Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [50220-50240]

IDΛήμμαΕρμηνεία
49669τάμπιαβλ. τάπια
49677ταμπλ-ντοτταμπλ-ντοτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ταμπλ-ντ' οτ: γεύμα ή δείπνο με ειδικό μενού και προκαθορισμένη τιμή που ισχύει σε εστιατόρια, συνήθ. τις ημέρες των εορτών: ρεβεγιόν με ~. Το μαγαζί έβαλε/έχει ~. Βλ. αλά καρτ. [< γαλλ. table d'hôte]
49670τάμπλατά-μπλα ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. κρουστό ινδικό όργανο που μοιάζει με τουμπελέκι: αραβική ~. Βλ. σιτάρ. [< γαλλ.-αγγλ. tabla]
49671ταμπλαδωτός, ή, ό τα-μπλα-δω-τός επίθ.: που αποτελείται από λεπτά σανιδώματα, ταμπλάδες: ~ή: οροφή/πόρτα. ~ό: παντζούρι. ~ά: κουφώματα/παράθυρα. Ραμποτέ και ~ά σχέδια σε ξύλο.
49672ταμπλάς1τα-μπλάς ουσ. (αρσ.): συγκοπή. Κυρ. στη ● ΦΡ.: μου ήρθε/'ρθε κόλπος/ταμπλάς βλ. κόλπος2 [< τουρκ. damla]
49673ταμπλάς2τα-μπλάς ουσ. (αρσ.) {ταμπλ-άδες} & ταβλάς & νταμπλάς 1. σανίδωμα λεπτού πάχους που τοποθετείται στο κενό πλαισίου: ~ εκκλησιαστικού διάκοσμου. Πόρτα ξύλινη, με ~άδες. 2. (σπάν.) δίσκος: ο ~ του κουλουρά. [< τουρκ. tabla]
49674ταμπλατούρατα-μπλα-τού-ρα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. σημειογραφικό σύστημα στο οποίο οι τόνοι δηλώνονται με γράμματα, αριθμούς ή άλλα σύμβολα, χωρίς νότες: ~ες μπάσου. Σύνθεση σε πεντάγραμμο ή ~. Kομμάτι γραμμένο σε ~. Βλ. παρτιτούρα. [< γαλλ. tablature]
49675τάμπλεττά-μπλετ ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. υπολογιστής-ταμπλέτα.
49676ταμπλέτατα-μπλέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΦΑΡΜΑΚ. φαρμακευτικό σκεύασμα σε μορφή δισκίου: αναβράζουσες/μασώμενες ~ες. ~ες πολυβιταμινών. Παυσίπονο/συμπληρώματα διατροφής σε ~ες (πβ. παστίλια). Βλ. κάψουλα, χάπι. 2. συμπυκνωμένη, συνήθ. διαλυτή ουσία σε δισκοειδές ή τετραγωνικό σχήμα, για διάφορες χρήσεις: ~ καθαρισμού (φακών επαφής). ~ες ενισχυτικού πλύσης/πλυντηρίου. Απορρυπαντικό σε σκόνη και ~ες.|| Eντομοαπωθητικές ~ες. 3. ΤΕΧΝΟΛ. περιφερειακή συσκευή με ηλεκτρονική γραφίδα που χρησιμοποιείται για γραφή, σχεδίαση ή επιλογή πεδίου στην οθόνη του υπολογιστή: ~ γραφικών. Βλ. -έτα. ● ΣΥΜΠΛ.: υπολογιστής-ταμπλέτα βλ. υπολογιστής [< γαλλ. tablette, 3: αγγλ. tablet, 1964]
