Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [50180-50200]

IDΛήμμαΕρμηνεία
49646ταλμουδιστήςταλ-μου-δι-στής ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. συγγραφέας ή μελετητής του Ταλμούδ, υποστηρικτής των δογμάτων του: Εβραίοι ~ές.|| (ως επίθ.) ~ές: ραβίνοι. [< γαλλ. talmudiste]
49693ταμ-ταμουσ. (ουδ.) {άκλ.} ΜΟΥΣ. 1. γκονγκ. 2. κρουστό όργανο αφρικανικών φυλών που χρησιμοποιείται και για τη μετάδοση μηνυμάτων. Βλ. κρόταλο, σήμα καπνού, τύμπανο. [< γαλλ. tam-tam]
49647τάμα

τά-μα ουσ. (ουδ.) {τάμ-ατος | -ατα}: υπόσχεση, ηθική δέσμευση· ειδικότ. αφιέρωμα, ανάθημα στον Θεό, σε Άγιο, στον Χριστό, στην Παναγία: εκπλήρωση ~ατος. Έκανε ~ να γίνει καλά. Πβ. τάξιμο. Βλ. προσευχή.|| Εικόνα γεμάτη ~ατα πιστών.|| (μτφ.-προφ.) ~ το 'χω να σε δω μια φορά ευχαριστημένο. [< μεσν. τάμ(μ)α < τάγμα < αρχ. τάσσω]

