| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 49649 | ταμαρίνος | τα-μα-ρί-νος ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. (κοινό) δενδρόβιος πίθηκος (γένη Saguinus και Leontopithecus) της Ν. Αμερικής. [< γαλλ. tamarin] | |
| 49650 | ταμάχι | τα-μά-χι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): πλεονεξία. ● ΦΡ.: το πολύ ταμάχι χαλάει το στομάχι: η απληστία δεν έχει καλά αποτελέσματα. [< τουρκ. tamah] | |
| 49651 | ταμειακός | , ή, ό τα-μει-α-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που αφορά το ταμείο και κατ' επέκτ. τον οικονομικό προγραμματισμό και τη διαχείριση: ~ή: απόδειξη/κίνηση. ~ό: παραστατικό/πρόβλημα/σύστημα.|| ~ός: απολογισμός/έλεγχος/προϋπολογισμός. ~ή: διευκόλυνση/ενημερότητα/ευχέρεια/κατάσταση (έτους)/πολιτική/ρευστότητα/ροή/στενότητα. ~ό: άνοιγμα/έλλειμμα/διαθέσιμο/πλεόνασμα/υπόλοιπο. ~ές: δυσχέρειες. Bλ. ταμιακός. ● επίρρ.: ταμειακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ταμειακή μηχανή & (προφ.) ταμειακή: μηχάνημα που εκδίδει αποδείξεις για τις εμπορικές συναλλαγές: ηλεκτρονική/θερμική/φορολογική ~ ~. Απόκομμα/χαρτοταινία ~ής ~ής., Αυτόματη Ταμειολογιστική/Ταμειακή Μηχανή βλ. μηχανή ● ΦΡ.: ταμειακώς/ταμειακά εντάξει βλ. εντάξει [< μτγν. ταμ(ε)ιακός] | |
| 49652 | ταμείο | [ταμεῖο] τα-μεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. μεταλλικό συνήθ. κουτί ή συρτάρι στο οποίο φυλάσσονται οι εισπράξεις· συνεκδ. συγκεντρωμένα χρήματα, έσοδα: Κλειδώνω το ~. Βρήκε το ~ ανοιχτό και τα λεφτά είχαν κάνει φτερά.|| (μτφ.) Άδειασαν/γέμισαν τα ~α.|| Κοινό/οικογενειακό ~. Βιβλίο/διαχείριση/έλλειμμα/πλεόνασμα/υπόλοιπο ~ου. Κρατώ το ~ του συλλόγου. Έβαλε χέρι στο ~ της εταιρείας (: έκανε κατάχρηση, υπεξαίρεση). 2. γραφείο, θυρίδα συναλλαγών: κεντρικό ~. ~ καταστήματος/τράπεζας (πβ. γκισέ). Υπεύθυνος ~ου (βλ. ταμίας). Περάστε στο πρώτο ~ παρακαλώ. Εισιτήρια προπωλούνται στο ~ του θεάτρου (πβ. εκδοτήριο). Λειτουργούν δύο ~α. Τεράστιες ουρές στα ~α.|| (σε κατάστημα) Το ~ του σούπερ μάρκετ. Κάθεται στο ~. 3. ΟΙΚΟΝ. (συνήθ. με κεφαλ. Τ) υπηρεσία, φορέας που διαχειρίζεται χρηματικά ποσά: ίδρυση/σύσταση ~ου. Το καταστατικό του ~ου. Αύξηση/διαρροή των πόρων του ~ου. Το Δημόσιο ~. Περιφερειακό ~ Ανάπτυξης. Ευρωπαϊκό Κοινωνικό ~ (ακρ. ΕΚΤ). Ενοριακό Φιλόπτωχο ~. ~ διαχείρισης κρίσεων/εγγυήσεων. Eπενδυτικά ~α. Βλ. κορβανάς.|| Παγκόσμιο ~ για τη Φύση (βλ. μη κυβερνητική οργάνωση). || Πράσινο ~. 