49678ταμπλότα-μπλό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. πίνακας για την ανάρτηση ανακοινώσεων ή την προβολή ειδικών πληροφοριών: Η βαθμολογία/το πρόγραμμα υπάρχει στο ~.|| Διαφημιστικό ~ (βλ. μπάνερ, πινακίδα). Hλεκτρονικό/ψηφιακό ~.|| Tα ~ των διαδηλωτών. Πβ. πλακάτ.|| (ΑΘΛ.) Το κυρίως/τελικό ~ των αγώνων τένις (πβ. τιράζ).|| (μτφ.) Εκτός ~ οι μετοχές ... (: για προσωρινή παύση της διαπραγμάτευσής τους στο ΧΑΑ). 2. ΤΕΧΝΟΛ. (σε μηχανοκίνητο συνήθ. όχημα) πλαίσιο στο οποίο ενσωματώνονται μετρητές και όργανα: ~ ενδείξεων. Το ~ του αυτοκινήτου/της μοτοσικλέτας. Τα λαμπάκια στο ~ αναβόσβηναν ασταμάτητα. Πβ. κονσόλα. 3. ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) ορθογώνια επιφάνεια στην οποία στηρίζεται το καλάθι της μπασκέτας: Η μπάλα χτύπησε στο ~. Τρίποντο με ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ταμπλό-βιβάν: αναπαράσταση σκηνής, συνήθ. από την ιστορία ή έναν πίνακα, από μια ομάδα ατόμων ακινητοποιημένων σε διάφορες στάσεις. Βλ. παντομίμα. [< γαλλ. tableau vivant] ● ΦΡ.: παίζει σε δύο/σε διπλό/σε πολλά ταμπλό (προφ.-αρνητ. συνυποδ.) 1. κινείται μεταξύ δύο αντιτιθέμενων μερών, συνήθ. παρασκηνιακά, ενδιαφέρεται να είναι κοντά και στη μία και στην άλλη πλευρά, ώστε να επωφεληθεί όποια και αν επικρατήσει: Σε πόσα ~ το παίζει; Πβ. παίζει διπλό παιχνίδι. 2. έχει περισσότερους από έναν ερωτικούς συντρόφους παράλληλα, χωρίς οι ίδιοι να το γνωρίζουν. [< γαλλ. jouer sur les deux tableaux/sur plusieurs tableaux] [< γαλλ. tableau]
49679ταμπλόινττα-μπλό-ιντ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: εφημερίδα σε μικρότερο μέγεθος από το συνηθισμένο· ειδικότ. αυτή που παρουσιάζει τα θέματά της σε συμπυκνωμένη, εύπεπτη μορφή και στοχεύει στον εντυπωσιασμό: νέα έκδοση σε σχήμα ~.|| Ένας έρωτας που απασχόλησε τα ~ς. Πβ. φυλλάδα. [< αγγλ. tabloid, 1918, γαλλ. tabloїd(e), 1955]
49680ταμπόντα-μπόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΙΑΤΡ. γάζα ειδικού σχήματος που χρησιμοποιείται για τη συγκράτηση της ροής αίματος· ειδικότ. πεπιεσμένο βαμβάκι σε σχήμα μικρού κυλίνδρου που τοποθετείται στον γυναικείο κόλπο κατά την εμμηνόρροια. Βλ. σερβιέτα. 2. μικρό κουτί με ύφασμα εμποτισμένο με μελάνι στο οποίο πιέζεται η σφραγίδα, για να μελανωθεί: μαύρο/μπλε ~. 3. (παλαιότ.) ξύλινο ή μεταλλικό εργαλείο με ειδικό χαρτί (στυπόχαρτο) στη βάση του για την απορρόφηση της μελάνης. [< γαλλ. tampon]
49681ταμπονάρισματα-μπο-νά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ταμπονάρω: ~ του λεκέ με χαρτί/του χρώματος με σφουγγάρι. Απαλό/ελαφρύ ~ του προσώπου με πούδρα.|| (ΙΑΤΡ.) ~ της μύτης (πβ. επιπωματισμός). Βλ. -ισμα. [< γαλλ. tamponnage, tamponnement]
49682ταμποναριστός, ή, ό τα-μπο-να-ρι-στός επίθ. (προφ.): που αναφέρεται στο ταμπονάρισμα: ~ή: εφαρμογή (κρέμας προσώπου). Απαλές, ~ές κινήσεις. ● επίρρ.: ταμποναριστά
