| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 49685 | ταμπουλέ | τα-μπου-λέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ταμπούλι: ΜΑΓΕΙΡ. σαλάτα αραβικής προέλευσης με πλιγούρι, ντομάτα, κρεμμύδι, ψιλοκομμένο μαϊντανό ή/και φύλλα μέντας και λαδολέμονο: λιβανέζικο ~. Βλ. κουσκούς2. [< γαλλ. taboulé, 1975] | |
| 49686 | ταμπουράς | τα-μπου-ράς ουσ. (αρσ.): ΜΟΥΣ. ονομασία μιας σειράς έγχορδων λαϊκών οργάνων με μικρό ηχείο και μακρύ βραχίονα: ~ με δύο/τρία/τέσσερα ζεύγη χορδών. Βλ. λαούτο, μπαγλαμάς, μπουζούκι, πανδούρα, σάζι, τζουράς. [< μεσν. ταμπουράς < τουρκ. tambura] | |
| 49687 | ταμπουρέ | τα-μπου-ρέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: χαμηλό σκαμνί: πολυθρόνα και ~ (για τα πόδια).|| ~ πιάνου (: με στρογγυλό, περιστρεφόμενο κάθισμα για ρύθμιση του ύψους). Βλ. σκαμπό. [< γαλλ. tabouret] | |
| 49688 | ταμπούρι | τα-μπού-ρι ουσ. (ουδ.) 1. (παλαιότ.) οχύρωμα, συνήθ. τεχνητό, για την ενίσχυση αμυντικής θέσης: πέτρινα ~ια με πολεμίστρες.|| (ΙΣΤ.) Κλέφτικα ~ια. Τα ~ια των οπλαρχηγών. Πβ. μετερίζι, τάπια. 2. (μτφ.) οτιδήποτε χρησιμοποιείται ως οχυρό προστασίας: τα ~ια του αγώνα. Πβ. κάστρο, προμαχώνας, προπύργιο. [< μεσν. ταμπούρι > τουρκ. tabur] | |
| 49689 | ταμπουρίνο | τα-μπου-ρί-νο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. μικρό τύμπανο που παίζεται με μπαγκέτα. Βλ. ταμπούρο.|| (σπανιότ.) ~-ντέφι. [< ιταλ. tamburino] | |
| 49690 | ταμπούρλο | τα-μπούρ-λο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. μικρό τύμπανο μπάντας με μεμβράνες στις δύο πλευρές του. Πβ. ταμπούρο. ● ΦΡ.: με σημαίες και (με) ταμπούρλα (μτφ.): με τυμπανοκρουσίες: Πήγαν στις κάλπες με ~ ~., παίζω ταμπούρλο (με) τα δάχτυλά μου (μτφ.-προφ.): χτυπώ ρυθμικά το ένα μετά το άλλο τα δάχτυλα του χεριού σε επιφάνεια, συνήθ. λόγω εκνευρισμού ή αγωνίας., παίζω ταμπούρλο στην πλάτη κάποιου (μτφ.-προφ.): τον παραπλανώ, τον κοροϊδεύω ή τον χρησιμοποιώ, συνήθ. για δικό μου όφελος., η καρδιά μου χτυπάει σαν ταμπούρλο βλ. καρδιά [< ιταλ. διαλεκτ. tamburlo < tamburo] | |
| 49691 | ταμπούρο | τα-μπού-ρο ουσ. (ουδ.) 1. ΜΟΥΣ. είδος τυμπάνου που παίζεται με μπαγκέτες. Πβ. ταμπούρλο. Βλ. ντραμς, ταμπουρίνο. 2. ΜΗΧΑΝΟΛ. εξάρτημα του συστήματος φρένων του αυτοκινήτου, το οποίο προσαρμόζεται στον άξονα των τροχών: υδραυλικό ~. Το αμάξωμα διαθέτει δισκόφρενα μπροστά και ~α πίσω. Οι σιαγόνες των ~ων (βλ. θερμουίτ). [< 1: γαλλ. tambour 2: ~ (de frein), 1906] | |
| 49692 | ταμπουρώνομαι | τα-μπου-ρώ-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {ταμπουρώ-θηκε, -θεί, -μένος, σπάν. στην ενεργ. φωνή ταμπουρώνω} (λαϊκό) 1. οχυρώνομαι: ~θηκαν στα σπίτια τους. 2. (μτφ.) καλύπτομαι, κρύβομαι πίσω από κάτι: ~θηκαν στα προσφιλή τους δόγματα. Πβ. καταφεύγω.|| Έχει ~θεί (= κλειστεί, περιχαρακωθεί) στον εαυτό του. Η (ποδοσφαιρική) ομάδα ~θηκε στην άμυνά της. | |
| 49694 | ταναγραία | τα-να-γραί-α ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. καθένα από τα πήλινα ειδώλια της ελληνιστικής περιόδου (ιδ. του 4ου-3ου αι. π.Χ.), που αναπαριστούν όρθια ή καθιστή νεαρή γυναίκα με ιμάτιο και πλατύ κωνικό καπέλο και ανακαλύφθηκαν κατά τη διάρκεια ανασκαφών σε τάφους της αρχαίας Τανάγρας: (κ. ως επίθ.) ~ κόρη. [< αρχ. επίθ. Ταναγραῖος, γαλλ. Tanagréenne, tanagra ‘ωραία, γεμάτη χάρη κοπέλα’, αγγλ. Tanagra] | |
