| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 4076 | ανίκανος | , η, ο [ἀνίκανος] α-νί-κα-νος επίθ. 1. που δεν είναι ή δεν θεωρείται ικανός για κάτι: ~ος: ηγέτης. ~η: διοίκηση/εξουσία. ~α: στελέχη. ~ και αποτυχημένος/άχρηστος. ~ για οτιδήποτε/ως Πρόεδρος. Αποδείχθηκε/παρουσιάζεται/φαίνεται ~η να πάρει από μόνη της αποφάσεις. Είναι εντελώς ~οι. Πβ. ανάξιος.|| ~ για εργασία (λόγω ασθένειας/ατυχήματος). Κρίθηκε ~ να υπηρετήσει τη θητεία του. Πβ. ακατάλληλος.|| (ως ουσ.) Απονομή σύνταξης σε ανάπηρους ή ~ους λόγω κακουχιών πολέμου. Πβ. ανήμπορος. ΑΝΤ. άξιος, ικανός (1), καλός (5) 2. (ειδικότ. για άνδρα) που πάσχει από σεξουαλική ανικανότητα. 3. ΝΟΜ. που δεν πληροί τις προϋποθέσεις για δικαιοπραξία (λόγω ηλικίας, δικαστικής ή νόμιμης απαγόρευσης): πρόσωπο δικαιοπρακτικά ~ο. [< 1: μτγν. ἀνίκανος 2: γαλλ. impuissant 3: γαλλ. incapable] | |
| 4077 | ανικανότητα | [ἀνικανότητα] α-νι-κα-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. αδυναμία κάποιου να κάνει κάτι: διαχειριστική/πολιτική ~. ~ των αρμοδίων/των δημοσίων υπηρεσιών/ενός συστήματος (πβ. αναξιότητα, ανεπάρκεια, ανεπιτηδειότητα, βλ. αναποτελεσματικότητα). ~ αντιμετώπισης προβλημάτων/ελέγχου των κινήσεων/επικοινωνίας/επίτευξης συμφωνίας/κατανόησης (: αδυναμία). Κατηγορήθηκε για ~ στην άσκηση των καθηκόντων του.|| (ΙΑΤΡ.) Διανοητική/πνευματική/σωματική/φυσική ~ (πβ. αναπηρία). Μερική/μόνιμη/ολική/προσωρινή ~ για εργασία (πβ. ακαταλληλότητα). Άδεια/επίδομα/σύνταξη ~ας. Αποζημίωση/ασφαλιστική κάλυψη για ~ εργασίας. ΑΝΤ. ικανότητα (1) 2. ΙΑΤΡ. (για άνδρα) αδυναμία εκτέλεσης της σεξουαλικής πράξης: ανδρική/παροδική/χρόνια/ψυχογενής ~. Πβ. στυτική δυσλειτουργία. Βλ. ανοργασμία. ● ΣΥΜΠΛ.: δικαιοπρακτική ανικανότητα βλ. δικαιοπρακτικός [< 1: μτγν. ἀνικανότης 2: γαλλ. impuissance] | |
| 4078 | ανίκητος | , η, ο [ἀνίκητος] α-νί-κη-τος επίθ. 1. που δεν ηττήθηκε ή δεν μπορεί να ηττηθεί: ~ος: αντίπαλος. ~η: ομάδα. Πβ. ακατάβλητος, ακαταμάχητος. ΣΥΝ. αήττητος, ακατανίκητος (2) ΑΝΤ. ηττημένος, νικημένος 2. (μτφ.) που δεν καταπολεμάται ή δεν μπορεί να καταπολεμηθεί: ~ος: φόβος. ~η: ασθένεια (= ανίατη). Πβ. ανυπέρβλητος, αξεπέραστος. ● ΦΡ.: έρως ανίκατε μάχαν βλ. έρως [< αρχ. ἀνίκητος] | |
| 4079 | ανιλίνη | [ἀνιλίνη] α-νι-λί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. ελάχιστα υδατοδιαλυτή, υγρή, ελαιώδης, άχρωμη και τοξική χημική ουσία (σύμβ. C6H5NH2,) που χρησιμοποιείται κυρ. για την παρασκευή χρωμάτων και φαρμάκων· συνεκδ. είδος διαπερατής βαφής που περιέχει αυτή την ουσία. Βλ. -ίνη. [< γαλλ.-αγγλ. aniline] | |
| 4080 | ανιματέρ | [ἀνιματέρ] α-νι-μα-τέρ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: επαγγελματίας που συνήθ. ψυχαγωγεί το κοινό σε χώρους συνάθροισης (κέντρα διασκέδασης, ξενοδοχειακές μονάδες, παιδικά πάρτι) ή κατευθύνει τις αντιδράσεις του κοινού σε τηλεοπτική εκπομπή. Πβ. διασκεδαστής, ψυχαγωγός. ΣΥΝ. εμψυχωτής, εμψυχώτρια (3) [< γαλλ. animateur] | |