49648ταμάμτα-μάμ επίρρ. (προφ.) 1. ακριβώς, ό,τι πρέπει: Το φόρεμα της ήρθε ~. Πβ. γάντι, κουτί.|| Aυτή η δουλειά είναι ~ για σένα (= κομμένη και ραμμένη στα μέτρα σου).|| Το χαμομηλάκι είναι ~ για το στομάχι. Πβ. ό,τι χρειάζεται.|| Eδώ πάει ~ (= κολλάει, ταιριάζει) η παροιμία ... 2. πάνω στην ώρα: Έφτασε ~ (= την κατάλληλη στιγμή). [< τουρκ. tamam]
49649ταμαρίνοςτα-μα-ρί-νος ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. (κοινό) δενδρόβιος πίθηκος (γένη Saguinus και Leontopithecus) της Ν. Αμερικής. [< γαλλ. tamarin]
49650ταμάχιτα-μά-χι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): πλεονεξία. ● ΦΡ.: το πολύ ταμάχι χαλάει το στομάχι: η απληστία δεν έχει καλά αποτελέσματα. [< τουρκ. tamah]
49651ταμειακός, ή, ό τα-μει-α-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που αφορά το ταμείο και κατ' επέκτ. τον οικονομικό προγραμματισμό και τη διαχείριση: ~ή: απόδειξη/κίνηση. ~ό: παραστατικό/πρόβλημα/σύστημα.|| ~ός: απολογισμός/έλεγχος/προϋπολογισμός. ~ή: διευκόλυνση/ενημερότητα/ευχέρεια/κατάσταση (έτους)/πολιτική/ρευστότητα/ροή/στενότητα. ~ό: άνοιγμα/έλλειμμα/διαθέσιμο/πλεόνασμα/υπόλοιπο. ~ές: δυσχέρειες. Bλ. ταμιακός. ● επίρρ.: ταμειακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ταμειακή μηχανή & (προφ.) ταμειακή: μηχάνημα που εκδίδει αποδείξεις για τις εμπορικές συναλλαγές: ηλεκτρονική/θερμική/φορολογική ~ ~. Απόκομμα/χαρτοταινία ~ής ~ής., Αυτόματη Ταμειολογιστική/Ταμειακή Μηχανή βλ. μηχανή ● ΦΡ.: ταμειακώς/ταμειακά εντάξει βλ. εντάξει [< μτγν. ταμ(ε)ιακός]
49652ταμείο[ταμεῖο] τα-μεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. μεταλλικό συνήθ. κουτί ή συρτάρι στο οποίο φυλάσσονται οι εισπράξεις· συνεκδ. συγκεντρωμένα χρήματα, έσοδα: Κλειδώνω το ~. Βρήκε το ~ ανοιχτό και τα λεφτά είχαν κάνει φτερά.|| (μτφ.) Άδειασαν/γέμισαν τα ~α.|| Κοινό/οικογενειακό ~. Βιβλίο/διαχείριση/έλλειμμα/πλεόνασμα/υπόλοιπο ~ου. Κρατώ το ~ του συλλόγου. Έβαλε χέρι στο ~ της εταιρείας (: έκανε κατάχρηση, υπεξαίρεση). 2. γραφείο, θυρίδα συναλλαγών: κεντρικό ~. ~ καταστήματος/τράπεζας (πβ. γκισέ). Υπεύθυνος ~ου (βλ. ταμίας). Περάστε στο πρώτο ~ παρακαλώ. Εισιτήρια προπωλούνται στο ~ του θεάτρου (πβ. εκδοτήριο). Λειτουργούν δύο ~α. Τεράστιες ουρές στα ~α.|| (σε κατάστημα) Το ~ του σούπερ μάρκετ. Κάθεται στο ~. 3. ΟΙΚΟΝ. (συνήθ. με κεφαλ. Τ) υπηρεσία, φορέας που διαχειρίζεται χρηματικά ποσά: ίδρυση/σύσταση ~ου. Το καταστατικό του ~ου. Αύξηση/διαρροή των πόρων του ~ου. Το Δημόσιο ~. Περιφερειακό ~ Ανάπτυξης. Ευρωπαϊκό Κοινωνικό ~ (ακρ. ΕΚΤ). Ενοριακό Φιλόπτωχο ~. ~ διαχείρισης κρίσεων/εγγυήσεων. Eπενδυτικά ~α. Βλ. κορβανάς.|| Παγκόσμιο ~ για τη Φύση (βλ. μη κυβερνητική οργάνωση). || Πράσινο ~. 4. ΟΙΚΟΝ. (συνήθ. με κεφαλ. Τ) οργανισμός ασφάλισης των εργαζομένων: επικουρικό/κύριο ~. Aσφαλιστικά/επαγγελματικά/ευγενή/συνταξιοδοτικά ~α. ~ Αλληλοβοηθείας/ανεργίας/Περιθάλψεως/Πρόνοιας/Υγείας. Τα αποθεματικά/οι ασφαλισμένοι/η διοίκηση/οι εισφορές του ~ου. Εξυγίανση/κρατήσεις υπέρ/οι οφειλέτες/τα χρέη των ~ων. Συγχωνεύσεις ~ων. O γιατρός είναι συμβεβλημένος με όλα τα ~α. 5. (μτφ.) έκδοση, βιβλιοθήκη που αποθησαυρίζει πληροφορίες: ~ γνώσεων. Βλ. τράπεζα. ● ΣΥΜΠΛ.: άδεια ταμεία (μτφ.): οικονομική στενότητα, έλλειψη ρευστού: τα ~ ~ του κράτους/του οργανισμού. Η νέα διοίκηση βρήκε/παρέλαβε ~ ~., Διαρθρωτικά Ταμεία: ΟΙΚΟΝ. κοινοτικά χρηματοδοτικά μέσα για την ενίσχυση των αναπτυξιακών προγραμμάτων των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε επιλέξιμες περιοχές. Βλ. Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης., Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ακρ. ΔΝΤ): ΟΙΚΟΝ. οργανισμός αρμόδιος για τη διαχείριση του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, την επόπτευση της νομισματικής πολιτικής κάθε χώρας ενταγμένης σε αυτό και την παροχή δανείων προς τα κράτη-μέλη του για την αντιμετώπιση προβλημάτων σχετικών με το ισοζύγιο πληρωμών. [< αγγλ. International Monetary Fund, 1944] , μαύρα ταμεία: παράνομα κεφάλαια: τα ~ ~ της εταιρείας. Πβ. βρόμικο/μαύρο χρήμα. Βλ. μίζα, προμήθεια. [< γαλλ. caisses noires] , Ταμείο Αρωγής: ΟΙΚΟΝ. επικουρικό ταμείο οικονομικής ενίσχυσης: ~ ~ φοιτητών (: κυρ. για κάλυψη έκτακτων αναγκών).