής ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΝΟΜ. πρόσωπο που δεν έχει την ιθαγένεια κάποιου κράτους: αποκατάσταση/προστασία ~ών. Πβ. άπατρις.|| (ως επίθ.) ~είς: αλλοδαποί/υπήκοοι. [< αγγλ. stateless, 1930] | |
| 4075 | ανικανοποίητος | , η, ο [ἀνικανοποίητος] α-νι-κα-νο-ποί-η-τος επίθ. 1. που δεν ικανοποιείται, δεν ευχαριστιέται εύκολα· που δεν έχει ή δεν μπορεί να ικανοποιηθεί: (για πρόσ.) ~ος: καταναλωτής.|| ~η: δίψα/ζήτηση/περιέργεια. ~ο: ένστικτο/πνεύμα. (ως ουσ., λόγ.) Το αίσθημα του ~ου. Πβ. αδηφάγος, ακόρεστος, άπληστος, αχόρταγος. ΑΝΤ. ικανοποιημένος 2. που δεν εκπληρώθηκε, δεν πραγματοποιήθηκε: ~ος: έρωτας. ~η: επιθυμία. ~ο: αίτημα/όνειρο. ~ες: ανάγκες/προσδοκίες. ΣΥΝ. ανεκπλήρωτος, απραγματοποίητος 3. (σπάν.) που δεν έλαβε αποζημίωση για υλική ή ηθική βλάβη. Πβ. αδικαίωτος. ● επίρρ.: ανικανοποίητα [< γαλλ. insatisfait] | |
| 4076 | ανίκανος | , η, ο [ἀνίκανος] α-νί-κα-νος επίθ. 1. που δεν είναι ή δεν θεωρείται ικανός για κάτι: ~ος: ηγέτης. ~η: διοίκηση/εξουσία. ~α: στελέχη. ~ και αποτυχημένος/άχρηστος. ~ για οτιδήποτε/ως Πρόεδρος. Αποδείχθηκε/παρουσιάζεται/φαίνεται ~η να πάρει από μόνη της αποφάσεις. Είναι εντελώς ~οι. Πβ. ανάξιος.|| ~ για εργασία (λόγω ασθένειας/ατυχήματος). Κρίθηκε ~ να υπηρετήσει τη θητεία του. Πβ. ακατάλληλος.|| (ως ουσ.) Απονομή σύνταξης σε ανάπηρους ή ~ους λόγω κακουχιών πολέμου. Πβ. ανήμπορος. ΑΝΤ. άξιος, ικανός (1), καλός (5) 2. (ειδικότ. για άνδρα) που πάσχει από σεξουαλική ανικανότητα. 3. ΝΟΜ. που δεν πληροί τις προϋποθέσεις για δικαιοπραξία (λόγω ηλικίας, δικαστικής ή νόμιμης απαγόρευσης): πρόσωπο δικαιοπρακτικά ~ο. [< 1: μτγν. ἀνίκανος 2: γαλλ. impuissant 3: γαλλ. incapable] | |
| 4077 | ανικανότητα | [ἀνικανότητα] α-νι-κα-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. αδυναμία κάποιου να κάνει κάτι: διαχειριστική/πολιτική ~. ~ των αρμοδίων/των δημοσίων υπηρεσιών/ενός συστήματος (πβ. αναξιότητα, ανεπάρκεια, ανεπιτηδειότητα, βλ. αναποτελεσματικότητα). ~ αντιμετώπισης προβλημάτων/ελέγχου των κινήσεων/επικοινωνίας/επίτευξης συμφωνίας/κατανόησης (: αδυναμία). Κατηγορήθηκε για ~ στην άσκηση των καθηκόντων του.|| (ΙΑΤΡ.) Διανοητική/πνευματική/σωματική/φυσική ~ (πβ. αναπηρία). Μερική/μόνιμη/ολική/προσωρινή ~ για εργασία (πβ. ακαταλληλότητα). Άδεια/επίδομα/σύνταξη ~ας. Αποζημίωση/ασφαλιστική κάλυψη για ~ εργασίας. ΑΝΤ. ικανότητα (1) 2. ΙΑΤΡ. (για άνδρα) αδυναμία εκτέλεσης της σεξουαλικής πράξης: ανδρική/παροδική/χρόνια/ψυχογενής ~. Πβ. στυτική δυσλειτουργία. Βλ. ανοργασμία. ● ΣΥΜΠΛ.: δικαιοπρακτική ανικανότητα βλ. δικαιοπρακτικός [< 1: μτγν. ἀνικανότης 2: γαλλ. impuissance] | |
| 4078 | ανίκητος | , η, ο [ἀνίκητος] α-νί-κη-τος επίθ. 1. που δεν ηττήθηκε ή δεν μπορεί να ηττηθεί: ~ος: αντίπαλος. ~η: ομάδα. Πβ. ακατάβλητος, ακαταμάχητος. ΣΥΝ. αήττητος, ακατανίκητος (2) ΑΝΤ. ηττημένος, νικημένος 2. (μτφ.) που δεν καταπολεμάται ή δεν μπορεί να καταπολεμηθεί: ~ος: φόβος. ~η: ασθένεια (= ανίατη). Πβ. ανυπέρβλητος, αξεπέραστος. ● ΦΡ.: έρως ανίκατε μάχαν βλ. έρως [< αρχ. ἀνίκητος] | |