| 49695 | τανάλια | τα-νά-λια ουσ. (θηλ.) 1. μεταλλικό εργαλείο με δύο σκέλη και κυρτωμένα άκρα, που χρησιμοποιείται κυρ. για την αφαίρεση καρφιών: Έβγαλε την πρόκα/έκοψε το σύρμα με ~.|| (ειδικότ.-προφ.) ~ εξαγωγής δοντιών (= οδοντάγρα).|| (μτφ.) Χέρι-~ (: που σφίγγει πολύ δυνατά). Βλ. γκακαζο~, τσιμπίδα. 2. (μτφ.) οτιδήποτε ασκεί πίεση ή λειτουργεί περιοριστικά: Δεν μπορεί να ξεφύγει από την ~ της καθημερινότητας. Πβ. μέγγενη. [< μεσν. τανάλια 'λαβή', ιταλ. tanaglia] | |
| 49696 | τανάπαλιν | βλ. ανάπαλιν | |
| 49697 | τάνγκα | τάν-γκα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: είδος κυρ. γυναικείου σλιπ που έχει τριγωνικό σχήμα και αφήνει το μεγαλύτερο μέρος των γλουτών ακάλυπτο: μαγιό-~. Βλ. στρινγκ. [< πορτ.-ισπ. tanga] | |
| 49698 | τάνγκο & τανγκό | τάν-γκο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ταγκό & τάγκο: αργός χορός αργεντίνικης προέλευσης, που χορεύεται από ζευγάρι με διακριτούς ρόλους για τον καβαλιέρο και την ντάμα· συνεκδ. το αντίστοιχο μουσικό είδος: ευρωπαϊκό/σύγχρονο ~. Αισθησιακό/παθιασμένο ~. Βλ. λάτιν, μιλόνγκα, φλαμένγκο. [< γαλλ. tango, διαδόθηκε το 1912, αγγλ. ~, 1913 < ισπ. ~] | |
| 49699 | τάνγκραμ | τάν-γκραμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: γεωμετρικό κινέζικο παζλ, με τα κομμάτια του οποίου οι διαγωνιζόμενοι σχηματίζουν συγκεκριμένες φιγούρες, τοποθετώντας τα στην κατάλληλη θέση· συνεκδ. οι φιγούρες που σχηματίζονται με αυτόν τον τρόπο. [< αγγλ. tangram] | |
| 49700 | τανίνες | τα-νί-νες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. τανίνη}: ΧΗΜ. ουσίες φυτικής προέλευσης με χρήση στη φαρμακευτική, την ποτοποιία και τη βυρσοδεψία: ~ από τους καρπούς της βελανιδιάς/τη φλούδα του σταφυλιού. Κρασί με υψηλή περιεκτικότητα σε ~. Η ~η του μαύρου τσαγιού. Βαφή υφασμάτων με ~ και άλλες χρωστικές. [< γαλλ. tanins] | |
| 49701 | τανκ | ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} , (συχνά στον εν.) τανκς: ΣΤΡΑΤ. τεθωρακισμένο άρμα μάχης: το πλήρωμα του ~. [< αγγλ. tank, γαλλ. ~, 1916] | |
| 49702 | τάνκερ | τάν-κερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΝΑΥΤ. πετρελαιοφόρο: σούπερ ~. Πβ. γκαζάδικο. ΣΥΝ. δεξαμενόπλοιο ● ΣΥΜΠΛ.: ιπτάμενο τάνκερ: αεροσκάφος μεταφοράς καυσίμων που ανεφοδιάζει εν πτήσει άλλα αεροπλάνα. [< αγγλ. tanker aircraft, 1938] [< αγγλ. tanker, 1900, γαλλ. ~, 1933] | |
| 49703 | ταντάλιο | τα-ντά-λι-ο ουσ. (ουδ.) {τανταλί-ου}: ΧΗΜ. σκληρό αργυρόλευκο μέταλλο (σύμβ. Ta, Ζ 73) με μεγάλη πυκνότητα, που χρησιμοποιείται κυρ. στην κατασκευή εργαλείων και ηλεκτρικών συσκευών: κράματα λιθίου-~ου. Βλ. νιόβιο. [< γαλλ. tantale, αγγλ. tantalum < λατ. Tantalus < αρχ. Τάνταλος] | |
| 49704 | Τάνταλος | Τά-ντα-λος κύριο όν. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άλου} : στη ● ΦΡ.: το μαρτύριο του Ταντάλου: για κάποιον που επιθυμεί πολύ κάτι και δεν μπορεί να το γευτεί ή να το αποκτήσει, αν και είναι κοντά του: Περνάει ~ ~. Βλ. το μαρτύριο της σταγόνας. [< αρχ. Τάνταλος] | |
| 49705 | τάντρα | τά-ντρα ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.} (κ. με κεφαλ. το αρχικό Τ): ΘΡΗΣΚ. αρχαία ινδική φιλοσοφία που μελετά τη σχέση μεταξύ σεξουαλικότητας και πνευματικής ολοκλήρωσης· το σύνολο των σχετικών κειμένων. Βλ. κάμα σούτρα. [< αγγλ. tantra] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