|| ~ ~ πυρόπληκτων., Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ακρ. ΤΠΔ): ΟΙΚΟΝ. αυτόνομος χρηματοπιστωτικός οργανισμός (ΝΠΔΔ., ιδρύθηκε το 1919 και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Οικονομικών), με αποστολή την αποκλειστική φύλαξη και διαχείριση παρακαταθηκών και τη χορήγηση δανείων: στεγαστικό δάνειο από το ~ ~., Ταμείο Συνοχής: ΟΙΚΟΝ. κοινοτικό μέσο χρηματοδότησης των ασθενέστερων οικονομικά κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που έχει ως στόχο να συμβάλει στην οικονομική και κοινωνική σύγκλιση των χωρών της., Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας: ΟΙΚΟΝ. νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου σκοπός του οποίου είναι η διατήρηση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος: Ελληνικό/Ευρωπαϊκό ~ ~. [< αγγλ. Financial Stability Fund] , Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης βλ. ευρωπαϊκός, Μετοχικό Ταμείο βλ. μετοχικός ● ΦΡ.: κάνω ταμείο (προφ.) 1. & κλείνω ταμείο: (για έμπορο, επιχείρηση) λογαριάζω τις εισπράξεις και τις πληρωμές της ημέρας μετά το πέρας των συναλλαγών: (συνήθ. για καθαρό κέρδος) Tι ~ έκανες σήμερα; 2. (μτφ.) κάνω απολογισμό: ~ ~ για τα χρόνια που πέρασαν. [< γαλλ. faire sa caisse] , μετά την απομάκρυνση από το ταμείο ουδέν λάθος αναγνωρίζεται (κυρ. μτφ.-συχνά ειρων.): για να δηλωθεί ότι τα σφάλματα πρέπει να διορθώνονται την ίδια στιγμή, πριν είναι πια αργά., πήγε ταμείο (αργκό) 1. (στο Στοίχημα) για κέρδη από επιτυχημένη πρόβλεψη. ΑΝΤ. πήγε στον κουβά 2. αποκόμισε κέρδη: Παρά την οικονομική κρίση, η εταιρεία ~ ~., σπάει (τα) ταμεία (μτφ.-εμφατ.): σημειώνει πολύ μεγάλη εμπορική, εισπρακτική επιτυχία: (συνήθ. για θεάματα) Η παράσταση/ταινία ~ ~.|| Προϊόν/προσφορά που ~ ~., το ταμείο(ν) είναι μείον: δεν υπάρχει απόθεμα, δεν φτάνουν τα χρήματα: Δεν έχουμε περιθώρια για πολυτέλειες, ~ ~. Βλ. έλλειψη χρημάτων, στάση εμπορίου. [< μτγν. ταμεῖον, αγγλ. cash, fund, γαλλ. caisse, fonds 5: νεολατ. thesaurus]
49653ταμειολογιστικός, ή, ό τα-μει-ο-λο-γι-στι-κός επίθ.: στο ● ΣΥΜΠΛ.: Αυτόματη Ταμειολογιστική/Ταμειακή Μηχανή βλ. μηχανή
49654ταμιακός, ή, ό τα-μι-α-κός επίθ.: που ανήκει ή αναφέρεται στον ταμία. Βλ. ταμειακός.
49655ταμίαςτα-μί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.): υπάλληλος ταμείου και κατ' επέκτ. ο υπεύθυνος οικονομικής διαχείρισης: ~ καταστήματος/τράπεζας. Εκτελεί καθήκοντα/χρέη ~α.|| ~ του Δημοσίου/της εφορίας.|| ~ οργάνωσης/σωματείου. [< πβ. αρχ. ταμίας ‘διανομέας, θησαυροφύλακας’, & ταμία (ἡ) ‘οικονόμος, υπηρέτρια’, γαλλ. caissier]
49656ταμίευσητα-μί-ευ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): συγκέντρωση για μελλοντική χρήση, δημιουργία αποθέματος: ~ επιφανειακών απορροών/ομβρίων υδάτων. [< μτγν. ταμίευσις]
49657ταμιευτήραςτα-μι-ευ-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΥΔΡΟΛ. τεχνητή δεξαμενή, συνήθ. σε φράγμα, για τη συγκέντρωση νερού και την τροφοδοσία υδρευτικών, αρδευτικών και υδροηλεκτρικών δικτύων: ~ες της Ε.ΥΔ.Α.Π. Βλ. υδαταποθήκη, υδρο~.|| ~ ανάσχεσης (πλημμυρών). Φυσικοί ~ες (λίμνες, έλη, ποτάμια). Βλ. -τήρας. [< γαλλ. réservoir]
49658ταμιευτήριοτα-μι-ευ-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. πιστωτικός οργανισμός που συγκεντρώνει κεφάλαια από μικρές συνήθ. καταθέσεις και τα επενδύει, αποδίδοντας τόκους ή μερίσματα στους καταθέτες: Άνοιξαν βιβλιάριο στο ~.|| Αποδοτικό/στεγαστικό ~. Βλ. -τήριο. ● ΣΥΜΠΛ.: κατάθεση ταμιευτηρίου: που επιτρέπει την ανάληψη ή κατάθεση χρημάτων ανά πάσα στιγμή χωρίς προειδοποίηση., λογαριασμός ταμιευτηρίου βλ. λογαριασμός, Νέο Ταχυδρομικό Tαμιευτήριο βλ. ταχυδρομικός [< μτγν. ταμιευτήριον, γαλλ. caisse d΄épargne]
49659ταμιευτικός, ή, ό τα-μι-ευ-τι-κός επίθ. (λόγ.): αποταμιευτικός. [< μτγν. ταμιευτικός]
49660ταμοξιφένητα-μο-ξι-φέ-νη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. -ΙΑΤΡ. αντιοιστρογόνο (σύμβ. C26H29NO) που χρησιμοποιείται κυρ. στη συμπληρωματική θεραπεία του καρκίνου του μαστού: αγωγή με ~ και αναστολείς αρωματάσης. [< αγγλ. tamoxifen, 1972]
49661ταμπάτα-μπά ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: το χρώμα του αποξηραμένου καπνού με καφέ-κίτρινους τόνους: δερμάτινη τσάντα σε σκούρο ~.|| (ως επίθ.) ~ παπούτσια. [< γαλλ. tabac]
49662ταμπάκης

τα-μπά-κης ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-κυρ. παλαιότ.): βυρσοδέψης. [< ταμπάκης, 17ος αι. < τουρκ. tabak]

49663ταμπακιέρατα-μπα-κιέ-ρα ουσ. (θηλ.) & ταμπακέρα 1. ειδική θήκη τσιγάρων ή καπνού: δερμάτινη/μεταλλική ~. Πβ. τσιγαροθήκη. Βλ. -ιέρα. 2. (μτφ.) η ουσία ενός θέματος, το επίμαχο ζήτημα: Για την ~ δεν είπαν κουβέντα. [< ιταλ. tabacchiera]
49664ταμπάκικοτα-μπά-κι-κο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-κυρ. παλαιότ.): βυρσοδεψείο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.