| 4079 | ανιλίνη | [ἀνιλίνη] α-νι-λί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. ελάχιστα υδατοδιαλυτή, υγρή, ελαιώδης, άχρωμη και τοξική χημική ουσία (σύμβ. C6H5NH2,) που χρησιμοποιείται κυρ. για την παρασκευή χρωμάτων και φαρμάκων· συνεκδ. είδος διαπερατής βαφής που περιέχει αυτή την ουσία. Βλ. -ίνη. [< γαλλ.-αγγλ. aniline] | |
| 4080 | ανιματέρ | [ἀνιματέρ] α-νι-μα-τέρ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: επαγγελματίας που συνήθ. ψυχαγωγεί το κοινό σε χώρους συνάθροισης (κέντρα διασκέδασης, ξενοδοχειακές μονάδες, παιδικά πάρτι) ή κατευθύνει τις αντιδράσεις του κοινού σε τηλεοπτική εκπομπή. Πβ. διασκεδαστής, ψυχαγωγός. ΣΥΝ. εμψυχωτής, εμψυχώτρια (3) [< γαλλ. animateur] | |
| 4081 | ανιμισμός | [ἀνιμισμός] α-νι-μι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΘΡΗΣΚ. πίστη περί ύπαρξης ψυχής στα ζώα, τα φυτά, τα αντικείμενα και τα φυσικά φαινόμενα: αρχαίος/πρωτόγονος ~. Βλ. παγαν-, παμψυχ-, σαμαν-, τοτεμ-ισμός, πανθεϊσμός, σιντοϊσμός.|| (ΨΥΧΟΛ.) Ο ~ και ο ανθρωπομορφισμός στην προσχολική ηλικία (: τάση των παιδιών να θεωρούν ζωντανά τα άψυχα αντικείμενα). 2. ΦΙΛΟΣ. θεωρία που υποστηρίζει ότι μια άυλη, υπερφυσική δύναμη εμψυχώνει και οργανώνει το σύμπαν. Πβ. βιταλισμός. [< γαλλ. animisme] | |
| 4082 | ανιμιστής | [ἀνιμιστής] α-νι-μι-στής ουσ. (αρσ.) {(σπάν.) θηλ. ανιμίστρια}: οπαδός του ανιμισμού. [< γαλλ. animiste] | |
| 4083 | ανιμιστικός | , ή, ό [ἀνιμιστικός] α-νι-μι-στι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον ανιμισμό: ~ές: δοξασίες/τελετές. Βλ. -ιστικός1. [< γαλλ. animiste] | |
| 4085 | ανιόν | [ἀνιόν] α-νι-όν ουσ. (ουδ.) {ανι-όντος | -όντα, -όντων}: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. άτομο με αρνητικό ηλεκτρικό φορτίο, που στην ηλεκτρόλυση κατευθύνεται προς την άνοδο, αρνητικό ιόν: ανόργανο/θειικό/νιτρικό/οξικό ~. Το ~ του ιωδίου/χλωρίου. Ανθρακικά/οργανικά ~όντα. ΑΝΤ. κατιόν ● βλ. ανιών [< αρχ. ἀνιόν 'ανερχόμενο', αγγλ.-γαλλ. anion] | |
| 4086 | ανισο- & ανισό- | : α' συνθετικό λέξεων∙ δηλώνει ότι αυτό που εκφράζει το β' συνθετικό βρίσκεται σε άνιση σχέση με κάτι άλλο: ανισο-βαρής/~κατανομή/~μερής/~σκελής/~σύλλαβος/~ϋψής. Ανισό-πλευρος/~ρροπος. ΑΝΤ. ισο- [< μτγν. ἀνισ(ο)-] | |
| 4087 | ανισοβαρής | , ής, ές [ἀνισοβαρής] α-νι-σο-βα-ρής επίθ. {ανισοβαρ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.) ΑΝΤ. ισοβαρής 1. (μτφ.) που τα μέρη του δεν έχουν την ίδια βαρύτητα, που δεν γίνεται με ίδιο τρόπο ή δεν έχει την ίδια αξία με κάτι άλλο: ~ής: καταμερισμός. ~ής: ανάπτυξη (π.χ. ορισμένων κλάδων)/κατανομή (πόρων)/σχέση. Μονομερής και ~ προσέγγιση του προβλήματος. Σύστημα κοινωνικά/πολιτικά ~ές. Πβ. λεόντειος. ΣΥΝ. ετεροβαρής ΑΝΤ. αμφοτεροβαρής 2. (για πράγμα ή σύνολο πραγμάτων) που τα μέρη του έχουν άνισο βάρος μεταξύ τους: ~ή: σώματα. ~είς: συσκευασίες. ● επίρρ.: ανισοβαρώς [-ῶς] (λόγ.) [< μτγν. ἀνισοβαρής] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