4. ΟΙΚΟΝ. (συνήθ. με κεφαλ. Τ) οργανισμός ασφάλισης των εργαζομένων: επικουρικό/κύριο ~. Aσφαλιστικά/επαγγελματικά/ευγενή/συνταξιοδοτικά ~α. ~ Αλληλοβοηθείας/ανεργίας/Περιθάλψεως/Πρόνοιας/Υγείας. Τα αποθεματικά/οι ασφαλισμένοι/η διοίκηση/οι εισφορές του ~ου. Εξυγίανση/κρατήσεις υπέρ/οι οφειλέτες/τα χρέη των ~ων. Συγχωνεύσεις ~ων. O γιατρός είναι συμβεβλημένος με όλα τα ~α. 5. (μτφ.) έκδοση, βιβλιοθήκη που αποθησαυρίζει πληροφορίες: ~ γνώσεων. Βλ. τράπεζα. ● ΣΥΜΠΛ.: άδεια ταμεία (μτφ.): οικονομική στενότητα, έλλειψη ρευστού: τα ~ ~ του κράτους/του οργανισμού. Η νέα διοίκηση βρήκε/παρέλαβε ~ ~., Διαρθρωτικά Ταμεία: ΟΙΚΟΝ. κοινοτικά χρηματοδοτικά μέσα για την ενίσχυση των αναπτυξιακών προγραμμάτων των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε επιλέξιμες περιοχές. Βλ. Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης., Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ακρ. ΔΝΤ): ΟΙΚΟΝ. οργανισμός αρμόδιος για τη διαχείριση του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, την επόπτευση της νομισματικής πολιτικής κάθε χώρας ενταγμένης σε αυτό και την παροχή δανείων προς τα κράτη-μέλη του για την αντιμετώπιση προβλημάτων σχετικών με το ισοζύγιο πληρωμών. [< αγγλ. International Monetary Fund, 1944] , μαύρα ταμεία: παράνομα κεφάλαια: τα ~ ~ της εταιρείας. Πβ. βρόμικο/μαύρο χρήμα. Βλ. μίζα, προμήθεια. [< γαλλ. caisses noires] , Ταμείο Αρωγής: ΟΙΚΟΝ. επικουρικό ταμείο οικονομικής ενίσχυσης: ~ ~ φοιτητών (: κυρ. για κάλυψη έκτακτων αναγκών).|| ~ ~ πυρόπληκτων., Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ακρ. ΤΠΔ): ΟΙΚΟΝ. αυτόνομος χρηματοπιστωτικός οργανισμός (ΝΠΔΔ., ιδρύθηκε το 1919 και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Οικονομικών), με αποστολή την αποκλειστική φύλαξη και διαχείριση παρακαταθηκών και τη χορήγηση δανείων: στεγαστικό δάνειο από το ~ ~., Ταμείο Συνοχής: ΟΙΚΟΝ. κοινοτικό μέσο χρηματοδότησης των ασθενέστερων οικονομικά κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που έχει ως στόχο να συμβάλει στην οικονομική και κοινωνική σύγκλιση των χωρών της., Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας: ΟΙΚΟΝ. νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου σκοπός του οποίου είναι η διατήρηση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος: Ελληνικό/Ευρωπαϊκό ~ ~. [< αγγλ. Financial Stability Fund] , Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης βλ. ευρωπαϊκός, Μετοχικό Ταμείο βλ. μετοχικός ● ΦΡ.: κάνω ταμείο (προφ.) 1. & κλείνω ταμείο: (για έμπορο, επιχείρηση) λογαριάζω τις εισπράξεις και τις πληρωμές της ημέρας μετά το πέρας των συναλλαγών: (συνήθ. για καθαρό κέρδος) Tι ~ έκανες σήμερα; 2. (μτφ.) κάνω απολογισμό: ~ ~ για τα χρόνια που πέρασαν. [< γαλλ. faire sa caisse] , μετά την απομάκρυνση από το ταμείο ουδέν λάθος αναγνωρίζεται (κυρ. μτφ.-συχνά ειρων.): για να δηλωθεί ότι τα σφάλματα πρέπει να διορθώνονται την ίδια στιγμή, πριν είναι πια αργά., πήγε ταμείο (αργκό) 1. (στο Στοίχημα) για κέρδη από επιτυχημένη πρόβλεψη. ΑΝΤ. πήγε στον κουβά 2. αποκόμισε κέρδη: Παρά την οικονομική κρίση, η εταιρεία ~ ~., σπάει (τα) ταμεία (μτφ.-εμφατ.): σημειώνει πολύ μεγάλη εμπορική, εισπρακτική επιτυχία: (συνήθ. για θεάματα) Η παράσταση/ταινία ~ ~.|| Προϊόν/προσφορά που ~ ~., το ταμείο(ν) είναι μείον: δεν υπάρχει απόθεμα, δεν φτάνουν τα χρήματα: Δεν έχουμε περιθώρια για πολυτέλειες, ~ ~. Βλ. έλλειψη χρημάτων, στάση εμπορίου. [< μτγν. ταμεῖον, αγγλ. cash, fund, γαλλ. caisse, fonds 5: νεολατ. thesaurus] | |