49683ταμπονάρωτα-μπο-νά-ρω ρ. (μτβ.) {ταμπονάρ-ισα, -ισμένος}: πιέζω ήπια με διαδοχικές και κοφτές κινήσεις, συνήθ. την επιδερμίδα, με απορροφητικό υλικό: ~ετε την πληγή με βαμβάκι/γάζα (: για να καθαρίσει ή/και να σταματήσει την αιμορραγία).|| ~ουμε με σφουγγαράκι το προϊόν κάτω από τα μάτια. ~ετε το πρόσωπο με την πούδρα.|| ~ετε (= σκουπίζετε, στεγνώνετε) τα μαλλιά με μια πετσέτα. ~ισμένα: μαλλιά. [< γαλλ. tamponner]
49684ταμπούτα-μπού ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. (μτφ.) ζήτημα που υπόκειται σε ηθικές, κοινωνικές δεσμεύσεις ή εσωτερικούς περιορισμούς: H συζήτηση γύρω από το σεξ θεωρείται ~.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Θέμα/θεσμός-~ (: που δεν τολμά να θίξει κανείς). 2. (κατ' επέκτ.) παρωχημένη αντίληψη και στερεότυπο: ιδεολογικά/φυλετικά ~ (πβ. προκαταλήψεις). Γκρεμίζω/ξεπερνώ/σπάω τα ~ της εποχής. Άνθρωποι απαλλαγμένοι από ~ (βλ. σύμπλεγμα). Δεν έχει ~ (βλ. αναστολές). 3. ΑΝΘΡΩΠ. (σε διάφορες φυλές ιθαγενών) απαγόρευση επαφής με πρόσωπο ή αντικείμενο που πιστεύεται ότι είναι ιερό ή μιασμένο. Βλ. δεισιδαιμονία, τοτέμ. ● ΣΥΜΠΛ.: λέξη-ταμπού: λέξη ή φράση, κυρ. σεξουαλικού ή υβριστικού περιεχομένου, της οποίας η χρήση αποφεύγεται ή απαγορεύεται από τις κοινωνικές συμβάσεις. [< αγγλ. taboo-word, 1933] [< γαλλ. tabou]
49685ταμπουλέτα-μπου-λέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ταμπούλι: ΜΑΓΕΙΡ. σαλάτα αραβικής προέλευσης με πλιγούρι, ντομάτα, κρεμμύδι, ψιλοκομμένο μαϊντανό ή/και φύλλα μέντας και λαδολέμονο: λιβανέζικο ~. Βλ. κουσκούς2. [< γαλλ. taboulé, 1975]
49686ταμπουράςτα-μπου-ράς ουσ. (αρσ.): ΜΟΥΣ. ονομασία μιας σειράς έγχορδων λαϊκών οργάνων με μικρό ηχείο και μακρύ βραχίονα: ~ με δύο/τρία/τέσσερα ζεύγη χορδών. Βλ. λαούτο, μπαγλαμάς, μπουζούκι, πανδούρα, σάζι, τζουράς. [< μεσν. ταμπουράς < τουρκ. tambura]
49687ταμπουρέτα-μπου-ρέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: χαμηλό σκαμνί: πολυθρόνα και ~ (για τα πόδια).|| ~ πιάνου (: με στρογγυλό, περιστρεφόμενο κάθισμα για ρύθμιση του ύψους). Βλ. σκαμπό. [< γαλλ. tabouret]
49688ταμπούριτα-μπού-ρι ουσ. (ουδ.) 1. (παλαιότ.) οχύρωμα, συνήθ. τεχνητό, για την ενίσχυση αμυντικής θέσης: πέτρινα ~ια με πολεμίστρες.|| (ΙΣΤ.) Κλέφτικα ~ια. Τα ~ια των οπλαρχηγών. Πβ. μετερίζι, τάπια. 2. (μτφ.) οτιδήποτε χρησιμοποιείται ως οχυρό προστασίας: τα ~ια του αγώνα. Πβ. κάστρο, προμαχώνας, προπύργιο. [< μεσν. ταμπούρι > τουρκ. tabur]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.