| 4081 | ανιμισμός | [ἀνιμισμός] α-νι-μι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΘΡΗΣΚ. πίστη περί ύπαρξης ψυχής στα ζώα, τα φυτά, τα αντικείμενα και τα φυσικά φαινόμενα: αρχαίος/πρωτόγονος ~. Βλ. παγαν-, παμψυχ-, σαμαν-, τοτεμ-ισμός, πανθεϊσμός, σιντοϊσμός.|| (ΨΥΧΟΛ.) Ο ~ και ο ανθρωπομορφισμός στην προσχολική ηλικία (: τάση των παιδιών να θεωρούν ζωντανά τα άψυχα αντικείμενα). 2. ΦΙΛΟΣ. θεωρία που υποστηρίζει ότι μια άυλη, υπερφυσική δύναμη εμψυχώνει και οργανώνει το σύμπαν. Πβ. βιταλισμός. [< γαλλ. animisme] | |
| 4082 | ανιμιστής | [ἀνιμιστής] α-νι-μι-στής ουσ. (αρσ.) {(σπάν.) θηλ. ανιμίστρια}: οπαδός του ανιμισμού. [< γαλλ. animiste] | |
| 4083 | ανιμιστικός | , ή, ό [ἀνιμιστικός] α-νι-μι-στι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον ανιμισμό: ~ές: δοξασίες/τελετές. Βλ. -ιστικός1. [< γαλλ. animiste] | |
| 4085 | ανιόν | [ἀνιόν] α-νι-όν ουσ. (ουδ.) {ανι-όντος | -όντα, -όντων}: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. άτομο με αρνητικό ηλεκτρικό φορτίο, που στην ηλεκτρόλυση κατευθύνεται προς την άνοδο, αρνητικό ιόν: ανόργανο/θειικό/νιτρικό/οξικό ~. Το ~ του ιωδίου/χλωρίου. Ανθρακικά/οργανικά ~όντα. ΑΝΤ. κατιόν ● βλ. ανιών [< αρχ. ἀνιόν 'ανερχόμενο', αγγλ.-γαλλ. anion] | |
| 4086 | ανισο- & ανισό- | : α' συνθετικό λέξεων∙ δηλώνει ότι αυτό που εκφράζει το β' συνθετικό βρίσκεται σε άνιση σχέση με κάτι άλλο: ανισο-βαρής/~κατανομή/~μερής/~σκελής/~σύλλαβος/~ϋψής. Ανισό-πλευρος/~ρροπος. ΑΝΤ. ισο- [< μτγν. ἀνισ(ο)-] | |
| 4087 | ανισοβαρής | , ής, ές [ἀνισοβαρής] α-νι-σο-βα-ρής επίθ. {ανισοβαρ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.) ΑΝΤ. ισοβαρής 1. (μτφ.) που τα μέρη του δεν έχουν την ίδια βαρύτητα, που δεν γίνεται με ίδιο τρόπο ή δεν έχει την ίδια αξία με κάτι άλλο: ~ής: καταμερισμός. ~ής: ανάπτυξη (π.χ. ορισμένων κλάδων)/κατανομή (πόρων)/σχέση. Μονομερής και ~ προσέγγιση του προβλήματος. Σύστημα κοινωνικά/πολιτικά ~ές. Πβ. λεόντειος. ΣΥΝ. ετεροβαρής ΑΝΤ. αμφοτεροβαρής 2. (για πράγμα ή σύνολο πραγμάτων) που τα μέρη του έχουν άνισο βάρος μεταξύ τους: ~ή: σώματα. ~είς: συσκευασίες. ● επίρρ.: ανισοβαρώς [-ῶς] (λόγ.) [< μτγν. ἀνισοβαρής] | |
| 4088 | ανισοκατανομή | [ἀνισοκατανομή] α-νι-σο-κα-τα-νο-μή ουσ. (θηλ.): κατανομή σε άνισα μέρη: γεωγραφική/πληθυσμιακή ~. ~ της εξουσίας/του πλούτου. ~ (φυσικών και ανθρώπινων) πόρων/προσωπικού/φορτίου. Δείκτης ~ής εισοδήματος. ΑΝΤ. ισοκατανομή | |
| 4089 | ανισομεγέθης | , ης, ες [ἀνισομεγέθης] α-νι-σο-με-γέ-θης επίθ. {ανισομεγέθ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών} (λόγ.): που δεν έχει ίσο μέγεθος με κάποιον άλλο: ~η: έμβολα/ψαλίδια (σε ανάρτηση αυτοκινήτου). ΑΝΤ. ισομεγέθης [< μτγν. ἀνισομεγέθης] | |