| 49653 | ταμειολογιστικός | , ή, ό τα-μει-ο-λο-γι-στι-κός επίθ.: στο ● ΣΥΜΠΛ.: Αυτόματη Ταμειολογιστική/Ταμειακή Μηχανή βλ. μηχανή | |
| 49654 | ταμιακός | , ή, ό τα-μι-α-κός επίθ.: που ανήκει ή αναφέρεται στον ταμία. Βλ. ταμειακός. | |
| 49655 | ταμίας | τα-μί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.): υπάλληλος ταμείου και κατ' επέκτ. ο υπεύθυνος οικονομικής διαχείρισης: ~ καταστήματος/τράπεζας. Εκτελεί καθήκοντα/χρέη ~α.|| ~ του Δημοσίου/της εφορίας.|| ~ οργάνωσης/σωματείου. [< πβ. αρχ. ταμίας ‘διανομέας, θησαυροφύλακας’, & ταμία (ἡ) ‘οικονόμος, υπηρέτρια’, γαλλ. caissier] | |
| 49656 | ταμίευση | τα-μί-ευ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): συγκέντρωση για μελλοντική χρήση, δημιουργία αποθέματος: ~ επιφανειακών απορροών/ομβρίων υδάτων. [< μτγν. ταμίευσις] | |
| 49657 | ταμιευτήρας | τα-μι-ευ-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΥΔΡΟΛ. τεχνητή δεξαμενή, συνήθ. σε φράγμα, για τη συγκέντρωση νερού και την τροφοδοσία υδρευτικών, αρδευτικών και υδροηλεκτρικών δικτύων: ~ες της Ε.ΥΔ.Α.Π. Βλ. υδαταποθήκη, υδρο~.|| ~ ανάσχεσης (πλημμυρών). Φυσικοί ~ες (λίμνες, έλη, ποτάμια). Βλ. -τήρας. [< γαλλ. réservoir] | |
| 49658 | ταμιευτήριο | τα-μι-ευ-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. πιστωτικός οργανισμός που συγκεντρώνει κεφάλαια από μικρές συνήθ. καταθέσεις και τα επενδύει, αποδίδοντας τόκους ή μερίσματα στους καταθέτες: Άνοιξαν βιβλιάριο στο ~.|| Αποδοτικό/στεγαστικό ~. Βλ. -τήριο. ● ΣΥΜΠΛ.: κατάθεση ταμιευτηρίου: που επιτρέπει την ανάληψη ή κατάθεση χρημάτων ανά πάσα στιγμή χωρίς προειδοποίηση., λογαριασμός ταμιευτηρίου βλ. λογαριασμός, Νέο Ταχυδρομικό Tαμιευτήριο βλ. ταχυδρομικός [< μτγν. ταμιευτήριον, γαλλ. caisse d΄épargne] | |
| 49659 | ταμιευτικός | , ή, ό τα-μι-ευ-τι-κός επίθ. (λόγ.): αποταμιευτικός. [< μτγν. ταμιευτικός] | |
| 49660 | ταμοξιφένη | τα-μο-ξι-φέ-νη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. -ΙΑΤΡ. αντιοιστρογόνο (σύμβ. C26H29NO) που χρησιμοποιείται κυρ. στη συμπληρωματική θεραπεία του καρκίνου του μαστού: αγωγή με ~ και αναστολείς αρωματάσης. [< αγγλ. tamoxifen, 1972] | |
| 49661 | ταμπά | τα-μπά ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: το χρώμα του αποξηραμένου καπνού με καφέ-κίτρινους τόνους: δερμάτινη τσάντα σε σκούρο ~.|| (ως επίθ.) ~ παπούτσια. [< γαλλ. tabac] | |
| 49662 | ταμπάκης | τα-μπά-κης ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-κυρ. παλαιότ.): βυρσοδέψης. [< ταμπάκης, 17ος αι. < τουρκ. tabak] | |
| 49663 | ταμπακιέρα | τα-μπα-κιέ-ρα ουσ. (θηλ.) & ταμπακέρα 1. ειδική θήκη τσιγάρων ή καπνού: δερμάτινη/μεταλλική ~. Πβ. τσιγαροθήκη. Βλ. -ιέρα. 2. (μτφ.) η ουσία ενός θέματος, το επίμαχο ζήτημα: Για την ~ δεν είπαν κουβέντα. [< ιταλ. tabacchiera] | |
| 49664 | ταμπάκικο | τα-μπά-κι-κο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-κυρ. παλαιότ.): βυρσοδεψείο. | |
| 49665 | ταμπάκο | τα-μπά-κο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ταμπάκος (ο) 1. ψιλοκομμένος καπνός για στριφτά τσιγάρα. 2. αποξηραμένα φύλλα καπνού σε σκόνη, συνήθ. για εισπνοή από τη μύτη: κάπνισμα/μάσημα ~. ● ΦΡ.: μου/μας έγινε τσάμικος ταμπάκος βλ. τσάμικος [< ιταλ. tabacco] | |
| 49666 | ταμπάσκο | τα-μπά-σκο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ποικιλία πιπεριάς με καυτερή γεύση που προέρχεται από φυτό της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής και χρησιμοποιείται κυρ. ως καρύκευμα: (ΜΑΓΕΙΡ.) πικάντικη σάλτσα με ~. Βλ. τσίλι. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Tabasco ((pepper) sauce), 1902] | |
| 49667 | ταμπέλα | τα-μπέ-λα ουσ. (θηλ.) 1. μικρή ή μεγάλη επιφάνεια με γραπτό μήνυμα ή/και σχηματική παράσταση που χρησιμοποιείται ως μέσο ενημέρωσης, προειδοποίησης ή εμπορικής προβολής και τοποθετείται συνήθ. σε ορατή, εμφανή θέση: απαγορευτική/διαφημιστική/ηλεκτρονική/μεταλλική/ξύλινη/πλαστική/φωτεινή (πβ. επιγραφή)/χάρτινη ~. ~ (από) νέον. ~ εισόδου/εξόδου/καταστήματος/ξενοδοχείου/σήμανσης. Aναρτώ ~. Ακολουθήστε τις ~ες. Δεν είδε την ~ (= τον οδοδείκτη) και πήρε λάθος κατεύθυνση. Βλ. σήμα.|| ~ προϊόντος/ρούχου/τιμής. ΣΥΝ. πινακίδα (1) 2. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) χαρακτηρισμός που αποδίδεται σε κάποιον ως διακριτικό γνώρισμα: Του έβαλαν/κόλλησαν/κρέμασαν την ~ του αποτυχημένου (πβ. ρετσινιά). Αποποιείται την ~ του κοσμοπολίτη. Πβ. στάμπα.|| Ιδεολογικές/πολιτικές ~ες. Βλ. κλισέ. ΣΥΝ. ετικέτα (3) ● Υποκ.: ταμπελάκι (το), ταμπελίτσα (η) ● ΦΡ.: φέρει την ταμπέλα: έχει την ένδειξη, την ετικέτα: Προϊόντα που φέρουν ~ 'εγχώριο'.|| Ρούχα που ~ουν ~ (= την υπογραφή) γνωστού σχεδιαστή.|| (μτφ.-ειρων.) ~ ~ του ειδικού (ενν. χωρίς να είναι). [< ιταλ. tabella] | |
| 49668 | ταμπεραμέντο | τα-μπε-ρα-μέ-ντο ουσ. (ουδ.) & ταπεραμέντο & τεμπεραμέντο: ψυχοσύνθεση, ιδιοσυγκρασία· ειδικότ. πάθος, ερωτισμός: δημιουργικό/έντονο/καλλιτεχνικό/μεσογειακό/μουσικό/τσιγγάνικο ~.|| Ερωτικό/ζωηρό/θερμό/καυτό/φλογερό ~. Ξεχωρίζει για το μπρίο και το εκρηκτικό ~ της.|| (κατ' επέκτ.) Aυτοκίνητο με δυναμικό, σπορ ~ (: χαρακτήρα). [< ιταλ. temperamento, γαλλ. tempérament] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