| 4090 | ανισομέρεια | [ἀνισομέρεια] α-νι-σο-μέ-ρει-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ιδιότητα του ανισομερούς: οικονομική ~. ~ κέντρου-περιφέρειας/στην κατανομή πόρων (= ανισοκατανομή). ~ες και κοινωνικοί αποκλεισμοί. Πβ. ανισορροπία, ανισότητα. ΑΝΤ. ισομέρεια (1) | |
| 4091 | ανισομερής | , ής, ές [ἀνισομερής] α-νι-σο-με-ρής επίθ. {ανισομερ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.) & ανισόμερος & ανισόμετρος, η, ο: που έχει άνισα μέρη ή γίνεται με άνισο τρόπο: ~ής: ανάπτυξη/διάθεση του πλούτου/σχέση/συμμετοχή. ΑΝΤ. ισομερής (1) ● επίρρ.: ανισομερώς [-ῶς] (λόγ.) | |
| 4092 | ανισομετρωπία | [ἀνισομετρωπία] α-νι-σο-με-τρω-πί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. σημαντική διαφορά στη διαθλαστική ικανότητα των δύο ματιών. Βλ. αμβλυ-, αμετρ-, μυ-, υπερμετρ-ωπία, αστιγματισμός. [< γαλλ. anisométropie, αγγλ. anisometropia, γερμ. Anisometropie] | |
| 4093 | ανισόπαχος | , η, ο [ἀνισόπαχος] α-νι-σό-πα-χος επίθ. & (λόγ.) ανισοπαχής, -ής, -ές: που δεν έχει το ίδιο πάχος σε όλη του την έκταση, σε όλο του το μήκος ή που δεν έχει το ίδιο πάχος με κάτι άλλο: ~η: τύπωση και μορφοποίηση (μετάλλων). ~α: τοιχώματα. ΑΝΤ. ισοπαχής [< μτγν. ἀνισοπαχής] | |
| 4094 | ανισόπεδος | , η, ο [ἀνισόπεδος] α-νι-σό-πε-δος επίθ. (επίσ.): που βρίσκεται σε διαφορετικό επίπεδο σε σχέση με κάτι άλλο: ~η: γέφυρα/διασταύρωση. ~ο: έδαφος (= ανώμαλο). ΑΝΤ. ισόπεδος ● ΣΥΜΠΛ.: ανισόπεδος κόμβος: συμβολή αυτοκινητοδρόμων ταχείας κυκλοφορίας σε διαφορετικά επίπεδα, η οποία επιτρέπει την απρόσκοπτη κίνηση των οχημάτων, χωρίς να διασταυρώνονται τα ρεύματα κυκλοφορίας. Πβ. αερογέφυρα., ανισόπεδη διάβαση βλ. διάβαση | |
| 4095 | ανισορροπία | [ἀνισορροπία] α-νι-σορ-ρο-πί-α ουσ. (θηλ.): απουσία ισορροπίας: δημογραφική/δομική/οικολογική/πολιτική ~. ~ δυνάμεων. Οικονομικές ~ες στην αγορά. Διαρθρωτικές/εμπορικές/κοινωνικές/περιφερειακές ~ες. ~ ανάμεσα στην προσφορά και τη ζήτηση. Πβ. ανισομέρεια, ανισότητα, δυσ-αναλογία, -αρμονία.|| (ΨΥΧΟΛ.) Συναισθηματική/ψυχική ~ και δυσκολία προσαρμογής (πβ. αστάθεια). ΑΝΤ. ισορροπία (1) [< μτγν. ἀνισορροπία, γαλλ. déséquilibre] | |
| 4096 | ανισόρροπος | , η, ο [ἀνισόρροπος] α-νι-σόρ-ρο-πος επίθ. 1. (συνήθ. μειωτ.) που χαρακτηρίζεται από πνευματική ή και συναισθηματική αστάθεια: ~η: κατάσταση/συμπεριφορά. ~ο: άτομο/μυαλό. ~ες: απαιτήσεις (πβ. παράλογες).|| (προφ.) Καλά, είσαι τελείως ~!|| (ως ουσ.) Πήγε να με χτυπήσει ο ~! Πβ. παλαβός, τρελός. ΑΝΤ. ισορροπημένος (1), λογικός (1) 2. που δεν έχει αρμονία ή συμμετρία: ~ος: τρόπος ζωής. ~η: ανάπτυξη/κατανομή (π.χ εργασιών, πβ. ανισομερής)/σχέση. ~ο: σύστημα. Πβ. άνισος, δυσανάλογος. ΑΝΤ. ισόρροπος (1) ● επίρρ.: ανισόρροπα [< 1: γαλλ. déséquilibré 2: μτγν. ἀνισόρροπος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